Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αραμπατζής Αλέξανδρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αραμπατζής Αλέξανδρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 10 Φεβρουαρίου 2024

Αλέξανδρος Αραμπατζής, "Λάμπα θυέλλης και άλλα ποιήματα"





ΛΑΜΠΑ ΘΥΕΛΛΗΣ


Τα πολλά τερτίπια τα αφήνω για τις επόμενες γενιές
Που θα ταξιδεύουν στο ίδιο ηλεκτροδυναμικό τόξο
Με τις σειρήνες του χρόνου ή τα άχρονα σαλπίσματα
Ω νοεροί μου ιχνηλάτες, ω νοερές μου σάλπιγγες!
Οξύηχες προβλέπω επελάσεις στα μετόπισθεν
Πόσο τα κρίματα φεγγοβολούν στο ιερό έρεβος!
Πόσο οι οπλοβαστοί τσακίζουν των νεκρών τα κόκαλα!
Εδώ οι γάτες κάθε λίγο ξεθάβουν δόντια σοφών από την άμμο και το αλάτι
Και οι σκύλοι τα ξαναθάβουν μην μυρίσει ο τόπος καβαλίνα

Τα ποντοπόρα καράβια  ξεπουλούν των αοιδών τις μούσες
Τις κοσμογυρισμένες μεν αλλά ασήμαντες στις κλωθογυρισμένες σμίξεις των αλόγιστων καιρών
Τέλος πλέον οι μάγοι με τα δώρα, τέλος τα μαγικά φίλτρα
Οι δρυΐδες μοχθούν με χλωρά χόρτα τις αλυσίδες των αιώνων να ενώσουν
Και τα ερείπια, ω ναι! τα ερείπια! τα τόσα πολλά  ερείπια που ξεφυτρώνουν άναρχα στις πνιγηρές τσιμεντουπόλεις
Οι επόμενες αμέτρητες γενιές σε χοάνες αρχαίων μύθων σεμνά ας παραχώσουν

Λάσπη, λοιπόν, τα πάντα λάσπη
Κι όλοι οι χρόνοι του παρελθόντος και του μέλλοντος όλοι οι χρόνοι λάσπη, λάσπη, λάσπη
Μ’ αυτήν την λάσπη θα πλάσω το εκμαγείο της σκιάς μου που παραδέρνει ανάμεσα στο κίτρινο φως και στην πράσινη ομίχλη
Θα το κρεμάσω μαλαματένιο κόσμημα στης χαραυγής τα χείλη

Εγώ το αλήτικο ζώο, λοιπόν,  καμωμένο για παράτολμα άλματα στο άγριο σκοτάδι
Ψάχνω τρόπο να δραπετεύσω από την παγίδα που μου στήσανε του χρόνου οι κυνηγοί
Να γλιστρήσω επιτέλους ελεύθερος στον έναστρο ουρανό σαν παλιός ατρόμητος αντάρτης

Ανάμεσα στην βία του αίματος και στην οργή των καρδιακών παλμών
Ένα θηρίο πάλλεται ανήμερο και παρδαλό
Όχι δεν είναι χωρατό από χωριάτικες καταλαλιές, αδέλφια
Είναι ένα μάγμα φωσφορίζουσας σκόνης και αφθαρσίας της ύλης
Οσονούπω φιλοσοφική λίθος και μεταφυσικός τριγμός

Α, ο κόσμος αυτός είναι ατελής στις διαβρώσεις του, αδέλφια
Κάθε χαραγματιά κι ένα αίνιγμα της επιστήμης
Πτυχώσεις, ξεδιπλώματα, επαναπτυχώσεις, τα πάντα μαγγανείες, μηχανές συναρμολόγησης και αποσυναρμολόγησης ρωγμών
Βέβηλα τεχνικά διαγράμματα κακόβουλων λογισμικών που στύβουν αμήχανες λέξεις
Στης ποίησης τα μικρά κρυφά καπετανάτα


