Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παυλόπουλος Γιώργης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παυλόπουλος Γιώργης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2024

Γιώργης Παυλόπουλος "Το κατώγι"





ΓΡΑΜΜΕΝΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ


Μας έβγαλαν τα μάτια
θέρισαν τη λαλιά μας
κι απ’ τη φωνή που κόπηκε
έμεινε η ρίζα με το αίμα
σκίζει την πέτρα για νερό
και πάλι ξανανθίζει.





ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΗ


Κάπου ξεκαρφώνουν απ’ το πρωί.
Απ’ τ’ ανοιγμένα μνήματα βγαίνουνε κρίνα
κι ο ήλιος μες στη συννεφιά
σα Λάζαρος με σάβανο.
Έπειτα λάμπουν οι στολές των πεθαμένων
το μετάξι, τα χρυσαφικά, τα λεμονάνθια
όλα τ’ ανώφελα των ενταφιασμών
και τα μικρά σκεύη του κάτω κόσμου.

Τώρα τους βλέπω.
Πηγαίνουν σιγά, πλάι στα κυπαρίσσια
προσέχοντας μήπως δρασκελίσουν
το σχήμα που τους έδωσε ο θάνατος
απλώνοντας τ’ αδύναμα χέρια τους
ν’ αγγίξουν λίγο φως ή τον αγέρα
αυτόν που ανασαίνουμε.
Φτωχά σαγόνια, φαγωμένα χαμόγελα.
Δεν ξέρουνε πώς να φερθούν·
γυρίζουν αφηρημένοι εκεί
κατά το μέρος που ολοένα ξεκαρφώνουν.
Θυμούνται.

*

Δεν είναι πόνος, μήτε ξεκούραση καν·
μονάχα σα να σε κατεβάζουν προσεχτικά απ’ το πρωί
χωρίς να τους δίνεις φρίκη
μέσα σ’ ένα άσπιλο σεντόνι και το νιώθεις
καθώς μετατοπίζουν τις σκάλες από καρφί σε καρφί
ώσπου μένουν τα τέσσερα σημεία στον άνεμογυμνά, ματωμένα.





ΕΡΗΜΟΝΗΣΟ


Τούτο τ’ ακρογιάλι θαμμένο στη στάχτη
φύκια ξεριζωμένα από παλιές τρικυμίες
και τα φτερά σου νεκρά στον αγέρα
ψηλά με τις φωνές που δεν προφτάνουν
να γίνουν γλάρος κι άλλοτε
χρυσά και μαύρα στον αφρό
χωρίς ξεκούραση, χωρίς γαλήνη.
Και τούτος ο κάβος στο Βοριά
σα ραχοκοκαλιά δεινόσαυρου
καθώς γέρνει να γλείψει στα νύχια του
το αίμα από τα σπαραγμένα περιστέρια μας.

Κάπου εδώ

Κάπου εδώ πλευρίσαμε αλαφρά, σιωπηλοί
κρύβοντας τα πρώτα δάκρυα
πίκρα της θύμησης που στεγνώνει
σαν αλάτι στο κορμί και γύρω στα χείλια
πίκρα της μεγάλης ερημιάς
όπως όταν ξυλάρμενο σε βρίσκει το βράδυ
και γυρεύεις τ’ αστέρια που αγάπησες πολύ
μέσα σε κλειστά κοχύλια, βυθισμένα.
Κι ολοένα η μουσική απ’ τα κουπιά
και του νερού το λίκνισμα στα πλάγια
με τ’ όνομά σου που πεταλούδιζε σπασμένο
παιγνίδι των ίσκιων, της νυχτερίδας χορός.

Πώς βρέθηκες
εδώ που τελειώνουν οι μέρες, ο καιρός κι η θάλασσα
γυμνή κι ολομόναχη
μες στο βαθύ κυμάτισμα της πετρωμένης άμμου
μέσα στα σάπια φύκια ίδιος αρχάγγελος
ματίζοντας τα τρυπημένα δίχτυα μας
ενώ σε ταξιδεύει ο ύπνος στα νησιά του.

