Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2019

Λίνα Βαταντζή, "Μετουσίωση"




Μνήμη Νερού


Αιώνιος κύκλος, ασταμάτητη πορεία
Ζωογόνο νερό-
Σταγόνες στο πρόσωπο μου
Νιώθω…
Πολεμιστής πλύθηκε πριν τη μάχη
Τραυματίας καθάρισε πληγές
Μάνα έλουσε νεογέννητο
Νύφη ετοιμάστηκε για τη γιορτή
Προδότης ξέπλυνε χέρια
Οδοιπόρος δρόσισε μέτωπο
Μαθητές απόπλυναν τη σχολική χρονιά
Ένα μωρό βαπτίστηκε
Ένας αμαρτωλός εξαγνίστηκε.
Μνήμη του νερού τι απέμεινε για μένα;
Αναμνήσεις να σβήσω
Το αιώνιο νερό να φορτίσω
Με συναισθήματα
Έντονα, σφοδρά-
Τα δάκρυα νίβω με το αεικίνητο νερό
Δακρυσμένο νερό μην γίνεις μνήμη…





Οδυνηρή Συνειδητοποίηση


Ασημένια μαχαιριά
το φεγγάρι σήμερα
επώδυνη υπενθύμιση
θερισμένων ονείρων
στο έναστρο αλώνι
το οπτικό πεδίο
πλημμυρισμένο απουσία
μα ο πόθος παρών
στην οδυνηρή διάσταση
του αέναου πειρασμού
τι φεγγάρι
καθρεφτίζεται στη σκέψη
ταξίδια έρωτα
φλογισμένες στιγμές-
μικρή παρηγοριά
σε προσδοκίες ανεκπλήρωτες.
Με μάτωσε
το φεγγάρι απόψε-
μ’ άφησε μόνη
να δρέπω τους καρπούς
της απραξίας μου.





Το Δίλημμα


Εύηχη λέξη
το δίλημμα
Αντηχεί γλυκύτητα-
Ένας αβρός φόνος
ειλημμένη η απόφαση-
Η επιλογή είναι μέσα σου
Ένας καταπέλτης των ονείρων
περιμένει να αναδυθεί.
Παραποίηση της αλήθειας
η δεδομένη απάντηση.
Άτοπη λέξη
το δίλημμα.
Η ευτυχία της πειθούς-
Όταν ταπεινά αποδέχεσαι όσα έντεχνα
σου έχουν εμφυσήσει.





Η Δύναμη της Ποίησης


Πονά η ποίηση
Κάθε λέξη μαχαίρι-
Σκαλίζει μνήμες
Φανερώνει εμπειρίες
Αποτυπώνει όνειρα.
Πονά η ποίηση
Κραυγή αγάπης-
Τρυπά την ψυχή
Ελευθερώνει σκέψεις
Περιγράφει υποσχέσεις.
Λυτρώνει η ποίηση
Ελκύει ευχές
Κατανοεί συναισθήματα
Διαθλά στιγμές
Απλώνει φτερά.
Λυτρώνει η ποίηση
Εναρμονίζει
Αγαπά και καλεί
Ελευθερώνει και ενώνει
Κόσμους δημιουργεί.





Από τη συλλογή «Μετουσίωση», 2018.

Στην εικόνα: Gustave Caillebotte, «The Yerres, Effect of Rain», (1875).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Κυριακή, 23 Ιουνίου 2019

Μανόλης Αναγνωστάκης, "Η Συνέχεια"




