Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νομπελίστες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νομπελίστες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2025

Σέιμους Χήνυ, "Κορδέλες" (Απόδοση, Επίμετρο: Σοφία Γιοβάνογλου)


Από αριστερά προς τα δεξιά: (μπροστά) ο τόσο χαρούμενος Σέιμους (περίπου 11 ετών), η Ανν, η Σήνα,
(πίσω) ο Πάτρικ και ο Χιου, γύρω στα 1950 (με την άδεια της οικογένειας Χήνυ).


«Κορδέλες» του Σέιμους Χήνυ
Απόδοση, Επίμετρο: Σοφία Γιοβάνογλου


Κορδέλες


Στο όνομα των χρωμάτων,
Στο σμαραγδί, μπλε του αραβοσίτου,
Ρουμπινί, στο κίτρινο της ώχρας και το άσπρο,
 
Στο όνομα των μπουκλών και των βοστρύχων,
Των πουά, των χωριστρών και των κοτσίδων
Και των διπλοδεμένων φιόγκων…

Σήμερα φτάνει ο φωτογράφος
Με την κουκούλα και τον τρίποδά του
Και με το πτυχωτό ανασυρόμενό του ρύγχος,

Ένα πεντάποδο θηρίο
Όλο χειρονομίες και χαζολογήματα
Που μαζί θα τ’ αντιμετωπίσουν,

Απόμακρα και στιβαρά και σοβαρά
Σαν ορφανά που στήθηκαν στην κουπαστή
Τις τελευταίες μέρες του θαλάσσιου ταξιδιού,

Πέρα απ’ το όριο των εαυτών
Που μέλλεται να γίνουν,
Το μόνο π’ απομένει απαράλλαχτο ακόμα

Το πρώτο χέρι απ’ τον γκρι σοβά στον τοίχο
Του σχολείου, συν
Τα κλασικά του Νησιού Φερ πλεχτά

Μοτίβα, συν τα ονόματά τους στον κατάλογο της τάξης
Αντιγραμμένα επάνω στις σανίδες του θρανίου,
Με καλλιγραφημένα γράμματα –

Όλα αυτά, κι οι αυστηρά δεμένοι φιόγκοι,
Κι ένα δεξί μπράτσο κι ένα αριστερό,
Καθένα τους να φαίνεται πως αγκαλιάζει τ’ αλλουνού

Τον ώμο, όπως διετάχθη.








Το ποίημα στην Αγγλική:

Ribbons


In the name of the colours,
Emerald, cornflower blue,
Ruby, primrose and white,

In the name of ringlets and curls,
Polka dots, partings and plaits
And double-tied bows…

To-day the photographer comes
With his tripod and cowl
And plaited retractable snout,

A five-legged beast
Of gesticulation and blather
They’ll outface together,

Steady and far off and solemn
As orphans posed at a rail
In the last days of sail,

Beyond the pale of the selves
They are due to become,
The one thing immutable still

The roughcast grey of the wall
Of the school, plus
The knitted classic Fair Isle

Patterns, plus their names on the roll
As transcribed on the slats of the bench,
In a copperplate hand –

All that, and the strictly tied bows,
And one right arm and one left,
Each placed to be seen round the other’s

Shoulder, as ordered.



Τα διάσημα πλεκτά ζακάρ πουλόβερ και καπέλα του νησιού Φερ.



ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Σέιμους Χήνυ (Seamus Heaney, 13 Aπριλίου 1939 – 30 Aυγούστου 2013) γεννήθηκε στην Κομητεία του Ντέρι, στη Βόρεια Ιρλανδία. Χαρακτηρίσθηκε ως ο μεγαλύτερος Ιρλανδός ποιητής μετά τον Γέητς. Σε αναλογία, άλλωστε, με το ποίημα του τελευταίου «Το σπίτι μου», όπως αναφέρει η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, ο Σέιμους Χήνυ έστησε «το δικό του σπίτι-ποίηση: με τα “αδαμάντινα απόλυτα των πραγμάτων”, τα χώματα, τα εργαλεία της καλλιέργειας και της ταφής, τα αντικείμενα που η φυσική τους κατάσταση είναι η σιωπή».

Η δημοτικότητά του οφείλεται, κατά ένα μέρος της, στο ίδιο του το θέμα, «τη σύγχρονη Βόρεια Ιρλανδία, με τις φάρμες και τις πόλεις της που μαστίζονται από τις εμφύλιες διαμάχες, την αγροτική κουλτούρα και τη γλώσσα της που κατακλύστηκαν από την αγγλική κυριαρχία». Αναστοχαζόμενος πάνω στις «Ταραχές» στη χώρα του ο Σέιμους Χήνυ, έγραψε ποιήματα γι’ αυτές, αλλά και «ελεγείες για φίλους και γνωστούς που είχαν πεθάνει στη διάρκειά τους». Έγραψε πάνω από 20 βιβλία ποίησης και κριτικής, ενώ επιμελήθηκε και πολλές ανθολογίες.

Δίδαξε στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ (1985-2006) και διετέλεσε Καθηγητής Ποίησης στην Οξφόρδη (1989-1994). Πέραν των πολλών τιμητικών διακρίσεων και βραβεύσεών του, το 1995 του απονεμήθηκε το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Στις 9 Οκτωβρίου του 2025 ο εκδοτικός οίκος Faber & Faber εξέδωσε τον συγκεντρωτικό τόμο «Τα Ποιήματα του Σέιμους Χήνυ» σε επιμέλεια των Rosie Lavan και Bernard O'Donoghue, μαζί με τον Matthew Hollis. Μεταξύ αυτών συμπεριλήφθηκαν και 25 αδημοσίευτα μέχρι στιγμής ποιήματά του, με την επιμέλεια της οικογένειάς του. Ανάμεσά τους και το μεταφρασμένο πιο πάνω ποίημα, «Κορδέλες», το οποίο πρωτοδημοσίευσαν οι Irish Times στo φύλλο της 4ης-10-2025, συνοδεύοντάς το με τη μοναδική φωτογραφία του ποιητή με τα 4 από τα 8 αδέλφια του, που κοσμεί και το παρόν δημοσίευμα.






Πηγές
- https://www.irishtimes.com/life-style/people/2025/10/04/seamus-heaney-poem-ribbons/
- https://www.poetryfoundation.org/poets/seamus-heaney
- Σέιμους Χήνυ (1996). Τα ποιήματα του βάλτου. Εισ.-Επιλ.-Μτφρ.: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 8.