Τι παλεύεις απελπισμένη να κρατηθείς
μες στον περίγυρο της μνήμης σου
που ολοένα στενεύει·
τι γυρεύεις κι έρχεσαι και μας ξυπνάς
μια ώρα περασμένα τα μεσάνυχτα
με μια φωνή πνιγμένου στο σκοτάδι
αφού το ξέρεις
δώσαμε τ’ όνομά σου στο καράβι μας
στην ψυχή μας,
πήραμε τα μαύρα πέλαγα
κι ούθε φυσήξει.

Κάποτε κιόλας ανάμεσα στα ξάρτια
καθώς τραβάμε τα σκοινιά
τα δάκρυα με προδίνουν.
Συλλογισμένος τα σφουγγίζω με το σκούφο μου
κι όλο ρωτάω
αν ήσουν όνειρο στην πλώρη μας
αν ήσουν…


                                                         Φθινόπωρο 1943





ΣΤΗΣ ΚΙΡΚΗΣ


Πλάγιαζα στο σκοτάδι και την περίμενα
ακούγοντας ν’ ανεβαίνει τη σκάλα
μες στη δροσιά του σπιτιού
σαν ψίθυρος από φιλιά κι ανάσες.

Γύρευα τότε να ξεφύγω
μα η ομορφιά της στάλαζε στα κόκαλά μου
νύχτες που μελετούσα το κενό
πηγαίνοντας από την ηδονή στον Άδη.

Και τα λαγόνια της να φέγγουνε στον ύπνο μου
ματόκλαδα και χείλια που τα ’σκιζε ο πόθος μου
κι ο γυρισμός στον ύπνο μου μονάχα
λίγος καπνός από μακριά
λουλούδια κι ένα δροσερό σταμνί.
Και το καράβι μου στον κήπο της
δεμένο κι άγρυπνο
σαν ένα μεγάλο μαύρο σκυλί
μου θύμιζε κάποτε τους συντρόφους που χάθηκαν
ή τις παράξενες αφορμές της αγάπης.





ΑΠΟΣΤΑΓΜΑ


Κόντευε να χαράξει και πάνω στο πρόσωπό της
σχεδιασμένο στη στάχτη του κρεβατιού
με το φτερό του ύπνου
είδα να χάνεται το λίγο που έμενε από τη νύχτα.
Κι επειδή πολύ φοβήθηκα τη λησμονιά
έσκυψα στην ανάσα της και πήρα
την πάχνη ενός φιλιού.

Δεν ήταν μήτε η ανάσα της
μήτε το λίγο που έμενε από τη νύχτα
αλλά κάτι φυλαγμένο μέσα μας από καιρό
και πάλευα να το κρατήσω.

Τούτο το απόσταγμα μιας χαραυγής
ήταν ζωή ολόκληρη
ανάμεσα στο σκοτάδι και το φως.






Από τη συλλογή «Το κατώγι» (1971).
Πηγή: «Γιώργης Παυλόπουλος, Ποιήματα [1943-2008]», εκδ. Κίχλη, 2017.

Πηγή για την εικόνα: https://www.in.gr/


Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2022

Γιώργης Παυλόπουλος, από τα "Τριαντατρία χαϊκού"





                                                     «Αν πράγματι με θες, θα μ’ έχεις»

 
3

Πάλι το δρόμο
γυμνή στο παράθυρο
κρυφοκοιτάζει.





5

Στις τρεις τη νύχτα
το γκαρσόνι μάς πήρε
τα δυο ποτήρια.





15

Σπουργίτης φονιάς
σκοτώνει τον τζίτζιρα
κι αυτός τραγουδάει.





16

Σταυροί στην πλαγιά
κι η θάλασσα πιο κάτω
λάμπει στον ήλιο.





17

Άκουγα κουπιά
χωρίς να βλέπω βάρκα
μέσα στο πούσι.





19

Βαθιά στη λάσπη
αυλακιές από ρόδες
και φύλλα ξερά.





20

Πίσω απ’ τα βουνά
κάποιοι βγαίνουν τα βράδια
και μας κοιτάζουν.





24

Ουρά παγωνιού
σε πισινό μαϊμούς
τούτος ο κόσμος.





29

Άνθη μυγδαλιάς
πέφτουνε στον ύπνο μου.
Ποια με φίλησε;





Τριαντατρία χαϊκού, εκδ. Στιγμή 1990.
Πηγή: «Γιώργης Παυλόπουλος, Ποιήματα [1943-2008]», εκδ. Κίχλη, 2017.





Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2020

Γιώργης Παυλόπουλος, "Το σακί"




ΣΤΙΓΜΗ


Κάποτε κόβοντας ένα τριαντάφυλλο
ευωδιά που θυμίζει σκάλα σε κήπο
κόρφο γυναίκας ή αποχαιρετισμό.
Ύστερα η ξαφνική τουφεκιά
που τον κάνει φωτογραφία.





ΤΟ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ


Χρόνια κεντούσε με το βελόνι ένα περιστέρι.
Άλλαζε τις κλωστές, δοκίμαζε τα χρώματα
ήθελε τα πούπουλα να φέγγουνε από μέσα
να λάμπουν με το φως να σκοτεινιάζουν με τη συννεφιά.
Ο λαιμός και η τραχηλιά να πηγαίνουν μπροστά
διώχνοντας το φόβο. Και στα νυχάκια του η ανάγκη
να περπατήσει μες στον κόσμο.

Έτσι το είδε να ζωντανεύει ξαφνικά.
βγήκε από το κέντημα και πέταξε στον ουρανό
μετά χαμήλωσε και κάθισε στο φιλιατρό του πηγαδιού
κοιτάζοντας μέσα στο νερό ένα σύννεφο που διάβαινε.
Και είπε το περιστέρι: Θα μαζέψω μπαμπάκι για τη φωλιά μου.
Βούτηξε κατεβαίνοντας στο πηγάδι
και πνίγηκε.

Εκείνη είχε αποκοιμηθεί στο κέντημά της.





ΤΟ ΣΑΚΙ


Ήμουν παιδί ακόμη δεν τους καλοθυμάμαι.
Μπήκανε στο χωριό μου ένα πρωί
μα δε σταθήκανε. Περάσανε
αργά πάνω στο χιόνι. Τα γένια τους
ανάμεσα στα σύννεφα και τις κοτρόνες
καθώς τους χώνευε το βουνό.

Μονάχα ο τελευταίος δε φεύγει απ’ το μυαλό μου.
Κράτα το άλογο, μου είπε
και βάζοντας το σκούφο του στην αμασχάλη
έσκυψε στο νερό να πιει
και το ’να μάτι του με κοίταζε απ’ το πλάι.

Κοίταζε τα κουρέλια μου
τα πόδια μου μες στις λινάτσες
τις ξόβεργες στα ξυλιασμένα χέρια μου
και πώς του χαμογέλαγα
κρατώντας τ’ άλογο με περηφάνια.

Το ίδιο εκείνο μάτι με κοίταζε τον άλλο χρόνο
αχνό βασιλεμένο
όταν αδειάσαν ματωμένο το σακί
και κύλησαν στη μέση της πλατείας
κομμένα τα κεφάλια τους.

Ήταν ο χρόνος που κατέβηκα στην πόλη
και πούλαγα τσιγάρα σε δρόμους και πλατείες.





ΜΟΥ ΚΑΨΑΝΕ ΤΑ ΧΕΡΙΑ


Μου κάψανε τα χέρια. Κι όμως
έρχεται κάποτε η στιγμή.
Ξέρεις, εκείνη που σε κράτησα.
Έλεγες, ναι, θα μπορέσω
και μπορούσες κάθε φορά σαν ένα
σαν το πουλί μέσα στον ήλιο.

Τότε τα χέρια μου φυτρώνουν πάλι.





ΤΟ ΒΑΓΟΝΙ


Κοιμάμαι μεσημέρι με τη Ρέα.

Κάποιος βγαίνει από τις πικροδάφνες
σκύβει και τη φιλεί στα χείλη
τα φύλλα τρέμουνε με τον αέρα
Ρέα, ένα να πάμε στο νερό τής ψιθυρίζει.

Εκείνη μισοξυπνάει χαμογελώντας
διστάζει καθώς κοιτάζουνται στα μάτια.
Ωστόσο ξετυλίγει τον ίσκιο της προσεχτικά
γύρω από το κορμί μου −
το χέρι της αποτραβιέται
κι αφήνει λίγο φως μες στο δικό μου.