ΗΡΘΕΣ ΟΤΑΝ ΕΓΩ…


Ήρθες όταν εγώ δε σε περίμενα. Σαν κάθε νύχτα
Καίοντας την ανάμνηση πικρών θανάτων
Ανημποριά των γηρατειών, τρόμος της γέννησης,
Σε τρώγλες σκοτεινές, στην αγκύλη της ηδονής
Πέρα απ’ τους άδειους κάμπους των αποσπασμάτων
Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα. Α πώς θα ζούσες
Εσύ κι εγώ μια τέτοιαν εποχή
Σάπιο φορτίο στ’ αμπάρι ενός
Μεθυσμένου καραβιού που πέθαναν όλοι
Βουλιάζοντας με χίλιες τρύπες στα κορμιά μας
Μάτια θολά που χλεύασαν το φως
Στόματα αδέσποτα στη φλούδα της ζωής
Καίοντας την ανάμνηση − Νεκροί
Σε μια εποχή ανέκκλητου θανάτου
Ήρθες όταν εγώ δε σε περίμενα. Κι ούτε ένα νεύμα
Μια λέξη, όπως η σφαίρα στο στίγμα του λαιμού
Ούτε μι’ ανθρώπινη φωνή γιατί δεν είχε
Ακόμα γεννηθεί καμιά φωνή
Δεν είχε γεννηθεί τ’ άγριο ποτάμι
Που ρέει στις άκρες των δακτύλων και σωπαίνει.
Ανάμνηση ζωής − πότε ν’ αρχίζεις
Αδίστακτος και πράος να βγάζω λόγους
Να εκφωνώ στα κενοτάφια τους θρήνους
Φθαρμένους στων φθόγγων την πολυκαιρία
Και να κλειδώνεις τις μικρές μικρές χαρές
Όχι πατώντας στους νεκρούς σου πάνω στίχους
Γιατί αν είναι κόκαλα, έρωτες ή χαμόσπιτα
Με την κουβέρτα στην ξώπορτα χωρίζοντας τον
       κόσμο
Στα δυο, κρύβοντας το σπασμό και την απόγνωση
Κι έξω να ψάλλουν οι περαστικοί στο πείσμα των
       πιστών
Στο πείσμα του άρρωστου παιδιού και του χειμώνα
Α πώς θα ζούσες μια εποχή. Κι αυτός αδίσταχτος,
Ο χρόνος, θρυμματίζοντας τη σκέψη
Τα στέρεα σχέδια και τις βίαιες αποφάσεις
Τα αιωρούμενα γιατί, τα υγρά χαμόγελα
Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα. Μη με γελάσεις
Αυτά δεν είναι τα κατώφλια που έχω σκύψει
Αυτές οι κρύπτες που ριγούν τα τρωκτικά
Δεν έχουν τίποτε από τ’ άρωμα της λάσπης
Ούτε απ’ το χάδι των νεκρών στα όνειρα μας
Γιατί έχει μείνει κάτι −αν έχει μείνει−
Πέρα από θάνατο, φθορά, λόγια και πράξη.
Άφθαρτο μες στην τέφρα αυτή που καίω
Σαν κάθε νύχτα την ανάμνηση θανάτων
Πικρών και ανεξήγητων θανάτων
Γράφοντας ποιήματα χωρίς ήχους και λέξεις.





ΕΔΩ…


Εδώ
Κάτω από την καρδιά μου
Καρφώθηκαν οι σφαίρες οι πρωινές
Μπήγονται ολοένα πιο βαθιά
Τώρα
(Τώρα, σιγά-σιγά, που ξημερώνει
Και θ’ ακουστεί το σφύριγμα όπου να ’ναι)
Ελάτε
Έλα εσύ Γιώργο, έλα Μιχάλη, έλα Ραούλ,
Μαζέψτε τες μια μια
Είναι δικές σας
Σήμερα το πρωί
Στις πέντε
Πριν βγει ο ήλιος
Πριν, πριν ακόμη απ’ τα καμιόνια
Τις μάζεψα για σας
Και τώρα
Ξερίζωσέ τες απ’ το στήθος μου
Σαν ένα πρωινό χαρούμενο όνειρο
Σαν ένα τέλειο παιχνίδι
Πριν μάθουν τίποτα οι άλλοι
Ανυποψίαστοι στου ύπνου την ενέδρα
Πριν μάθουν τίποτα οι άλλοι
Πριν μάθουν πως εγώ
Είναι γραμμένο για πάντα να ζήσω.





