Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κύρου Κλείτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κύρου Κλείτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 10 Απριλίου 2025

Κλείτος Κύρου, "Ακροτελεύτια"




ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΠΗΡΕΙΑΝ


Συμπεριφερόμαστε
Υπό την επήρειαν
Παντός επιστητού

Της μέθης φερ’ ειπείν
Βρασμού ψυχής
Διαττόντων στίχων

Και οπωσδήποτε
Υπό την επήρειαν
Ερώτων γεγονότων
Χρωμάτων και αρωμάτων

Ή όποιων προτροπών

Είναι ο λόγος
Που υπό την επήρειαν του μέλλοντος
Αναπολούμε το παρελθόν






Ο ΠΟΙΗΤΗΣ


Τις νύχτες
Που είναι αμφίστομες
Όπως κι ο έρωτας
Ντύνεται στα όνειρα
Κι αποταμιεύει
Μέσα σε μπαλόνια
Σπαράγματα
Και νάματα ψυχής
Για κείνες
Τις στιγμές του πάθους
Όταν αυτά θα σκάνουν
Σκορπίζοντας
Στον κόσμο
Χρώματα
Και εικόνες
Και λέξεις
Που θα περιδινούνται
Γύρω από σύννεφο φωτός





ΣΧΟΛΕΣ ΤΥΦΛΩΝ


Άνθρωποι ανυπόδυτοι περνούν με σχισμένες καρδιές πε-
ρνούν στιλβωτές ελπίδων κι αγρίων οραμάτων περνούν αστα-
μάτητα οι μέρες φορώντας ομοιωματικά.

Κάθε τόσο τούς αποκολλούν επί αντιμισθία και μία μεμβράνη
φωτός τούς αφαιρούν μεθοδικά την όραση και τελικά τους
κλείνουν σε σχολές τυφλών.

                             Τουλάχιστον
                             Να μπορούσαν εκεί
                             Να τους προσφέρουν
                             Και κάποια
                             Έγχρωμα όνειρα


                                                                        Νοεμ. 1997





ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ


Hommes de l’ avenir souvenez-vous de nous
Πίσω από παρεμβολές και φωτοσκιάσεις νιώθεις τη γνώριμη
αύρα της γυναίκας να έρπει στο μέτωπό σου κάτω από συστή-
ματα κίβδηλων λέξεων διαβάζεις σωστά το νόημά τους έρ-
χονται μορφές που συνάντησες σε μιαν άλλη ζωή χαμογελούν
οι νεκροί περίεργα στα όνειρά σου.

Τώρα εσείς απυρόβλητοι αναπαύεσθε στις κυψέλες του μέλ-
λοντος εσείς που προσμένετε τη διαδοχή σας σκαλίζοντας
εκμαγεία κοριτσιών μια μέρα θα κατανοήσετε αδέσμευτοι
από κέντρα ελέγχου πως υπήρξαμε άνθρωποι όπως κι εσείς
αιωρούμαστε όλοι γύρω απ’ τον ίδιο άξονα σκορπίζοντας τα
φλουριά της αγάπης

Άδικα ψάχνεις την πρωταρχική αιτία των πραγμάτων ο άνε-
μος φέρνει λέξεις από τον ουρανό ακούς παιδικές φωνές από
τα βάθη του χρόνου να συντηρούν τους μύθους με τραγούδια
θυμάσαι τον Ματθαίο που καταχωρούσε καταλεπτώς τα πα-
ραστατικά του βίου πως είναι δυνατόν να υπάρχει τέλος σε
κάτι που δεν είχε ποτέ αρχή.





Από την ενότητα «Ακροτελεύτια».
Πηγή: η συγκεντρωτική έκδοση, «Κλείτος Κύρου, εν όλω Συγκομιδή [1943-1997], εκδ. Άγρα, 2006.

Τα ποιήματα της ενότητας «Ακροτελεύτια» παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά με την ευκαιρία της έκδοσης του συγκεντρωτικού τόμου.

Στην εικόνα: Η προμετωπίδα της έκδοσης (μέρος κολάζ του ποιητή, 1971).


Παρασκευή 13 Αυγούστου 2021

Κλείτος Κύρου, "Κραυγές της νύχτας"





ΚΡΑΥΓΗ ΕΒΔΟΜΗ


Κάθε σου κίνηση ένα φέρσιμο πουλιών
Κάθε σου βλέμμα κι ένα ραγισμένο κρύσταλλο
Έμαθες πια να συγχωρείς μπορείς και μόνος σου
Να ζήσεις τι σου χρειάζονται τόσες φωνές
Υποσκάπτουν τις ρίζες σου σφετερίζονται
Την έπαρσή σου τυμβωρυχούν μνήμες παλιές
Κι αποκαλύπτουν κάποιο πληγωμένο μυστικό
Που μάταια πάσχιζες να το κρατήσεις τόσα χρόνια