Κοιμάται και μας βλέπει
ξέρω του λέει πως μας βλέπει
ενώ με δείχνει πλάι της
ήσυχα πλαγιασμένον στο χορτάρι.

Θέλει να φύγουνε μαζί
να πάνε για παιχνίδια στο νερό
μα δεν αποφασίζει και φοβάται.
Φοβάται σάμπως να έχουν πέσει
κι οι δυο στου ύπνου μου το δίχτυ
και δεν μπορούνε τώρα να ξεφύγουν.

Εγώ δε βλέπω τίποτε απ’ όλα τούτα
μήτε κοιμάμαι με τη Ρέα.
Φαντάζομαι μονάχα πράγματα
που θα μπορούσε να ονειρευτεί εκείνη
ταξιδεύοντας ακόμη στον ύπνο μου
σ’ ένα βαγόνι με φαντάρους
καθώς μας παίρνουν ολοένα για τον πόλεμο.





Από τη συλλογή «Το σακί» (1980).
Πηγή: «Γιώργης Παυλόπουλος, Ποιήματα [1943-2008]», εκδ. Κίχλη, 2017.

Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2019

Γιώργης Παυλόπουλος, "Που είναι τα πουλιά;"




ΠΑΡΙΣ

            ο γάρ πώ ποτέ μ’ δέ γ’ ρως φρένας μφεκάλυψεν
                                                                       ΙΛΙΑΔΑ, Γ 442


Τους πήρε ο ύπνος γυμνούς
και ήταν όλη μες στην αγκαλιά του.

Ποτέ άλλοτε δεν την πόθησε τόσο πολύ.
Μόνον όταν τον άγγιξε ο Θάνατος.

Χάμω στο πάτωμα τα διάφανα πέπλα της
και δίπλα η τρυπημένη ασπίδα του.

Απ’ τα καράβια των Αχαιών ανέβαινε τώρα
η σκοτεινή βοή που θ’ αφάνιζε την Τροία.

Και μέσα στην καταχνιά της κάμαρης
η Αφροδίτη, γριά σκεφτική, να τους κοιτάζει.





ΤΟ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ


Η σκάλα που ανεβήκαμε μια νύχτα στο σκοτάδι
ο έρημος διάδρομος κι η σιωπή
το άγνωστο διαμέρισμα που μπαίναμε πρώτη φορά
− μας είχαν δώσει το κλειδί −
κι ο έρωτας κρυφά για λίγες ώρες.

Μετά από τόσα χρόνια, τόσες κατεδαφίσεις
ακόμη ψάχνω να βρώ
πού ήταν εκείνο το σπίτι.





ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ;

                                                       Στον Μιχάλη Πιερή


Πού είναι τα πουλιά;

Ατσάραντοι και λιάροι κι αητομάχια
συκοφάγοι και κατσουλιέρες και κοτσύφια
τσουτσουλιάνοι και τσαλαπετεινοί και τσόνοι
καλημάνες και καλατζάκια και τσιμιάλια
τσιπιριάνοι και τσικουλήθρες και σπέντζοι
τετεντίτσες και τουρλουμπούκια και κίσσες
καλοκερήθρες και σηκονούρες κι ασπροκώλια
μπεκανότα και δοδόνες και κωλοτριβιδόνες
ξυλοτρούπηδες και σπίγγοι και τρουποφράχτες
κοκκινονούρες και τρυγονόλιαροι και μυγουσάκια
γαϊταρίθια κα σβουρίτζια κα σγουρδούλια
θεοπούλια και μυγούδια και σπίνοι;

Πού είναι ο Κοκκινολαίμης;

Πού είναι τα παπιά;

Κρινέλια και γερμάνια και ψαλίδες
ξυλόκοτες και μπάλιζες και σουγλοκώλια
γερατζούλια και ντελίδες και μαυρόπαπα
ψαροφάγοι και τουρλίδες και ζαγόρνα
λαγοτουρλίδες και τσιλιβίδια και βουτουλάδες;

Πού είναι ο Μολοχτός κι ο Πάπουζας;
Η Αβοκέτα κι ο Καλαμοκανάς;

Πού είναι
οι συκοπούλες, οι βουλγάρες κι οι σιταρήθρες
τα βατοπούλια, τα κουφαηδόνια κι οι αερογάμηδες
οι φάσες και οι σπαθομύτες
τα κιρκινέζια κι οι χαλκοκουρούνες;