ΤΟ ΣΚΑΚΙ


Έλα να παίξουμε.
Θα σου χαρίσω τη βασίλισσά μου.
(Ήταν για μένα μια φορά η αγαπημένη
Τώρα δεν έχω πια αγαπημένη)
Θα σου χαρίσω τους πύργους μου
(Τώρα πια δεν πυροβολώ τους φίλους μου
Έχουν πεθάνει καιρό πριν από μένα)
Κι ο βασιλιάς αυτός δεν ήτανε ποτέ δικός μου
Κι ύστερα τόσους στρατιώτες τί τους θέλω;
(Τραβάνε μπρος, τυφλοί, χωρίς καν όνειρα)
Όλα, και τ’ άλογά μου θα σ’ τα δώσω
Μονάχα ετούτον τον τρελό μου θα κρατήσω
Που ξέρει μόνο σ’ ένα χρώμα να πηγαίνει
Δρασκελώντας τη μια άκρη ώς την άλλη
Γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου
Μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά
Αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις.

Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα.





ΟΤΑΝ ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ…


Όταν τα βράδια
Τρυπάς το στήθος μου μ’ ένα μαχαίρι
Και ψάχνεις να βρεις
Εδώ ένα περίπατο στ’ ακροθαλάσσι
Εκεί ένα καφενείο που το λέγαμε η «Συνάντηση»
Εκεί ένα σούρουπο ή ένα κρυμμένο βιβλίο −
Όχι, μα δεν την είχα εγώ αγαπήσει.
Αύριο, το ξέρεις, πως δε θα ’μαστε πια εμείς
Κι ύστερα θα σβηστεί κι η θύμησή μας
Και μια γυναίκα θα γερνά ύστερα από χρόνια
Μ’ ένα φορτίο ζωής αβάσταχτο ατέλειωτο
Και μια γυναίκα ίσως να κλαίει σε μια γωνιά
Το στήθος της να το τρυπά μ’ ένα μαχαίρι
Να ψάχνει να ’βρει έναν περίπατο στ’ ακροθαλάσσι
Ένα βιβλίο κρυμμένο ή ένα σούρουπο.

(Και δε θα ’ναι για σένα, ούτε για μένα).





ΚΑΘΕ ΠΡΩΙ…


Κάθε πρωί
Καταργούμε τα όνειρα
Χτίζουμε με περίσκεψη τα λόγια
Τα ρούχα μας είναι μια φωλιά από σίδερο
Κάθε πρωί
Χαιρετάμε τους χτεσινούς φίλους
Οι νύχτες μεγαλώνουν σαν αρμόνικες
−Ήχοι, καημοί, πεθαμένα φιλιά.

(Ασήμαντες
Απαριθμήσεις
−Τίποτα, λέξεις μόνο για τους άλλους.

Μα πού τελειώνει η μοναξιά;).





Από τη συλλογή «Η συνέχεια»,
Πηγή: «Μανόλης Αναγνωστάκης - Τα ποιήματα [1941-1971]», εκδ. Νεφέλη, δ΄ έκδοση, 2000.

Πηγή για την εικόνα: naftemporiki.gr

Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2019

Χρυσάνθη Πολύζου, "Θέρος"




~*~

Απόψε πάλι αυτομόλησες
Γυμνός στο περιβόλι των ονείρων
Λοιπόν τι θα μου κλέψεις τώρα;
Τη μνήμη ή τη λήθη;





ΝΟΣΤΟΣ ΙΙ


Εγώ πάντως τον βρήκα
τον Οδυσσέα μου.
Μόνο που ήμουν η Καλυψώ
κι εκείνος βιαζόταν να κάνει πανιά
για την Ιθάκη.





«ΦΟΒΟΥ ΤΟΥΣ ΔΑΝΑΟΥΣ»


Να τους φοβάσαι
Τους ανθρώπους πυροτεχνήματα
Γι’ αυτούς μιλώ με την ουράνια λάμψη
Το νιώθεις πως κατέχουν τη γλώσσα
των αγγέλων
Να τους φοβάσαι
Σου υπαγορεύουν πάντοτε τις λέξεις σου
πριν μπουν στο ποίημα
Σαν να τις ελευθέρωσαν
από τη φυλακή τους
Να τους φοβάσαι
Κρατάνε όσο μια αστραπή
Και ποιος σε σώζει
απ’ το σκοτάδι που θα έρθει.

Να τους φοβάσαι τους Δαναούς
κι ας φέρνουν έρωτες.





