Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βαρβέρης Γιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βαρβέρης Γιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 25 Μαΐου 2024

Γιάννης Βαρβέρης, "Ποιήματα"





ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΠΤΟΜΑΣΤΕ
ΤΟΥΣ ΕΠΙΖΩΝΤΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ


Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές
αν μάλιστα τυχαίνει να μένουμε στην ίδια πόλη
να τους βλέπουμε πού και πού
γιατί εκεί που ζούμε ήσυχοι
βέβαιοι πως ζούνε κι αυτοί − ξεχασμένοι έστω −
εκεί έρχεται το μαντάτο τους.

Οι καλοί ποιητές μάς φεύγουνε μια μέρα
όχι γιατί πεθαίνουνε
από έμφραγμα ή από καρκίνο
αλλά γιατί φυτρώνουνε στα βλέφαρά τους
λουλούδια τρομερά.

Ανοίγουνε κιτάπια στην αρχή
πάνε μετά στον οφθαλμίατρο
ρωτάνε κηπουρούς βοτανολόγους
η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά
λόγια φοβισμένα κι αόριστα
οι περαστικοί κι οι γείτονες σταυροκοπιούνται.

Έτσι σιγά σιγά οι ποιητές μαζεύονται
αποτραβιούνται σπίτι τους
ακούγοντας δίσκους παλιούς
γράφοντας λίγο
όλο και πιο λίγο
πράγματα μέτρια.
Στο μεταξύ μες στην κλεισούρα
τα τρομερά λουλούδια αρχίζουν να ξεραίνονται
και να κρεμάνε
κι οι ποιητές δε βγαίνουν πια
μήτε για τα τσιγάρα τους στο διπλανό περίπτερο.
Μόνο σκεβρώνουνε κοντά στο τζάκι
ζητώντας την απόκριση από τη φωτιά
που πάντα ξεπετάει στο τέλος μια της σπίθα
κι αυτή γαντζώνεται
στα ξεραμένα φύλλα πρώτα
ύστερα στα ξερά κλαριά
σ’ όλο το σώμα
και τότε λάμπει το σπίτι
λάμπει ο τόπος
για μια μόνο στιγμή

κι αποτεφρώνονται.


[Αναπήρων πολέμου, 1982]





ΤΟ ΣΥΜΠΤΩΜΑ ΣΕ ΑΠΟΔΡΟΜΗ


Το πένθος έχει νόημα όταν ακόμα
ο άλλος ζει για τα καλά.
Όσο γερνάς
τόσο υψώνω τις κακίες σε ακακίες
κι η τρυφερότητά μου τεμπελόσκυλο που λιάζεται
κουνώντας την ουρά του.

Μοίραζα χρόνια
στου γάμου σου τη μνήμη ναφθαλίνες·
δρέπω σκώρους.
Έπαιρνα τις ρυτίδες για χαμόγελα
άφηνα το τσιγάρο στο τασάκι να προσεύχεται για σένα
έδινα τόπο στην οργή
θάρρος στη λύπη.
Βρωμοχωριαταρέοι
επάνω στο κρεβάτι μου ανεβήκαν όλα.

Θέλω να κοιμηθώ
το βράδυ είναι δικαίωμα.
Θέλω να κοιμηθώ
δικαίωμά μου πια να με ποντάρω
στη ρώσικη ρουλέτα του ύπνου.

Παράτα με λοιπόν. Και πέθανε.
Αν θες. Ή μην πεθαίνεις. Ό,τι θες.
Μακροημερεύεις όπως όταν
έχουνε κουραστεί οι οικοδεσπότες
δεν προφταίνω·
πρέπει σιγά σιγά και να φροντίσω
τα του πένθους μου.

Αν το κατάλαβες:
θέλω να γίνεις μια πετρούλα
που την κλοτσάει κανείς στο δρόμο αφηρημένα
σαν να φταίει.


[Πιάνο βυθού, 1991]






ΜΕΛΙΣΣΑ


− Έστησα σκαλωσιά σκαλώθηκα στο δέρμα Του
απόθεσα το σώμα μου στο σώμα Του
τον μπόλιασα με της κερήθρας μου το οικόσημο
τώρα χάνοντας ύψος μες στη ζάλη μου
καταλαβαίνω τι κηφήνας ειν’ ο θάνατος
κι ο έρωτας πόσο λίγο
πόσο λίγο
τον λυγίζει.


[Ο θάνατος το στρώνει, 1986]





ΤΙ ΕΙΠΕ Η ΟΜΙΧΛΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΦΟΓΚ


− Aυτός ο Κύριος
βαθιά μέσα
σε μια πολυθρόνα
και μπροστά σε μια θάλασσα
χρόνια περίμενε
τα κύματα.
Για να γίνει ένα κύμα ο ίδιος
και μετά λίγο λίγο
η στεριά όλη
θάλασσα.