Πού είναι
ο μπούφος, ο χουχουλόγιωργας κι ο κούκος
ο νυχτοκόρακας, ο γκιώνης κι ο καράπαπας;

Πού είναι
τα ξεφτέρια, τα γεράκια και οι αετοί;

Πού είναι ο Ντρένιος, ο Καλογιάννης και ο Μπέτος;

Πού είναι οι Μαυροσκούφηδες;





Η ΛΑΜΠΑ


Το μικρό μου ακαθόριστο δωμάτιο
μετατοπιζόταν μέσα στη νύχτα
καθώς φύσαγε δαιμονισμένα
κι από το ανοιχτό παράθυρο
έβλεπα κάτω από τον ουρανό
μια κρεμαστή πελώρια λάμπα
να τη σαλεύει ο άνεμος στο χάος.

Φωτίζοντας ξαφνικά λησμονημένα τοπία
το σπίτι μας που δεν υπάρχει πια
το γιασεμί στο σκοτάδι του κήπου
τον τοίχο που τους εκτελέσανε
το άλογο στο λόφο να χλιμιντρίζει κατά τη θάλασσα
το κοιμητήριο στην πλαγιά
την πόρτα που δεν μπόρεσα ποτέ να την ανοίξω
και γωνία Ροδεσίας και Αλφειού
την Άνθεια να περιμένει μέσα στη βροχή.





ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΑΝΤΑ Ο ΕΡΩΤΑΣ

                                                      je suis l’ autre
                                             GÉRARD DE NERVAL


Υπάρχει ο έρωτας πάντα στα ποιήματα.
Και μονάχα στον έρωτα
ακούς τη φωνή σου μέσα στου άλλου τη φωνή
ακούς του άλλου τη φωνή μέσα στη φωνή σου.
Γι’ αυτό στα ποιήματα δεν είσαι εσύ.
Εσύ είσαι ο άλλος και ο άλλος είσαι εσύ.
Και η φωνή μία.
Είσαι εσύ και ο άλλος σε μια φωνή
που θ’ ακούγεται πάντα στα ποιήματα.
Αυτά που έγραψες και τ’ άλλα
που δε θα γράψεις ποτέ και θα μένουν για σένα
μια δυνατότητα του έρωτα
μέσα στη φρίκη και στη θλίψη
και στο μηδέν του κόσμου.





Από τη συλλογή «Πού είναι τα πουλιά;» (2004).
Πηγή: «Γιώργης Παυλόπουλος, Ποιήματα (1943-2008)», εκδ. Κίχλη, 2017.

Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2018

Γιώργης Παυλόπουλος, "Τα αντικλείδια"





Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

                                  Χαιρετισμός στον Jorge Luis Borges


Κοιμάται και το φεγγάρι τον κατέχει.

Είναι ο δρόμος μέσα στο φεγγάρι
ένα σακούλι κόκαλα και τ’ άλογο.
Είναι το τούλι της αγάπης του
η σάρκα της ο άμμος και η ερημιά.
Είναι το λασπωμένο πρόσωπο της Άρτεμης
κι ο Αλφειός κατεβαίνοντας ανάμεσα στ’ αηδόνια.
Είναι το φοβερό φαράγγι που κανείς δεν το πέρασε.
Είναι το άχερο του Χρόνου που πέφτει αιώνια
στη θάλασσα της λησμονιάς. Είναι το αναπότρεπτο:
η τελευταία φορά που θα ιδείς το φεγγάρι χωρίς να το ξέρεις.

Και βέβαια δεν είναι τίποτα απ’ όλα τούτα.
Είναι μονάχα το ποίημα που πέρασε στον ύπνο του
και μάταια θα παλεύει να θυμηθεί μετά
κι όταν ακόμα θα το έχει φτάσει σε τούτη τη γραφή.





ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΚΑΙ Ο ΤΕΧΝΙΤΗΣ

                                  Στην Ισμήνη και στον Στέλιο Τριάντη


Σαν έκλεινε το μουσείο
αργά τη νύχτα η Δηιδάμεια
κατέβαινε από το αέτωμα.
Κουρασμένη από τους τουρίστες
έκανε το ζεστό λουτρό της και μετά
ώρα πολλή μπροστά στον καθρέφτη
χτένιζε τα χρυσά μαλλιά της.
Η ομορφιά της ήταν για πάντα
σταματημένη μες στο χρόνο.

