Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φελεκίδου Ρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φελεκίδου Ρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 23 Αυγούστου 2025

Ρία Φελεκίδου, "Ο ασφαλής ποιητής"





ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ


Με το φθινόπωρο δεν πολυμιλώ
Δε σηκώνουν οι βροχές εξομολογήσεις
Πέφτουν επάνω τους βίαια
Ένα γίνονται με το χώμα τα μυστικά
Ψάχνεις να βρεις το χαμένο όνομα μες στις λάσπες
Τη μυρωδιά του σε σωρούς από φύλλα

Με το φθινόπωρο πολλά πολλά δεν έχω
Όλο ακούσιες επιστροφές και αντίο
Δεν ξέρει υποσχέσεις να μοιράζει
Από το τίποτα να χτίζει κόσμους
Ο αέρας του σφυρίζει ανάμεσα
Στους πύργους που αντέχουν απ’ το καλοκαίρι
Το νέο σκηνικό της άμμου εγκαθίσταται στα μάτια
Έγινε πια αόρατη εικόνα που τα τσούζει
Ό,τι περισσεύει διαλύεται στο φως που χαμηλώνει

Χρόνια και ψάχνω επίμονα τις εκδοχές του
Τόσοι το ύμνησαν
Κλείνω τ’ αυτιά μου στα κελεύσματα του ατόφιου ήλιου
Τα μάτια μου στα γαλανά της κάλλη
Στο κίτρινο ανοίγομαι με απλωτές μεγάλες
Ο καιρός βοηθάει
Ούτε κρύο ούτε ζέστη
Αυτό είναι το φθινόπωρο
Ένας χρυσός μέσος όρος της θλίψης
Ευλογία όταν μετριέσαι με
Το κενό επαναλαμβάνω ακούραστα
 
Τι τα θέλεις
Έρχεται η νύχτα αποφασισμένη
Να σφραγίσει τα στόματα
Να παίξει έναν ρόλο
Το σκοτάδι ευεργετούσε πάντα τους χαμένους
Τους ποιητές και τους αριθμομνήμονες
Δε χάνουν δευτερόλεπτο της μεταμόρφωσης
Μετρώντας από μέσα

Μα τι τα θέλεις
Η νύχτα φτάνει γρήγορα
και δίχως τυμπανοκρουσίες
Δεν προλαβαίνεις να θλιβείς ή ν’ ανανήψεις
Να πιεις απ’ το μελάνι της για να πετάξεις
Ή χίλιοι κόμποι να σε δέσουν από λέξεις
Ψέματα ή μάγια

(Είναι απλώς μια ακόμη νύχτα φθινοπώρου
Μια επίπεδη απουσία φωτός στον χρόνο)





ΜΕΡΕΣ ΑΠΟ ΠΙΞΕΛ


Οι μέρες μας είναι φτιαγμένες από πίξελ
Σε ορθογώνιες πληροφορίες διαιρούνται τα κορμιά μας
Πλατφόρμες με επιλογές αναβοσβήνουνε μπροστά μας
Εισάγουμε στιγμές και ανασύρουμε τις μνήμες

Ολόιδια ολογράμματα περιφερόμαστε διαμέσου
Κρατώντας τον ρυθμό σαν κουρδισμένοι
Κι αφού τακτοποιηθούνε οι αισθήσεις στα ντουλάπια
Μια νέα βιοποικιλότητα ανθίζει στα γραφεία

Λιπαίνεται από τα κομποστοποιημένα λόγια
Αναπληρώνει υγρασία απ’ των μισόλογων τα σάλια
Και μέσα στον πολτό των άνευ σημασίας
Ανέλπιδα ψυχομαχούν οι πρώην δωρικές αλήθειες.

Υ.Γ. Αν κάτι ξέφυγε είναι μια ανάγκη

Ένα θολό πτηνό
Ένα απροσδιόριστο στον χώρο
Χορεύει με αθωότητα ζητάει
Μια εκκρεμότητα ορφανή
Μες τους καιρούς τσαλαβουτάει
Μα –αυτό δεν κρύβεται–
Μοιάζει να στροβιλίζεται τυφλό χωρίς ελπίδα.