Κι όλο αργούσαν τα κύματα
δίσταζαν.
Κι όσο αργούσαν
τόσο εκείνος γερνούσε
πιο νέος
τόσο εκείνος θλιβόταν
που μίκραινε.

Κι όσο μίκραινε
τόσο εγώ από μακριά
πιο πολύ τον πονούσα
γιατί ήξερα
πως θα μείνει για πάντα στεριά
η στεριά
με τη θάλασσα πάντοτε
θάλασσα.

Έτσι τότε πλησίασα
και τον τύλιξα με άλλα μου σύννεφα
τον Φιλέα που δεν ήταν παρά

λίγη ομίχλη σε μια πολυθρόνα.


[Ο κύριος Φογκ, 1993]





ΣΩΜΑ ΜΙΣΟ

                           Être désespéré,
                    mais avec élégance


Βαδίσαμε στα τυφλά
ψαύοντας το κενό
γεμάτο
ανάμεσα στα ξόανα που ασκήτεψαν.

Φορέσαμε το φυλαχτό τους.

Μας χάρισαν
την κατάργηση της ηρεμίας
το μελτεμάκι του οιωνού
κι από την έλξη του απαλού
μια υποψία στο βάθος.

Και πού δεν ταξιδέψαμε ψαύοντας.
Από την Τροία στο Ιόνιο
από την Côte dAzur στην Αραπιά
από τη Βενετιά στη Βενετία
στ’ ανάκλιντρα της Ρώμης και στων Παρισίων
τα μαλακά τα υπόγεια
σαν δάχτυλα τυφλών
διακονιαραίοι.

Με ασήκωτους κοθόρνους
απαθώς κατάκοποι
τώρα καταλαβαίνουμε
τι μας εχώρισε από τα πουλιά
απ’ τον αέρα τι μας χώρισε

πόσο μας βάρυνε
ένα γραμμάριο φυλαχτό.


[Πεταμένα λεφτά, 2005]





ΕΝΑ ΚΕΡΙ


Αυτό το κερί που άναψα
περαστικός από τον οίκο Σου
δεν είναι η προσευχή μου
για να Σε φθάσει εκεί ψηλά
δεν είναι οι παρακλήσεις μου
ούτε βεβαίως καμιά ελπίδα
που εναπέθεσα σε Σένα.
Η καθαρότητα της ύλης του
δε συμβολίζει το ακηλίδωτο
της πρόθεσής μου
κι η μαλακή του υφή
καθόλου δεν υπόσχεται
την εύπλαστη μεταστροφή μου
στη μετάνοια
όπως οι αλληγορίες εγγράματων πιστών Σου
ξέρουν να τυλίγουν.

Μπορεί να μοιάζει μ’ όλα τ’ άλλα
όμως αυτό
ανάφτηκε για να Σου πει
πως ευτυχώς
στέκομαι εδώ αβοήθητος
και πως ακόμα
όσο μπορώ
θα λάμπω.


[Ο άνθρωπος μόνος, 2009]





Πηγές:
- «Γιάννης Βαρβέρης - Ποιήματα, Τόμος Α΄ [1975-1996]», εκδ. Κέδρος. (Γ΄ έκδοση 2008).
- «Γιάννης Βαρβέρης, Ποιήματα, Τόμος Β΄ [2001-2013]», εκδ. Κέδρος, 2013.


Πηγή για την εικόνα, το αφιέρωμα στον Γιάννη Βαρβέρη στο ηλεκτρονικό περιοδικό Χάρτης:
https://www.hartismag.gr/hartis-12/afierwmata/giannhs-barberhs
 

Τετάρτη 24 Μαΐου 2023

Γιάννης Βαρβέρης, "Ζώα στα σύννεφα"

 



Τότε νωρίς το απόγευμα
στον Εθνικό Κήπο πηγαίναμε
στις άσπρες πάπιες στα νερά.
Τις αγναντεύαμε από τις καρέκλες
και καμιά φορά
κουλούρι έπαιρνα
κι έτριβα τα σουσάμια του επάνω σου
γελώντας.

Φουριόζες στο λεπτό βγαίνανε οι πάπιες
από το νερό
και σε τρελαίναν στα τσιμπήματα.
Ήμουν ερωτευμένος τότε
κι ήθελα το σώμα σου
χωρίς να θέλω ακόμα να τ’ αγγίξω.



               *  *  *


Κανένα ζώο δε γέλασε ποτέ.
Όχι ότι δεν ξέρουνε
να λεν ανέκδοτα
ή πως δεν άκουσαν ποτέ ανθρώπους
να λεν ανέκδοτα για ζώα.

Όμως, με τεντωμένα αυτιά
κάθε στιγμή
το νιώθουν
πως για έν’ αστείο
χάσαν
ή χαθήκανε.



               *  *  *



Αποσυνάγωγος στη ζούγκλα
είναι μονάχα ο ασβός.
Έστω κι από μακριά να τον μυρίσουν
όπου φύγει φύγει.
Κατά μια έννοια όλ’ η ζούγκλα
ανήκει στον ασβό.



