Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μυλόπουλος Νίκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μυλόπουλος Νίκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2024

Νίκος Μυλόπουλος, "Τ’ ανοξείδωτα Χάικου"





Μασώντας πέτρες



Πληγή που χαίνει
Τώρα η εξέλιξη
Χωρίς ανθρώπους.


*   *   *



Αγγίζεις ψυχή
Κι η αγάπη φωτίζει
Τα σκοτάδια μου.


*   *   *



Ο χρόνος είναι
Οι έρωτες που ζούμε
Και τίποτ’ άλλο.


*   *   *



Κρατώ μια λέξη
Με γράμματα άγνωστα
Μέσα στο στόμα.


*   *   *



Βουβό φεγγάρι
Τραγουδά καθ’ εκάστην
Άσμα Ασμάτων.


-- -- -- -- -- -- -- -- -- 



Γεωτρύπανα χαράς



Ερωτευμένος
Στ’ άσπρα δέθηκα πανιά
Και ξεκίνησα.


*   *   *



Μονοσύλλαβα
Ποιήματα αγάπης
Οι ανάσες σου.


*   *   *



Πόσο εύθραυστη
Στην αγκαλιά μου μέσα
Η ανάσα σου.


*   *   *



Μες στων ματιών σου
Τις θάλασσες πνίγονται
Οι θλίψεις όλες.


*   *   *



Άσε να είμαι
Το πιο βαθύ κόκκινο
Στην παλέτα σου.



-- -- -- -- -- -- -- -- -- 



Από τη συλλογή «Τ’ ανοξείδωτα Χάικου», Εκδόσεις Παρέμβαση, 2023.
Προλογίζει ο Γιώργος Ρούσκας.
Έργα εξωφύλλου: Κώστας Γόγαλης.




Ο Νίκος Μυλόπουλος γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη το 1951 στην οποία σπούδασε, ζει και εργάζεται ως Χειρουργός Οφθαλμίατρος. Διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του Α.Π.Θ.
     Έχει εκδώσει δώδεκα ποιητικές συλλογές ενώ συμμετείχε και σε τέσσερεις συλλογικά ποιητικά βιβλία. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Ιταλικά, Γερμανικά και Ισπανικά και έχουν δημοσιευθεί σε πλείστα ελληνικά και ξένα λογοτεχνικά περιοδικά και στο διαδίκτυο. Επίσης επιλεγμένα ποιήματά του περιλαμβάνονται σε πολλές ποιητικές ανθολογίες.
    Συνεντεύξεις, ανέκδοτα ποιήματα και κριτικά σημειώματα για το έργο του έχουν δημοσιευθεί στους ιστότοπους λογοτεχνίας Culture Book, Ennepe moussa, Fractal, Literature, Diastixo, καθώς επίσης στο «Νόημα», «Στους πίσω κήπους μίας λέξης», στη «Φιλολογική» και στην «οδό Πανός».



Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2022

Νίκος Μυλόπουλος, "Ερασιτέχνης σχοινοβάτης"





ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΛΟΧΜΕΣ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΥ


ΟΙ ΡΑΓΕΣ


Είμαι μια ασήμαντη σιδερένια ράγα
Δίπλα μου άλλη μία
Μοναχική επίσης
Ανάμεσά μας χαλίκια κι αγριολούλουδα
Δεν συναντιόμαστε ποτέ
Στρωμένες από χέρια καταδίκων
Στερεωμένες εξαιτίας παραδόσεων οικογενειακών
Περιμένουμε να περάσουν από πάνω μας
Πολύχρωμα τα βαγόνια και τα αισθήματα.
Αγνοώντας μας επιδεικτικά για πολλές δεκαετίες
Χορταριάσαμε με εικασίες για την αγάπη
Όμως το τραίνο
Δεν φάνηκε στον ορίζοντα ποτέ.

Δυο σκιές άηχες πια
Ακίνητες στεκόμαστε για πάντα
Άσαρκες ακούγοντας νότες.





ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΛΟΧΜΕΣ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΥ


Ανεξέλεγκτες ώρες ανθίζουνε μέσα μας ποταμούς
Το πανάρχαιο βάφοντας όνειρο με ασημένιες κιμωλίες.
Ταξίδια του νου οι πλόες των μέθυσων σκέψεων
Άλλοθι και καταφύγιο μαζί η σιωπή των πνευστών
Κι η υγρασία στων εμπρηστών τα χείλη
Καημός ενδόμυχος χειροκρότημα λευκό
Ο επερχόμενος ναύλος φιλί αγίασμα δροσίζει τα χείλη
Πορτοκαλιού ανθός βροτός ανάμεσα σε λόχμες πανσελήνου.
Σκαρφαλωμένοι στο αέναο εκκρεμές του ανολοκλήρωτου
Ως στήλη παραμένουμε αλατιού
Άπραγοι κι αμετάβλητοι.

Έξω ο Βαρδάρης σαρώνει ανθρώπους, πάθη κι αισθήματα
Το θνησιγενές μετατρέποντας σε ερωτόβιο.






ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΑΓΚΑΘΙΩΝ


ΣΧΟΙΝΟΥΣΑ


Ο δρόμος είχε ζωγραφισμένες στα στήθια του
Άσπρες καρδιές και καραβάκια
Ένας πύρινος τον προστάτευε πέτρινος τοίχος
Αλάτι γέρικο κούρνιαζε σαν ερείπιο στις γούβες των βράχων
Καθώς μεθυσμένες ηλιαχτίδες στις εσοχές βυθίζονταν των κυμάτων
Για μικροσκοπικούς ψάχνοντας κόκκους αλήθειας.
Την αέρινη αφήνοντας να μας θωπεύει στολή του γυμνού
Και με μάτια βουτηγμένα σε μυρωμένο ανθόνερο
Με την παλίρροια επανερχόμαστε της έξαψης
Στην παράκτια γιορτή των οριζόντων.
Σχοινοβάτες στης αλμύρας τον απόρθητο κάβο
Τη μεγαλόπρεπη απολαμβάνουμε αφωνία της θάλασσας
Κι εκείνο το πνιχτό αναφιλητό δημόσιας χρήσης
Που ορίζει τη σιωπή της.

Μοναχικά απομεινάρια του μυαλού
Την ερημιά υπομένουν πολυσύχναστων νόστων.





ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΑΓΚΑΘΙΩΝ


Αδιάβατο πέρασμα η ανοιγμένη πόρτα
0 επίλογος των θαλασσών ανυπόφορος
Όπως κι η κάθε έντιμη σταύρωση όπου δυο
Απαιτούνται εραστές αμοιβαίας μυθοπλασίας.
Εικόνες απ’ το παρελθόν ζωγραφίζει η θύμηση
Αρχάρια στον χορό των αγκαθιών αιμορραγία
Ευζωίας βραχνάς του πάθους ο βρυχηθμός
Σε συνεπαίρνει.
Ύστερα αναπνέεις ελεύθερα σιωπή.
Αγαπημένο χρώμα το κόκκινο
Των ελάχιστων στιγμών χρυσαλλίδα.

Δεν καθορίζονται πια οι ανθρώπινες σκιές
Μόνο γενναίοι χωρισμοί
Από τον παλιό εαυτό μας.






ΜΕ ΕΜΦΑΣΗ ΣΤΟΝ ΚΩΔΙΚΑ ΤΗΣ ΑΜΜΟΥ


ΕΡΩΤΙΚΟΣ ΑΠΟΠΛΟΥΣ


Σε κλινική άκρατης ηδυπάθειας εισήλθε με διάγνωση
Ανεγχείρητος χρόνιος έρως
Με ένα δέλτα ανάποδο ως εφήβαιο
Δύο όμικρον συμμετρικά στο υπερώο
Την πρύμνη στίλβουσα σαν σπέρμα αχινού
Πλεούμενα αβύθιστα τους παλμούς στο ακρωτήρι των αισθήσεων
Και φλέβες μια ανάσα μακριά απ’ τον κόκκινο φάρο.
Ευάλωτη τότε στο ανοιγμένο άκρο της η γέφυρα τρέμει
Μικρά εκπνέοντας σμαραγδένια αστέρια.

Εξαντλητικής συνωμοσίας απόπλους η αγκαλιά
Καθώς ο χρόνος αβίαστα άπαντα τα αλέθει.