~*~

Σ’ αφουγκραζόμουν μαθητεύοντας
στον ήχο της απουσίας.
Πού πάει αλήθεια τόσος έρωτας
όταν τα μάτια χάνονται
και τα χείλη ασπάζονται
τη σιωπή;
Γίνεται νυχτερινή προσευχή
ή πουκάμισο Κενταύρου
χαράζοντας την τρυφερή σάρκα
της λέξης;





ΟΜΗΡΕΙΑ


Είναι κάτι ποιήματα
που αντί να σου δοθούν τους δίνεσαι
όμηρος στη γοητεία του στίχου.
Οι λέξεις τους φάσμα από σπασμένες
ευκαιρίες και χαμένα όνειρα
γλυκιά αντανάκλαση
ενός ματαιωμένου παρελθόντος.





ΛΕΞΕΙΣ


Λέξεις μυστικές
χαμένες σχεδόν στην αχλή του ονείρου
κουβάρι στον λαβύρινθο της μνήμης
ψυχής πυξίδα και ξανασασμός.
Λέξεις αντικλείδια
στον κήπο της μουσικής
στ’ αρώματα του αμύγδαλου
και του δαμάσκηνου
κι η γιαγιά να πλέκει πάντα
αέρινη μες στις σιωπές της.
Σου απλώνει το χέρι
και παρασύρεσαι γλυκά
στην αθωότητα.





Από τη συλλογή «Θέρος», εκδ. Μελάνι, 2019.

Τετάρτη, 19 Ιουνίου 2019

Κούλα Αδαλόγλου, "Γιατί το μέλλον μια μικρή κουκίδα"




Από την ενότητα
Όλα μες στο σκοτάδι θα γίνουν


Η ΔΙΚΛΕΙΔΑ


Πού την άφησες, μου είπαν, αυτή τη σκέψη σου εκεί έξω,
τώρα δεν έχεις μυστικά.
Τα ματοτσίνορά μου έπεσαν και τα μάτια μου
έμειναν ανοιχτά σαν πλαστικής κούκλας.
Ένιωσα περίπου σαν φλασάκι, πεσμένο σε πίσω κάθισμα ταξί.
Σε λίγες μέρες
είδα τους συλλογισμούς μου να ξεπουλιούνται στο παζάρι.
Δεν έμενε παρά να με διαπομπέψουν και να με εξευτελίσουν.
Αν δεν αυτοχειριάστηκα
οφείλεται στο ότι στο αρχείο που φύλαγα προσεχτικά
στο πίσω μέρος του κρανίου μου
βρήκα μια ξεχασμένη δικλείδα ασφαλείας
και δραπέτευσα,
άρδην ανατρέποντας τον παραλογισμό.





ΑΝΕΜΟΣ


Σχισμένες πλαστικές σακούλες στα γυμνά κλαδιά των δέντρων
δεν ήταν στολισμός ούτε performance
Βαρδάρης ήταν κι ελλιπής καθαριότητα.

Θα μας σηκώσει ο άνεμος, έγραψα σε φίλο,
κάτι μου είπε για την οίηση, κι ας σπάσουμε τα μούτρα μας.
Το μετεωρολογικό δελτίο αναγγέλλει άμβλυνση των φαινομένων,
απάντησα με ελαφρό χαμόγελο.





ΑΕΡΙΝΑ


Λευκά αέρινα σχήματα
σαν νιφάδες χιονιού
σαν λιλιπούτειες μπομπονιέρες
σαν φτεράκια γλάρων στη θάλασσα

ακούστηκε ο γδούπος του σώματος
πάνω στον προφυλακτήρα του αυτοκινήτου
μυριάδες κόκκινα σωματίδια
ματωμένη η πυράκανθος της αυλής μου

σε λιγότερο από δύο ώρες νυχτώνει.





Από την ενότητα
Γιατί το μέλλον μια μικρή κουκίδα


ΣΑΝ ΤΥΨΗ


Ποδίτσες παιχνιδιάρικες και τρυφερά φορμάκια
ζακετούλες ροζ, με φιόγκο, με ζεστή επένδυση.
Εκείνα, όμως, δεν έχουν
μόνο θυμούνται
αυλές και γέλια και παιχνίδια
βλέπουν γονείς στραγγισμένους
ή τους χάνουν
δεν ονειρεύονται
γιατί το μέλλον μια μικρή κουκίδα
χωρίς χρώματα χωρίς διαστάσεις

σεντονάκια της αθωότητας
μη μου γίνετε τύψη.