Ο καθείς εξ ημών αγκομαχεί στο βάραθρο της πίστης του σαν ηλικιωμένος πλασιέ θρησκευτικών βιβλίων
Και όλοι καταχωρούνται στη λίστα των ένθεων λαθών
Σμάρια σμήνη αγέλες στίχων καταποντίζονται στο μολυσμένο νερό
Α, όχι, όχι, σταματώ εδώ
Δεν θα απολογηθώ τώρα για το πόσο ηλίθιος υπήρξα και πόσο ηλίθια υπήρξε η γενιά μου
Κάποτε θα μιλήσω και για τα θαύματα των παιδικών μου χρόνων που δεν φαντάζουν και τόσο ηρωικά
Κάποτε θα μιλήσω και για μένα όπως άλλοι μιλήσανε για τον εαυτό τους με τόσο ζήλο που είναι να τους ζηλεύεις
Τα παρατώ εδώ λοιπόν στα όρια ενός κόσμου ήδη χαμένου κι ενός κόσμου που αρχίζει να χάνεται
Περιττός κι άσημος εκκεντρική μονάδα της εντοιχισμένης στην ύλη  αντιύλης
Όμηρος του μηδενός μηδενιστής και δρομέας της οδύνης





ΣΤΙΣ ΚΑΤΑΚΟΜΒΕΣ ΤΩΝ ΕΡΑΣΤΩΝ


Όμηρος στις κατακόμβες των εραστών
Φιμωμένος με ατσάλινο σύρμα
Μουγκρίζω τον θρήνο μου στις σκοτεινές στοές
Oι αντίλαλοι των σκιών με καταπλακώνουν
Εσάς λοιπόν θεοί εδώ μέσα εσάς καλώ προσκαλώ
Τους φαντασμαγορικούς Σειληνούς της Σελήνης
Απαλλάξτε με από τα δεσμά της αγοραίας σαγήνης
Απαλλάξτε με από την αγοραία των αγοραίων ερώτων σαγήνη
Απαλλάξτε με από της νύχτας τον ντροπιαστικό διασυρμό





ΚΟΥΦΟΒΡΑΣΗ ΣΤΟ ΦΙΔΟΝΗΣΙ


Νύχτες και σεντόνια στο κάτεργο
Υγρά απονενοημένα διαβήματα
Φιλμογραφία οιδιπόδειας ζωής
Ροές υπέρυθρα στιγματισμένων τόπων
Προπατορικό αμάρτημα και σεξ
Βόμβες μολότωφ κι αναμμένοι δυναμίτες
Από παντού σκάει μύτη η παράνοια
Από παντού η παράνοια σκάει μύτη
Από παντού σκάει μύτη η παράνοια
Της ασίγαστης σαγήνης επωδός





ΠΑΓΩΜΕΝΟ ΠΕΔΙΛΟ


Σήμερα ονειρεύθηκα τη θάλασσα
Την αμμουδιά τους βράχους το φεγγάρι
Ποτίστηκα ολόκληρος με τσουχτερή αρμύρα
Το χιόνι παραδίπλα παραμόνευε να με στραγγίξει
Και η αυγή με βρήκε παγωμένο πέδιλο





ΒΡΕΧΕΙ ΠΑΛΙ ΒΡΕΧΕΙ


Βρέχει πάλι βρέχει
Στον δρόμο κανείς
Μα όχι να ένας παππούς
Ψάχνει σκυμμένος στο νερό
Το άλλο του τρύπιο παπούτσι
Εκείνο που στη μοίρα του υπήρξε
Μαράζι και καημός





ΦΛΕΓΟΜΕΝΗ ΚΑΛΤΣΑ


Αλίμονο, αυτός ο πλανήτης ο έρμος
Μοιάζει με σπίτι χωρίς κεραμίδια
Κι όταν στο κεφάλι του βρέχει κόλαση
Στριφογυρίζει στο κενό σαν φλεγόμενη κάλτσα