ΜΕ ΕΜΦΑΣΗ ΣΤΟΝ ΚΩΔΙΚΑ ΤΗΣ ΑΜΜΟΥ


Συναντηθήκαμε
Σ’ ένα ελάχιστο κλάσμα αιωνιότητας
Τη σωστή ώρα στο σωστό μέρος
Μετά από εξουθενωτική αλληγορία των χειλιών
Αποτυπωθήκαμε ως μύστες σε μια κορνίζα ξύλινη που ανέδυε ευλογία!
Κρατώντας σφιχτά της σιωπής τα ηνία το έσχατο περάσαμε σύνορο
Κι η έκφραση σπασμένη γιορτή σε λευκό ανείπωτων διαλόγων.
Το λίκνισμα των σωμάτων, εκείνη η ανέμελη αερολογία των γοφών,
Τους ήχους μετέτρεπε του κήπου σε όρθρο ερωτικής πλησμονής
Με έμφαση στον κώδικα της άμμου.
Συνεργοί στο ατόπημα της ουτοπίας άθραυστα σφυρηλατήσαμε δεσμά
Ώσπου τα βήματά μας έσβησαν αυτοεξόριστα.

Χαμόγελο πλατύ κάτω απ’ τις πολεμίστρες άπλωνε η θάλασσα
Καινούργια αρχίζοντας ζωή σε κάθε θάνατο δευτερολέπτου.






Από τη συλλογή «Ερασιτέχνης σχοινοβάτης», εκδ. Κοράλλι, 2021.

Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2019

Νίκος Μυλόπουλος, "Ο κλήρος του ανεκπλήρωτου"




ΓΙΟΡΤΗ ΤΩΝ ΧΑΡΤΑΕΤΩΝ


Αναστροφής διέγερση στην γιορτή των χαρταετών
Εκμυστηρεύσεις μνήμης σε εσπερινό απόπλου.
Ύστερα ξεβράζει το στόμα ντροπή αλλαγής αισθημάτων
Ισορροπία φαντασίωσης και αξημέρωτο μέλλον εγγύς.
Θρυμματίζοντας οριστικά το ανθογυάλι των κρίσεων
Ανάπηρα σε κουπαστές και πηγάδια φτερουγίζουμε όνειρα
Με ανάσες πουλιών ανύποπτων αντί για μάτια
Λέξεις νεκρές και φύλλα κίτρινα για πρόσχημα.

Βαρύτητα νηφάλια ευωδιάζουν μνήμες υδρορροές
Βροχή τώρα σιωπής
Λύτρωσης πικροδάφνες στο προσήλιο.





ΜΙΚΡΟΣ ΚΑΙΡΟΣ


Η νύχτα κύλησε σαν κέρμα
Πλανόδιοι έρωτες κι αξόδευτα τη συνόδευσαν πάθη
Σε τροχιές κυκλικές αγεφύρωτες δειλά χτυποκάρδια
Κι η υδρόγειος να γυρίζει ασθμαίνουσα
Από νόμους ασήκωτους στην τροχιά της ερήμωσης.
Μικρός καιρός για αβάσταχτα όνειρα σε σφαγεία αγάπης
Και μόνο οι στάσεις να αναβάλλουν το αναπόφευκτο.
Ντυμένοι ενσυνείδητα με πλοκάμια ελιάς και φύλλα δάφνης
Πυροδοτούμε στο θρόισμα του κενού το επερχόμενο
Τους τελευταίους ξηλώνοντας ολοσχερώς λεπτοδείκτες.





ΚΛΗΡΟΔΟΤΗΜΑ


Από τα στόματα κυλούν ψίθυροι μαύροι
Καθώς τα όνειρα στερεύουν από χρόνια
Πρωτότοκο γυρεύοντας λουλούδι
Το ανάξιο να στολίσει παρελθόν μας.
Ο ουρανός ανεμοστρόβιλος λαθών
Ψαρεύει μόνος πια τη γλώσσα των μίμων
Τα χείλη φέτες καρπουζιού ζητιανεύουν φιλί
Μιαν έκλειψη σκοτώνοντας λύπης που ποτέ δεν ξεκίνησε

Αδειάζει ο σταθμός από κορμιά και τρένα.
Τα ρολόγια μόνο καρτερούν τα επόμενα.
Η έλξη για ατέλεια εισιτήριο στη μετάβαση.

Πάντως το ξημέρωμα θα φτάσει ανυπερθέτως.





ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΑ ΔΑΝΕΙΑ


Λεκτικές εκτοξεύοντας παρορμήσεις από τις στοματικές μας υποθήκες
Μας παρέσερνε η γη ανάσκελα στο κρεβάτι της
Γιατί η βροχή αργούσε κι αμήχανος με αμέτρητες αποχρώσεις ο χρόνος
Φόρτωνε σακιά γεμάτα επωμίδες.
Τα σώματα μεσήλικες βλαστοί χωρίς ευλυγισία
Σε αρχαία παρέπεμπαν χειρόγραφα ανιστόρητης σιωπής.
Με ασετιλίνη αλείφοντας τότε τα μακρόπνοα δάχτυλα, πλησιάζαμε,
Η έκρηξη μανιτάρι δίχως δηλητήριο
Τροφή χρήσιμη για άλλη μία χαμένη διέγερση
Και άμετρη ερωτική αιχμαλωσία.
Αόμματοι ένορκοι κουνούσαν μηχανικά τα υπέρμετρα χείλη τους
Στην προσπάθεια να δώσουν τότε έμφαση σε ετυμηγορία ψευδή.

Λείανέ με λοιπόν με το καυτό κοπίδι της ανάσας σου
Ροκάνισε ό,τι εξέχει απ’ τη ζωή μου προτού απαιτήσουν
Τα σώματα πίσω, όσα υλικά τους μας στιγμάτισαν.





Από τη συλλογή «Ο κλήρος του ανεκπλήρωτου», Οι Εκδόσεις των Φίλων, 2019.

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2018

Νίκος Μυλόπουλος, "Όπως η θάλασσα με το αύριο"





Πίσω απ’ αυτό το μπλε


ΣΥΝΤΟΜΗ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ


Ήταν μια σύντομη συνομιλία έμοιαζε φλόγα ετοιμοθάνατη
Όπως η ζωή κι ο έρωτας, το φιλί και το φως
Απ’ έξω περνούσαν απειλητικά τα τραμ σφυρίζοντας πως θα
      σ’ αρπάξουν
0 ουρανός ορφανός από βροχή χάριζε χαμόγελο ουράνιου
      τόξου
Υπήρχε τόση ομορφιά γύρω μας
Μα εμείς κοιτάζαμε περίλυποι τα μαραμένα φυλλαράκια
Ώσπου μαζέψαμε τα υπάρχοντά μας βιαστικά
Κι αναχωρήσαμε για χερσονήσους και στεριές ανεξερεύνητες
Για συγκυρίες κι επαφές σπαραχτικές
Καλοκαίρι ντυμένο Φθινόπωρο, καταπίεση ντυμένη ζωγραφιά.
Ύστερα ακουγόταν όλο και πιο καθαρά κάποιο σφύριγμα
Χωρίς κανείς να γνωρίζει αν αυτό σήμαινε επιστροφή ή
      αναχώρηση
Και κρατώντας στα ροζιασμένα χέρια μας δύο χρώματα
      κόκκινο κι ερυθρό
Αναπαλαίωση της αγάπης αρχινήσαμε, σε μια υπέρβαση
      δικαιοσύνης.





ΣΤΕΦΑΝΩΜΕΝΟΙ ΜΕ ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ


Ο δρόμος ψέμα μακρύ με όλα τα φώτα του σβησμένα
Προκαλούσε ρίγος σαν ξυραφιά στην πλάτη της μνήμης
Η μέρα έπαιζε κουτσό στο πλακόστρωτο
Στεφανωμένοι με τα σύννεφα
Καλωσορίζαμε την ανάποδη νίκη
Σε χέρσο θάβοντας χωράφι τους φόβους μας
Ποτέ ξανά να μη φυτρώσουν.
Ύστερα οριοθετώντας το άγνωστο
Ξηλώναμε τις νάρκες και το παρελθόν που δεν γνωρίσαμε
Καθώς η λεπτή καμπύλη στο λαιμό σου
Λυπημένη θύμιζε νεροποντή
Κάθετη πλώρη καραβιού να μας πληγώνει.





Οπλίζοντας όνειρα


ΑΝΑΦΛΕΞΗ


Σφίξε λοιπόν με τα πελώρια μάτια σου
Πριν αυτά καταντήσουν δυο ελιές μαραμένες
Δυο περόνες τα πόδια σου, γραμμική ζυγαριά
Και εκείνα τα υπέροχα δάχτυλα ξεραμένα λιθάρια
Σαν ανθός βαμβακιού σε κατάμεστο από λάθη χωράφι
Τύλιξε με τώρα με φωτιά πριν το ευάερο φύλο σου
θυμίζει μόνο εφηβαίου αχλή
Με τα χείλη σκοτεινά τριαντάφυλλα σε θλιμμένο ροδώνα
Και γεμίζοντας με ακρίβεια ρολογιού
Το κενό μου ποτήρι της ύπαρξης
Ας λουστούμε μαζί στα κολλώδη νερά της πυρίτιδας
Σιωπηλά ναρκοπέδια λίγο πριν εκραγούμε.





