Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κέντρου - Αγαθοπούλου Μαρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κέντρου - Αγαθοπούλου Μαρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 21 Οκτωβρίου 2021

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, "Μεγεθύνσεις"





Μεγεθύνσεις


I


Το ποίημα που γεννιέται τη νύχτα
Είναι το φως πού βγαίνει απ’ το σκοτάδι
Το φως το ιλαρό
Που στα κλεισμένα βλέφαρα των κοιμωμένων
Λάμπει
Στα όνειρα τους μέσα παίζει
Με τον καθρέφτη του

Το ποίημα που γεννιέται τη νύχτα
Τα σπλάχνα μου σπαθίζει
Και με πονά





IV


Τις νύχτες πονούμε ανείπωτα
Πεθαίνουν οι αγαπημένοι μας
Γκρεμίζουν τα σπίτια μας
Χάνουμε τους δρόμους
Εχθροί μας κυνηγούν

Δεν μπορούμε να τρέξουμε
Να σωθούμε

Στον ύπνο μας βασανιζόμαστε
Από άγνωστες αίτιες
Προδοσίες αιμομιξίες
Συνειδήσεις μας τρομοκρατούν

Στον ύπνο μας δε γράφουμε ποιήματα





XI


Όταν ακούς τρομαχτικό ήχο βημάτων
Μες στη βαθιά νύχτα
Τρέξε μακριά όσο μπορείς
Κρύψου εξαφανίσου
Γιατί θα ’ρθεί ο περιπατητής εκείνος
Με τ’ ακριβά του ρούχα ξεσκισμένα
Τα χέρια θα κοιμίζει στη νεκρή αγκαλιά του
Τ’ ακριβά παιχνίδια τ’ απανθρακωμένα
Και μ’ ένα κάρβουνο
Στην πόρτα σου θα γράψει τ’ όνομά του





XIII


Κάθε μέρα νυχτώνει σ’ αυτή την πόλη
Κι εγώ ψάχνω να βρω τα σπίτια
Με τις γκρεμισμένες πόρτες
Με τα σβησμένα νούμερα
Στους τοίχους
Από πίστη βαθιά σε όσα έζησα
Και σε όσα δεν είπα
Από πίστη βαθιά
Σε όσα είδαν τα μάτια μου





XVI


Μαζεύω θρύψαλα ειρήνης
Της δύσκολης ημέρας

Τώρα μπορώ να έρθω στο σπίτι
Να κλείσω αθόρυβα την πόρτα
Ήσυχα να βγάλω τα σκονισμένα
Υποδήματά μου
Τα μοναχικά ενδύματα
Αρωματισμένα
Απ’ την οσμή του σώματος

Ό,τι μας σκεπάζει

Μας φανερώνει

Το χτύπημα
Το κρυφό σημάδι

Ουλές τού έρωτα

Τα μάτια και τα χείλη
Δεν έχουν κρύπτη
Και προστασία





Από τη συλλογή «Μεγεθύνσεις» (1971).
Πηγή: «Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Επιλογές και σύνολα [Ποιήματα 1965-1995]», εκδ. Νησίδες, 2001.

Στην εικόνα: James Carroll Beckwith, «The Letter» (1910).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2018

Μαρία Κέντρου - Αγαθοπούλου, "Τα επακόλουθα"




ΚΑΘΕ ΘΑΝΑΤΟΣ


Κάθε θάνατος πιο κοντά μάς φέρνει
Από συνείδηση βαθιά πως λιγοστεύουμε
Πως ένας ένας χάνει τη θέση του εγκαταλείπεται
Απ’ τη ζωή των άλλων απ’ το σπίτι του
Απ’ το δικό του κάθισμα στάση του επισκέπτη
Λέμε εδώ καθόταν κάποτε ο πατέρας ο φίλος
Εκεί ο ποιητής κάτω απ’ το φως μάς μιλούσε

Κάθε θάνατος πιο κοντά μάς φέρνει
Τις νύχτες δε θέλω να σ’ αφήσω δε μ’ αφήνεις
Όσο κι αν σκοτεινιάζει έξω όσο κι αν βρέχει
Όσο κι αν ανταμώνουμε μέσα στον ύπνο





ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΠΕΤΡΕΣ


Αυτές οι πέτρες που περπατάς
Δε σε πετροβολούν
Σε δοξάζουν
Δε σε κατρακυλούν αυτές οι πέτρες
Εσένα που έχεις το μάτι ενός Κύκλωπα
Και την καρδιά ενός Οδυσσέα





ΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΟ


Το ρόλο σου καλά τον παίζεις
Εξασκείς τη φωνή σου στον καθρέφτη
Κι όταν κάποιο από τα δόντια σου πέφτει
Τάχα αδιάφορα πηγαίνεις στο παράθυρο
Ρίχνοντας ένα βλέμμα πλαστικό

Ένας ένας θα σου φύγουν οι φίλοι
Θα τους ζητάς με το κερί και με τα κιάλια
Θα τρως χλωροφύλλη με μανία
Κι ακόμα θα μιλάς σαν μαγνητόφωνο





ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ


Όταν γεννιέται το ποίημα
Να φοβάσαι ποιητή
Να ντύνεσαι γερή πανοπλία
Τις λέξεις να υποψιάζεσαι πάντα
Μη σε χτυπήσουν
Γιατί έτσι παράφορος που γίνεσαι
Την ώρα που το ποίημα πλησιάζει
Μπορεί να μην αντιληφθείς
Πως ένας κίνδυνος σε απειλεί
Ανεμίζοντας σπαθί αστραφτερό
Στον αέρα





ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ ΜΑΥΡΙΖΟΥΝ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ


Ψάχνω τη δική μου σημαία
Αυτά τα ξέθωρα κουρέλια
Κάτω απ’ τον ήλιο
Έγιναν βρόμικοι επίδεσμοι
Κόλλησαν στο κορμί μου
Μπήκαν μέσα στα σπλάχνα μου

Ψάχνω τη δική μου σημαία
Μελετώ τη σύνθεση των χρωμάτων
Μελετώ προπάντων τη θάλασσα
Την ώρα που νυχτώνει
Και δεν ξέρω πώς να την ονομάσω
Την ώρα που μαυρίζουν όλα τα όνειρα





ΔΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ


Δέντρο της αγάπης
Σε φοβάμαι
Καθώς αέναα ψηλώνεις
Με καλείς με φωνές
Που δεν καταλαβαίνω
Δε θέλω να καταλάβω ίσως
Τρέμουν τα φύλλα της καρδιάς σου
Τρέμω
(Τα φύλλα σου από ρίζα σκοτεινή)
Με σφίγγεις στο σκληρό κορμί σου
Με πονείς
Μπερδεύεις τα μαλλιά μου
Μες στους πολλούς σου κλώνους
Δεν μπορώ να γλιτώσω
Από τούτη την κατακόρυφη
Έγνοια σου





Από τη συλλογή «Τα επακόλουθα» (1978).
Πηγή: «Μαρία Κέντρου - Αγαθοπούλου, Επιλογές και σύνολα», εκδ. Νησίδες, 2001.

Σάββατο 7 Οκτωβρίου 2017

Μαρία Κέντρου - Αγαθοπούλου, "Θαλασσινό ημερολόγιο"





ΜΟΝΑΧΑ Τ’ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥΣ ΘΥΜΑΜΑΙ


Συχνά ονειρεύομαι
Τις παιδικές μου φίλες
Μ’ άσπρα μαλλιά
Μικρές γριούλες
Να σεργιανούν απ’ το μπαλκόνι τους
Τους μικρούς γέρους εραστές τους
Ή να πηγαίνουν να τους συναντήσουν
Σε κάτι δρόμους από καταχνιά
Βαδίζουν βιαστικά όλες
Με τα λιγνά κατοχικά τους ποδαράκια
Δεν διακρίνω καλά το πρόσωπό τους
Μονάχα τ’ όνομά τους θυμάμαι
Κορνηλία Ευγενία
Θεοδώρα Βασιλική
Και πνίγεται η φωνή μου
Μέσα στον ύπνο μου





ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ


Οι γυναίκες της μεγάλης ηλικίας
Μοιάζουν σα να μη τις άγγιξε κανείς
Έτσι που κάθονται στο σπίτι μονάχες
Ή στην εξοχή με σταυρωμένα χέρια

Τι να αισθάνονται τάχα
Την ώρα που νυχτώνει
Και πρέπει να κοιμηθούνε πάλι
Χωρίς να ’ναι κουρασμένες

Λένε πως βλέπουν όνειρα πολλά
Πως κουβεντιάζουν με τους πεθαμένους
Γι’ αυτό φαίνονται θλιμμένες το πρωί
Έτσι που πίνουν σιωπηλά τον καφέ τους
Χωρίς σχέδια και προοπτικές
Για τη νέα μέρα
Που προχωρεί απάνω τους
Αδιάφορα





ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑΣ


Ο αόρατος συγκάτοικός μου
Ρίχνει ένα πικρό σκονάκι
Μέσα στον πρωινό καφέ μου

Ξεκινώ τη μέρα μου
Με παυσίπονα
Και φυσιοθεραπείες
Για το αριστερό μου χέρι

Μέρα της εκδρομής
Και του έρωτα
Και της επανάστασης
Και γω
Με το αριστερό μου χέρι
Εν αχρηστία