ΠΕΡΙΕΡΓΟ ΦΡΟΥΤΟ


Σα να βγήκε από κόμικ του REISER
Άπλυτος τεμπέλης και σαρδόνιος
Ακούρευτο γίδι στη λαοθάλασσα της πόλης
Ε, ναι, λοιπόν!
Τέτοιο περίεργο φρούτο ήταν αυτός ο ποιητής
Φαντασμαγορικός και λιγδιάρης



                                            Αλέξανδρος Αραμπατζής



Πρώτη δημοσίευση



Στην εικόνα:
Eugène Le Poittevin, «Sailors lighting fires at the entrance to a port» (1862).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2019

Αλέξανδρος Αραμπατζής, "Νεομεσαιωνικό"




ΝΕΟΜΕΣΑΙΩΝΙΚΟ


Φαντάσου τα βασανιστήρια του Μεσαίωνα
Ναι τα φαντάζομαι και δεν τα φαντάζομαι
Ζω ήδη τα βασανιστήρια του Νεομεσαίωνα

Χωρίς λεφτά ζω το μαρτύριο του κοκορετσιού
Κάθε μέρα πρέπει να βρω κάτι να φάω
Οι βόμβες ναπάλμ σκάνε άγρια στο στομάχι μου

Ξεγελώ την πείνα μου με χιλιομασημένες μπουκιές
Το ελληνικό δημόσιο μ’ έχει μαρκαρισμένο χρεώστη
Δεν θ’ αργήσει η στιγμή που στη μούρη μου θα σκάσει
Σαν βεγγαλικό ένα μεγαλοπρεπές ένταλμα σύλληψης

Φαντάζομαι πώς είναι όταν κάποιος παλεύει με τρύπες
Οι τρύπες αργά και βασανιστικά η μια μετά την άλλη τον καταπίνουν
Στην τελευταία τρύπα η ψυχή σπάει και τα δυο της ποδάρια
Και σαν το σκουλήκι  σέρνεται ν’ αγκαλιάσει το τελευταίο της δάχτυλο

Οι γιατροί μου λένε πως έχω το σύνδρομο της καλτσοδέτας
Ενίοτε σφιχτή κι ενίοτε χαλαρή το παίζει η νεράιδα της κάλτσας
Σ απρόβλεπτη  μέγγενη σπαράζει η υδροκέφαλη μούρη μου
Κύβοι ζάχαρης σπαρμένοι στα πάρκα γλείφουν κόκκους από αλάτι

Στον αβροδίαιτο ετούτον τον καιρό που οι μέλισσες γεύονται
Το μαυροπίπερο και τα ποιήματα νοστιμεύουν με υφάλμυρη γύρη
Τυχαίνει να στεγνώνει το μεδούλι του στίχου στην ξεροψημένη πέτρα
Και η πέτσα του στίχου να ξεροψήνεται στην πίσσα και στη σκόνη



Αλέξανδρος Αραμπατζής



Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: Burning witches, with others held in Stocks (ανωνύμου - 14ος αι.).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Τρίτη 16 Απριλίου 2019

Αλέξανδρος Αραμπατζής, "Τέσσερα ποιήματα"





[παλίνδρομη ροπή]


Κάθε μικρή παραζάλη
Έχει την παλίνδρομη ροπή της
Όταν τα πνεύματα δονούνται
Δονούνται και τα νανοσωματίδια
Της ύλης που ο χρόνος έχει αναιρέσει
Έζησα μέχρι τώρα τη ρηχότητα
Όλων των παρακινδυνευμένων εποχών
Την αλύτρωτη ιερουργία των πνευμάτων
Μα πριν ακόμα σκαλίσω το χώμα
Με τις πολλαπλές αναδιατάξεις του
Σημάδεψα τα σύνορα του κόσμου μου
Με τα σύνορα του κόσμου των τρελών





[αρχέτυπη γενέτειρα]