Από την ενότητα «Έκκεντρα»





ΠΟΙΟΣ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ;


Να βγάλεις τα δόντια της Ποίησης
Είναι μια κοπιαστική δουλειά

Στην επικεφαλίδα
Στρίβεις εκατέρωθεν την τανάλια
Κι όπως τεμαχίζονται οι συλλαβές
Χαμηλότονες οιμωγές
Από ξέμπαρκα φωνήεντα

Ζωηρές υλακές
Σύμφωνα αιμόφυρτα
Διανθίζουν τον κάματο με ηδονή
Εκτέλεση μετά μουσικής
Η αρχή τόσο εύκολη πάντα

Το κύριο σώμα πιο συμπαγές
Ή πιο απροσδιόριστο δείχνει
Με κρεμάμενες λέξεις
Και κρεμασμένα όνειρα
Φίλιους γλωσσοδέτες
Κι ανοίκεια περάσματα
Στο φως ή το σκοτάδι

Ένα σχέδιο χθόνιο
Κρυμμένο στο κωδικό βλέμμα
Του Ποιητή
Αυτό το αίνιγμα
Πρέπει να αποκεφαλίσεις
Πριν σε καταπιεί

Και εκεί μπορεί να βρεις τα σκούρα
Ανάμεσα στους δόλιους στίχους
Γκρέμνια και δαίδαλοι

Πάλεψε είναι μόνο λέξεις
Ο Ποιητής πάντοτε δραπετεύει
Στις νεώτερες όσο τις χτίζει

Πάλεψε έχει τον τρόπο
Για τον θάνατο η τανάλια
Εκτός αν ίσως
Βρούνε απάγκιο στον μυχό της

Δίνουνε κάποτε οι Ποιητές στις λέξεις
Γενετικές πληροφορίες για τις μάχες
Να κάνεις την τανάλ-ι-α φωλιά σου
Το πιο πανούργο απ’ τα ποιητικά τεχνάσματα.

ΥΓ.
Ό,τι και να γίνει όμως
Οι ποιητές −όλοι το ξέρουν−
Κολυμπούν στις θαμπάδες των γυαλιών τους
Κι είναι φορές που πνίγονται
Από καθημερινά κύματα σκόνης
Κρύβουν τα δάχτυλά τους
Στις ποντικοπαγίδες
Κάθε ξεφωνητό ένας καινούργιος στίχος
Μόνο όταν μαθαίνουνε τη μυρωδιά τους
Τα τρωκτικά δεν καταδέχονται
Τα τελευταία δάχτυλα
Αυτά θέτουν εν τέλει
Επί τον τύπον των ήλων

(Πόση ζημιά να κάνεις
Με τα κουρέλια των χεριών.)



Από την ενότητα «Ποιητικολογώ»





ΤΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΦΤΕΡΑ

                                           Για την κόρη μου


Κι ήξερα πως όταν λέω «κοτσύφι»
Γλιστρώ σημαίνει στο κουκούλι της λέξης
Αλλάζω σε κάμπια εγκυμονούσα
τα τρυφερά της σύμφωνα
το όνειρο της χαμηλής πτήσης

Κι ήθελα να αθροίζω γέλια
Ακριβά υλικά στο κρησφύγετό της
Χοάνη άχρονες εκπλήξεις στο μαξιλάρι της
Σε ένα σούσουρο νότες σοφές
Ένα σπιτάκι με θηλιές από αγάπη

Κι ήτανε πριν βγούμε στη σκηνή με τα φώτα
Για να ντυθούμε τις καινούργιες μας πράξεις
Ήσυχα να ξεχειμωνιάσω στον τοσοδούλη λοβό της
Να γεννήσω −το έταξα− ώς την άνοιξη
     τα καινούργια φτερά της

(Να με βρίσκει πεταλούδα άφτερη να τριγυρνώ
     στη σκιά απ’ το φως της.)





ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΠΟΥ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΜΑΚΡΙΑ


Όλα τα σηκώνουν οι καιροί.
Έκαναν μπράτσα γερά από τις βαριές θλίψεις
Αστείρευτες τραγωδίες σέρνονται στα πλακάκια

Γλύφει το αίμα τις ακμές παρόν πάντα
Κι άλλοτε σα νεροποντή
Τις μικρές πνίγει μαργαρίτες
Πριν προλάβει να τις στολιστεί
η στρατιά των παιδιών που χάνεται
στη χειμωνιάτικη αποστροφή των δρόμων

Περπατούν κατάμονα σε σκονισμένες μέρες
Περπατούν σε όρθια αγκάθια
Γυρίζουν το κεφάλι στα θυμωμένα σύννεφα
Δεν είναι με το μέρος τους ο καιρός
Μοιάζουν κι οι αστροφεγγιές να τα εμπαίζουν

Περπατούν όμως περπατούν
Πότε ένα ένα πότε πολλά μαζί
Πότε με τους δήμιούς τους αντάμα
Πότε με την ερημιά
Πότε πλάι πλάι με την αντάρα
Πότε δοκιμάζοντας να αντιγράψουν τη φωνή των πουλιών
Κι είναι μια γλώσσα ατέλειωτη
Ένα επίμονο τιτίβισμα στο βάθος του μυαλού
Στη βάση του λαιμού τους
Στήνει αντίσκηνο με βαθιούς λαρυγγισμούς

Θα γίνει ο τρόπος τους να διηγούνται

Κι είναι ένα ταξίδι τραχύ το ταξίδι τους
Λίγο Οδύσσεια λίγο τρόμος λίγο θάνατος
Κι είναι ένα αλλοπαρμένο ζώο το ταξίδι τους
Στο τέλος γίνεται φίλος τους
Ή τα καταπίνει
Και κάποτε φτάνουν
Πάντα κάπου φτάνουν
Πάνω ή κάτω απ’ τη γη ξαποσταίνουν
Τα μάτια τους έχουν μεγαλώσει
Πνίγονται από τις εικόνες
Από τα παραμύθια που κύλησαν στις πέτρες
Εκεί τα συνάντησα

Εκεί πήραν μια ανάσα κι άρχισαν
Να μας λένε την ιστορία τους
Να πιάνουν απ’ την αρχή τη ζωή τους

Στη βαθιά ακατανόητη γλώσσα των πουλιών.



Από την ενότητα «Ξόρκια»





Από τη συλλογή «Ο ασφαλής ποιητής», Εκδόσεις Κουκκίδα, 2025.
Εικόνα εξωφύλλου: Φωτεινή Χαμιδιελή.





Η Ρία Φελεκίδου σπούδασε νομικα στο ΑΠΘ και δημοσιογραφία στο Εργαστήριο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας στην Αθήνα. Πτυχιούχος του Μεταπτυχιακού Δημιουργικής Γραφής στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, του ετήσιου προγράμματος παιδαγωγικής κατάρτισης της ΑΣΠΑΙΤΕ, και απόφοιτος της Σχολής Σεναρίου του Αντέννα.
Εργάστηκε ως δικηγόρος και δημοσιογράφος στη Λάρισα και στη Θεσσαλονίκη.
Σήμερα, εκπαιδευτικός στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση με εμπειρία στη διαπολιτισμική εκπαίδευση.
Εξέδωσε δεκατρία παιδικά βιβλία, τρεις ποιητικές συλλογές και μία νουβέλα.
Αυτή είναι η πρώτη διπλή της συνεργασία με τις εκδόσεις Κουκκίδα.