Πηγές εικόνων
Εκτός από τις δύο παραπάνω, και οι εξής:
- H σελίδα του εκδοτικού οίκου Faber & Faber στο Instagram: @faberbooks
- Kαι μία εμπορική-διαφημιστική ιστοσελίδα του διαδικτύου με τα (παιδικά) πλεκτά ζακάρ πουλόβερ και καπέλα του νησιού Φερ.

Τέλος, μια συνέντευξη του ποιητή του 1996, στην οποία περιγράφει, μεταξύ άλλων, πώς έμαθε ότι του απονεμήθηκε το Νόμπελ, ενώ βρισκόταν για πρώτη φορά στην Ελλάδα, και δη στην Πύλο:



Σάββατο 8 Απριλίου 2023

Derek Walcott, "Love after love" (μετάφραση - επίμετρο: Μαρίκα Συμεωνίδου)





ΑΓΑΠΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ


Θα έρθει η ώρα
όταν, με ενθουσιασμό
θα χαιρετήσετε τον εαυτό σας φτάνοντας
στη δική σας πόρτα, στον καθρέφτη σας
και ο καθένας θα χαμογελάσει στο καλωσόρισμα του άλλου,

και πείτε, καθίστε εδώ. φάτε.
Θα αγαπήσετε και πάλι τον ξένο που ήταν ο εαυτός σας.
Δώστε κρασί. Δώστε ψωμί. Δώστε πίσω την καρδιά σας
στον εαυτό σας, στον ξένο που σας αγαπούσε

όλη τη ζωή σας, την οποία αγνοήσατε
για κάποιον άλλο, ποιος σας γνωρίζει από την καρδιά σας.
Αφαιρέστε τις ερωτικές επιστολές από τη βιβλιοθήκη,

τις φωτογραφίες, τις απελπισμένες σημειώσεις,
ξεφλουδίστε τη δική σας εικόνα από τον καθρέφτη.
Καθίστε. Γιορτάστε τη ζωή σας.



                                                 Μετάφραση: Μαρίκα Συμεωνίδου




LOVE AFTER LOVE


The time will come
when, with elation
you will greet yourself arriving
at your own door, in your own mirror
and each will smile at the other's welcome,

and say, sit here. Eat.
You will love again the stranger who was your self.
Give wine. Give bread. Give back your heart
to itself, to the stranger who has loved you
 
all your life, whom you ignored
for another, who knows you by heart.
Take down the love letters from the bookshelf,

the photographs, the desperate notes,
peel your own image from the mirror.
Sit. Feast on your life.





Επίμετρο
 
Ο Ντέρεκ Γουόλκοτ (Derek Walcott, 23 Ιανουαρίου 1930 - 17 Μαρτίου 2017), γεννήθηκε το 1930 στη Αγία Λουκία των Μικρών Αντίλλων. Αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο των Δυτικών Ινδιών στη Τζαμάικα και σπούδασε θέατρο στις Η.Π.Α., με υποτροφία του Ιδρύματος Ροκφέλερ. Το 1953 εγκαταστάθηκε στο Τρινιντάντ, όπου εργάστηκε ως κριτικός θεάτρου και τέχνης και από το 1959 μέχρι το 1979 διηύθυνε το Θεατρικό Εργαστήριο του Τρινιντάντ, το οποίο ίδρυσε ο ίδιος. Το 1962 δημοσιεύθηκε η συλλογή του In a Green Night και η ποίηση του άρχισε να κερδίζει τη διεθνή αναγνώριση.
    Το 1998 τιμήθηκε από τη Βασίλισσα του Ηνωμένου Βασιλείου για το έργο του. Το 1990 το έργο του Όμηρος κέρδισε το βραβείο W.H. Smith και το 1992 του απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ. Η Σουηδική Ακαδημία χαρακτήρισε το έργο του «ποιητικό, πολύ φωτεινό, που βασίζεται σε ένα ιστορικό όραμα, αποτέλεσμα ενός πολύ-πολιτισμικού κατορθώματος».
    Υπήρξε επίτιμο μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας Γραμμάτων και Τεχνών. Δίδαξε δημιουργική γραφή ποίησης και θεάτρου στα Πανεπιστήμια Κολούμπια, Γέηλ και Χάρβαρντ. Από το 1981 δίδαξε ως καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης. Το 2006 αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εκτός από το ποιητικό του έργο, είναι γνωστός και για τα, 30 εν συνόλω, θεατρικά έργα του τα οποία έχουν παιχτεί σε όλο τον κόσμο και έχουν σημειώσει ιδιαίτερη επιτυχία στο Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη.
      Πέθανε στο κτήμα του στην Αγία Λουκία, στις 17 Μαρτίου 2017, σε ηκικία 87 ετών.
 
Ποιητικές συλλογές:
25 Poems (1948), Epitaph for the Young: Xll Cantos (1949), Poems (1951), In a Green Night: Poems 1948-1960 (1962), Selected Poems (1964), The Castaway and Other Poems (1965), The Gulf and Other Poems (1969), Another Life (1973), Sea Grapes (1976), The Star-Apple Kingdom (1979), Selected Poetry (1981), The Fortunate Traveller (1981), The Caribbean Poetry of Derek Walcott and the Art of Romare Bearden (1983), Midsummer (1984), Collected Poems, 1948-1984 (1986), The Arkansas Testament (1987), Omeros (1990), The Bounty (1997), Tiepolo’s Hound (2000), The Prodigal (2004).