Από την αρχέτυπη γενέτειρά μου κληρονόμησα
Τα θαύματα του κρασιού και του ξιδιού
Κληρονόμησα βαρέλια με ξεγδαρμένους πάτους
Και στουπιά μουλιασμένα στο νερό και στο κρασί
Κληρονόμησα σκουριασμένα κλειδιά για πόρτες
Που αν σε δίσεκτο έτος ανοίξουν θ’ αναστήσουν
Ένδοξους πότες και μανιασμένα κρασοπότηρα
Κληρονόμησα δεκάδες γλυκόξινες οσμές από υπόγεια κελάρια
Χοντρές μποτίλιες φυλαγμένες από ξεχασμένα ναυάγια
Κιθάρες τροβαδούρων πανοπλίες και σκαλισμένα ξίφη
Ακόμα χειρόγραφα καταραμένων ποιητών κληρονόμησα
           που αφόρητα μυρίζανε αψέντι και χασίσι
Μα πάνω απ’ όλα άγριες νεροποντές της κόλασης κληρονόμησα
Για να ξεπλύνουν της νεότητάς μου τα φρικαλέα πάθη





[κλούβια μεταφυσική]


Όταν η Φιλοσοφία παίρνει μπουρλότο στο σκοτάδι λαμπαδιάζει
Μέσα στην ακτίνα δράσης της η φακιδομύτα Οντολογία αυθαδιάζει
Τι κι αν κάθε μισότρελος κόβει κι από ένα δάκτυλο σε κάθε πανικό
Η κλούβια Μεταφυσική τον σέρνει σαν ιεραπόστολο σε δείπνο μυστικό
Οι δαίμονες φόρτωσαν στην πλάτη μου χιλίων ειδών βαρίδια
Κι η Μηχανή της Λογικής στόλισε το τραπέζι μου με ζουμερά κοψίδια
Μα γύρω στα μεσάνυχτα όταν το κρετιναριό πλάκωσε στο τσαρδί μου
Ξήλωσε τα όνειρα και μούσκεψε μ’ απόνερα το ασθενικό κορμί μου





[μηδενισμένο υπόλοιπο]


Πάλι κάπνισα ένα πακέτο τσιγάρα
Στην μνήμη εκείνων που λησμόνησα
Μηδενισμένες καταθέσεις
Μηδενισμένο υπόλοιπο
Μηδενισμένες τροχιές των άστρων
Τα μυστικά που ξέρει ο ουρανός
Καμιά φορά σου τα ψιθυρίζει κρυφά
Όταν στα κρυφά μονάχος βασανίζεσαι




Αλέξανδρος Αραμπατζής



Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: Frederic Edwin Church, «Aurora Borealis», 1865, (oil on canvas).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2016

Αλέξανδρος Αραμπατζής, "Δύο ποιήματα"






ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΜΑΓΑΖΟΥ


Μικρομάγαζο. Ο μαγαζάτορας ροκανίζει ένα μέταλλο
Τα ροκανίδια τα ρίχνει στο πάτωμα σαν καμένες γόπες
Πίσω από την πλάτη του κάποιες σκοτεινές φιγούρες μαλάζουν
Τα κόκαλα της πλάτης του με ψυχρούς σωλήνες γκαζιού
Στο υπέδαφος της ακοής του αντηχούν βουερές δυστυχίες
Λόγια υπόκωφα αντηχούν περιμετρικά της αβύσσου
Αντίλαλοι ανίας τον θρέφουν υποτακτικό ως τα ύστερα γεράματα
Κυκλοθυμικές ολονυχτίες τον στριμώχνουν σε βαριά  χρονοντούλαπα
Απ’ τα έγκατά τους δύσοσμες  δίνες μαραζιού  απολυτρώνονται
Πάνω στο πανωφόρι του σαπίζει η  ξύλινη εμπορική μαρκίζα
Κι ένας χείμαρρος χλωρίνης  ξεβγάζει τ αποτυπώματα της ξεροκεφαλιάς του





Ο ΚΑΠΝΟΣ ΤΗΣ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑΣ


Μόλις άναψα το τσιγάρο
Η νοσταλγία πήρε σχήμα καπνού
Κι αναρριχήθηκε στη σκέψη μου
Σαν φαντασμαγορικό κατάλοιπο
Μιας μνήμης που ήδη βούλιαξε
Στα παράσιτα της νυχτερινής σιωπής