Σάββατο 17 Μαΐου 2025

Ρία Φελεκίδου, "Σ’ ό,τι εάν υπήρξα"




ΚΑΜΙΑ ΦΟΡΑ ΛΕΩ


Καμιά φορά λέω
Ο προθάλαμος λέω
Η αυλαία όπως ανοίγει
Το σώμα σου πριν γνωριστούμε
Οι λέξεις προσοχή
Οι φράσεις έτοιμες
Η ιστορία σε πλήρη ανάπτυξη

Καμία φορά λέω
Μην προδώσεις την αναμονή
Τα λεπτά της δάχτυλα
Σκαλίζουν αδιάβαστα πλήκτρα
Όπως σκάβεις μείνε
Πιο ψηλά ματώνει το φως

Καμία φορά λέω
Αρκεί η νύχτα άδεια.





ΚΕΝΤΗΜΑ


Να μάθεις κέντημα
Προτίμησέ το από τις ονειροπολήσεις
Γυναικεία δάχτυλα βελονιασμένα
Από αιώνες υποταγμένης ομορφιάς
Έδειχναν τον σωστό δρόμο

Μα εγώ κιόλας φευγάτη

Πώς να ακούσω από βυθό
Το κολύμπι στο κενό είναι απαιτητικό
Απ’ την αρχή δρόμοι και σημεία
Να οριστεί στο τίποτα ένα καινούργιο σύμπαν
Πριν σε σκεπάσει η λάσπη

Δεν έμαθα τότε που έπρεπε
Χωρίς διλήμματα
Να σημαδεύω το κενό με ομορφιά
Μία για όλους
Δοκιμασμένη γενιές

Σεμέδες σε στρωμένες κρεβατοκάμαρες
Αστικά σαλόνια
Με μισόκλειστα παραθυρόφυλλα
Αυλές πλημμυρισμένες γέλια
Τριαντάφυλλα και γυναικείο ιδρώτα

Τι κρίμα
Πολλές φορές το είπα
Την ώρα της γραφής

Δεν έμαθα τότε που έπρεπε
Μονόδρομα να σχεδιάζω
Τον διάκοσμο των λογισμών μου
Σε ασφαλή τελάρα τις λέξεις ν’ απλώνω
Με πολύχρωμους μουλινέδες
Κινήσεις ακριβείας
Να μην αποφασίζω παρά
Την επανάληψη της μικρής ιστορίας του φύλου μου
Στις επιφάνειες που εμπόδιζαν για αιώνες
Τα δάκρυα να μιλήσουνε στη γη.


Από την ενότητα «Έκκεντρα»





ΠΟΣΟ ΒΑΘΙΑ ΜΕΣ ΣΤΟ ΠΟΙΗΜΑ


Πόσο βαθιά μες στο ποίημα να σκάψω
Πόσο βαθιά να σκαλίσω το χώμα
Τα χέρια να βυθίσω στις λέξεις
Τα νύχια
Τρέμω τα έγκατα τη λάσπη
Με ρινίσματα χρυσού πλασμένη ωστόσο
Τα παράξενα κλάσματα φοβάμαι
Τις βλοσυρές αναλογίες
Τις ζυγαριές ακριβείας
Δεν παζαρεύουν διαφορές
Δεν επιτρέπουν αναθεωρήσεις
Είν’ ένας τέλειος εφιάλτης
Με χαμένα παιδιά ανάμεσα
Κλαίνε σα σαλεμένες γάτες
Όπως απ’ τον κερματισμένο εαυτό τους κρύβονται
Φοβάμαι τα χοροπηδητά των άυλων σωμάτων
Τα παιχνίδια της θλίψης όταν στενεύει ο δρόμος
Είναι νύχτα βαθιά μες στο ποίημα