Στην εικόνα:
The poet Derek Walcott in France in 1993.
Credit...Ulf Andersen/Getty Images

Πηγή για την εικόνα: The New York Times
(https://www.nytimes.com/2017/04/23/books/in-praise-of-derek-walcotts-epic-of-the-americas.html)

Παρασκευή 17 Μαρτίου 2023

Οδυσσέας Ελύτης, "Τα ετεροθαλή"





ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ


Θ’ ανάψω δάφνες να φλομώσει ο ουρανός
Μήπως και μυριστείς πατρίδα και γυρίσεις
Μέσ’ απ’ τα δέντρα που σε γνώριζαν και που γι’ αυτό
Τη στιγμή του θανάτου σου άξαφνα τινάξανε άνθος

Εμάς τους γύφτους άσε μας
Τους «οικούντας εν τοις κοίλοις»
Τι δε νογάμε από γιορτή

Και τα πουλιά δε βάνουμε προσάναμ-
Μα στον ύπνο μας καθώς μας είχες μυήσει
Δώθε από τη φθορά πλέκουμε τους κισσούς
Μακριά σου πιο κι απ’ το Α του Κενταύρου

«Ως εν τινι φρουρά εσμέν»
Μαργωμένοι μες στο χρόνο
Κι από τραγούδι αμάθητοι

Μόνος εσύ ο αιρετικός της ύλης αλλ’
Ομόθρησκος των αετών το ύστερο άλμα
Τόλμησες. Κι οι ποιμένες σ’ είδανε της Πρεμετής
Μες στης άλλης χαράς το φως να οδοιπορείς πιο νέος

Τι κι αν ο κόσμος μάταιος
Έχεις μιλήσει ελληνικά
Ως «εις τον έπειτα χρόνον»

Κι από την ομιλία σου ακόμη
Βγάνουν θυμίαμα οι θαλασσινοί κρίνοι
Και κάποιες θρυλικές κοπέλες κατά σε
Μυστικά στρέφουνε τον καθρέφτη του ήλιου.


1955





ΜΙΚΡΟΝ ΑΝΑΛΟΓΟΝ

ΓΙΑ ΤΟΝ Ν. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟ-ΓΚΙΚΑ


Τόσο μόνον
Όσο χρειάζεται για να λειάνει ένα χαλίκι ο ρόχθος
Ή ν’ αποτυπωθεί χαράματα το ψύχος τ’ ουρανού
Στο δέρμα ενός μενεξεδένιου σύκου

Κι εκεί
Μακριά στην πούντα του Καιρού
Όπου μαίνεται από τη νοτιά το μαύρο ερημονήσι

Τόσο μόνον κι εκεί: ευδοκιμεί το Αόρατο!

Αλλ’ εμείς το χτίζουμε άλλ’ εμείς το κηπεύουμε
Αλλ’ εμείς νύχτα μέρα το ιστορούμε

Και συχνά την ώρα που απ’ τη λέπρα της ηπείρου
Ξεχωρίζει ανεβαίνοντας
Θεομητορική

Γη με το φρύδι δριμύ και την άκανθα του ήλιου

Σαν σε όνειρο μέσα πάλι εμείς του προσφέρουμε
Ποιος το λίθο ποιος τη δρόσο ποιος το ουράνιο κονίαμα

Ω γαιώδη άνθρωπε

Ιδές που ο τοκετός της νύχτας έφερε
Κυανό και κιννάβαρι πορφύρα και ώχρα

Στείλε το βλέμμα σου ψηλά καθώς μια σκέψη οξεία
Να διασχίσει το εμπόλεμο στερέωμα
Και πες εμείς οι ασύμμετροι πως είμαστε

Τ’ αχνάρια που άφησαν −και που ακολούθησες−
Η άγρια μέλισσα κι ο αμνός ο πενθοφόρος.


1958





Ο ΦΥΛΛΟΜΑΝΤΗΣ


Απόψε βράδυ Αυγούστου οχτώ
Ναυαγισμένο στα ρηχά των άστρων
Το παλιό μου σπίτι με τα σαμιαμίθια
Και το χυμένο το κερί στο κομοδίνο επάνω
Πόρτες παράθυρα ανοιχτά
Το παλιό μου σπίτι αδειάζοντας
Φορτίο της ερημιάς μέσα στη νύχτα·

Σαστισμένες φωνές κι άλλες που ακόμη
Τρέχοντας μες στις φυλλωσιές αστράφτουν σαν
Μυστικά περάσματα πυγολαμπίδας
Από βάθη ζωής αναστραμμένης
Μες στο κρύο ασπράδι των ματιών
Εκεί που ακινητεί ο Καιρός
Κι η Σελήνη με τ’ αλλοιωμένο μάγουλο

Απελπιστικά σιμώνει το δικό μου·
Ένα θρόισμα σαν από χαμένης
Που ξανάρχεται αγάπης σκοτεινό αρχινούν:
«Μη». Κι υστέρα πάλι «Μη» «Μωρό μου»
«Τι σου ’μελλε» «Μια μέρα θα το θυμηθείς»
«Παιδί παιδάκι με τα καστανά μαλλιά»
«Εγώ που σ' αγαπώ» «Πες πάντα» «Πάντα».

Κι όπως μέσα στην απληστία του μαύρου
Που ανοίγεται στα δύο περιβολιού
Σβηστό απανθρακωμένο
Πάει και καταποντίζεται όλο το έχει σου
Ανεβαίνει απ’ της ψυχής τ’ απόνερα ένα
Κύμα θολό που οι φυσαλίδες του είναι
Άλλα τόσα παλιά ηλιοβασιλέματα

Παράθυρα τρεμάμενα στο φως του εσπερινού
Μια στιγμή που προσπέρασες την ευτυχία
Σαν τραγούδι οπού κρύφθηκε μήπως το δεις
Δακρυσμένο για σένα ένα κορίτσι −
Όλα της αγκαλιάς τα ιερά και του όρκου
Τίποτα τίποτα δεν πήε χαμένο
Απόψε βράδυ Αυγούστου οχτώ

Μέσ’ απ’ τη χλώρη του βυθού και πάλι
Το ίδιο εκείνο ατέρμονο ανατρίχιασμα
Μονοθροεί και συνθροεί τα φύλλα
Μονολογεί στην αραμαϊκή του απόκοσμου:
«Παιδί παιδάκι με τα καστανά μαλλιά
Σου ’μελλε να χαθείς εδώ για να σωθείς μακριά»
«Σου ’μελλε να χαθείς εδώ για να σωθείς μακριά».

Κι άξαφνα σαν τα πριν και τα μετά ιδωμένα·
Βατές όλες οι θάλασσες με τα λουλούδια
Μόνος άλλ’ όχι μόνος· όπως πάντα·
Όπως τότε νέος που προχωρούσα
Με κενή τη θέση στα δεξιά μου
Και ψηλά μ’ ακολουθούσε ο Βέγας
Των ερώτων μου όλων ο Πολιούχος.