ΚΑΤΑΚΑΛΟΚΑΙΡΟ


Ήταν κατακαλόκαιρο και τα κορμιά φλογισμένα
Θύμιζαν προπατορικό αμάρτημα
Τ’ αντρόγυνα ίδρωναν για ένα πιάτο φαγητό
Οι άντρες ονειρεύονταν μια νεαρή γυναίκα
Και τα κορίτσια ένα γέρικο χέρι αντρικό κρυφά να τ’ ασημώσει.
Οι λέξεις είχαν χάσει το νόημα και οι χαρές πάντα λίγες
Όλοι ζούσαμε για το χθες που τ’ ονομάζαμε αύριο
Οι τρελοί αυτοεξόριστοι στον μήνα της άδειάς τους
Κυκλοφορούσαν επιτέλους ελεύθεροι
Ενώ οι γιατροί κι οι δεσμοφύλακες πίσω απ’ τα σίδερα
Καφέ πίνοντας ελληνικό πυροβολούσαν.
Άφωνοι μπροστά στο χάος της σοφιστείας
Δεν μιλούσαμε πια ούτε στα όνειρά μας
Μικρές μερίδες θερισμού ψάχνοντας λίγο ακόμα.
Ύστερα ο χρόνος σκέπαζε τις κουβέντες των φτωχών
Όπως το χιόνι την αυλή
Όπως η θάλασσα τ’ αφηρημένα κοχυλάκια.





Γενικευμένη επίθεση


ΜΙΚΡΟ ΠΑΝΔΟΧΕΙΟ


Κοιτάζοντας τη ματαιότητα με μάτια γυάλινα
Καταπίναμε ατάραχοι την πρωινή παλίρροια
Ενώ τα βράδια στον πλάγιο φωτισμό της σελήνης
Μεγάλες ανοίγαμε τρύπες στη φαντασία
Ταΐζαμε με λάθη την ερωτική μας υπόσταση
Χωρίς υπεροψία φυγής και αντιπαραθέσεις φαντασμάτων
Κλυδωνιζόμαστε μόνο σε παθιασμένους εγκλεισμούς
Με λύσσα και μοσχοβολιά, απρέπειες και πάθος.
Αλήθεια με πόσα όνειρα ακόμη μπορείς να στολίσεις
Το μικρό πανδοχείο εκείνης της νύχτας.





ΣΕΛΙΔΕΣ ΣΙΩΠΗΣ


Ο χρόνος έτρεχε πίσω μας σαν τρύπιο λάστιχο καθηλωμένος
Ανεβασμένοι στο κατάστρωμα κάποιου αργού ποταμόπλοιου
Παρατηρούσαμε αμίλητοι τις ώρες να πνίγονται αναπάντεχα
Οι σκέψεις μας δολωμένα αγκίστρια σε αφρισμένα νερά
Κι ο πλούτος όλος μετρημένες σελίδες σιωπής
Σε σακούλι γεμάτο αναμνήσεις.
Σπάνια ο ήλιος ζωγράφιζε στα πρόσωπα στιγμιαίες χαρές
Όμως το άπειρο δεν διέθετε σκιά
Κι η αιωνιότητα μετρημένη αρχή και τέλος.