Πόσο βαθιά μες στο ποίημα να ρουφήξω
Πόσο βαθιά να γνωρίσω το χώμα
Το στόμα να κολλήσω στις λέξεις
Επανωτίζω τα χείλη στο πώμα
Τo μπουκάλι ακμαίο ναυάγιο
Μιας χαμένης μικρής Ατλαντίδας
Ποια αρχή με δικάζει και πάλι
Να βυζαίνω στιγμές τελειωμένες
Ο καιρός είν’ υγρός και σακάτης
Στην καρδιά του λιωμένου μου χρόνου
Αθώρητες σπηλιές παντού λεκέδες μνήμης
Κρατημένη ακέραια η δανεική ανάσα
Του αόρατου βαμπίρ της πρότερης μέρας
Διεκδικεί το γουργουρητό των παρακείμενων ωκεανών
Μια νέα τρομακτική ευκαιρία, όπως ας πούμε
Ένα μέλλον που δεν της ανήκει
Έτσι η τόλμη ξοδεύεται στο ανέφικτο
Κι είναι μια σκούρα θάλασσα στο ποίημα

Όμως στο βάθος που λες
Ένα τίποτα το ποίημα που θάλλει αιωνίως.


Από την ενότητα «Ποιητικολογώ»





ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ


Ανοίγω τον καθρέφτη
Μεριάζει σαν ξεκλείδωτη πόρτα
το γυαλισμένο μου είδωλο
Πιάνει να λέει την ιστορία
ο αφηγητής
που δε μου μοιάζει
−όπως κανένας αρχετυπικός αφηγητής
τους ήρωές του−
που δε με βλέπει
−όπως κανένας κουκλοπαίχτης
τις μαριονέτες του−
που δε μ’ ακούει
−όπως κανένας διευθυντής ορχήστρας
ένα πειθήνιο βιολί του−
Πλάθει τους μύθους του
παίζοντας το φως στα δάχτυλα
καλοπροπονημένος ζογκλέρ
ενόσω εγώ στάμπα κολλημένη στον τοίχο
στον εαυτό μου ζητώ να επιστρέψω

Ξεκάθαρο ωστόσο:
Ο καθρέφτης πρέπει να πει την ιστορία
κι εγώ να δρέψω τις επιλογές του
επιμένοντας όπως το εγώ αποφασίζει
να ιστορηθώ
Ο αφηγητής συνεχίζει
Σίγουρα δεν ακούει
Δε βλέπει
Δε μου μοιάζει

Κανένας δε θα πει την ιστορία μου αποφασίζω
Ξεκολλώ απ’ τον τοίχο
Το είδωλο επιστρέφει ακέραιο
και πέφτω με φόρα στο μέλλον μου

ΥΓ. Για τις ανάγκες του επιλόγου να ειπωθεί πως
κι ένα χαμόγελο μοιρασμένο σε θρύψαλα
σε μια ευκτική ή μελλοντική επανένωση των σπασμένων
μένει χαμόγελο σε κάθε χρόνο





ΓΥΝΑΙΚΑ ΑΠΟ ΟΜΙΧΛΗ


Για εκείνη τη γυναίκα από ομίχλη θα σου πω
Που περπατάει αξημέρωτα στη γειτονιά σου
Με τα χλωμά μαλλιά κουρτίνα
ανάμεσα στα μάτια και τον έξω κόσμο

Αν έμοιαζε βαριά είναι από όνειρα ληγμένα θα ’ναι
Και αν κρύβει μες στις τσέπες της τα χέρια
Είναι γιατί μια ξεδοντιάρα χειρομάντισσα
Διαβάζει στις παλάμες της μόνο νεκρές αγάπες

Θυμίζει επίμονο αίνιγμα λέν’ οι περαστικοί
Καθώς βαδίζει σαν πλεούμενο στο χώμα
Γλιστράει κάθε τόσο στα πλακάκια
Και το κορμί της δεν ορίζεται από χάρτες

Καμιά φορά νομίζεις κάποιον ψάχνει
Τον εαυτό της ή ίσως μια χαμένη μνήμη
Τίποτα άλλο γιατί αυτό φωνάζει:
Δεν είναι μπορετό να της δοθεί η αγάπη