1965





ΑΙΩΝΟΣ ΕΙΔΩΛΟΝ


Τι σβηστήρας άραγες να υπάρχει
Για τη μέσα μας ασκήμια, τι να μετα-
Στοιχειώνει τόσων χρόνων σκλαβιά, Καίσαρες, εσείς
Από τον άλλο κόσμο, μετανοημένοι, πέστε μας
Ποιο φύλλο, ποιο πουλί, ποιος κήπος μες στη θάλασσα
Σπώντας του Μαΐου τα κύματα, να ισοσταθμίσει γίνεται
Τον πόνο
Τον σωματικό
Που αν ένας μόνον τον υφίσταται, όλοι μας φωνάζουμε:
Ως πότε, ως πότε

Ατραπούς πήρα και πάλι εμπρός τους βγήκα:
Κρέοντες κι Αντιγόνες Ηλέκτρες κι Αίγισθοι
Καθείς μ’ ένα φεγγάρι στρογγυλό στο χέρι
Τη δική του νύχτα.
Ζούνε ακόμη, ζούνε, οδεύουν και ολοφύρονται.
Ως κι εκείνος ο λησμονημένος τάχατες απ’ όλους
Βασιλιάς της Ασίνης, ως κι εκείνος ανεβαίνει, να τος
Με σφαμένους κι ανέσφαχτους πίσω του
Το λόφο, πάγχρυσος
Προς τι; Προς τι;

Πολιό πέλαγο κι εσείς ακρόπρωρα μελανά στον αέρα
Πιο ψηλά, πιο ψηλά
Δώσετέ μου τη δύναμη
Ν’ αφαιρέσω απ’ τους μάντεις το δεινό μέλλον
Και σαν άχρηστο σπλάχνο στα σκυλιά να το ρίξω.
Εγώ, που από τον Ήρωα να γυρίσω πίσω εδέησε
Και να κάνω δρόμο μακρύ, αποθαρρημένος
Εωσότου τέλος, του καιούμενου από μόνου του
Μια κραυγή ζωντανή περισώσω:
Φτάνει πια, φτάνει πια

Τρέμει τρέμει μακριά, σε απόσταση χιλιάδων μύρων
Το είδωλον του αιώνος
Μες στης πίκρας τον άργυρο, λάμπει.
Μη γυρίσει κανείς να κοιτάξει, παιδιά
Μη γυρίσει κανείς να κοιτάξει. Όστις γαρ
Εν πολλοίσιν ως εγώ κακοίς
Έζησε, το γνωρίζει: ευθεία, μπροστά, και τραγουδώντας μόνον
Άτεγκτοι και στην έξοδο προσηλωμένοι
Θα τη φέρουμε την Ευρυδίκη πάλι
Στο φως, στο φως, στο φως.


1968





ΑΠΟΣΤΙΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

ΠΑ ΕΝΑΝ ΟΡΘΡΟ ΣΤΟ ΑΣΚΗΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΠΟΛΛΟΥ


Ξύπνησες Αδάμ     και ξαναρχίζει ο κόσμος
Φύλλωμα κισσού     στον ασβέστη περνάν
Τρεμάμενα τα κύματα     μυριάδες σκιάσματα

Μες στ’ Απίστευτο     μετρήσου και πες
Πόσο πιάνει ο σταυρός     και πόσο η Πλατυτέρα
Της ψυχής σου που ανάφτηκε     χρυσός αέρας

Αϊτέ Θαλασσών     των ουρανών δελφίνι
Ζωή μου γλαυκή     που σε μιαν αστραπή
Τα ’πες όλα και τα ’καψες     τα ’πες όλα και τα ’κρυψες

Εναντίον μου    να μεγαλώνουν είδα
Κορυφές του Αραράτ     κι ακατάληπτες γλώσσες
Όμως μόνος προχώρησα     κι ούτ’ ένα δάκρυ

Δόλωμα κρυφό     στη βοή των κυμάτων
Ρίχνω κι αγρικώ     σαν λεόντων φωνές
Τις φορές οπού αδίκησα     τις φορές οπού απάτησα

Μου κατάφαγαν     σπείρες μελισσών
Το λιγνό μου κορμί     και τη μιλιά μου πήραν
Θεές κωδωνοκρούοντας     πέλαγα μαύρα

Να πενθώ για τι;     Ποιος αυτός που προστάζει;
Ποιανού μαχητή     χαμένου στο σωρό
Άθελά του το ίνδαλμα     να ξανάρχεται μέσα μου;

Τρεις και τέσσερις     φορές έγειρε ο νους μου
Με λοξά τα φτερά     πουλιού της τρικυμίας
Κι υστέρα πάλι τίποτα     τίποτα πάλι

Έχε γεια Βοριά    μελαψέ σγουρομάλλη
Που κρυφά κρατείς     από κάτω της γης
Το ένα μου αηδόνισμα     τα πολλά μου αμαρτήματα

Εννεάστερο     τέρας φωτεινό
Ταξιδεύει ψηλά     και στην ψυχή μου ρίχνει
Τόπους τόπους τα γράμματα     κι ούτε μια λέξη

Τίποτα να πω     πια δε γίνεται άλλο
Μοναχά φυσώ     και πέπλα παλαιά
Για τους άλλους αόρατα     μπρος στα μάτια μου ανοίγονται

Ανυπόταχτο     σκαρφαλωμένο γίδι
Στα ύψη μασά     των αιώνων τα φύλλα
Όπως πριν που γεννήθηκα     κι όπως κατόπιν

Εμπρός προσκυνώ     σε την Ανθοκρατούσα
Μαβιά που κοιτάς     και τα πέρα βουνά
Ωσάν της Αναλήψεως     καταδιάφανα χάνονται

Ατελεύτητα     λευκό το κελί
Σαν σταγόνα νερού     καθαρού μες στον ήλιο
Με πηγαίνει κι ολόγυμνος     το θαύμα λέω.


1972





Από τη συλλογή «Τα ετεροθαλή» (1974).
Πηγή: «Οδυσσέας Ελύτης, Ποίηση», εκδ. Ίκαρος, 2002. 

Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2022

Γιώργος Σεφέρης, "Τρία κρυφά ποιήματα"




ΠΑΝΩ ΣΕ ΜΙΑ ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΗ ΑΚΤΙΝΑ


Γ΄

Οι σύντροφοι μ’ είχαν τρελάνει
με θεοδόλιχους εξάντες πετροκαλαμήθρες
και τηλεσκόπια που μεγαλώναν πράγματα−
καλύτερα να μέναν μακριά.
Πού θα μας φέρουν τέτοιοι δρόμοι;
Όμως η μέρα εκείνη που άρχισε
μπορεί δεν έσβησε ακόμη
με μια φωτιά σ’ ένα φαράγγι σαν τριαντάφυλλο
και μια θάλασσα ανάερη στα πόδια του Θεού.