Μέσα από τις ρίζες του καπνού
Μ ένα τενεκεδάκι φως είχα ξεθάψει
Εκείνο το παλιό ποδήλατο
Με τα σκασμένα λάστιχα
Που τροχιοδρόμησε στο άπειρο
Μιας εφηβικής κατάρρευσης

Εκείνο το σκουριασμένο παιχνίδι
Που κόλλησε στη ρίζα του δέντρου
Σαν διχασμένο πατρογονικό κειμήλιο

Εκείνη την  βροχή που μούσκεψε
Όλα τα κρυμμένα βιβλία της σοφίτας
Σβήνοντας από την ράχη του χρόνου
Τα ένοχα παιδικά μου ανομήματα

Μες στον καπνό διαμελίζω κουβέντες
Μοντάρω με βία τη λέξη «θυμάμαι»
Χαράζω στο βλέμμα  μου την υγρή ηδυπάθεια
Που  πότισαν  στο δέρμα μου οι αγριοροδιές
Και ξεκινάω  ξανά ξέπνοος και ξαναμμένος
Την ρότα της ανεπίστροφης φυγής
Βυθισμένος στο απεμπολημένο στη μνήμη
Ακωδικοποίητο της λήθης αμάλγαμα





Τα ποιήματα "Το φάντασμα του μικρομάγαζου" και "Ο καπνός της νοσταλγίας", δημοσιεύονται για πρώτη φορά.
Η φωτογραφία είναι του Βασίλη Δασκαλάκη από την έκθεση "Βεροιείς αεί ποιούσι", (γκαλερί Παπατζίκου 14/10 - 10/11/2016).

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2016

Αλέξανδρος Αραμπατζής, "Δύο ποιήματα"




ΗΧΟΙ ΤΗΣ ΠΡΟΙΣΤΟΡΙΑΣ

Οι ήχοι του πρώτου προϊστορικού αιώνα έφθασαν στ’ αυτιά μου στεγνοί κι αποσταγμένοι από το ριζικό της Ιστορίας
Και καθώς τάχιστα πετρώσανε στο κεφάλι μου σαν παγιδευμένα βακτήρια αναμένουν κάποιον θνητό να τους ανασκάψει από το βαρύ λήθαργο της νεκροφάνειας
Ό,τι όμως κατέβασε και κατεβάζει το ποτάμι της Ιστορίας είναι ιζήματα πετρωμάτων από παλαιοντολογικά αρχεία που σφήνωσαν ήδη ανάμεσα στις κατοπτρικές διαφάνειες του χρόνου κωδικοποιημένα και κρυπτογραφημένα από την υψομετρική λήθη της πλανητικής περιπλάνησης
Πριν το άπειρο ομονοήσει με το τέλος και την αρχή η Ιστορία είχε ήδη ξώφαλτσα ξεκινήσει
Κι όσο εγώ μάταια φυλάγομαι πίσω από τις κουρτίνες των άστρων
Οι ήχοι της προϊστορίας μ’ έχουν εμποτίσει τρέλα και πυρετό




ΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΟΣ ΕΦΙΑΛΤΗΣ

Πήρε φως το μαγικό σήμαντρο
Από το αναμμένο μου τσιγάρο
Έτριξαν οι χαλύβδινες χορδές του αόρατου
Σφίγγοντάς με ανάμεσα στον δείκτη και στον αντίχειρα
Μιας νύχτας τυλιγμένης σε ματωμένο επίδεσμο
Σου είπα: γεια λοιπόν
Μου είπες ένα ξερό: γεια
Έτρεξες στο σταθμό του μετρό
Έτρεξα στον σταθμό του λεωφορείου
Οι λιγοστοί περαστικοί μυρίζανε κάρβουνο
Ο λιγοστός αέρας μύριζε καμένο θειάφι
Το λεωφορείο δεν το πρόλαβα ποτέ
Δεν κοίταξα ποτέ το ρολόι να δω
Την ώρα που η καρδιά μου αιώνια μαρμάρωσε



Αλέξανδρος Αραμπατζής




Τα ποιήματα του Αλέξανδρου Αραμπατζή δημοσιεύονται για πρώτη φορά

Στην εικόνα λεπτομέρεια από τις βραχογραφίες του σπηλαίου Chauvet στην Γαλλία (ηλικίας 32.500 ετών).