               *  *  *


Δεν είμαστε αποδημητικά πουλιά
αφήστε τους ρομαντισμούς
δε θα ξαναγυρίσουμε ποτέ
για μας δεν έχει εδώ ούτε ψίχουλο
είμαστε απλώς ιπτάμενοι
οικονομικοί μετανάστες.



               *  *  *



Ο σκύλος μάς μαθαίνει τη φιλία
αλλά η γάτα
μας μαθαίνει τον κόσμο



               *  *  *



Η μόνη μουσική
που ενθαρρύνει τα μυρμήγκια
στο μόχθο του καλοκαιριού
είναι των τζιτζικιών
το τραγούδι.





Από τη συλλογή «Ζώα στα σύννεφα», Κέδρος 2013.
Πηγή: «Γιάννης Βαρβέρης, Ποιήματα, Τόμος Β΄ [2001-2013]», εκδ. Κέδρος, 2013.

Δευτέρα 25 Μαΐου 2020

Γιάννης Βαρβέρης, "Πεταμένα λεφτά"





ΣΑΝ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ


Έχει ο καθένας μας, πέρα απ’ το φθόνο
έναν άνθρωπο, για τον εαυτό του και μόνο
άυλον άνθρωπο − που του απλώνει φυλλωσιά
χωρίς να ’ναι δένδρο ή ομπρέλα, μονάχα δροσιά.

Τον κρατάει κρυφόν από τον κόσμο, αλλά
ο ίδιος τις νύχτες τον αγγίζει απαλά
κι ας είναι άυλος· όμως μεσουρανεί
στα χαρούμενα όνειρα, σε χρώμα ουρανί.

Γιατί ο άυλος στ’ όνειρο γίνεται υπαρκτός
πιάνεις το σώμα του, τα στήθη, εκτός
αν χάσεις ποτέ το αόρατο νήμα·
θα μείνεις μόνος, με τα δάκρυα και τη ρίμα.





Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΔΕΝ ΠΙΝΕΙ ΣΤΟΥΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ

Στον Γιώργο Μαρκόπουλο


Χθες είδα πάλι στον ύπνο τον πατέρα. Καθόμασταν οι δυο μας σ’ ένα τραπέζι με καρό τραπεζομάντιλο. Κάποιος μας έφερε δυο ποτηράκια και κρασί. − Είσαι καλά; του λέω. − Καλά, καλά, και μου ’πιασε το χέρι. − Άντε στην υγειά σου, είπε. Σήκωσε το ποτήρι, τσούγκρισε και το άφησε πάνω στο τραπέζι. − Δεν πίνεις; ρώτησα. − Εσύ να πιεις, απάντησε. Εγώ δε θέλω να ξεχάσω.





Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΒΑΦΗΣ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΑΙΓΥΠΤΟΥ


Από το 1932, Κωνσταντίνε,
υγιής γύρισες στην Αθήνα
μόλις πρόσφατα. Στέρεος πια,
στο σφρίγος τού μαρμάρου.
Η πολιτεία μερίμνησε: Πλατεία Αιγύπτου.
Από τη θέση αυτή, όπως παλιά, θεάσαι αθέατος
με συντροφιά όλο κι όλο ένα παγκάκι.
Στο ρόλο της στοργής
λίγο η περίοπτη θέση που κανείς δεν υποπτεύεται
και λίγο η αφελής συνωμοσία
των γύρω φυλλωμάτων.

− Νεαροί μου άγνωστοι φίλοι
αν τύχει και σταθείτε
μείνετε κάτι περισσότερον επίτηδες.
Μ’ όλην την φαντασία, και με το μάγο πρόσωπο,
πρόκειται γι’ άγαλμα·
χρειάζεται να βλέπει και τα χείλη σας
τα σώματά σας χρειάζεται
να ’ναι κοντά.





ΠΑΡΑΙΝΕΣΗ ΓΙΑ ΜΙΑ ΑΝΘΟΔΕΣΜΗ


Ξεφτίζουμε
σαν υγρασία πάνω σε κάγκελο, το θέρος.
Τι παρδαλός καιρός
πότε ήλιος πότε αφρός
τι βαρετός μοχλός
για να φουντώνουνε παράκτιες χαρές
πριονίζοντας των μισθωτών την κατάνυξη.

Ζηλεύουν·
τους τόκους που θα πάρουμε απ’ το λύκο
δανείζοντάς του πρόβατα
τον κόκκο εκεί πληροφορίας
που μας μπαρκάρει πια στα λιπαρά
και στα καφέ λουλούδια και στα μοβ πουλιά.

Όχι, δεν θα κωφεύσουμε ποτέ
σε τέτοια κελαηδίσματα
σε τέτοιο αναβρασμό των λουλουδιών, ποτέ.

Ω ιδιοκτησία, γοερή ανθοδέσμη.