Δ΄

Είπες εδώ και χρόνια:
«Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός».
Και τώρα ακόμη σαν ακουμπάς
στις φαρδιές ωμοπλάτες του ύπνου
ακόμη κι όταν σε ποντίζουν
στο ναρκωμένο στήθος του πελάγου
ψάχνεις γωνιές όπου το μαύρο
έχει τριφτεί και δεν αντέχει
αναζητάς ψηλαφητά τη λόγχη
την ορισμένη να τρυπήσει την καρδιά σου
για να την ανοίξει στο φως.





ΕΠΙ ΣΚΗΝΗΣ


Δ΄

Η θάλασσα· πώς έγινε έτσι η θάλασσα;
Άργησα χρόνια στα βουνά·
με τύφλωσαν οι πυγολαμπίδες.
Τώρα σε τούτο τ’ ακρογιάλι περιμένω
ν’ αράξει ένας άνθρωπος
ένα υπόλειμμα, μια σχεδία.

Μα μπορεί να κακοφορμίσει η θάλασσα;
Ένα δελφίνι την έσκισε μια φορά
κι ακόμη μια φορά
η άκρη του φτερού ενός γλάρου.

Κι όμως ήταν γλυκό το κύμα
όπου έπεφτα παιδί και κολυμπούσα
κι ακόμη σαν ήμουν παλικάρι
καθώς έψαχνα σχήματα στα βότσαλα,
γυρεύοντας ρυθμούς,
μου μίλησε ο Θαλασσινός Γέρος:
«Εγώ είμαι ο τόπος σου·
ίσως να μην είμαι κανείς
αλλά μπορώ να γίνω αυτό που θέλεις».



ΣΤ΄

Πότε θα ξαναμιλήσεις;
Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας.
Σπέρνουνται γεννιούνται σαν τα βρέφη
ριζώνουν θρέφουνται με το αίμα.
Όπως τα πεύκα
κρατούνε τη μορφή του αγέρα
ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί
το ίδιο τα λόγια
φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου
κι ο άνθρωπος έφυγε, δεν είναι εκεί.
Ίσως γυρεύουν να μιλήσουν τ’ άστρα
που πάτησαν την τόση γύμνια σου μια νύχτα
ο Κύκνος ο Τοξότης ο Σκορπιός
ίσως εκείνα.
Αλλά πού θά εισαι τη στιγμή που θα ’ρθει
εδώ σ’ αυτό το θέατρο το φως;





ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ


Γ΄

Κι όμως σ’ αυτό τον ύπνο
τ’ όνειρο ξεπέφτει τόσο εύκολα
στο βραχνά.
Όπως το ψάρι που άστραψε κάτω απ’ το κύμα
και χώθηκε στο βούρκο του βυθού
ή χαμαιλέοντας όταν αλλάζει χρώμα.
Στην πολιτεία που έγινε πορνείο
μαστροποί και πολιτικιές
διαλαλούν σάπια θέλγητρα·
η κυματόφερτη κόρη
φορεί το πετσί της γελάδας
για να την ανεβεί το ταυρόπουλο·
ο ποιητής
χαμίνια του πετούν μαγαρισιές
καθώς βλέπει τ’ αγάλματα να στάζουν αίμα.
Πρέπει να βγεις από τούτο τον ύπνο·
τούτο το μαστιγωμένο δέρμα.



Ε΄

Ο κόσμος τυλιγμένος στα ναρκωτικά σεντόνια
δεν έχει τίποτε άλλο να προσφέρει
παρά τούτο το τέρμα.
                                        Στη ζεστή νύχτα
η μαραμένη ιέρεια της Εκάτης
με γυμνωμένα στήθη ψηλά στο δώμα
παρακαλά μια τεχνητή πανσέληνο, καθώς
δυο ανήλικες δούλες που χασμουριούνται
αναδεύουν σε μπακιρένια χύτρα
αρωματισμένες φαρμακείες.
Αύριο θα χορτάσουν όσοι αγαπούν τα μυρωδικά.

Το πάθος της και τα φτιασίδια
είναι όμοια με της τραγωδού
ο γύψος τους μάδησε κιόλας.






Τρία κρυφά ποιήματα (1966).
Πηγή: «Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα», εκδ. Ίκαρος, 20η έκδοση, 2000.

Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2021

Πάμπλο Νερούδα, από τα "Είκοσι ερωτικά ποιήματα"





Ποίημα
15

ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙΣ ΣΑΝ ΣΙΩΠΑΣ…


Μου αρέσεις σαν σιωπάς γιατί είσαι σα να λείπεις,
και μ’ ακούς από μακριά, κι η φωνή μου δεν σε αγγίζει.
Και μοιάζεις λες σα να έχουνε τα μάτια σου πετάξει
κι είναι σαν ένα φίλημα να σου ’κλεισε το στόμα.

Όπως όλα τα πράγματα παίρνουν απ’ την ψυχή μου,
βγαίνεις από τα πράγματα γεμάτη εσύ από κείνη.
Πεταλούδα του ύπνου, μοιάζεις με την ψυχή μου,
και μοιάζεις πιο πολύ με την λέξη μελαγχολία.

Μου αρέσεις σαν σιωπάς κι είσαι σα να έχεις φύγει.
Κι είσαι σαν παραπονιάρα πεταλούδα στην κούνια.
Και μ’ ακούς απ’ τα Μάκρη, κι η φωνή μου δε σε φτάνει:
με τη δική σου τη σιωπή άσε με να σωπαίνω.

Να σου μιλάω άφησε πάλι με τη σιωπή σου,
καθάρια σαν μια λάμπα, απλή σαν βέρα γάμου.
Είσαι αστροφώτιστη και σιωπηλή όπως η νύχτα.
Η τόσο απλή και μακρινή σιωπή σου είναι από αστέρια.

Μου αρέσεις σαν σιωπάς γιατί είσαι σα να λείπεις.
Πονεμένη κι απόμακρη σαν να ’σουν πεθαμένη.
Μόνο μια λέξη τότε, ένα χαμόγελο σου
κι αισθάνομαι χαρούμενος που αυτό δεν είναι αλήθεια.