Πέμπτη 7 Μαΐου 2015

Αλέξανδρος Αραμπατζής, "Τρία ποιήματα"




ΟΛΟΝΥΧΤΙΟΣ ΣΥΓΚΕΡΑΣΜΟΣ


Αίφνης προβάλλει ένας κόσμος σχεδόν αόρατος
Πιτσιλισμένος με άχρωμους στις κεντρικές αρτηρίες οδοιπόρους
Αυτόν τον κόσμο η μαυρόασπρη ποίηση
Ενίοτε τον φορτίζει με την βραχνή μυστικοπάθεια ενός ταμπεραμέντου
       πονεμένου
Του χαρίζει τον αλύγιστο χαρακτήρα αρχαιόπρεπης φωταψίας μαρμάρου
Τον συνθλίβει με τα κέρατα ενός ταύρου φρενιασμένου στην ταυρομαχία ενός
       ματωμένου δειλινού
Τον φορτσάρει με ροκάδικο παραλήρημα και στριφνό κορακίστικο κουρνιαχτό
Του προμηθεύει μια κουστωδία ανταρτών για εφόδους στα ανοχύρωτα
       Χειμερινά Ανάκτορα
Τον πλάθει κρύφιο δέρας ενός μοναχικού κόσμου που τον ρυπαίνει η
       μονοχρωμία
Τον ξεζουμίζει δυνατά από το λαδερό ψέμα και την γαλακτερή του αδημονία
Κοντολογίς τον ανάβει και τον σβήνει σαν ολονύχτιο συγκερασμό ρεκλάμας             ντουμανιασμένου από φίνο χορταράκι λούμπεν χαμαιτυπείου





ΙΕΡΟ ΛΑΔΙ


Όταν πάφλαζες ατίθασα στη λασπωμένη μου καρδιά
νόμιζα πως ήσουν το ιερό λάδι που τσιτσίριζε στο τηγάνι
αρχαίας πολιτείας γηρασμένης στις όχθες μιας προϊστορικής
σιβηρικής λίμνης σπαρμένης με κόκαλα εραστών που τους ρήμαξε
το βουνίσιο παγωμένο ξεροβόρι   Δεν κατάλαβα με ποιον τρόπο
σύρθηκα σ’ εκείνην την εγκαταλειμμένη πολιτεία με μια νιότη χαμένη
ανά χείρας να με τραβολογάει στα πέρατα της αβυθομέτρητης μνήμης
Μα κυρίως δεν κατάλαβα πως όταν πάφλαζες στη λασπωμένη μου καρδιά
ήδη ήσουν ένα απελπισμένο ψάρι που σπαρταρούσε στον βυθό της λίμνης
αλλοίμονο! ήδη μισοπεθαμένο από την σκληράδα της δικής μου καρδιάς





ΣΕ ΑΣΠΡΟΜΑΥΡΟ ΦΙΛΜ ΚΟΚΕΤΑ


Δεν υπήρξες παρά μόνο μια κοκέτα στο πηδάλιο
μιας παλιάς ατμομηχανής του πόθου
Με προορισμό τις ερημικές επαρχίες του βορρά
Όπου τα αγροτόπαιδα πίσω από τα γυαλιά ηλίου σου
Έβλεπαν την πρόστυχη ερωτομανία στην ματιά σου
Και λαμπαδιάζανε σα θημωνιές στους πέτρινους αχυρώνες
Καμάρωνες που έσπερνες τον πόθο σαν ντίβα femme fatale
Αλλά εγώ σε πέτυχα φτιασιδωμένη και γριά στα πιο
φθηνά hotels και σε κάρφωσα στη γλώσσα σα δολερή έχιδνα