ΚΡΑΥΓΗ ΟΓΔΟΗ


Έρχεσαι τώρα με το πρώτο κάλεσμα
Ένα πρωτόγονο ποτάμι σε ντύνει μέσα στ’ άσπρα
Η όψη σου λαγάρισε κι αποκοιμιέσαι
Μ’ έναν ουρανό που αργοπεθαίνει μες στα χέρια σου
Κι έναν άλλο που γεννιέται στην ποδιά σου





ΚΡΑΥΓΗ ΔΕΚΑΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ


Ερήμωση άνθρωποι κρύβουν την όψη τους
Μες στις παλάμες τους δεν έχουνε τι να λατρέψουν
Δεν υπάρχουν πια είδωλα και μόνο η ελπίδα
Είναι μια παρακαταθήκη σε τέτοιες στιγμές

                                            *

Και φτάνουν κάποιο ένδοξο πρωινό με τα φτερά τους
Απλωμένα στον ήλιο περήφανες κι αστραφτερές
Οι χρυσές ετούτες ημέρες της καταστροφής
Καλπάζουν στον άνεμο τραγουδώντας σα φλόγες
Κουνώντας το δάχτυλο απειλητικά σε μένα
Στο γείτονα σ’ όσους πίστεψαν με φανατισμό
Σε μιαν αποκατάσταση σε κάποιο σύνθημα
Σ’ όσους έλπισαν σε μιαν έσχατη λύση





ΚΡΑΥΓΗ ΔΕΚΑΤΗ ΠΕΜΠΤΗ


Μιλώ με σπασμένη φωνή δεν εκλιπαρώ
Τον οίκτο σας μέσα μου μιλούν χιλιάδες στόματα
Που κάποτε φώναζαν οργισμένα στον ήλιο
Μια γενιά που έψελνε τα δικαιώματά της
Κουνώντας λάβαρα πανηγυριού σειώντας σπαθιά
Γράφοντας στίχους εξαίσιους μιας πρώτης νεότητας
Ποτίζοντας τα σπαρτά με περίσσιο αίμα
Μικρά παιδιά που αφέθηκαν στο έλεος τ’ ουρανού

                                            *

Η γενιά μου ήταν μια αστραπή που πνίγηκε
Η βροντή της η γενιά μου καταδιώχτηκε
Σα ληστής σύρθηκε στο συρματόπλεγμα
Μοίρασε σαν αντίδωρο τη ζωή και το θάνατο
Οι άνθρωποι της γενιάς μου δεν πέθαιναν
Στα νοσοκομεία κραυγάζαν έξαλλοι στα εκτελεστικά
Αποσπάσματα τα χέρια τους ήταν μαγνήτες
Τρώγαν πικρό ψωμί κάπνιζαν εφημερίδες
Ζητώντας ευλαβικά μια θέση σ’ αυτήν τη γη

                                            *

Όπου κι αν στάθηκαν οι σκιές τους ριζώναν
Άδικα προσπαθείτε δε θα ξεριζωθούν ποτέ
Θα προβάλλουν μπροστά στα τρομαγμένα σας μάτια
Τώρα τα καταλάβαμε όλα καταλάβαμε
Τη δύναμή μας και για τούτο μιλώ
Με σπασμένη φωνή που κλαίει
Κάθε φορά στη θύμησή τους






Από τη συλλογή «Κραυγές της νύχτας» (1960).
Πηγή: «Κλείτος Κύρου, Εν όλω συγκομιδή [1943-1997]»,
εκδ. Άγρα, α΄ ανατύπωση: Δεκέμβριος 2006.

Στην εικόνα: Edvard Munch, «The Scream» (1893) (National Gallery of Norway).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Σάββατο 10 Απριλίου 2021

Κλείτος Κύρου, "Τα πουλιά και η αφύπνιση"





Η ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ


ΞΑΦΝΙΚΑ διαπιστώνεις πως απόμεινες μόνος
Απαριθμείς τους φίλους σου πόσοι πεθάναν
Πόσοι αποτραβηγμένοι στα σπίτια τους άλλοι
Χαμένοι στην καθημερινή τύρβη πιασμένοι
Στη μέγγενη σηκώνουν τα χέρια νιώθεις πια
Την ανάγκη να ξαναπροσφύγεις στην ποίηση
Που απαρνήθηκες πριν τόσα χρόνια να σε δονήσει
Πάλι το γνώριμο σπαρτάρισμα των λέξεων μέσα
Στο αίμα σου πριν ξεχυθούν για το παιχνίδι
Των συναρμολογήσεων τώρα που βρίσκεσαι
Πάνω κι έξω απ’ τα πάθη τώρα που οι πόλεις
Γίνονται κάθε μέρα όλο και πιο απάνθρωπες
Άγρια θηρία κυκλοφορούν στους δρόμους ο αέρας
Σάπιος τρέχεις κυνηγημένος για το σπίτι

Εκεί κλείνεις πόρτες κλείνεις παράθυρα κλείνεις
Τ’ αυτιά σου και το στόμα σου φοράς την προβιά
Και στρώνεσαι όλη νύχτα στο παιχνίδι της μνήμης.