Ποίημα 20

ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΓΡΑΨΩ...


Μπορώ να γράψω τους πιο θλιμμένους στίχους απόψε.

Να γράψω, για παράδειγμα: «Η νύχτα είναι αστροφώτιστη,
και τρεμοπαίζουν, γαλάζια, τ’ αστέρια, στα μάκρη».
Ο άνεμος της νύχτας περιστρέφεται στον ουρανό και τραγουδάει.

Μπορώ να γράψω τους πιο θλιμμένους στίχους απόψε.
Την αγάπησα, κι ήταν φορές που κι εκείνη μ’ αγάπησε.

Σε νύχτες σαν κι αυτή την είχα στην αγκαλιά μου.
Τη φίλησα τόσες φορές κάτω απ’ τον άπειρο ουρανό.

Εκείνη με αγάπησε, κι ήταν φορές που κι εγώ την αγαπούσα.
Πως να μην αγαπήσω τα μεγάλα ορθάνοιχτα μάτια της.

Μπορώ να γράψω τους πιο θλιμμένους στίχους απόψε.
Να σκεφτώ πως δεν την έχω. Να αισθανθώ πως την έχασα.

Ν’ ακούσω την απέραντη νύχτα, πιο απέραντη δίχως εκείνη.
Κι ο στίχος πέφτει στην ψυχή σαν τη δροσιά στα χόρτα.

Τι σημασία έχει που η αγάπη μου δεν μπόρεσε να την κρατήσει.
Η νύχτα είναι αστροφώτιστη κι εκείνη δεν είναι μαζί μου.

Αυτό είναι όλο. Μακριά κάποιος τραγουδάει. Μακριά.
Η ψυχή μου λυπάται που την έχει χάσει.

Σαν για να την πλησιάσω η ματιά μου την ψάχνει.
Η καρδιά μου την ψάχνει, κι εκείνη δεν είναι μαζί μου.

Η ίδια νύχτα που κάνει ν’ ασπρίζουν τα ίδια δέντρα.
Εμείς, εκείνοι του τότε, δεν είμαστε πια οι ίδιοι.

Δεν την αγαπώ πια, είναι βέβαιο, αλλά πόσο την αγάπησα.
Η φωνή μου έψαχνε τον άνεμο για να αγγίξει την ακοή της.

Σε άλλον. Θα ανήκει σε άλλον. Όπως και πριν από τα φιλιά μου.
Η φωνή της, το φωτεινό σώμα της. Τα άπειρα μάτια της.

Δεν την αγαπώ πια, είναι βέβαιο, αλλά μπορεί και να την αγαπώ.
Πόσο λίγο διαρκεί η αγάπη, πόσο πολύ διαρκεί η λησμονιά.

Επειδή σε νύχτες σαν κι αυτή την είχα στην αγκαλιά μου,
η ψυχή μου λυπάται που την έχει χάσει.

Ακόμα κι αν αυτός είναι ο τελευταίος πόνος που μου δίνει,
κι αυτοί είναι οι τελευταίοι στίχοι που γράφω.



Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος





Από τη συλλογή «Είκοσι ερωτικά ποιήματα κι ένα τραγούδι απελπισμένο» (Veinte poemas de amor y una canción desesperada) 1924.

Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2021

Γιώργος Σεφέρης, "Ημερολόγιο καταστρώματος Α΄"





Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΥ


—Παλιέ μου φίλε τι γυρεύεις;
χρόνια ξενιτεμένος ήρθες
με εικόνες που έχεις αναθρέψει
κάτω από ξένους ουρανούς
μακριά απ’ τον τόπο το δικό σου.

—Γυρεύω τον παλιό μου κήπο·
τα δέντρα μού έρχουνται ώς τη μέση
κι οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια
κι όμως σαν ήμουνα παιδί
έπαιζα πάνω στο χορτάρι
κάτω από τους μεγάλους ίσκιους
κι έτρεχα πάνω σε πλαγιές
ώρα πολλή λαχανιασμένος.

—Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγά σιγά θα συνηθίσεις·
θ’ ανηφορίσουμε μαζί
στα γνώριμά σου μονοπάτια
θα ξαποστάσουμε μαζί
κάτω απ’ το θόλο των πλατάνων
σιγά-σιγά θα ’ρθούν κοντά σου
το περιβόλι κι οι πλαγιές σου.

—Γυρεύω το παλιό μου σπίτι
με τ’ αψηλά τα παραθύρια
σκοτεινιασμένα απ’ τον κισσό
γυρεύω την αρχαία κολόνα
που κοίταζε ο θαλασσινός.
Πώς θες να μπω σ’ αυτή τη στάνη;
οι στέγες μού έρχουνται ώς τους ώμους
κι όσο μακριά και να κοιτάξω
βλέπω γονατιστούς ανθρώπους
λες κάνουνε την προσευχή τους.

—Παλιέ μου φίλε δε μ’ ακούς;
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
το σπίτι σου είναι αυτό που βλέπεις
κι αυτή την πόρτα θα χτυπήσουν
σε λίγο οι φίλοι κι οι δικοί σου
γλυκά να σε καλωσορίσουν.

—Γιατί είναι απόμακρη η φωνή σου;
σήκωσε λίγο το κεφάλι
να καταλάβω τι μου λες
όσο μιλάς τ’ ανάστημά σου
ολοένα πάει και λιγοστεύει
λες και βυθίζεσαι στο χώμα.

—Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγά σιγά θα συνηθίσεις
η νοσταλγία σού έχει πλάσει
μια χώρα ανύπαρχτη με νόμους
έξω απ’ τη γης κι απ’ τους ανθρώπους.

—Πια δεν ακούω τσιμουδιά
βούλιαξε κι ο στερνός μου φίλος
παράξενο πώς χαμηλώνουν
όλα τριγύρω κάθε τόσο
εδώ διαβαίνουν και θερίζουν
χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα.


                                                          Αθήνα, άνοιξη ’38





ΤΟ ΦΥΛΛΟ ΤΗΣ ΛΕΥΚΑΣ


Έτρεμε τόσο που το πήρε ο άνεμος
έτρεμε τόσο πώς να μην το πάρει ο άνεμος
πέρα μακριά
μια θάλασσα
πέρα μακριά
ένα νησί στον ήλιο
και τα χέρια σφίγγοντας τα κουπιά
πεθαίνοντας την ώρα που φάνηκε το λιμάνι
και τα μάτια κλειστά
σε θαλασσινές ανεμώνες.