ΑΝΑΡΡΟΦΗΣΗ ΔΑΚΡΥΩΝ


Τα χλωμά πορτοκάλια που περιμένουν να γίνουν χυμός
μια πρέζα αλάτι παραπάνω
κι αυτός ο γαλαξίας στο κορμάκι σου –
αλλά μη μου τραβάτε άλλο με το σχοινί τα μάτια προς τα μέσα
πνίγομαι
από αναρρόφηση δακρύων.





ΠΑΡΑΜΥΘΙ


Έχουμε δυο Μότσαρτ, είπες ενθουσιασμένη,
βλέποντας τα δύο βιβλία μουσικής με το ίδιο θέμα.

Και πώς είναι να χάνεσαι μέσα στο παραμύθι
και να κρατιούνται από το χέρι η μουσική, το όνειρο, τα χρώματα.
Και να σηκώνονται οι λέξεις
να βγάζουν ασημένιες κλωστές για το φεγγάρι
χρυσές φωνούλες για τον ήλιο,
ενώ κρατάς σφιχτά στο χέρι σου
κόκκινο αστραφτερό δοξάρι.





Από τη συλλογή «Γιατί το μέλλον μια μικρή κουκίδα», εκδ. Σαιξπηρικόν, 2018.

Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2019

Ευφροσύνη Μαντά-Λαζάρου, "Κρανίο Κύκλωπα"




Κρανίο Κύκλωπα


Ανεμελιά πλάι στην όχθη ποταμού ξαπλώνει το ζωάκι της,
την τρυφερή της γούνα
θα ακουμπήσει μια μέρα το χέρι στο αλέτρι και
θα ξυπνήσει τον κορυδαλλό.
Πάνω από το χώμα της. Αργότερα, αργότερα η ταφή.
Τώρα ο ποταμός να φεύγει.
Το μάτι πληγή.
Μέσα στο αίμα καίγεται σγουρό κοπάδι ο κόσμος.
Όλα η αυθάδεια τα πήρε στη φωτιά της.
Στη χαραγή του τέρατος-ανθρώπου
στο γύρισμα που παίζει με τη γλώσσα του
τους γρίφους, τα αινίγματα, την ήττα
ένα λεπίδι φως σχίζει και σχίζεται, πονά και προχωρεί.





~*~

Κρανίο Κύκλωπα:
Εκεί που δίχως βλέμμα οι κουρσεμένοι του θανάτου
το μάταιο σου τάζουν, τον αφανισμό μέσα στις τρύπες των ματιών τους
εκείνο έχει το χάραγμα μιας αυγής που μέσα φέγγει.
Το μέσα του σκοτάδι υγραίνει τώρα με παράπονο:

Φεύγουμε − μένουμε
στο ίδιο δίχτυ η ζωή, όμοια μια ψαριά βαραίνει.





~*~

Πιο άνθρωπος ο νοσταλγός,
πιο θεός με το λεπίδι ο ήλιος.
Αύριο οι φοβερές των λέξεων κόψεις.

Έτσι,
Ένα δάσος βαθαίνει ολόγλυφο.
Χαίνει σε λάκκο το μαύρο του νυχτερινό εντόσθιο.
Τα δέντρα όμως χωριστά
κουδουνίζουν στον ουρανό το ένρινο πράσινο.





Από τη συλλογή «Κρανίο Κύκλωπα»
Ευφροσύνη Μαντά-Λαζάρου, ποίηση.
Νικόλας Σιδέρης, σχέδια.
Εκδόσεις Εντευκτηρίου, 2019.