ΠΡΙΝ


ΕΙΝΑΙ ΚΙ Η ΑΠΟΜΟΝΩΣΗ ένα δίκοπο μαχαίρι
Βρίσκουν ευκαιρία οι διώκτες σου και συσπειρώνονται
Δε σε κυνηγούν πια με όπλα μετάλλινα χειροπιαστά
Μετέρχονται λογής λογής τεχνάσματα μιμούνται
Φωνές υπεισέρχονται στα όνειρά σου πλαστο-
Γραφούν στίχους τραγουδούν τραγούδια κάποιας άλλης
Εποχής εκβιάζουν με αναδρομές με αναδρομές αναδρομών
Πίσω μέχρι τα παιδικά σου χρόνια πιο πίσω ακόμη
Στο διάστημα όπου πλανιόσουν σα μια ευχή γονέων
Προσμένουν να ενδώσεις καθώς στρώνεις πάλι
Το κρεβάτι κι ετοιμάζεσαι να ξαγρυπνήσεις

Μόνος μέσα σε μια ερημιά που όλο πληθαίνει.





Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ


ΤΑ ΠΡΩΙΝΑ μεταμφιέζεται
Σε παραγγελιοδόχο
Σ’ εξομολογητή
Σ’ αιλουροειδές

Τα βράδια
Μεταμφιέζει τις λέξεις
Σε βόμβες βυθού
Σ’ αερόλιθους

Κοιμάται ήρεμος
πάνω σ αναμμένα κάρβουνα
Κι ονειρεύεται δέντρα





ΕΞΟΙΚΕΙΩΣΗ


ΔΕΝ ΕΒΓΑΙΝΕ απ’ το ενυδρείο
Κι εξάλλου δεν υπήρχαν προσβάσεις
Να προφταίνει τα τόσα συμβάντα

Ζούσε σε βαθμό αυταπάτης

Χρειάστηκε να βγει ο ατμός
Ξαφνικά μ έναν πάταγο
Από μέσα του
Κι από τότε τον καίει το φως
Κι ακούει μ ευκρίνεια
Τα εγκώμια κάποιου άλλου κόσμου

Είχε φτάσει πλέον στο σημείο βρασμού





Η ΠΟΙΗΣΗ


ΕΝΑΣ ΠΥΡΕΤΟΣ στο αίμα μια θηλιά στο λαιμό μηνίγγια που βροντοχτυπούν φωνές που σε προστάζουν κρύψου σ’ ακούν τα θηλυκά φωνήεντα να στιγκλίζουν στο σκοτάδι διάττοντες ν’ αργοπεθαίνουν χρώματα να στροβιλίζουν κι η διάγνωση κατηγορηματική ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ λέξεις διάφανες να συνωθούνται μέσα σου συνταιριάζονται πλέουν σε μια θάλασσα φωτός φωτιάς ποτισμένες στο αίμα της καρδιάς σου καταγράφουν περιγράφουν κι ο Ποιητής η μόνη αληθινή αυθόρμητη γνήσια φωνή

Σ’ έναν κόσμο συναλλαγών η Ποίηση δε συναλλάσσεται Σ’ έναν κόσμο φθοράς η Ποίηση παραμένει άφθαρτη Είναι μια αρρώστια που σε σιγοκαίει όπως ο έρωτας και η θέρμη Συμπτώματα: συμπεριφορά παιδιού καθαρό μυαλό και μάτι που τρυπάει σκοτάδια και καπνούς Όπου Ποίηση και αλήθεια Φάρμακο για τη μοναξιά και τους πόνους της καρδιάς Δε χρειάζεται φίλτρο Χρήση εσωτερική Και προπαντός υπόθεση προσωπική

Μέσα σε πλήθη τυμβωρύχων φαρισαίων κι επιτήδειων κάτω απ’ τους όγκους μολυσμένου περιβάλλοντος πίσω και πέρα και πάνω απ’ τον ηλιοβόρο χρόνο πάντοτε θα ξεπροβάλλει η Ποίηση για την πιο μεγάλη αναμέτρηση του ανθρώπου





Από τη συλλογή «Τα πουλιά και η αφύπνιση» (1987).
Πηγή: «Κλείτος Κύρου, Εν όλω συγκομιδή [1943-1997]»,
εκδ. Άγρα, α΄ ανατύπωση: Δεκέμβριος 2006.