Δεν έχει φωτεινό σημάδι όσο κι αν ψάξεις
Όταν μιλάει γρυλλίζει τα φωνήεντα
Και το κρασί που πίνει το ξερνάει
Δεν ξέρει να υψώνει το κεφάλι της με χάρη
Όλο τις πέτρες και τη λάσπη μελετάει

Όχι δεν είναι μπορετό να της δοθεί η αγάπη

Εκτός αν μια μέρα με βροχή αποφασίσει
Να περπατήσει με ομπρέλα κόκκινη όπως ξέρει
Και όπως περνάει κάτω από τριανταφυλλιά ανθισμένη
Μια μέλισσα πετάξει από μπροστά της
Κι απλά σηκώσει το κρυφό της χέρι
Κι η μέλισσα μυρίσει την ορφάνια
Και ούτε κουνηθεί ούτε πειράξει
Μονάχα μείνει στη φωλιά από σάρκα
Σαν να της άνοιξε ουρανός χρυσή κυψέλη

Και αν εκείνη τη στιγμή απ’ τους περαστικούς ο ένας
Φανεί απέναντι ακριβώς και βλεφαρίσει
Πριν βγει ο ήλιος η βροχή πριν σταματήσει
Πριν κλείσει την ομπρέλα της πριν προχωρήσει
Και πριν τη γνώμη της η μέλισσα αλλάξει
Τότε μπορεί
Ν’ αρχίσει μες τον κόσμο
Μια αγάπη από εκείνες των βιβλίων
Για τη γυναίκα τη φτιαγμένη από ομίχλη

Που διάλεξε μια κόκκινη ομπρέλα


Από την ενότητα «Παρεκκλίσεις»





Από τη συλλογή «Σ ό,τι εάν υπήρξα», Εκδόσεις Κουκκίδα, 2025.
Έργο εξωφύλλου: Φωτεινή Χαμιδιελή.




Η Ρία Φελεκίδου σπούδασε νομικα στο ΑΠΘ και δημοσιογραφία στο Εργαστήριο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας στην Αθήνα. Πτυχιούχος του Μεταπτυχιακού Δημιουργικής Γραφής στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, του ετήσιου προγράμματος παιδαγωγικής κατάρτισης της ΑΣΠΑΙΤΕ, και απόφοιτος της Σχολής Σεναρίου του Αντέννα.
Εργάστηκε ως δικηγόρος και δημοσιογράφος στη Λάρισα και στη Θεσσαλονίκη.
Σήμερα, εκπαιδευτικός στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση με εμπειρία στη διαπολιτισμική εκπαίδευση.
Εξέδωσε δεκατρία παιδικά βιβλία, τρεις ποιητικές συλλογές και μία νουβέλα.
Αυτή είναι η πρώτη διπλή της συνεργασία με τις εκδόσεις Κουκκίδα.

Τρίτη 19 Μαΐου 2020

Ρία Φελεκίδου, "Η Ιστορία Ίδια"




ΔΑΚΡΥΑ


Περίμεναν τόση ώρα να κατηφορίσουν.
Χθεσινές δουλειές να τελειώσουν
Ανούσιες ανταλλαγές λέξεων
Δολοφονικές βεβαιότητες
Να ταξινομούνται πάνω στο τραπέζι.
Τα βαρίδια μιας δομημένης ρουτίνας
Ένα άδειο βλέμμα
Κι άλλο ένα
Η απουσία γλείφει
Ό,τι ξέμεινε σφριγηλό.
Ύστερα λοιπόν η σειρά τους.
Το κορμί σε συναγερμό
Πλημμυρίδα άμπωτη
Ασυγχρόνιστα στην περιοχή της καρδιάς.
Κάτι που άρχισε να τρίζει
Πάει να ανοίξει
Μια παλιά υπόσχεση, μια ξεχασμένη πόρτα.
Τίποτα δεν ολοκληρώθηκε
Μαζεύτηκαν προς τα πίσω
Τα ρέοντα ερωτηματικά
Οι υγρές απώλειες
Οι δρόμοι του νερού
Άτακτη υποχώρηση
Στα όρια του κενού.
Για τα περαιτέρω
Χάθηκε το κλειδί
Ή έφταιξαν τα προαπαιτούμενα χρέη.
Τα μάτια έμειναν απότιστοι βολβοί.