Σάββατο, 15 Ιουνίου 2019

Μάτση Χατζηλαζάρου, "Αντίστροφη αφιέρωση"




ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΑΦΙΕΡΩΣΗ


Για κείνον με την αντρίκια φωνή-ματιά και με χέρια μεγάλες φτερούγες που δεν τις ξεχνάω     το απόγεμα είπες     τριάντα χρόνια σε περίμενα     κι ένιωσα πρώτη φορά «le vierge le vivace et le bel aujourd’hui»     μετά έντονος αέρας αγάπης άνοιξε διάπλατα ένα παράθυρο μέσα μου και μπήκανε μεγάλες σταγόνες αγαλλίασης καθώς ο νοτιάς έστριβε βουίζοντας απ’ τη γωνιά της καρδιάς μου     το σώμα είναι χώμα     διψασμένο από σένα έμαθε τις πλημμύρες του έρωτα     πολλά νομίζω θα μιλήσω τώρα πολλά που φύλαγα σε μια κρυψώνα     θα τ’ απλώσω εδώ όσο μπορώ καλύτερα και ό,τι θέλει ας γενεί     στοές θα σκάψω κάτω πάνω μέσα απ’ τα λόγια     τι συνεννόηση θα ’χουμε αλλιώτικα     ήρθανε βλέπεις κι έδεσαν στις δικές μας σημαδούρες ξένοι με διαφορετικές γλώσσες     πώς τρυπώνω τα χέρια μου παραμάσχαλα αναμένοντάς σε τις νύχτες όταν κρυώνω     έτσι αυτή τη στιγμή έχωσα εδώ και θα χώνω αλλού λέξεις κλεμμένες ή δικές μου που σου αρέσανε για να σε χαϊδεύει η μουσούδα του γραφτού μου     πάλι ό, τι βρω δικό σου θα το φάω θα το τραγανίσω θα το καταπιώ ώσπου μιαν ώρα μες στο λιοπύρι θα μου βγει αχνός ίδρωτας πάνω απ’ το στόμα     θα ’θελα ν’ ακουμπήσω δίπλα σου κι άλλα της εκλογής μου     μέρη μέρη διάσπαρτα με ασφόδελους ή μεγάλες άγριες μαργαρίτες και πιο πέρα έναν τεράστιο κέδρο του Λίβανου     αλλού πάλι να ’χει αμμόλοφους με σπόνδυλους από δωρικές κολόνες αραδιασμένους χάμω     θα ’σου έρθει κείνο το κυβικό κλουβί που σου ’χω τάξει με μικρά κόκκινα γαρίφαλα μέσα να πετάνε πέρα δώθε τραγουδώντας φλογερά     και σαν λαχανιάζω από τον πολύ οίστρο θα ’θελα τότε οι κουβέντες μου να ’ναι για σένα ξόμπλια όμοια με πέρδικας φτερά    θα ’θελα μερικά από τ’ αστεία που μαζί ξαναφέρναμε (α εκείνες οι συμπαιγνίες) να χαμογελάνε ακόμα με λακκούβες στην άκρη των χειλιών     θα ’θελα να είχαμε πάει οι δυο μας στην πόλη άλλοθι όλων των σύννεφων     θα ’θελα όταν τα σανίδια κάτω στο πάτωμα τρίζουνε ξαφνικά τη νύχτα την ίδια ώρα που τα έπιπλα και η κασέλα αντιλαλούν     θα ’θελα να δημιουργείται το γνωστό έργο της συγκεκριμένης μουσικής που λέγεται «κοντσέρτο για έναν άνθρωπο μόνο»     θα ’θελα εσένα που η καρδιά σου πιάνει από την διώρυγα του Μπέριγκ μέσα απ’ όλη τη Ρωσία και απ’ το φαράγγι Λονδίνο Παρίσι Γενεύη για να φτάσει ως το Αιγαίο     θα ’θελα όποιοι και να ’ναι οι πόθοι που έχεις να σου τους φέρνει ο γέρο άνεμος μπροστά σου εκεί που στέκεις     να πέφτουνε βροχή όπως τα βατράχια τα σαλιγκάρια και άλλα μικρά ζώα που μας έρχονται έτσι από μακρινές περιοχές υπερπόντιες     να σε κοιτάει ο κόσμος και να σαστίζει βλέποντας τον εσαεί ευδαίμονα άντρα     μαζί δεν λέγαμε ότι για την τύχη μας οι πόθοι σαν χορταίνουν άλλους πόθους γεννάνε