ΑΓΟΡΑΠΩΛΗΣΙΕΣ ΤΗΣ ΒΑΤΟΥ


Το αγροτεμάχιο που επωλήθη για να ενοικιαστεί
βιαία πνοή
οι μετοχές των πλοίων αμετάβλητες
στον όρμο τού αχανούς
ένα πανάκι που αγοράστηκε να περιμένει
τον κρίσιμο ούριο
κι όμως ετύλιξε το ιστίο του ναυαγού
παλιό κρασί που το πλαγιάσαμε σε κάβα
στου καπηλειού την πτώχευση
ο μεθυσμένος πόθος μας για παλαβό καρφίτσωμα
των σταφυλιών σε δάσος δέντρων με κλαδιά

και περαιτέρω
αγορασμένοι συγγενείς σαν πουλημένοι φίλοι
χαλιά χειρός κεντήματα που αθλούνται στο ξεθώριασμα
μαζί κι οι ανακαινίσεις τους (restaurations)
− ανακαινίσεις είπα; χρυσές δουλειές της καλλονής
σε βάρος της μελέτης
πούδρες εταίρες θέλγητρα καμώματα του δόλου
στα καταγώγια της αισθητικής
σε βάρος της αγάπης
και μια γυναίκα όλο τρελή
στον ύπνο λογικεύεται
χαλάλι όλα τα χρήματα −

οι άνθρωποί τους
πεταμένα λεφτά.





Από τη συλλογή «Πεταμένα λεφτά» (2005).
Πηγή: «Γιάννης Βαρβέρης, Ποιήματα, Τόμος Β΄ [2001-2013]», εκδ. Κέδρος, 2013.

Σάββατο 25 Μαΐου 2019

Γιάννης Βαρβέρης, "Το ράμφος"





Η ΣΑΛΩΜΗ ΜΕ ΣΩΖΕΙ ΚΑΙ Μ’ ΕΚΔΙΚΕΙΤΑΙ


Εκείνο το βράδυ μου είπαν πως πέθανες. Γύρισα σπίτι
έψαξα στα συρτάρια στις τσέπες παντού. Η αγωνία
μου κορυφώθηκε λίγο μετά καθώς ένιωσα τον Ραβέλ
ν’ ανεβαίνει απ’ τη γυάλα μας κι είδα το ψαράκι μάλλον
ψόφιο στο πάτωμα του χολ.
Κινδύνευα. Αλλάζω γρήγορα το νερό ρίχνω μέσα το ψάρι
μπας και προλάβω. Του κάκου. Ο Ραβέλ δυνάμωνε
θα σπάσουν τα μάτια μου λέω τώρα πληρώνω για όλα
κι ως να το πω
ξεφυτρώνεις κι ακούγεται:
κλικ
να με φωτογραφίζουν τα δικά σου
τα ωραιότατα
μάτια.





ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ


Πριν βρέξει οι γάτες απορούν ως μιαν ανάσα
τα υπόστεγα μιλούν για τη βροχή
πήδος στον τσίγκο πήδος στην ταράτσα
λουφάζει η γάτα πριν σαλτάρει
σ’ άλλα παλιοσίδερα.

Αγκάλιασε τον κούκλο της η Ελβίρα
πάνω απ το τούλι απλώνεται λουλάκι ως πέρα
στο δώμα ξέμεινε μικρό κουνούπι λίγο να τρομάζει
σαλεύει το χεράκι και ραγίζει έν’ άρωμα.

Με τη βροχή με το νερό
οι φτωχοί κούμπωσαν την προσευχή στον κόρφο
και σβήσανε σαν τα χαμόγελα.





ΕΓΩ, ΣΕ ΛΑΪΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ


Πικρό του κουταλιού
κι ο καφές πέτρωσε και ράγισε
απόκρημνος σαν μάτι γέροντα.
Στην καύτρα ροχαλίζει το μεράκι
λάμπουνε οι βέρες γύρω απ’ της τράπουλας το ντέρτι
και κάποτε σαν άτι σαν μαστίγιο
σπαθίζει το τσουλούφι του
ένα ιδρωμένο ντέφι.





ΟΙ ΑΙΝΟΙ


Μη με ρωτάς τι αίνους συλλαβίζω·
αφού αντρώθηκα με τους τελευταίους σπασμούς του θηρίου
δεν είχα αδέρφια ούτε βόλια.
Όμως αλήτευα μέρες και νύχτες
στις πλατείες
χάζευα τα πολύχρωμα με τις εναλλαγές
ανάδευα μ’ ένα κλαδί στο βάθος
τα θούρια που κάπνιζαν.
Μη με ρωτάς ποτέ πού τους θυμήθηκα.

Καμιά φορά αστράφτω κι εγώ
και τυφλώνομαι.





ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΜΟΥ


Δε μου ανήκει στίχος κανένας. Οι φίλοι μου τους χειρούργη-
         σαν όλους.
Οι ακέραιοι φίλοι μου Μπρασένς και Φερρέ. Και οι άλλοι.
Και δεν είναι κεφάλι τούτο, είναι μίσος.
Και τα πλαστικά κρινάκια της μαμάς τ’ απόθεσα στην πύλη
         του Πολυτεχνείου.
Δεν είναι κεφάλι τούτο που δεν ξεχωρίζει το τόξο
         απ’ το βέλος.
Έτσι και να σκοτώσω δε θα το χαρώ
δε θα μάθω ποτέ με τι σκότωσα.
Δεν είναι κεφάλι τούτο που καπνίζει
κορδελίτσες χορεύτριες οριεντάλ
σάρκες κι οστά ιδεών κι απολαμβάνει.
Πήρα κι εγώ το σκαρπέλο και το συγύρισα
βγήκα επιτέλους στον αγώνα
ξεκάλτσωτος με πέδιλα της κακιάς ώρας και σγουρό μαλλί
         σίγουρο.
Μα πάλι δε διαβάζονται οι στίχοι μου·
μέσα κι έξω όλοι μου οι στίχοι
ραβδώσεις της ζέβρας κι εγώ δεσμοφύλακας.
Όπως απέξω έτσι και μέσα βρήκα
του Σαρτρ το χαλικάκι
στο μάτι τους
και στο δικό μου μάτι τον ίδιο λύκο βρήκα
να βυζαίνει και να μη σηκώνομαι.

Τι άλλο να θέλει το ποίημα
παρά να περάσεις την κλωστή στη βελόνα
− κι αλήθεια τη νύχτα γεμίζει κλωστές το δωμάτιο −
ακόμα κι ο Όμηρος τα κατάφερε, σκέφτομαι·
αλλά πού βελόνα να τρυπήσω τη νύστα στον κρόταφο…





Από τη συλλογή, «Το ράμφος», (α΄ έκδοση, Τραμ, 1978, β΄ έκδοση ύψιλον/βιβλία, 1984.
Πηγή: «Γιάννης Βαρβέρης - Ποιήματα, Τόμος Α΄ [1975-1996]», εκδ. Κέδρος, γ΄ έκδοση, 2008.

Κυριακή 25 Νοεμβρίου 2018

Γιάννης Βαρβέρης, "Άκυρο θαύμα"





ΚΑΙΣΑΡ


Ποιος να τολμήσει τώρα τη συνέχεια
υπέρκομψε ποιητή μου Καίσαρ Εμμανουήλ;
Αναζητώ τις μυστηριώδεις ολομόναχες κυρίες
δοκίμασα τους ριγηλούς πληθυντικούς
ψάχνω για μιούζικ χολ και για σαξόφωνα
για βάκιλους του Κοχ και ντεσπεράντος εμιγκρέδες
για διανοούμενους ρατέ και για ευπατρίδες
δίπλα σ’ αβρότατες εταίρες από μουσελίνα.
Χίμαιρες όλα, Καίσαρ
τώρα πια ρίχνουμε λιοντάρια
και τα τρων οι Χριστιανοί
χίμαιρες, Καίσαρ, όλα χίμαιρες
και μελλοθάνατες μας χαιρετούν·
πόσο μπορούσανε ν’ αντέξουν
σ’ ετοιμοπόλεμη κατάσταση μεσοπολέμου;





ΜΑΣΚÉ


Στον τελευταίο χορό μεταμφιεσμένων
καθένας θα ντυθεί το τολμηρότερο.
Εδώ τις έχω τις στολές
αναποφάσιστες:
Άγγλος αποικιοκράτης στην Ινδία
συγκλητικός του Κόμμοδου με πλήρη γούστα
λόρδος απρόσιτος σε ιπποδρομίες του Άσκοτ
κρουπιέρης μεγιστάνων στο Λας Βέγκας
ποιητής μιας ρίζας άδικης, ξεριζωμένης.

Αν όμως οι άποικοι ξεσηκωθούν;
Κι αν τ’ όργιο κλείσει μ’ εντολή σφαγής;
Τι πλήξη ο διαρκής θρίαμβος των αλόγων μου!
Πάντα θα παίζουνε και πάντα θα μοιράζω;
Και πώς να μου ριζώσει η ρίζα για καλά,
αν πρώτα δεν την κόψω από τη ρίζα;

Α μπα. Μ’ ό,τι φοράω θα πάω.
Κανείς δεν αναγνώρισε ποτέ
έναν εκ γενετής συνταξιούχο.





ΜΑΣΚΟΤ ΤΩΝ ΛΟΥΤΡΟΠΟΛΕΩΝ, Γ΄


Όμως κι εσείς οι εναπομείναντες
πλησίστιες ζακετούλες και ψαθάκια
θυμάστε όπως ξεχνούν: λέτε πως είναι ίδια εδώ
κι ας έχουν όλ’ αλλάξει.
Ξενοδοχείων ερειπιώνες, φέρετρα θερέτρων.
Τώρα παντού ξενώνες και φαστφούντ
φωτίσανε σε κίτρινο το κάθε γκρίζο.