Στην εικόνα: Jan Lievens, «Sleeping Man».
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Πέμπτη 9 Απριλίου 2020

Κλείτος Κύρου, "Περίοδος χάριτος και άλλα ποιήματα"




Από την ενότητα
Περίοδος χάριτος
Δέκα σπουδές κι ένας επίλογος


ΣΠΟΥΔΗ ΔΕΥΤΕΡΗ


Πάντα υπάρχει μια τελευταία φορά στο κάθε τι φίλοι και γνωστοί σου κάθε τόσο κατεβαίνουνε στον κάτω κόσμο απόγειοι άνεμοι τους σπρώχνουν ολοένα και βαθύτερα πολλές φορές αναρωτιέμαι αν εκεί θ’ αναγνωρίζει ο ένας τον άλλον μέσα στους στίχους μου ελλοχεύουνε γυναίκες με άγρια οράματα διάβασα το γράμμα σου θα γράψεις ύστερα από χρόνια κι έκλαιγα όλο το πρωί





ΣΠΟΥΔΗ ΕΚΤΗ


Κρύσταλλα σιωπής αστράφτανε στα πεζοδρόμια μιλούσες για τους ποιητές και για τα έργα τους αεροβατούνε όπως τα παιδιά έλεγες από μακριά μια ψαλμωδία υψωνόταν το απόβροχο στον ουρανό ψίθυροι απατηλοί στ’ αυτιά σου υποθάλπαν έρωτες θαμμένους υποθάλπαν υποδόριες μνήμες άραγες πού θα ’μαστε όταν νυχτώσει πάντοτε φτωχός στα πλούτη και στα λόγια τόσα όνειρα πώς θα τα εξαργυρώσεις




Από την ενότητα
Άλλα ποιήματα
Α'


ΠΕΡΑ ΑΠ’ ΤΟ ΧΡΟΝΟ


Ακόμη κι όταν
Οι αγάπες τελειώνουν
Ο χρόνος προχωρεί

Στη στιλπνή του επιφάνεια
Αφήνεις αποτυπώματα
Διαμπερή
Πάντα ευανάγνωστα
Για τους ειδικούς
Που αποτιμούν το κόστος





Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΚΩΦΑΛΑΛΩΝ


Κι ύστερα
Έχανες τα λόγια σου
Έσκυβα τα μάζευα
Και το βράδυ τα μύριζα
Άκουγα στον ύπνο μου
Αναφιλητά

Νιφάδες έπεφταν φωτιάς
Ήμουν γεμάτος όνειρα
Ποιήματα εγκαύματα

Σήκωνα τα χέρια ψηλά
Τ’ ανεβοκατέβαζα
Όπως οι σηματωροί





ΑΣΠΡΟ/ΜΑΥΡΟ


Είναι φορές
Που οι στίχοι μου
Ηχούν
Σαν τουφεκιές
Σε σκοτεινό φαράγγι

Κι άλλοτε
Απελεύθεροι
Βογκούν
Μέσα στα μύρα
Και στις διαστολές
Της Βαβυλώνας




Από την ενότητα
Άλλα ποιήματα
Β'


ΕΝΑΣ ΚΟΣΜΟΣ ΘΑΥΜΑΤΩΝ


Ξανά και ξανά στα βήματά τους
Στα γαλανά τους βλέμματα που σ’ οδηγούνε προς τη θάλασσα
Μνήμες λανθάνουσες του γένους μας φυλακισμένες
Στα βάθη της Ανατολής ή στους κρυψώνες
Κάτω απ’ τον ήλιο της Καππαδοκίας ξυπνώντας κάθε τόσο
Κάποιους πυρρίχιους ψηλά στα οροπέδια
Κινήσεις ζυγιασμένες δίχως αποκλίσεις
Οργιαστικές φωνές σαν τότε που αλλότριες γυναίκες
Φράζαν το δρόμο μας κι εμείς τις παίρναμε
Για να μας ανεβάζουνε στον έβδομο ουρανό

Κι ύστερα ξεσπιτωμοί και ατέλειωτες περιπλανήσεις
Ν’ αλλάζεις δόγματα θρησκείες ή φορεσιές να συλλαβίζεις
Τη γλώσσα των πτηνών να μην μπορείς αόρατος να γίνεις
Κι ας ρίχνεις φίλτρα μαγικά στο αίμα σου να βάφεσαι
Στα χρώματα του δειλινού και να σε φανερώνουν
Τα ίχνη των πληγών από τ’ αδέσποτα και καταλυτικά
Φιλιά να συλλογίζεσαι πως είναι λίγο θάνατος
Η κάθε μετακίνηση πώς να μεταφερθούνε τέλος πάντων
Τα σκεύη εκείνα για μεγάλα όνειρα
Για μια καινούργια αρχή

Διαδρομή μέσα στον Χρόνο
Και πόσο χρόνο άραγε κρατάει μια διαδρομή
Με φόντο ένα παράθυρο πάνω απ’ το κύμα
Να βλέπει προς την άλλη όψη της αγάπης





Από τη συλλογή «Περίοδος χάριτος και άλλα ποιήματα» (1992).
Πηγή: η συγκεντρωτική έκδοση «Κλείτος Κύρου, Εν όλω συγκομιδή [1943-1997]», εκδ. Άγρα, α΄ ανατύπωση: Δεκέμβριος 2006.