Τότε τον έβλεπε πάλι εκεί
σε κάποια σκοτεινή γωνιά να την παραμονεύει.
Ερχόταν πίσω της αθόρυβα
της άρπαζε τη μέση και το στήθος
και μαγκώνοντας τα λαγόνια της
με το ένα του πόδι
έμπηγε τη δυνατή του φτέρνα
στο πλάι του εξαίσιου μηρού της.

Καθόλου δεν την ξάφνιαζε
κάθε φορά που της ριχνόταν.
Άλλωστε το περίμενε το είχε συνηθίσει πια.
Αντιστεκόταν τάχα σπρώχνοντας
με τον αγκώνα το φιλήδονο κεφάλι του
και καθώς χανόταν όλη
μες στην αρπάγη του κορμιού του
τον ένιωθε να μεταμορφώνεται
σιγά σιγά σε κένταυρο.

Τώρα η αλογίσια οπλή του
την πόναγε κάπου εκεί
γλυκά στο κόκαλο
και τον ονειρευότανε παραδομένη
ανάμεσα στο φόβο της και τη λαγνεία του
να τη λαξεύει ακόμη.





ΤΟ ΚΟΥΤΙ


Λίγο σκοτάδι από τα μαλλιά της κι ένα γιασεμί
Το γράμμα που επινόησα για κάποιον τάχα Βλαντιμίρ κι έβαλα
τη Βάλια Νελαβίτσκι να μου το γράψει στα ρώσικα για να
τη δαιμονίσω.
Ένα σαλιγκάρι γυάλινο από τη Σκωτία κι ένα νόμισμα
Βασιλέως Δημητρίου του Πολιορκητή δώρα του Πήτερ
από τα ταξίδια του
Η πέτρα με το στίχο: Et jamais je ne pleure et jamais je ne ris.
Το καλειδοσκόπιο που γύρευα στα παιδικά μου χρόνια και
το βρήκα σε κείνο το κινέζικο μαγαζί κοντά στο Ορλάντο.
Ένα φύλλο κισσού από τον τάφο του στο κοιμητήριο του Όβερ συρ
Οάζ σα να ’ναι το κομμένο του αυτί.
Το ένα σκουλαρίκι της Ελένης.
Η γκρίζα γραβάτα που μου χάρισε ο διαβόητος Στοππάκιος
Παπένγκους βρόχος για μένα όταν τη φορώ.
Ένα χαρτάκι από τσιγάρα με το τηλέφωνο της Πέλιας
που δεν θα πάρω ποτέ.
Όλα τούτα φυλαγμένα σ’ ένα φλωρεντινό κουτί.
Κι ακόμη το κομπολόι του Ποιητή – ενενήντα εννέα χάντρες
πέντε κοράλλια και μια γαλάζια φούντα.
Τριάντα τρεις να πας μέσα στον κόσμο
τριάντα τρεις ν’ ανέβεις στον ουρανό
τριάντα τρεις να κατεβείς στον Άδη.
Και τα κοράλλια πέντε όσα και οι αισθήσεις.
Και η γαλάζια φούντα ο άπειρος κυματισμός των ποιημάτων.









ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΔΕΙΛΙΝΟ


Κάπου εκεί
κατά το άβατο μέρος του κήπου
είδανε το πρώτο δειλινό
σαν ένα χρυσό πιθάρι
που κατρακύλαγε ανάμεσα στα κρίνα
κι από μέσα χυνόταν
μέλι μαύρο
η νύχτα.

Φιλήθηκαν χωρίς να ξέρουν
τι ήταν φιλί
χωρίς να ξέρουν
πως από κείνο το χρυσαφένιο φως
που τα μάτια τους βλέπανε για πρώτη φορά
είχανε γεννηθεί οι λέξεις
κήπος φιλί κρίνα πιθάρι νύχτα
σημαίνοντας τον έρωτα
στα σκοτεινά του βάθη.





ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ


Φεύγει νύχτα μ’ ένα παλιό αμάξι
γέρος πια φοράει μαύρα.
Ποιος είναι και πού πηγαίνει
κανείς δεν ξέρει.
Μέσα στη σκέψη του υπάρχει το ποίημα
που ποτέ δεν θα γράψει.
Τόσο αόριστο σαν τη ζωή του.
Μέσα στο κούφιο μπαστούνι του
υπάρχει ένα φίδι χρυσό.
Καθώς θα το τυλίγει απόψε στο λαιμό της
σε κάποιο ελεεινό ξενοδοχείο
θα τον κοιτάζει στον καθρέφτη
χλωμός ο άλλος εαυτός του.
Αυτός που χρόνια φτιάχνει το ποίημα
καλπάζοντας τώρα στο πλάι του
και ανάβοντας ολοένα τ’ άλογα που έχουν μεθύσει
απ’ το σκοτάδι και τη λάσπη.





ΤΑ ΑΝΤΙΚΛΕΙΔΙΑ


Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.
Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν
τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί
κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι
και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.
Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς
δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί.
Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη
και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια
γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.
Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν.
Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ
για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος.
Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν
από τότε που υπάρχει ο κόσμος
είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια
για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.

Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.





Από τη συλλογή «Τα αντικλείδια» (1988).
Πηγή: «Γιώργης Παυλόπουλος - Ποιήματα (1943-2008)», εκδ. Κίχλη, 2017.

Στην πάνω εικόνα: Σύμπλεγμα Κενταύρου και Λαπιθίδας, λεπτομέρεια από το δυτικό αέτωμα του ναού του Δία στην Ολυμπία, 472-456 π.Χ.

Δευτέρα 22 Ιανουαρίου 2018

Γιώργης Παυλόπουλος, "Λίγος άμμος"





ΤΟ ΤΑΜΕΙΟ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ

                                                 Στη Θ.Π.


Στον ύπνο του απόψε θα περάσει ένα τρένο.
Θα το ακούσει να σφυρίζει από μακριά
και καθώς θα μπαίνει ολόφωτο στην κάμαρά του
αυτός θα τρέξει στο ταμείο των ονείρων.
Υπάλληλος της νύχτας θα είναι ο εαυτός του.
Θα του ζητήσει μια θέση για Παρίσι
και βέβαια θα πληρώσει μ’ ένα ποίημα−
τη μόνη μονέδα που κρατά. Κι ο άλλος
αντί για εισιτήριο θα του δώσει
ένα λευκό τριαντάφυλλο
που θα της φέρει απόψε στη Μονμάρτη.

Rue du Mont Cenis αριθμός 52
θα χτυπάει θα χτυπάει μα κανένας δε θ’ ανοίγει.





ΤΗΣ ΓΥΦΤΙΣΣΑΣ

                                                 Στην Ανθή


Είπα σε μια Γύφτισσα
θέλω να γίνω γύφτος
να σε πάρω

Μπορείς μου λέει να φας για βράδυ
χόρτα πικρά χωρίς αλάτι
κι έπειτα να πλαγιάσεις;

Μπορώ της λέω

Μπορείς μου λέει να πλαγιάσεις
χωρίς να κλαις από το κρύο
πάνω στην παγωμένη λάσπη;

Μπορώ της λέω

Μπορείς μου λέει πάνω στη λάσπη
να μου ανάψεις το κορμί
και να το κάνεις στάχτη;

Αυτό κι αν το μπορώ της λέω

Μπορείς μου λέει τη στάχτη μου
να τη ρίχνεις στο κρασί σου
για να μεθάς πολύ, να με ξεχνάς;

Όχι αυτό, δεν το μπορώ της λέω

Γύφτος δε γίνεσαι μου λέει.





ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟ


Μια Κυριακή απόγιομα
ένας νεκρός φαντάρος
μπήκε στον κινηματογράφο
πέντε μ’ εφτά.

Κάθισε μόνος σε μιαν άκρη
στο πίσω μέρος του εξώστη
χωρίς κανένας να τον βλέπει
κι έκλαιγε ήσυχα στα σκοτεινά.

Το έργο ήταν αισθηματικό
κάποτε το ’χε ξαναδεί
μαζί μ’ ένα κορίτσι
πάνε σαράντα χρόνια.

Μια Κυριακή απόγιομα
πέντε μ’ εφτά
πριν φύγει για το μέτωπο.





Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ


                            Ι

Ξαφνικά το ποίημα σκόνταψε
κι έπεσε πάνω στ’ αγκάθια.
Το κοίταξε σχεδόν αδιάφορος
είχε κουραστεί πια να το προσέχει.
Την ίδια νύχτα στον καθρέφτη
είδε το σώμα του γεμάτο αγκάθια.


                            ΙΙ

Χιόνιζε. Το ποίημα ξεπαγιασμένο
του χτύπησε την πόρτα.
Έτρεξε και του άνοιξε, το πήρε
και το ζέστανε στην αγκαλιά του.
Μα σαν ζεστάθηκε άρχισε να τον τυλίγει
γύρω στο λαιμό και να τον πνίγει.


                            ΙΙΙ

Μια μέρα το ποίημα τρελάθηκε
βγήκε από τα μέτρα του.
Όσο κι αν προσπάθησε να το κρατήσει
εκείνο πάντα ξέφευγε σε κόσμους άλλους.
Σε μια στιγμή κοιτάχτηκαν βαθιά στα μάτια
και τότε το δέχτηκε όπως ήταν.


                            ΙV

Σ’ αγαπώ είπε στο ποίημα
και το αγκάλιασε παράφορα.
Εκείνο δε μίλησε.
Τον φίλησε στο στόμα ξέροντας
πως πάντα το ξεχνούσε
για χίλια άλλα ποιήματα.


                            V

Κάποια νύχτα το ποίημα περίεργο
μπήκε κρυφά στην κάμαρα του ποιητή.
Τον βρήκε να κοιμάται ήσυχος
έσκυψε πάνω του και το παρατηρούσε.
Είδε τότε τα χαρακτηριστικά του να χάνονται
τη μορφή του να γίνεται άγνωστη.





Ο ΧΑΜΕΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ


«Είμαστε κάπου εκεί μαζί
και κανείς δεν ξέρει πού είμαστε
και σε κοιτάζω
όπως κοιτάζει ο ουρανός τη Θάλασσα
και σ’ αγαπώ
και πονάω για Σένα και για μένα
πονάω για τον χαμένο χρόνο της αγάπης

Πες μου πως δε θα μπορέσουμε
να πεθάνουμε ποτέ
Εσύ που είσαι από μένα
κι εγώ που είμαι από Σένα
που είμαι τίποτα
χωρίς Εσένα

Πες μου αν ξέρεις
− εγώ δεν ξέρω −
πότε σε γνώρισα και πού
πότε σε πρωτοκοίταξα
όπως κοιτάζει ο ουρανός τη Θάλασσα
εγώ που σ’ αγαπώ
πριν από την πρώτη μέρα του κόσμου
και πονάω για Σένα και για μένα
πονάω για τον χαμένο χρόνο της αγάπης».

Στίχοι αισθηματικοί που δεν τους δημοσίευσε ποτέ
κι έμειναν για χρόνια θαμμένοι στα χαρτιά του.
Άλλωστε το είχε καταλάβει από πολύ νωρίς
δεν του πηγαίναν τέτοιες υπερβολές ποιητικές.
Όμως απόψε που τους διάβαζε αργά τη νύχτα
πόνεσε πάλι όπως και τότε
για τον χαμένο εκείνο χρόνο της αγάπης.





Ο ΑΛΛΟΣ


Εκεί που πάλευα να τελειώσω το ποίημα
περασμένα μεσάνυχτα
ήρθε πάλι ξαφνικά με ανοιχτό αμάξι
με δυο γυναίκες αγκαλιά
και κάτω από το παράθυρό μου
κατέβα άθλιε μού φώναζε
παράτα τα που να σε πάρει
σκίσ’ τα επιτέλους τα χαρτιά.

Κατέβηκα με την ψυχή στο στόμα
όμως ο δρόμος ήταν έρημος
και τσακισμένος ξαναγύρισα στο ποίημα
κι όλη τη νύχτα πάλευα
χωρίς να το τελειώνω.





Από τη συλλογή «Λίγος άμμος», που περιλαμβάνεται στην συγκεντρωτική έκδοση «Γιώργης Παυλόπουλος - Ποιήματα, 1943-2008», εκδ. Κίχλη, 2017.