Αναπάντεχη Εδέμ

                                           στον Κώστα Θ. Ριζάκη


ΑΝΑΠΑΝΤΕΧΗ ΕΔΕΜ


Τα μεγάλα λόγια ανέμιζαν σε δρόμους φαρδείς και σε
      μπαλκόνια
Η προσωπκή ζωή του καθενός γραφόταν σε συντριβάνια
Και σε χώρους καλά φυλαγμένους στην ουτοπία
Με δαχτυλικά γεμάτους και χειλικά αποτυπώματα
Ένα χέρι ομίχλης τύλιγε τότε σε χαρτί διάφανο τις εμπειρίες
Προστατεύοντας τους ανθρώπους από τον χρόνο.
Η μοναξιά και η ζωή αδελφές δίδυμες
Μισούσαν πάντοτε η μία την άλλη
Αλληλογραφώντας με τα μάτια
Εμπλουτίζαμε με χαμόγελο τα άχρωμα χείλη
Μηρυκάζοντας αμίλητοι αλήθειες και ψέματα
Έτοιμοι για αναχώρηση από πλατείες οκταγωνικές
Όμως ήταν τόσοι πολλοί οι δρόμοι που ανοιγόντουσαν
Που δεν ξέραμε ποιον να πρωτοδιαλέξουμε
Κι όσο μιλούσαμε ρούχα απομείναμε ορφανά
Στης σιωπής την κουρασμένη λεωφόρο.

Στον κήπο με τις κατεστραμμένες ζωές
Όποιο λουλούδι κι αν μύριζες μοσχοβολούσε.





Από τη συλλογή «Όπως η θάλασσα με το αύριο», εκδ. Γαβριηλίδης 2016.

Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2018

Νίκος Μυλόπουλος, "Εγχείρημα φωτός"




Α.  ΣΤΟ ΜΩΒ ΤΟΥ ΧΑΡΤΗ



ΧΑΡΤΙΝΕΣ ΠΟΛΕΙΣ


Στις χάρτινες πόλεις που καιγόμασταν
Με ρώτησες (κάπως συνεσταλμένα) αν σε ήθελα.
Ακολούθησαν διάλογοι χαρτοπαικτών χωρίς
         σιγαστήρα
Πιστεύοντας πως με μία ντάμα καρό θα σώζαμε
         την παρτίδα.
Αγνοώντας την συρμάτινη Άνοιξη που στο λαιμό
         κρεμάσαμε
Εκπέμπαμε την άγρια ομορφιά των αχνών
         ηλιαχτίδων.
Καθώς το άρωμα ξεθύμανε αργότερα στην
         κλεψύδρα του χρόνου
Δραπετεύσαμε απ’ της σιωπής τα τρύπια δίχτυα
Στην ανοιχτόχρωμη πηγαίνοντας συναυλία
         των υπόπτων.

Λιθόστρωτο και λιθοξόοι τώρα πια
Πνιγμένα υλικά του τίποτα στη σκόνη.





ΑΓΡΙΟΚΕΡΑΣΑ


Πολλαπλά χτυπήματα σε πήλινα σκαλιά η
         μοναξιά της σκέψης
Όσο κι αν δραπέτευε φιλί απ’ τη ρωγμή του λάθους.
Κι όταν το σκοτωμένο βλέμμα του τρελού
Ολόκληρη φανέρωνε τη σκοτεινή εκδοχή
Γύρισα πίσω ν’ αντικρύσω τη μορφή σου όμως
         χιόνιζε
Και οι νιφάδες ήταν σιωπή κι αδιέξοδες
         προσδοκίες
Χαμένα του καιρού αγριοκέρασα.





ΕΑΡΙΝΕΣ ΔΙΑΘΗΚΕΣ


Όμηροι, εκ γενετής άλλωστε, στο πεπρωμένο
Την ανυπόδητη ξύναμε σκουριά
Αιώνια ν’ αποκτήσει μνήμη η στιγμή.
Κληρονόμοι κραυγαλέων φιλιών
Στις αδιάγνωστες καταφεύγαμε στοές
         της σιωπής και του βάθους.
Στοχαστικός τότε δισταγμός χάιδευε τα
         λαγόνια
Καθώς εφήμερα νεύματα μοιραίες
         δρομολογούσαμε συναντήσεις.
Σκαριά αβοήθητα βγαίναμε τις νύχτες έξω απ’
         τα ρούχα μας
Ολοκληρώνοντας με χρώματα γυμνά
Εαρινές διαθήκες σε ξεροπήγαδα.





ΖΩΗ


Τώρα η ζωή δεν είναι, παρά μια ρόδα που
         κυλάει αργά
Απτά αφήνοντας σημάδια μιας ολοκλήρωσης
         χαμένης
Ελάχιστο επιζητώντας στήριγμα ερωτικής
         κοσμογονίας.
Καθώς τα πουλιά τρεμοσβήνουν στο μάτι
         του ορίζοντα
Μη αντέχοντας τέτοιας πραγματικότητας
         άλλη μια δόση
Ακατανόητη πορεία ακολουθούν οι
         χορτοφάγες φλέβες
Και η άλγεβρα αξημέρωτη στων κορμιών
         την κοινή συμμετρία.