ΚΟΥΚΟΥΒΑΓΙΑ


Μικρή φιλική κουκουβάγια
Με κόμπους ιδρώτα
Στα χοντραγυαλιά
Όταν πετάει πάνω κάτω
Σκουντουφλά στα δέντρα
Και το δάσος βουίζει αρχαία μυστικά.
Το πρωί φοβάται τα θρύψαλα του σκοταδιού
Στο ασπράδι των ματιών της.
Καθαρίζει τη φωλιά της
Με τα αγχωμένα χνότα της
Και μαζεύεται σ’ ένα σοφό ύπνο
Γεμάτο ερωτηματικά.
Φοβάμαι να τη ρωτήσω
Για όσα δεν απορώ.





ΤΙ ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ ΕΡΩΤΑΣ…


Παράξενος έρωτας
Απροσδιόριστης υφής
Ντυμένος λέπια
Απλωμένος σε σανίδες
Τελευταίας σωτηρίας
Ελίσσεται ωσαννά
Χορεύοντας
Κατρακυλά κίτρινες μέθες
Φαλτσάροντας
Χαρίζεται σε ουραγούς
Φωλιάζει σε απόκληρες ανάσες
Παράξενος έρωτας
Μεγάλωσε σε φυλακή
Ξέρει από θυσίες της σάρκας
Τα ταγγισμένα απόβραδα
Πριν σκίσω τα ομορφότερα ποιήματα
Πριν δεθώ καλλίπυγους εφιάλτες
Πριν ερωτευτώ ξανά πλουμιστές απώλειες
Πριν απελάσω τον οίκτο
Θρονιάζεται στα γόνατα της θλίψης
Βουρκώνοντας εξαερώνεται στους μεγάλους ουρανούς
Υπόσχεται ροδαλά, παχουλά μηδέν
Υποκλίνεται δουλικά στους ακύμαντους δρόμους
Άφτερος δοκιμάζει ουράνιες πτήσεις
Παραμιλά, σου λέω, ανύπαρκτες λέξεις
Ονειρεύεται λιωμένες χιονοστιβάδες
Μέχρι τις ρίζες των μαλλιών βυθίζεται
Σε ληγμένα σκοτάδια
Παράξενος έρωτας
Τι παράξενος έρωτας…





ΤΑ ΦΩΤΕΙΝΑ ΚΟΥΡΕΛΙΑ


Δε φοβάμαι να σου πω
Ποια ώρα κύλησε ο ήλιος απ’ τον ώμο σου
Και πριν σμίξει με τα λασπόνερα στα ρείθρα
Έγραψε φωτεινά ποιήματα για εξασκημένα μάτια
Στους περπατημένους δρόμους
Εκεί άφησες τα βήματά σου μια φορά
Κι εγώ στις χούφτες σου
Στα ματόκλαδα
Στα χείλη
Με έλεγες «μάννα»
Σου υποσχόμουν θαύματα
Έτσι είναι τα ζευγάρια
Όταν ξεκινούν τους μεγάλους δρόμους της ματαίωσης
Το σημείο εκκίνησης σπαρταρά θαύματα
Στη λήξη φωτεινά κουρέλια για τρελούς.





ΤΟ ΕΡΓΟ


Θα παρελάσω πρώτη στην πομπή των χελιδονιών
Σε αιώνες άδειους απ’ τα βήματά σου
Ούτε μία μικρή υπόσχεση
Αυτό είναι το έργο απ’ την αρχή
Ένα δωμάτιο με αόρατες αντηχήσεις.





Από τη συλλογή «Η Ιστορία Ίδια», εκδ. Γαβριηλίδης, 2019.