Έτρεμε τόσο πολύ
το ζήτησα τόσο πολύ
στη στέρνα με τους ευκαλύπτους
την άνοιξη και το φθινόπωρο
σ’ όλα τα δάση γυμνά
θεέ μου το ζήτησα.





ΤΟ ΓΙΑΣΕΜΙ


Είτε βραδιάζει
είτε φέγγει
μένει λευκό
το γιασεμί.





Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΑΣΙΝΗΣ

                                                                  Ἀσίνην τε…
                                                                     ΙΛΙΑΔΑ



Κοιτάξαμε όλο το πρωί γύρω γύρω το κάστρο
αρχίζοντας από το μέρος του ίσκιου εκεί που η θάλασσα
πράσινη και χωρίς αναλαμπή, το στήθος σκοτωμένου παγονιού
μας δέχτηκε όπως ο καιρός χωρίς κανένα χάσμα.
Οι φλέβες του βράχου κατέβαιναν από ψηλά
στριμμένα κλήματα γυμνά πολύκλωνα ζωντανεύοντας
στ’ άγγιγμα του νερού, καθώς το μάτι ακολουθώντας τις
πάλευε να ξεφύγει το κουραστικό λίκνισμα
χάνοντας δύναμη ολοένα.

Από το μέρος του ήλιου ένας μακρύς γιαλός ολάνοιχτος
και το φως τρίβοντας διαμαντικά στα μεγάλα τείχη.
Κανένα πλάσμα ζωντανό τ’ αγριοπερίστερα φευγάτα
κι ο βασιλιάς της Ασίνης που τον γυρεύουμε δυο χρόνια τώρα
άγνωστος λησμονημένος απ’ όλους κι από τον Όμηρο
μόνο μια λέξη στην Ιλιάδα κι εκείνη αβέβαιη
ριγμένη εδώ σαν την εντάφια χρυσή προσωπίδα.
Την άγγιξες, θυμάσαι τον ήχο της; κούφιο μέσα στο φως
σαν το στεγνό πιθάρι στο σκαμμένο χώμα·
κι ο ίδιος ήχος μες στη θάλασσα με τα κουπιά μας.
Ο βασιλιάς της Ασίνης ένα κενό κάτω απ’ την προσωπίδα
παντού μαζί μας παντού μαζί μας, κάτω από ένα όνομα:
«Ἀσίνην τε… Ἀσίνην τε…»
                                                  και τα παιδιά του αγάλματα
κι οι πόθοι του φτερουγίσματα πουλιών κι ο αγέρας
στα διαστήματα των στοχασμών του και τα καράβια του
αραγμένα σ’ άφαντο λιμάνι·
κάτω απ’ την προσωπίδα ένα κενό.

Πίσω από τα μεγάλα μάτια τα καμπύλα χείλια τους βοστρύχους
ανάγλυφα στο μαλαματένιο σκέπασμα της ύπαρξής μας
ένα σημείο σκοτεινό που ταξιδεύει σαν το ψάρι
μέσα στην αυγινή γαλήνη του πελάγου και το βλέπεις:
ένα κενό παντού μαζί μας.
Και το πουλί που πέταξε τον άλλο χειμώνα
με σπασμένη φτερούγα
σκήνωμα ζωής,
κι η νέα γυναίκα που έφυγε να παίξει
με τα σκυλόδοντα του καλοκαιριού
κι η ψυχή που γύρεψε τσιρίζοντας τον κάτω κόσμο
κι ο τόπος σαν το μεγάλο πλατανόφυλλο που παρασέρνει ο χείμαρρος του ήλιου
με τ’ αρχαία μνημεία και τη σύγχρονη θλίψη.

Κι ο ποιητής αργοπορεί κοιτάζοντας τις πέτρες κι αναρωτιέται
υπάρχουν άραγε
ανάμεσα στις χαλασμένες τούτες γραμμές τις ακμές τις αιχμές τα κοίλα
     και τις καμπύλες
υπάρχουν άραγε
εδώ που συναντιέται το πέρασμα της βροχής του αγέρα και της φθοράς
υπάρχουν, η κίνηση του προσώπου το σχήμα της στοργής
εκείνων που λιγόστεψαν τόσο παράξενα μες στη ζωή μας
αυτών που απόμειναν σκιές κυμάτων και στοχασμοί με την απεραντοσύνη του
     πελάγου
ή μήπως όχι δεν απομένει τίποτε παρά μόνο το βάρος
η νοσταλγία του βάρους μιας ύπαρξης ζωντανής
εκεί που μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας
σαν τα κλωνάρια της φριχτής ιτιάς σωριασμένα μέσα στη διάρκεια της απελπισίας
ενώ το ρέμα κίτρινο κατεβάζει αργά βούρλα ξεριζωμένα μες στο βούρκο
εικόνα μορφής που μαρμάρωσε με την απόφαση μιας πίκρας παντοτινής.
Ο ποιητής ένα κενό.

Ασπιδοφόρος ο ήλιος ανέβαινε πολεμώντας
κι από το βάθος της σπηλιάς μια νυχτερίδα τρομαγμένη
χτύπησε πάνω στο φως σαν τη σαΐτα πάνω στο σκουτάρι:
«Ἀσίνην τε Ἀσίνην τε…». Να ’ταν αυτή ο βασιλιάς της Ασίνης
που τον γυρεύουμε τόσο προσεχτικά σε τούτη την ακρόπολη
γγίζοντας κάποτε με τα δάχτυλά μας την αφή του πάνω στις πέτρες.


Ασίνη, καλοκαίρι 1938 - Αθήνα, Γεν. ’40





Ημερολόγιο Καταστρώματος A΄ (1940).
Πηγή: «Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα», εκδ. Ίκαρος, 20η έκδοση, 2000.