Στην εικόνα: πορτραίτο του ποιητή, φιλοτεχνημένο από τη Lona Condu (1995).
Το έργο κοσμεί το οπισθόφυλλο της συγκεντρωτικής έκδοσης.

Τετάρτη 10 Απριλίου 2019

Κλείτος Κύρου, "Σε πρώτο πρόσωπο"





ΟΤΑΝ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ


ΟΤΑΝ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ βροντούσαν τα τύμπανα
Οι επιστροφές σκοτώναν τις ελπίδες


Κρατώ το χέρι σου μες στο σκοτάδι
Και προχωρώ
Εσύ και δυο άστρα που επιζήσαν
Οι μόνοι μου συνοδοί
Τα σχέδια που δεν πρόφτασα να χαράξω
Κι οι φαντασίες του σύννεφου στο ηλιοβασίλεμα
Σημαδεύουν την αρνητική πορεία
Δεν μένει παρά να πλαγιάσουμε στον κάμπο
Και ν’ αγαπήσουμε το πρώτο μαρτολούλουδο που δεν έκοψες
Αυτοί που μας αγάπησαν πεθάναν πριν μας μισήσουν
Αυτούς που θ’ αγαπούσαμε τους υπόταξε η λογική


Παιδιά σαν ήμασταν δεν παίξαμε ποτέ
Έφηβοι δεν κλάψαμε
Σαν γίναμε άντρες λησμονήσαμε το γέλιο
Πώς θέλετε να πάψουμε να νοσταλγούμε


Καθισμένη στα βράχια δαγκώνεις πικρόριζες
Κι ένας αγέρας επιβίωσης φυσάει απ’ τις σχισμές των
       ματιών σου
Έχω το φέρσιμο των σκοτωμένων Άγγλων ποιητών που τους
       διάβασα στα βιβλία
Συλλογίζομαι αυτούς που έφυγαν από κοντά μας σιωπηλά και
       με διάκριση τόση
Άλλοι χάθηκαν σε πλοία ναυαγισμένα άλλοι αφανίστηκαν από
       σιβυλλικές ασθένειες άλλοι δολοφονήθηκαν
Ζούμε στη βασιλεία της διασποράς
Η κάθε μέρα και μια εφήμερη προέκταση
Κάθε βράδυ οι εραστές ζητούν απόμερες γωνιές
Κάθε άνθρωπος ανακαλύπτει κάποτε το αδύνατο ενός
       γυρισμού
Κι όμως δεν αντιστέκεται αποκτά συνήθειες
Διασταυρώνει το σπέρμα του με καινούργιες γυναίκες
Υποβάλλει τη μνήμη του σε συνεχή αφαίρεση
Και τέλος φεύγει από κοντά μας


Όταν στους δρόμους ξαναβροντήσουν τα τύμπανα
Θα ξεριζώσω τη φωνή μου
Και θ’ αγαπήσω δυο φορές το σχήμα της σιωπής σου





ΕΙΧΑΜΕ ΛΗΣΜΟΝΗΣΕΙ


ΕΙΧΑΜΕ ΛΗΣΜΟΝΗΣΕΙ πια τις πολύχρωμες μέρες
Όταν κινούσαμε για τις αφετηρίες των παλμών σου
Στ’ αρχικά των χεριών μου είχα σκαλίσει τις νυκτόβιες
       αναμονές
Τα κατώφλια μας σκεπάστηκαν από τις ικεσίες της φωνής
       σου
Αλήθεια
Τη φωνή σου πώς θα τη λησμονήσουμε
Έτσι πού αντηχεί επίμονα μες στο μνημονικό μας

*


Καθισμένος πριν δέκα χρόνια σε πέτρες της ακρογιαλιάς
Σκεφτόμουνα τον Ρούπερτ Μπρουκ που θα είχε γίνει
       κάρβουνο κρωγμός γλάρου και θυμάρι
Διόλου δε μάντευα πως θα ερχόταν μια μέρα
Που περίεργη θα με ρωτούσες γιατί άραγε οι φίλοι να
       πεθαίνουν πάντα φθινόπωρο
Για τις αυγές που χάθηκαν στα τρίστρατα του δυτικού ανέμου
Που θα ξαναχαθούν ίσως στο αντίκρισμα της οπλισμένης
       μέρας
Τότε μόλις πρόσεξα τα περιστέρια που ανθίζαν στα μάτια σου
Τ’ άσπρα χαλίκια που έπεφταν από τα χείλη σου στο πράσινο
       χορτάρι
Το φουστάνι σου από πευκόφλουδες κι αστερισμούς που πάνω
       του πλάγιασα
Στήνοντας τ’ αυτί μου προσεχτικά στους παφλασμούς της
       νύχτας
Και πηδήσαμε χαρούμενοι τις τριπλές φωτιές τ’ Αι-Γιάννη
πιασμένοι από το χέρι κράζοντας το μυστικό μας
Κι ήρθαν κατόπι τα τρένα που σφύριζαν ερημικά στους
       κάμπους
Βράδυ νομίζω κάποια άνοιξη που ξαναγεννιόταν κυκλικά η
       ζωή