Με μια ριχτή ζακέτα πιθανής ψυχρούλας
ανάμεσα σε ηλιοκαμένα βούρλα της ακτής
τι ανακατώνω, κόβω και μοιράζω
μια τράπουλα καημένες στάχτες μνήμες;

Φέρνει καμένο ο φλοίσβος
σκόνη μετακόμισης.
Με μια ριχτή στον ώμο μου ψυχρούλα
πριν καν έρθει Σεπτέμβρης
πρέπει να πηγαίνω.

Επείγει ό,τι δε γίνεται –
ν’ αλλάξω παρελθόν.





Από τη συλλογή «Άκυρο θαύμα» (1996).
Πηγή: «Γιάννης Βαρβέρης - Ποιήματα, Τόμος Α΄ [1975-1996]», εκδ. Κέδρος, γ΄ έκδοση, 2008.

Στην εικόνα: Edward Hopper, «People In The Sun», (1960).

Πέμπτη 24 Μαΐου 2018

Γιάννης Βαρβέρης, "Πιάνο βυθού"




ΟΔΙΚΕΣ ΓΕΦΥΡΕΣ


Όχι ταξίδια υπερατλαντικά, επιμένω·
ανύπαρκτα ταξίδια υπερατλαντικά.
Όμως εκείνα τα ολιγόλεπτα
Αντίρριο-Ρίο και Ωρωπός-Ερέτρια
πόσο θ' αντέξουν;
Δε φτάνει ο γερο-Πελοπόννησος με τη Στερεά
ψάχνετε κι άλλες αφελείς αυθάδειες της ξηράς μας.
Εδώ απροκάλυπτα φλερτάρει, λέτε,
η Βοιωτία με την Εύβοια.
Εκεί επιλήψιμα σχεδόν η Κόρινθος χαϊδεύει
το γεροντοκρατούμενο Λουτράκι.
Χαμηλού κόστους το έργο, μας βεβαιώνετε,
αφού το πεινασμένο χέρι του Περάματος
αδράχνει τους βουβώνες του Ναυστάθμου Σαλαμίνας.

Οδικές γέφυρες λοιπόν· να τρέχουνε
κουρσάκια κυριακάτικα
σαν μπάλες ποδοσφαίρου απ’ το ραδιόφωνο
και σαν αυγά σφιχτά κεφτέδες στο ασημόχαρτο·

ενώστε τα λοιπόν ενώστε τα όλα.
Μην τους αφήσετε
ούτ’ ένα υπαινιγμό
Αχερουσίας.





ΕΓΩ ΚΟΙΤΑΖΩ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΜΟΥ


Σε βλέπω τώρα που γερνάς
και είσαι η μόνη εναπομείνασα
με τις παλιές εκείνες πούδρες που αντιστέκονται
με το κουμκάν της Τρίτης
το κολιέ τα σκουλαρίκια του ’50
και μου θυμίζεις τις καλές εποχές
που όλοι οι δικοί μας ζούσαν
και ρυθμίζατε το μέλλον μου
με τόση ασφάλεια ανυποψίαστη.
Σε βλέπω και με πιάνει πανικός
να, ότι ζεις
κι απ’ ώρα σ’ ώρα
ότι ραγίζεις
και σου το λέω σαν να ’φταιγες εσύ
και μου απαντάς
διώχνε τις μαύρες σκέψεις όλοι κάποια μέρα
άντε σινεμαδάκι να ξεσκάσεις
κοίταξε το μέλλον σου.

Έλα λοιπόν, φύγε κι εσύ λοιπόν
φύγε να μείνω μόνος με το μέλλον μου
μια και το μόνο μέλλον μου είναι
να γίνουν όλα γύρω παρελθόν.





ΤΑ ΓΥΑΛΙΝΑ ΛΕΥΚΩΜΑΤΑ


Σφουγγαράκια συρμάτινα
τεχνολογία πλυντηρίων
κι εσύ φιλοτιμία των απορρυπαντικών
ποτέ δε θα μπορέσετε να σβήσετε
τα χείλη που ακουμπήσαν σε τυχαία ποτήρια.

Γι’ αυτό κι εμείς ελπίζουμε στα χείλη
όσων μας αρνηθήκανε φιλί
όπως τα διψασμένα χείλη των νεκρών
προσμένουν πάντα στα ποτήρια το φιλί μας.





ΝΕΚΡΗ ΦΥΣΗ ΣΕ ΚΗΠΟ


Έχω βρεθεί όπως όλοι μας
σε πάμπολλα ξενοδοχεία.
Μπαίνοντας στο δωμάτιο
κατευθύνομαι προς το μπαλκόνι
για να δω πού βλέπει:
σε κτίρια στο σταθμό ή στη θάλασσα
σ’ ένα φουγάρο τέλος πάντων
ή σ’ ένα βουνό
σε μιαν απώτατη αφορμή για ποίημα.