ΕΚ ΤΟΥ ΜΑΚΡΟΘΕΝ


Εκεί
Στο βάθος του δρόμου
Βρέχει
Δε βλέπω καλά
Αλλά νομίζω πως εσύ
Δεν είσαι εκεί
Και γω δεν είμαι εκεί
Μονάχα ένα αδέσποτο σκυλί
Με μάτια ματωμένα
Από την πέτρα





ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ


Τα μάτια σου
Είναι
Σαν τσακισμένα
Μυστικά
Που τρέφονται
Απ’ τα φτωχά ελέη
Του Θεού
Κι απ’ τη δική μου
Καταφαγωμένη αγάπη






Από τη συλλογή «Θαλασσινό ημερολόγιο» (1981), που περιλαμβάνεται στην συγκεντρωτική έκδοση «Επιλογές και σύνολα», εκδ. Νησίδες, 2001.

Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2013

Μαρία Κέντρου - Αγαθοπούλου, "Στο λιβάδι"

                         
               
                                               
                                    Στο λιβάδι

                      Ευτύχησα να δω έστω κρυφά
                      Από μια τρύπα σκοτεινή
                      Το σπίτι που όλο γέλια
                      Πήγε εκδρομή σ' εκείνο το λιβάδι

                      Θαρρώ ήταν χειμώνας κι ίσως γι' αυτό
                      Έλαμπε γυμνό μες στην εικόνα του

                      Πουλιά και σαύρες τρέχανε
                      Στην κεραμοσκεπή σαν σε κυνηγητό
                      Και μια δεκαοχτούρα πίσσα μαύρη
                      Περιπαίζοντας το γελαδάρη έλεγε
                      Δέκα-οχτώ δέκα-οχτώ χρονώ
                      Σ' αγάπησα τρελά

                      Απ' τα μαλλιά πιανότανε τα ζούδια
                      Αστεία κορμιά με χάχανα σα να'ταν
                      Βασιλιάδες με κεραίες στ' αυτιά
                      Κι αχ τι γελοία τραγούδια τι ψέματα
                      Φωνάζανε στην μπόχα του μεσημεριού
                      Που των αλόγων νέμονταν τη χαίτη και την ουρά
                      Αλογόμυγες και τσιμπούρια μέχρι αίματος

                      Και το σπίτι της εκδρομής
                      Έζησε για πάντα κάτω στο λιβάδι
                      Μέχρι τους τάφους βαθιά κι ακόμα
                      Η δεκαοχτούρα περιπαίζει το γελαδάρη
                      Δέκα-οχτώ δέκα-οχτώ χρονώ σ' αγάπησα τρελά

 

(Από την ποιητική συλλογή της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου "Σεντόνια της αγρύπνιας", Μεταίχμιο 2006)

Παρασκευή 31 Μαΐου 2013

Μαρία Κέντρου - Αγαθοπούλου, "Άτιτλο"

   
(Γ. Γαΐτης, "Μοτοσικλετιστής", 1967)


Οι ποιήτριες όταν σκύβουν πάνω από τον τέντζερη
με μια ξύλινη κουτάλα ανακατεύουν προσεχτικά τον πυθμένα
του κόσμου και βγάζουν πράγματα πολύτιμα λαμπερά
ύστερα τα κρύβουν μέσα σε κάτι παμπάλαια μαξιλάρια
και τις μεγάλες γιορτές ή στους γάμους και τα βαφτίσια
καρφιτσώνουν στο στήθος τους τα τιμαλφή ποιήματα
και οι γειτόνισσες λένε τι ωραία που είναι
πού τα βρήκατε
και οι ποιήτριες εξηγούν
να όταν ξαπλώνουν κάτω απ’ το κρεβάτι
για να μαζέψουν τις σκόνες τις αράχνες και τα μαμούνια
εκεί τα βρίσκουν τα ποιήματα γιατί πολλές φορές
τις παίρνει κομμάτι ο ύπνος -δηλαδή κάτω απ’ το κρεβάτι-
και καθώς λαγοκοιμούνται βέβαια ονειρεύονται λόγια
λέξεις λάβρες λαγούτα λαβύρινθους λαγκαδιές λαιμητόμους
λαλάρια λαλούμενα λαμνοκόπους λαμπηδόνες λασπουριές
έτσι λένε αυτές οι λαθρόβιες οι λάου λάου ποιήτριες



Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Παρατηρητής" Τεύχος 2 (Σεπτέμβρης 1987)