Μα εμείς λιγοστεύαμε αδιάκοπα
Λιγοστεύουμε κάθε βράδυ





ΣΕ ΚΑΘΕ ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ


ΣΕ ΚΑΘΕ ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ και μια επιστροφή
Γυμνώθηκαν τόσο πολύ κι οι αποχαιρετισμοί
Ούτε χέρια σπασμωδικά να κινούνται ανεμίζοντας μια
       πνιγμένη εγκαρτέρηση
Μήτε σφυρίγματα ατμομηχανών να υποθάλπουν μια
       ρομαντική αναβίωση

*


Το δέρμα μας πήρε τώρα το χρώμα της γης
Λησμονήσαμε το περίβλημα της στοργής πού να βρεθεί
       γυναικείο χέρι ν’ απαλύνει τις βλεφαρίδες σου σ’ αυτήν
       την αγριάδα
Την πίκρα της ξενιτιάς όσο να πεις τη φανταζόμασταν σαν
       ελιά πικρή όμως σε φαρμακώνουν οι ξένες φωνές
Ολούθε σε πνίγουν τα βουνά και διανεύουν επάνω σου τα
       παγερά φεγγάρια της ανατολής

*


Τα χαράματα στα πεδία ασκήσεων βαδίζοντας σε πυκνή
       παράταξη
Αδιάκοπα αναπολούσα τα μάτια σου που άστραψαν στον
       ερχομό μου
Ποτέ μας δεν αρνηθήκαμε − τάχα μια μέρα θα χαρούμε την
       πεμπτουσία της άρνησης
Εμείς που κυνηγημένοι από το φάσμα της απουσίας σου
Σερνόμαστε στα λασπόνερα μνημονεύοντας τ’ όνομά σου
Τα εξαίσια πυροτεχνήματα του ονόματός σου





ΗΡΘΑ ΝΤΥΜΕΝΟΣ


ΗΡΘΑ ΝΤΥΜΕΝΟΣ φλεβαριάτικα ρούχα μια νύχτα
       ερειπωμένη
Αδιάκοπα ταξίδια χιλιόμετρα αναμνήσεων κι ο σουβλερός
       άνεμος στις παγωμένες λίμνες να ποδοπατεί χωρίς έλεος
       την εσθήτα του καλοκαιριού
Διαβαίνεις κάμπους και λαγκαδιές κρύσταλλα και
       σταλαχτίτες ζεσταμένος από την πυροστιά των ματιών
       της που θ’ ανθίσουν στη θέα σου

*


Μα κάποτε αλλάζει κι ο ρυθμός που σε κατέχει
Και οι απαντήσεις είναι πάντα τόσο φευγαλέες
Και το κορίτσι με το βιβλίο της βυζαντινολογίας ανοιχτό στα
       χέρια του
Δε θα σου πει τον καημό του
Κάθε βράδυ το φως θα δραπετεύει από τις γρίλιες για να
       συναντήσει τον άσωτο που δεν έχει γυρισμό
Και τα ερωτικά γράμματα σωρεύονται δένονται κατόπι με
       ροζ κορδέλες
Κι ύστερα μια σιωπή μια σιωπή γιομάτη θλίψη σαν φτάνει η
       ώρα η επίσημη που θα σκεφτείς εκείνον που αγαπάς
Όταν εσύ που κατανίκησες τις αποστάσεις φεύγεις νικημένος
       σαν ένα πλοίο με σβησμένα φώτα
Ετοιμάζοντας ξανά το γυρισμό σου





ΣΥΛΛΟΓΙΣΤΗΚΕΣ


ΣΥΛΛΟΓΙΣΤΗΚΕΣ
Μιαν αγάπη που άνθισε στην ερημιά
Τρίτη φορά χαράζοντας το ίδιο γνωστό σου όνομα
Πάνω στο φως που πλημμυρίζει όλο διαθλάσεις
Ξέροντας με ακρίβεια
Τη μέρα
Την ώρα
Και το λεπτό
Που θα σβήσει
Σωστή κλεψύδρα


Κι ακόμα συλλογίστηκες
Μια ζωή μια οποιαδήποτε ζωή
Που σύρθηκε από το όχι στο ναι
Ανεβοκατέβηκε τις ατέλειωτες βαθμίδες του λογισμού
Έπαιξε στο κύμα στο σύννεφο στον κόρφο της γυναίκας
Γέλασε και σπάραξε κι έδωσε χωρίς απολαβή
Ξεστόμισε λόγια ακατάληπτα
Μη ξέροντας
Τη μέρα
Την ώρα
Και το λεπτό
Που θ’ αδειάσει η κλεψύδρα





Από τη συλλογή «Σε πρώτο πρόσωπο», [1957].
Πηγή: Η συγκεντρωτική έκδοση «Κλείτος Κύρου, εν όλω ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ, 1943-1997», εκδ. Άγρα, 2006.
Στην εικόνα: J. W. Waterhouse, «The Soul of the Rose, (My Sweet Rose)», 1908.
Πηγή για την εικόνα:
https://commons.wikimedia.org/wiki/File:The_Soul_of_the_Rose_-_Waterhouse.jpg