Όμως απόψε το δωμάτιο έβλεπε
σε κήπο. Με όλο λουλούδια
γαλάζια, μοβ, άσπρα και κίτρινα
και πίσω δέντρα
ανοιχτά πράσινα και σκούρα δέντρα.
Έσκυψα μήπως δω
κάτι οτιδήποτε άλλο· όμως παντού
λουλούδια, δέντρα και λουλούδια.

Κι ήταν αυτό
ένα ρίγος αγαλλίασης
ή φρίκης
σαν εγώ να βρισκόμουνα
μέσα σε ποίημα
άλλου.





ΟΙ ΑΙΘΕΡΕΣ ΕΧΟΥΝ ΕΝΑ ΜΑΓΙΚΟ ΡΑΒΔΑΚΙ


Σκάλα ψηλή σας οδηγεί στο αεροσκάφος
ενώ το πρόσωπό σας ήδη παίρνει
μιαν ώχρα μαρτυρίου σεπτού και Ανάληψης.

Αν προσγειωθείτε τελικά

έχετε κατεβαίνοντας
κάτι από το κενό
που ενανθρωπίστηκε.





ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΕΛΕΓΕ
ΠΩΣ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ
ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΤΟΝ ΜΗΤΣΟ


    Λοιπόν γύριζε δήθεν άσκοπα του ποιήματός μου ο ήρωας, φοιτητής επί δικτατορίας ας υποθέσουμε, τότε αντιστασιακός οργανωμένος έστω, σαραντάρης σήμερα με φαλακρίτσα χτένιζε την Ομόνοια σε σαφάρι και δεν είχα τι να τόνε κάνω. Όμως εκείνος ήτανε μέσα στο μυαλό μου κι ήξερε καλά όλους τους ήρωες ποιημάτων που με συγκινούν, γι’ αυτό – κι όχι μονάχα – το θυμήθηκε το πατριωτάκι του τον Μήτσο σαν τον είδε απέναντι στο σουβλατζίδικο, τον «Μήτσο τον επιλοχία», τον έρμο και το σκοτεινό βασανιστή, ξέμπαρκο και που χάζευε πικρά στου Γ. Μ. το ποίημα· θυμήθηκε όμως και το ξύλο και τις μελανιές αλλά ιδίως το πώς τον είχε ο Μήτσος, δαγκώνοντας τη γόπα του σαν μπράτσο, κοιτάξει τότε, καθώς έβγαινε από την Ασφάλεια Μπουμπουλίνας, μα κι ο δικός μου πώς ότι τάχα δεν κατάλαβε,
    όμως τώρα, ήταν το θάρρος του πρώην θύματος, ήταν το απάνω χέρι του δημοκράτη νικητή, θες το gay movement, θες κι οι ενοχές του Μήτσου που προεξόφλησε αστραπιαία, «Ρε συ, εσύ δεν είσαι ο Μήτσος;» φώναξε, μα εκείνος έκανε και δεν είδε και δεν άκουσε, χάθηκε βλάχος σκοτεινός κασκέτο ντροπιασμένο της στοάς μέσα σε υδρόγεια σύννεφα ντονέρ.

    «Κρίμα που δεν μπορούμε να τα βρούμε ούτε στα ποιήματα», κατέβασε τα μάτια ο ήρωας μου· ταμείο και κόβοντας ένα ουρητήριο «Καυτή σάρκα» σινέ-Σταρ, έτοιμος πάλι για πολύ πιο προσγειωμένες περιπέτειες, «Άσε τους ποιητές, αναλογίστηκε, να πληρώνουνε πάντα τα σπασμένα».





Από τη συλλογή «Πιάνο βυθού» (1991).
Πηγή: η συγκεντρωτική έκδοση «Γιάννης Βαρβέρης - Ποιήματα Τόμος Α΄ (1975-1996)», εκδ. Κέδρος, 2013.

Στην εικόνα: έργο του Γιάννη Κουνέλλη
(Πηγή: https://worldcity.wordpress.com/).

Σάββατο 25 Νοεμβρίου 2017

Γιάννης Βαρβέρης, "Ο κύριος Φογκ"




ΤΟ ΗΛΙΑΚΟ ΡΟΛΟΪ


Όταν ο κύριος Φογκ
ήθελε να δει τι ώρα είναι
έσκυβε από την πολυθρόνα
και κοίταζε το πρόσωπό του στο νερό:
όμορφος παρά μελαγχολικός και δέκα δευτερόλεπτα
τρυφερός και αγέρωχος και σαράντα δευτερόλεπτα
λυπημένος και λυπημένος ακριβώς
του απαντούσε το νερό.
Μόνο τη νύχτα
η ώρα ήτανε πάντα
νύχτα.
Όταν μια νύχτα ολόκληρη
σου δίνεται
δεν την ρωτάς ποτέ
τι ώρα είναι.