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2020

Γιώργος Σεφέρης, "Κίχλη"




Γ΄


ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ ΤΗΣ «ΚΙΧΛΗΣ»
 
«Το ξύλο αυτό που δρόσιζε το μέτωπό μου
τις ώρες που το μεσημέρι πύρωνε τις φλέβες
σε ξένα χέρια θέλει ανθίσει. Πάρ’ το, σου το χαρίζω·
δες, είναι ξύλο λεμονιάς…»
                                                  Άκουσα τη φωνή
καθώς εκοίταζα στη θάλασσα να ξεχωρίσω
ένα καράβι που το βούλιαξαν εδώ και χρόνια·
το ’λεγαν «Κίχλη»· ένα μικρό ναυάγιο· τα κατάρτια,
σπασμένα, κυματίζανε λοξά στο βάθος, σαν πλοκάμια
ή μνήμη ονείρων, δείχνοντας το σκαρί του
στόμα θαμπό κάποιου μεγάλου κήτους νεκρού
σβησμένο στο νερό. Μεγάλη απλώνουνταν γαλήνη.

Κι άλλες φωνές σιγά-σιγά με τη σειρά τους
ακολουθήσαν· ψίθυροι φτενοί και διψασμένοι
που βγαίναν από του ήλιου τ’ άλλο μέρος, το σκοτεινό·
θα ’λεγες γύρευαν να πιουν αίμα μια στάλα·
ήτανε γνώριμες μα δεν μπορούσα να τις ξεχωρίσω.
Κι ήρθε η φωνή του γέρου, αυτή την ένιωσα
πέφτοντας στην καρδιά της μέρας
ήσυχη, σαν ακίνητη:
«Κι α με δικάσετε να πιω φαρμάκι, ευχαριστώ·
το δίκιο σας θα ’ναι το δίκιο μου· πού να πηγαίνω
γυρίζοντας σε ξένους τόπους, ένα στρογγυλό λιθάρι.
Το θάνατο τον προτιμώ·
ποιος πάει για το καλύτερο ο θεός το ξέρει».

Χώρες του ήλιου και δεν μπορείτε ν’ αντικρίσετε τον ήλιο.
Χώρες του ανθρώπου και δεν μπορείτε ν’ αντικρίσετε τον
          άνθρωπο.



ΤΟ ΦΩΣ

Καθώς περνούν τα χρόνια
πληθαίνουν οι κριτές που σε καταδικάζουν·
καθώς περνούν τα χρόνια και κουβεντιάζεις με λιγότερες
          φωνές,
βλέπεις τον ήλιο μ’ άλλα μάτια·
ξέρεις πως εκείνοι που έμειναν, σε γελούσαν,
το παραμίλημα της σάρκας, ο όμορφος χορός
που τελειώνει στη γύμνια.
Όπως, τη νύχτα στρίβοντας στην έρμη δημοσιά,
άξαφνα βλέπεις να γυαλίζουν τα μάτια ενός ζώου
που έφυγαν κιόλας, έτσι νιώθεις τα μάτια σου·
τον ήλιο τον κοιτάς, έπειτα χάνεσαι μες στο σκοτάδι·
ο δωρικός χιτώνας
που αγγίξανε τα δάχτυλά σου και λύγισε σαν τα βουνά,
είναι ένα μάρμαρο στο φως, μα το κεφάλι του είναι στο
          σκοτάδι.
Κι αυτούς που αφήσαν την παλαίστρα για να πάρουν τα
          δοξάρια
και χτύπησαν το θεληματικό μαραθωνοδρόμο
κι εκείνος είδε τη σφενδόνη ν’ αρμενίζει στο αίμα
ν’ αδειάζει ο κόσμος όπως το φεγγάρι
και να μαραίνουνται τα νικηφόρα περιβόλια·
τους βλέπεις μες στον ήλιο, πίσω από τον ήλιο.
Και τα παιδιά που κάναν μακροβούτια απ’ τα μπαστούνια
πηγαίνουν σαν αδράχτια γνέθοντας ακόμη,
σώματα γυμνά βουλιάζοντας μέσα στο μαύρο φως
μ’ ένα νόμισμα στα δόντια, κολυμπώντας ακόμη,
καθώς ο ήλιος ράβει με βελονιές μαλαματένιες
πανιά και ξύλα υγρά και χρώματα πελαγίσια·
ακόμη τώρα κατεβαίνουνε λοξά
προς τα χαλίκια του βυθού
οι άσπρες λήκυθοι.

Αγγελικό και μαύρο, φως,
γέλιο των κυμάτων στις δημοσιές του πόντου,
δακρυσμένο γέλιο,
σε βλέπει ο γέροντας ικέτης
πηγαίνοντας να δρασκελίσει τις αόρατες πλάκες
καθρεφτισμένο στο αίμα του
που γέννησε τον Ετεοκλή και τον Πολυνείκη.
Αγγελική και μαύρη, μέρα·
η γλυφή γέψη της γυναίκας που φαρμακώνει το
          φυλακισμένο
βγαίνει απ’ το κύμα δροσερό κλωνάρι στολισμένο στάλες.
Τραγούδησε μικρή Αντιγόνη, τραγούδησε, τραγούδησε…
δε σου μιλώ για περασμένα, μιλώ για την αγάπη·
στόλισε τα μαλλιά σου με τ’ αγκάθια του ήλιου,
σκοτεινή κοπέλα·
η καρδιά του Σκορπιού βασίλεψε,
ο τύραννος μέσα απ’ τον άνθρωπο έχει φύγει,
κι όλες οι κόρες του πόντου, Νηρηίδες, Γραίες
τρέχουν στα λαμπυρίσματα της αναδυομένης·
όποιος ποτέ του δεν αγάπησε θ’ αγαπήσει,
στο φως·
                     και είσαι
σ’ ένα μεγάλο σπίτι με πολλά παράθυρα ανοιχτά
τρέχοντας από κάμαρα σε κάμαρα, δεν ξέροντας από πού
          να κοιτάξεις πρώτα,
γιατί θα φύγουν τα πεύκα και τα καθρεφτισμένα βουνά
          και το τιτίβισμα των πουλιών
θ’ αδειάσει η θάλασσα, θρυμματισμένο γυαλί, από βοριά
          και νότο
θ’ αδειάσουν τα μάτια σου απ’ το φως της μέρας
πως σταματούν ξαφνικά κι όλα μαζί τα τζιτζίκια.


Πόρος, «Γαλήνη», 31 του Οχτώβρη 1946






«Κίχλη» 1947.
Πηγή: «Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα», εκδ. Ίκαρος, 20η έκδοση, 2000.
 
Στην εικόνα: Henri Adolphe Schaep, «Nachtelijk werk in de dokken».
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.