θα ’θελα     μα  πόσο  θα ’θελα     ναι  θα ’θελα     αμέσως     τώρα  τώρα
θέλω να ξεμαλλιάσω λίγο τη σύνταξη για να σε τραγουδήσω όπως
έμαθα στο Παρίσι


εσένα σ’ έχω Δεινόσαυρο από τους πιο εκπληκτικούς
εσένα σ’ έχω βότσαλο φρούτο απαλό που τ’ ωρίμασε η θάλασσα
σ’ ερωτεύω
σε ζηλεύω
σε γιασεμί
σε καλπασμό αλόγου μες στο δάσος το φθινόπωρο
με φοράω νέγρικο προσωπείο για να μας θέλεις εσύ
με κεντρίζεις μεταξένια     άσπρο μου κουκούλι
με κοιτάζεις     πολύ προσεκτικά
tu m’abysses
tu moasis
je te gougouch
je me tombeau bientôt
εσένα σ’ έχω δέκα ανθρώπους του Giacometti
σ’ έχω κόνδορα καθώς απλώνεσαι πάνω από τις Άνδεις
σ’ έχω θάλασσα γύρω τριγύρω από τα νησιά του Πάσχα
εσύ σπλάχνο μου πώς με γεννάς
σε μίσχος
σε φόρμιγξ
με φλοισβίζεις
σε ζαργάνα     α μ’ αρέσει
δυο κροταλίες όρθιοι στρίβουν και ξαναστρίβουν γλιστρώντας ο ένας γύρω απ’ τον άλλο     όταν σταματήσουν     η περίπτυξή τους είναι το μονόγραμμά σου
tu mes   Mallarmé   Rimbaud   Apollinaire
je te Wellingtonia
je tocarina
εγώ σε  Τσεπέλοβο  Πάπιγκο  Ελαφότοπο
εγώ σε Βίκο με τα γιοφύρια του κει που διαβαίνει ο χρόνος
σ’ έχω πει και ψέματα για να τους ξεγελάσουμε
εγώ σ’ έχω άρωμα έρωτα
σ’ έχω μαύρο λιοντάρι
σε ονειροβάτησα μαζί μου ως το γκρεμό
εσέ ασύλληπτο θυμάμαι και τον ύπνο μου χάνω
εσύ μάχες και ένσαρκα άλογα του Uccello
εσύ δωρητής (δεξιά κάτω της εικόνας) εκείνου του μικρού κίτρινου αγριολούλουδου
εσύ κένταυρου ζέση
εσύ συντεχνία ολάκερη που έργα ποιείς διαβαίνοντας εν τη ανωνυμία
je  te  ouf  quelle  chaleur
tu m’accèdes partout     presque
je te glycine
εσύ φεγγάρι που ένα σύννεφο αναβοσβήνει
εσύ δε βαριέσαι παράτα το το σύμπαν     έτσι που το ’χουμε αλαζονήσει
και δαύτο πώς να συναντηθούμε ποτέ
εσύ σε τρυφερό λόγο με το λόγο     έτσι δεν είναι πες
εσύ σελίδα μου
εσύ μολύβι μου     ερμηνευτή μου
σε ανοίγω συρτάρια
πώς γιατί δεν ήρθες τόσες φορές
σε ξεμάκρυνα εγώ λέω τώρα
δίχως τέλος λυπάμαι
σε κρυάδα γνώρισες ποτέ την καρδιά μου
σε μιαν έκπαγλη χρονιά ανταμώσαμε
σε ληστεύω από αλλουνού τα χέρια
σε ακούω από δω από κει
σε σιωπώ μες στην απέραντη τρυφερότητα
σιγά σιγά να καταλαγιάσουμε
όλα  δεν  τα ’χω  πει
ΜΕ  ΕΚΡΙΖΩΝΕΙΣ

7.2.1985





Από τη συλλογή «Το δίχως άλλο», (1985).
Πηγή: «Μάτση Χατζηλαζάρου - Ποιήματα [1944-1985]», εκδ. Ικαρος, 1989.

Πηγή για την εικόνα «Τα νέα».

Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2019

Xόρχε Λουί Μπόρχες, "Δύο ποιήματα για τον Ηράκλειτο"



                          Ηράκλειτος


Το δεύτερο μισοσκόταδο.
Η νύχτα που βαθαίνει μες στον ύπνο
Η κάθαρση κι η λησμονιά.
Το πρώτο μισοσκόταδο.
Το πρωινό που ήταν αυγή.
Η μέρα που ήταν πρωί.
Η πλούσια μέρα που θα καταλήξει σε μια χαμένη βραδιά.
Το δεύτερο μισοσκόταδο.
Η νύχτα − τούτο το άλλο ένδυμα του χρόνου.
Η κάθαρση κι η λησμονιά.
Το πρώτο μισοσκόταδο...
Το φευγαλέο ξημέρωμα και, καθώς ξημερώνει,
η αγωνία του Έλληνα.
Τι υφάδι είναι τούτο
του είναι του θα ’ναι και του ήταν;
Και ποιο είναι τούτο το ποτάμι
              που μέσα του κυλάει ο Γάγγης;
Τι είναι τούτο το ποτάμι
              που την πηγή του δεν αντέχεις καν φανταστείς;
Τι είναι τούτο το ποτάμι
              που παρασέρνει ξίφη και μυθολογίες;
Είναι ανώφελο να κοιμηθώ.
Κυλάει μες στον ύπνο, στην έρημο, στα υπόγεια.
Με παρασέρνει το ποτάμι και το ποτάμι τούτο είμαι εγώ.
Είμαι από μια ύλη από αινιγματικό χρόνο
              που συνεχώς μεταβάλλεται.
Ίσως η πηγή να βρίσκεται μέσα μου
Ίσως απ’ τη σκιά μου
να αναβλύζουν οι μέρες: ανελέητες και φανταστικές.



Το εγκώμιο της σκιάς, 1969.





                          Ηράκλειτος


Ο Ηράκλειτος περπατάει βραδάκι
για την Έφεσο. Το δειλινό τον έφερε
χωρίς να το ’χει συνειδητά επιδιώξει
στην όχθη ενός σιωπηλού ποταμού.
Δεν ήξερε ούτε πώς τον έλεγαν, ούτε κατά πού πάει.
Υπήρχε ένας πέτρινος Ιανός και κάτι λεύκες.
Κοιτάζεται στον αεικίνητο καθρέφτη
και συλλαμβάνει και επεξεργάζεται τη φράση
που κράτησαν αμετάβλητη
οι ανθρώπινες γενιές. Η φωνή του εξάγγειλε:
Κανείς δεν μπαίνει δυο φορές στα νερά
του ίδιου ποταμού. Στάθηκε. Νιώθει
με ένα δέος ιερό και μ’ ένα ρίγος
ότι κι ο ίδιος είναι ένα ποτάμι, μια ροή.
Θέλει να ξανακερδίσει εκείνο το πρωινό,
τη νύχτα του, το δειλινό της. Όμως δεν μπορεί.
Ξαναλέει τη φράση. Τη βλέπει τυπωμένη
καθαρά, με γράμματα του μέλλοντος
σε κάποια σελίδα του Μπάρνετ.
Ο Ηράκλειτος δεν ξέρει ελληνικά. Ο Ιανός,
θεός των θυρών, είναι λατίνος θεός.
Ο Ηράκλειτος δεν έχει τώρα ή χτες.
Είναι ένα καθαρό τέχνασμα που ονειρεύτηκε
ένας μελαγχολικός άνθρωπος στην όχθη του Κόκκινου Κέδρου,
ένας άνθρωπος που συνδυάζει εντεκασύλλαβους
για να μη σκέφτεται συνέχεια το Μπουένος Άιρες,
και τα αγαπημένα του πρόσωπα. Κάποιος του λείπει.



Το σιδερένιο νόμισμα, 1976.



Μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης




Από το βιβλίο «Χόρχε Λουίς Μπόρχες - Ποιήματα»,
Μετάφραση, Εισαγωγή, Σχόλια: Δημήτρης Καλοκύρης.
Εκδ. Ελληνικά Γράμματα 2006.

Στην εικόνα: Utrecht Moreelse, «Heraclite», (1630).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.