Ο ΚΥΡΙΟΣ ΦΟΓΚ ΕΝΩΠΙΟΝ ΝΑΥΑΓΟΥ


Μία μέρα
από την πολυθρόνα του είδε
ο κύριος Φογκ
έναν άνθρωπο να πνίγεται.
− Αφού δε γνωριζόμαστε
τι νόημα έχει να τον σώσω, σκέφτηκε.
Με τον καιρό θα με ξεχνούσε
ενώ εγώ για πάντα θα θυμόμουν
την αγνωμοσύνη του.
Ή θα ’τανε διά βίου ευγνώμων
κι έτσι μοιραία θα τον ξεχνούσα.
Θέματα τόσο σοβαρά
καλύτερα να τα ρυθμίζει
η θάλασσα.





ΣΥΣΤΗΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ


«Σεις, ένας τζέντλμαν ανυποχώρητος
και ν’ αθετήσετε συμφωνημένα;
Τι σας έλειψε;
Ταξίδι, χρήματα, υπηρέτης
ή περιπέτεια, ή φαντασία, το αίσιο τέλος;
Τι θα ζητούσε άραγε ένας ήρωας
και δεν το ’δωσα;
Είχα τα πάντα υπολογίσει στην εντέλεια
μέχρι τον ήλιο γύρισα για σας
σε ογδόντα γλώσσες μίλησαν τα λόγια σας
κι όλες οι οθόνες φρόντισαν να γίνετε
ονείρων όνειρο στον ύπνο των παιδιών.
Και τ’ αρνηθήκατε.
Τώρα πια νιώθω την παγίδα της ευεργεσίας
πόσο ίσως ακριβά εξαργυρώνει αυτός που δίνει
σε τι σκλαβιά καταδικάζεται όποιος παίρνει.
Αλλά έστω, Φογκ.
Ένας που κι ως νεκρός έχει γεράσει
μπροστά στην απειλή της λήθης
άλλη εκδοχή δεν έχει απ’ την μακροθυμία.
Αντίο. Ιούλιος Βερν.»





ΣΥΣΤΗΜΕΝΟ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ


«Δεν είμαι Ιούλιε ο εξωμότης που φαντάζεστε
ένας αχάριστος που αυτομολεί
προς την ασφάλεια της ανωνυμίας.
Πνίγοντας μέσα μου εκείνο που βαθύτερα ήμουν
κατ’ όνομα σας υπηρέτησα πιστά για έναν αιώνα·
μα ήρωας όχι, δεν υπήρξα.
Ήρωας είναι μόνο εκείνος
που δραπέτευσε και το ’πε·
εγώ σας άφησα να με πιστεύετε δικό σας
και σας αποκαλύπτω την αλήθεια μόλις τώρα
αφού έχετε πια χάσει
κάθε συγγραφικό δικαίωμα στη ζωή μου.
Για τους πολλούς θα μείνω βέβαια
η πρώτη μου έκδοση −
συμβιβασμένος ταξιδιώτης νικητής.
Όμως ακόμη και στη σκιά
ενός εαυτού που δε μου ανήκει
θα ’μαι επιτέλους ο ήρωας
μιας ταπεινής, αθόρυβης
αλλά δικής μου ζωής.»





ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ


Όμως εντός του λυπόταν
ο κύριος Φογκ
για το γύρο του κόσμου
που απαρνήθηκε.
Βαθιά μέσα στην πολυθρόνα του
με μπροστά του τη θάλασσα
κάθε πρωί
αυτή τη λύπη όλο έγραφε
σε χαρτί που κυλιόταν αργά
ως τα κύματα.
Και όταν ο κύριος Φογκ
κουραζότανε να γράφει
αυτή τη λύπη
το χαρτί του κοβότανε μόνο του
διπλωνότανε μόνο του
σε βαρκούλα
και έφευγε
στην απέραντη θάλασσα.





Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΦΙΛΟΥ


Μία μέρα που ο κύριος Φογκ
σκεφτότανε τι να ’γινε
το ημερολόγιό του
διέκρινε μια φιγούρα γνώριμη μα γερασμένη
να πλησιάζει εκεί στην πολυθρόνα του.
Στον ώμο του κουβαλούσε ένα καλάθι.
Ήταν ο μόνος φίλος του εκτός Λέσχης
την εποχή της Λέσχης, τότε.
− Καλέ μου Άγγελε, πώς ήρθες ως εδώ
τι κουβαλάς μες στο καλάθι;
− Ήρθα
για το χαμένο ημερολόγιο, Φογκ.
Μες στο καλάθι
είναι χιλιάδες χάρτινες βαρκούλες
που τόσα χρόνια μόνες έρχονταν
εκεί που τις περίμενα
στην αμμουδιά
σε μιαν ακτή
στο Ντόβερ.





Από τη συλλογή «Ο κύριος Φογκ» (α΄ εκδ. ύψιλον/βιβλία, 1993), που περιλαμβάνεται στην συγκεντρωτική έκδοση «Γιάννης Βαρβέρης, Ποιήματα, Τόμος Α΄, 1975-1996», εκδ. Κέδρος, 2013.