Β.  ΧΕΡΟΥΛΙ ΕΞΟΔΟΥ



ΠΗΛΙΝΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ


Κι αν το πένθιμο χαμόγελο του ήλιου σαν δύει
         σε κρατά ζωντανό
Μη ξεχάσεις να ράψεις γενναιόδωρο άκουσμα
         στα άχαρα σπίτια
Να ευωδιάζει θυμίαμα στις γωνίες των δρόμων
Εκεί όπου πήλινοι άνθρωποι χάνονται τρυφερά
         στη σιωπή
Ενώ λίγο πριν τυλιγμένοι στις φλόγες εμείς
Τα ατίθασα σκορπίζουμ’ άλογα της σελήνης
         στα σύννεφα.





ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ ΧΟΡΟΣ


Μυρίζαμε σαν τους φυλακισμένους τα λουλούδια
         στον αυλόγυρο
Τα κύματα χάριζαν στο νερό μιαν αιωνιότητα
Ανήσυχος ο αέρας άσπριζε τα περιθώρια
         της θάλασσας
Τα πουλιά μοσχοβολούσαν Άνοιξη, τ’ αστέρια
         θειάφι
Και μόνο οι λέξεις χόρευαν στο μυαλό
Χωρίς ποτέ κανείς να αισθανθεί τον εμπαιγμό τους.
Φιλήδονο σύμπλεγμα οι χορδές και τα σώματα
Ανέδυαν στην ατμόσφαιρα μουσική δωματίου.
Αργότερα στην πρύμνη ναυαγισμένου πλοίου
         καθισμένοι
Την πραγματικότητα νιώθαμε και τον ορίζοντα
         συνεχώς να ενδίδουν.





ΘΥΜΩΜΕΝΗ ΘΑΛΑΣΣΑ


Άλλαζαν οι ανάγκες στις στοές των κορμιών
Οι ορμές στο σώμα των ανθρώπων
Θυμωμένη θάλασσα η μέρα ξέβραζε δανεικές
         προσδοκίες
Τα μάτια της αναιρούσαν το βάθος
Ενώ η νύχτα σύμμαχος των θηρευτών
Που έσκαβαν γυμνοί ώς την ανώνυμη βρύση
Προστατεύοντας απ’ τον καιρό τις
         ανάγκες τους.

Πιο πέρα οι πέννες ύφαιναν ζωή
Κι οι μέλισσες πάλι την τραγουδούσαν.





Από τη συλλογή «Εγχείρημα φωτός», εκδ. Κουκκίδα, 2018.




Ο Νίκος Μυλόπουλος γεννήθηκε το 1951 στη Θεσσαλονίκη όπου σπούδασε, ζει και εργάζεται ως χειρουργός οφθαλμίατρος. Είναι Διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του ΑΠΘ. Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί στα περισσότερα ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά και στο διαδίκτυο. Το περιοδικό Πάροδος, το 2008, τον συμπεριέλαβε στη μόνιμη στήλη του «Πρόσωπα» και το περιοδικό Ο Σίσυφος, τχ. 7, στη στήλη «Σελίδες για τον ποιητή». Είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και ποιήματά του συμπεριλαμβάνονται στην πρόσφατη (Φεβρουάριος 2016) Ανθολογία της. Έχει εκδώσει εννέα ποιητικές συλλογές: «Παράκτιος πια ο έρωτας» (εκδ. Πλέθρον, 2002), «Ένα παράθυρο με κιμωλία» (εκδ. Μεταίχμιο, 2005), «Οι εραστές πάντα σιωπούν» (εκδ. Μεταίχμιο, 2007), «Ξημερώνει στο γέλιο σου» (Οι Εκδόσεις των Φίλων, 2011), «Όνειρα σε συνέχειες» (εκδ. Σαιξπηρικόν, 2012), «Τέλος της περιπλάνησης» (εκδ. Γαβριηλίδης, 2015), «Οι εφτά καινούργιες μέρες» (εκδ. Ένεκεν, 2015), «Όπως η θάλασσα με το αύριο» (εκδ. Γαβριηλίδης, 2016), «Εγχείρημα φωτός», (εκδ. Κουκκίδα, 2018).