                                                        Αλέξανδρος Αραμπατζής



Πρώτη δημοσίευση

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2014

Αλέξανδρος Αραμπατζής, "Δύο ποιήματα"




ΚΑΘΟΔΟΣ

Συμπαθάτε με καλοί μου φίλοι που έφερα μαζί μου και το κατσαρόλι μου
ήταν μακρύς ο δρόμος και στην Κομοτηνή αγόρασα καφέ κι αλμυρά στραγάλια
ξαπόστασα για λίγο στην Καβάλα με τσίπουρο και χταποδάκι
στη Δράμα ήπια νερό από μια παγωμένη βουνίσια πηγή
και στη Θεσσαλονίκη χόρτασα πατσά και λίγωσα με σιροπιαστά και μέλι
Στον δρόμο για την Αθήνα κάθισα στο χώμα μέχρι να σβήσει η νύχτα
Κι όταν με βρήκαν τυχαία κυνηγοί πανιασμένο να πασχίζω ν’ αρθρώσω λέξεις οργής
ήταν ήδη αργά και το φεγγάρι είχε κολλήσει στην κοιλιά μου και δεν έλεγε να ξεκολλήσει με τίποτα
Δεν ήξερα αν έπρεπε να βρίσκομαι ήδη αλλού, αν έπρεπε να συρθώ μέχρι το διπλανό λάκκο με τα φίδια ή
αν έπρεπε να ξεκινήσω πάλι το πρωί άβουλος κι ανήμπορος μέχρι να με κρίνουν οι θεοί
Μουδιασμένος σαν ταπεινωμένο σκυλί όσες πόρτες κι αν χτύπησα και μίλησα για την αλήθεια
Με δέρνανε αλύπητα γιατί λέγανε πως τη λέξη αυτή δικαιούται να τη ξεστομίζει μοναχά ο θεός
Κι έτσι γέμισα με τρόμο και κρυβόμουν στους παράδρομους μέχρι που άπλωνε παγερά την αγκαλιά της η ομίχλη και σκόρπιζε σιωπή και γαλάζιο φως
Όταν έφθασα στην πρωτεύουσα δόξασα τον θεό γιατί επιτέλους μου χάριζε μια πόλη για να μεγαλουργήσω
Μα η Αθήνα που βρήκα ήταν ήδη μια μοχθηρή πολιτεία με πλήθη στεγνά από το πικρό μεροκάματο
Κι όταν με καμάρι ανήγγειλα στην πλατεία Συντάγματος πως είμαι ο νέος ποιητής της πόλης μόνο που δεν με χαστουκίσανε
Μου το ξέκοψαν πως οι ποιητές περισσεύουν σ’ αυτήν την πόλη και δεν τόχουν σκοπό να μπλεχτεί στα πόδια τους ακόμη ένας πεινάλας δραμινός τσικιρικιτζής





ΤΑ ΕΡΕΙΠΙΑ ΤΗΣ ΠΕΤΡΟΥΠΟΛΗΣ

Εδώ είναι τα ερείπια της Πετρούπολης
Πετρώματα καρβουνιασμένα από διαπλανητικά πυρά
Προαιώνιων μαχών στο μεταίχμιο του χώρου και του χρόνου
Εδώ μετοίκησα καμένος από αισθήματα φίλων και εχθρών
Δίπλα μου κόκαλο μαμούθ το σκουριασμένο μέταλλο του τανκ
Αποσυρμένο στα βάθη του εαυτού του σαν αγκάθι της συνείδησης
Με προκαλεί να κηρύξω πόλεμο ενάντια στο αναπόφευκτο
Φευ πλην όμως του αναπόφευκτου η γρατινένια κράση επικρατεί
Της θύελλας των ονείρων που στρατολόγησαν μισάνθρωποι θεοί



Αλέξανδρος Αραμπατζής


(Η φωτογραφία της Αγίας Πετρούπολης είναι του Sergey Larenkov)