Τρίτη 10 Απριλίου 2018

Κλείτος Κύρου, "Αναζήτηση"




ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ


Απόψε βασανίστηκαν και πάλι οι αρχαίες μνήμες
Απόψε εξαντλήθηκαν οι τελευταίες αναμονές
Η νύχτα καταθλιπτικά γέρνει επάνω στις ψυχές μας
Κι εμείς του κάκου ψάχνουμε μιαν ήλιου αναλαμπή
Μονάχοι ολομόναχοι στα ρίγη του χειμώνα
Ζητούμε λίγη ζεστασιά σε σκορπισμένες στάχτες
Χάσαμε καθρεφτίσματα σε λαμπερά φευγάτα μάτια
Ψάχνουμε είδωλα νεκρά σε λίμνες που έχουν στερέψει
Όλα μας άφησαν γοργά − τα πεύκα οι αμμουδιές
Του ανέμου τα σφυρίγματα τα χάδια οι επάλξεις


Κι όμως το ξέρουμε καλά προτού να ξημερώσει
Θα ξαναγεννηθούν οι αναμονές οι ελπίδες θα πληθαίνουν





ΠΡΟΣΜΟΝΗ


Όταν προσμέναμε σε δωμάτια φορτωμένα καπνούς
      κι απαντοχή
Κοιτάζοντας ανήσυχα από το παράθυρο
Όταν βηματίζαμε σε υγρές δεντροστοιχίες
Κουτσαίνοντας από έρωτα
Όταν καρφώναμε το μάτι στο σκάκι του λιθόστρωτου
Δαγκώνοντας με απόγνωση τα νύχια
Όταν νομίζαμε πως χτυπούσαν την πόρτα
Όταν οι δείχτες αγκομαχούσαν
Και οι άνθρωποι μάς βλέπαν λοξά και περίεργα
Όταν ψάχναμε τα χαμένα χειρόγραφα στο δάσος
Όταν ακόμη ελπίζαμε
Οι γυναίκες όλες είχαν λιποτακτήσει πια
Η μία μετά την άλλη





ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

                                                        «… qui ne pouvait pas
                                                   croire à la fin du voyage»

                                                               J. SUPERVIELLE


Το τέλος ενός ταξιδιού μοιάζει πάντοτε με προδοσία
Μοιάζει με τις φυλακισμένες αναμνήσεις
Πως ήμασταν κάποτε νέοι
Και πιάναμε το σφυγμό της γης
Και γέρναμε απρόσεχτα στα κάγκελα της νύχτας
Μια σύντομη εναλλαγή
Κάθε φορά και νέες γνωριμίες
Ξεχνιούνται γρήγορα σαν τις παλιές κινηματογραφικές
      ταινίες
Τα ξενοδοχεία σού γνέφουν ερεθιστικά
Και φωτίζονται τη νύχτα με υποσχέσεις
Ανηφορίζεις την ανησυχία σου
Και φτάνεις στα τελευταία περίπου σπίτια μιας επαρχιακής
      πολιτείας
Εκεί ανάβεις την προσδοκία σου
Και ταλαντεύεσαι ανάμεσα στις τρεις αδερφές
Τρεις αδερφές τριπλή χαρά συλλαβίζεις με θλίψη
Σου εξηγούν πως το χιόνι θα στρώσει
Μα οι ματιές αφήνουν αυλάκια πύρινα το κατόπι τους
Νιώθεις απύθμενα ρίγη καθώς το τζάκι γελάει
Σκέφτεσαι την αυγή θα ’σαι φευγάτος
Κάθε άνθρωπος έστω και ο πιο άσημος θα προδοθεί κάποια
      μέρα
Πολύ πριν απ’ το σπασμό
Ύστερα από την προσφορά του κυκλάμινου
Κάποιος φίλος ψιθύριζε κλεφτά
Πως κάποτε ένα σούρουπο
Έκλαψε ασυλλόγιστα μες στο μουσείο
Μπροστά στον πίνακα ενός ανώνυμου του 14ου αιώνα
Δεν ξαφνιαστήκαμε
Θρηνήσαμε κι εμείς χειρότερα
Για ακατάληπτα σχήματα
Για μουσικές αγίνωτες
Για έρωτες που εκπληρώθηκαν και για έρωτες που δεν θα
      ξαναρθούν


Ένα ταξίδι τελείωσε
Τώρα
Στην κορφή του ήρεμου βουνού
Σταυρώθηκαν οι τριάντα μας πόθοι
Κι ολονυχτίς υφαίνουμε τον σάλαγο της φλύαρής μας μνήμης





ΜΕΤΟΥΣΙΩΣΗ


Τ’ αστέρια διαγράφαν το χαμό τους σε θριαμβικές τροχιές
Οι ψαράδες χτυπούσαν τη θάλασσα με τη λαπούτα
Σε οκνά διαστήματα
Ταράζοντας τα ψάρια
Η πανάρχαιη νύχτα ξεδίπλωνε τον αμείλιχτο πέπλο της
Η υδάτινη σιωπή που ενσαρκώναν τα φύκια
Ενίσχυε τη θέλησή μας


Κι ήμασταν εμείς που θραφήκαμε μόνο με παρελθόν
Αποδιώχναμε το μέλλον όμοια όπως διώχνουμε μια μέλισσα
      που πάει να μας κεντρίσει
Καταδικάζαμε τη μετάνοια
Λατρεύαμε την τομή της σελήνης με το κλωνάρι της
      ροδακινιάς
Βαραίναμε πιότερο ύστερα από μιαν ανώφελη και μάταιη
      συνουσία
Τρομάζαμε στη σκέψη ενός έρωτα μελλούμενου
Παραδεχόμασταν με θάρρος το ξεφάντωμα της συντριβής


Μπορεί να ξεφτίσει μια τέτοια μνήμη;
Σαββάτο βράδυ
Δεν μιλούσαμε
Φιλούσα μόνο τα χυτά σου μαλλιά





ΕΙΣΒΟΛΗ


Οι στρατιώτες φεύγαν σκυφτοί με σπασμένες τριάδες
Από τα δυτικά προάστια της πολιτείας
Γυναίκες με μπόγους στους ώμους
Αστοί φορτωμένοι χρυσάφι και τρόμο
Τα βαπόρια σφυρίζαν με απόγνωση
Οι επιβάτες συνωθούνταν χλομοί και αμφίβολοι
Το λιμάνι καιγόνταν σαν δέντρο Χριστουγέννων
Αλλόφρονες δρόμοι
Ανοχύρωτη πόλη ψιθύριζαν κηρύχτηκε ανοχύρωτη
Το βράδυ φύσηξε μια ορφανή πειθαρχία
Συναχτήκαμε σε σπίτια συγγενικά
Κι ακούγαμε τις ανατινάξεις να κλυδωνίζουν
Τα ξάρτια της νύχτας
Πλαγιάσαμε κατόπι σ’ ένα πέτρινο μεταίχμιο
Πληγώσαμε τη σκέψη
Κάναμε υποθέσεις
Μπροστά σ’ ένα γρίφο με αυστηρή θωριά
Αλήθεια πώς θα ξημερωνόμασταν
Κανένας δε φαντάστηκε
Κανένας δε μάντεψε
Κανένας


Η μέρα πουλήθηκε το άλλο πρωί στις οχτώ
Μα δε φρόντισε κανείς να παραχώσει λίγον ήλιο στο χώμα
Το γέλιο στέγνωσε
Τ’ αστέρια σκουριάσαν
Τα δάχτυλα λιγοστέψαν
Στην καρδιά μας απλώθηκε ένας κάκτος
Νιώθαμε μόνοι τόσο μόνοι
Λες και μας αρνήθηκε μια γυναίκα
Μια γυναίκα πικρή
Μια γυναίκα ακατάληπτη
Μια γυναίκα που χαμογελούσε
Κι όμως ψιθύριζε ανελέητα
Το όχι





ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΠΟΓΕΥΜΑ


Παραθαλάσσιο κέντρο
Καρέκλες και τραπέζια ξέχειλα από κόσμο
Μουσική χειροκροτήματα
Ο μαέστρος υποκλίνεται ευγενικά
Τα παιδιά τρέχουν
Στη θάλασσα σέρνονται φώτα
Τραγούδια
(Σκέφτεσαι αμέσως Καρυωτάκη)


Στους δρόμους διαβαίνουν κορίτσια
Βραδιάζει
Οι εκδρομείς επιστρέφουν
Με λουλούδια
Με λιοκαμένα πρόσωπα
Χαρούμενοι
(Θλίβεσαι που έχασες μια Κυριακή)


Άγγλοι αντιπαθητικοί
Ένα ζευγάρι όμορφες γάμπες
Μέσα σ’ ένα βιαστικό λεωφορείο
Άλλος και φεύγουμε!
Λάμπες ασετυλίνης
Οι δρόμοι αδειάζουν
Κορμιά κολλημένα στους τοίχους
Λαχανιασμένοι ψίθυροι
(Νιώθουμε ξένοι
Νιώθουμε μόνοι πολύ μόνοι)


Ποιος θα μας σώσει
Ποιος θα μας ξεκουράσει
Κατά πού να γυρίσουμε
(Είμαστε νικημένοι
Και τόσες Κυριακές μπροστά μας)





Από τη συλλογή «Αναζήτηση - Αναμνήσεις μιας αμφίβολης εποχής», [1949].
Πηγή: Η συγκεντρωτική έκδοση «Κλείτος Κύρου, εν όλω ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ, 1943-1997», εκδ. Άγρα, 2006.