Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δελιόπουλος Γιώργος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δελιόπουλος Γιώργος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2023

Γιώργος Δελιόπουλος, "Αλιρρόη"




προσευχή


Πάτερ μν, πώς με γκρέμισες κάτω
κι απ’ τη γλώσσα μαζεύω συντρίμμια

σκέπασε γύρω τούς τοίχους με σύμβολα
μήπως κοιτώντας τρομάζω λιγότερο

δὸς μν σήμερον ένα σημείο φυγής
λίγο ψωμί παραπάνω στα όνειρα

φες μν αμαρτίες που σάπισαν
ῥῦσαι μς από σκέψεις που κάρφωσες

Πάτερ μν, λιτανείες τα χρόνια μου πέρασαν
στα κηρύγματα βράδιασα κι έμεινα βρέφος

μα προσεύχομαι τώρα, λθέτω ξοδος
κι ένα μόνο ζητώ, γενηθήτω τ νν θέλημά

Μου.


από την ενότητα:
η εποχή της άρνησης





Στον ναό του Ανθρώπου


μην τολμήσουν προφήτες
να αφήσουν βιβλία στην πόρτα
σαν αυτά που σκονίζονται χρόνια
ξεχασμένα ψηλά στο πατάρι
στην ίδια σελίδα το ίδιο αμήν

Στον δικό μου ναό, και απόψε πεινώντας
θα πετάξω τα θαύματα έξω
δεν υπάρχουν σοφοί, κολασμένοι και άγιοι
ίδια όλοι θηρία σπαράζουν ο ένας το άλλον
και αλλάζουν κλουβί.


από την ενότητα:
η εποχή της οργής





φάρσα


Η βάρδια τέλειωσε
πλένουν τα χέρια τους οι δεσμοφύλακες
μια δεύτερη ζωή φορούν
χωρίς λεκέδες, σιδερωμένοι
αλλάζουν προς τα πίσω βήματα
κι από συνήθεια με χαιρετούν

λίγο πιο πέρα οι δικαστές
μικροί αόρατοι θεοί
σημαδεμένα τα χαρτιά τους
εντός ολίγου εκτυπώνουν
σε φύλλα πάγου την ποινή μου

έναν χειμώνα σ’ επανάληψη
με τις παλάμες παραιτημένες
στο χιόνι επάνω παραπάτησα

κι έμεινα τρόφιμος στην ίδια φάρσα.





στο μαύρο παράθυρο τοίχο


Η νύχτα κρατάει μυστικό το χαμένο της στοίχημα
μη βγουν στον πηλό τ’ ανοιχτά εκμαγεία της ήττας
και ψάξουν τη λάσπη για θαύματα

στο μαύρο παράθυρο τοίχο, προτού ανατείλει
η νύχτα κρεμά τα κλειδιά του αιώνα
τον κόσμο σκεπάζει με πρόχειρα ρούχα
μαζεύει τ’ αστέρια, κλείνει διακόπτες
τραβάει τον σύρτη στη σκέψη
το βάρος του πόνου συνθλίβει

κι ακούς ένα κρακ! στα σεντόνια
− τον ήχο γυναίκας που σπάει.


από την ενότητα:
η εποχή του μηδενός





αντιπαροχή


Ανεβαίνω τη σκάλα και πιάνω ψιθύρους
μυστικά που στραγγίζουν τα λούκια
μουσικές απ’ την πόρτα όπως κλείδωσε
− ποια φωνή συλλαβίζει τη σκόνη;
κι ο αντίλαλος μνήμη στον τοίχο
σαν φολίδες υγρή ξεφλουδίζεται

μην ανοίγεις την πόρτα στο βάθος
από πίσω οι σούστες ουρλιάζουν
στο παλιό σκουριασμένο κρεβάτι
δεν υπάρχει το στρώμα, πετάχτηκε
μα ξαπλώνουν ακόμη λαθραία
μια γραβάτα η ψυχή του πατέρα
μια δαντέλα της μάνας τα όνειρα

στον λαιμό δυο θηλιές κουρασμένες
κι εγώ λύκαινα δείχνω τα δόντια
στον καθρέφτη τούς δένω τα μάτια
στα τσιμέντα τους γράφω: ΠΩΛΟΥΝΤΑΙ

με τη στέπα μου αντάλλαγμα πίσω.


από την ενότητα:
η εποχή στον καθρέφτη





Δεν υπάρχει πιο σκληρή, πιο αδιέξοδη, πιο βασανιστική φυλακή από έναν καθρέφτη. Σε μια τέτοια φυλακή η Αλιρρόη βρίσκεται ξαφνικά αιχμάλωτη και καλείται να ζήσει όλες τις εποχές του εαυτού της. Μέσα από τους στίχους της ποιητικής σύνθεσης του Γιώργου Δελιόπουλου, η Αλιρρόη, μια μορφή ρευστή σαν τη θάλασσα, αρνείται, θυμώνει, βλασφημεί, αποδέχεται την ήττα, βάζει τα κλάματα, απογοητεύεται, ώσπου τολμάει να κοιτάξει στον καθρέφτη το μηδέν της –το ίδιο μηδέν που φοβόμαστε όλοι μας– κατακόρυφα, σαν να κοιτάζει προς τα κάτω το κενό.

Από την έκδοση




Από την ποιητική σύνθεση «Αλιρρόη (το μηδέν στον καθρέφτη)», ΑΩ Εκδόσεις, 2023.

Παρασκευή 18 Ιουνίου 2021

Κώστας Θ. Ριζάκης - Γιώργος Δελιόπουλος, "κατά ανεφίκτου γλυφές, 1"


 


Κώστας Θ. Ριζάκης
Γιώργος Δελιόπουλος
 
κατά ανεφίκτου γλυφές, 1
 
της γυναικός τριάντα παγιδεύσεις
 


 ~

Ποίηση σε δύο πράξεις

της
Ευσταθίας Δήμου

(αποσπάσματα)


[…]
Οι ποιητές Κώστας Ριζάκης και Γιώργος Δελιόπουλος, με όχημα την ποίηση και την ποιητική τους, προσήλθαν σε μία άκρως ενδιαφέρουσα συνύπαρξη μέσα στις σελίδες του παρόντος βιβλίου. Το όλο εγχείρημα, πέρα από το ενδιαφέρον που παρουσιάζει αυτό καθεαυτό, ως περίπτωση δηλαδή συγκεκριμένη, εκδήλωση της προθυμίας δύο εκπροσώπων του νεοελληνικού ποιητικού λόγου να ενώσουν τις δημιουργικές τους δυνάμεις και να φέρουν το έργο τους κάτω από την ίδια στέγη, αποτελεί και μία πρόταση για έναν εναλλακτικό τρόπο λειτουργίας της ίδιας της τέχνης, της ποίησης εν προκειμένω. Γιατί, στην πραγματικότητα, αυτό που προτείνεται εδώ είναι, όχι απλώς και μόνο η άρση και η κατάργηση του αυτοπεριορισμού, της αυτομόνωσης, του εγκλεισμού του καλλιτέχνη, ως φυσικού προσώπου, αλλά το άνοιγμα και η έκθεση του ίδιου του ποιητικού έργου σε ένα περιβάλλον επικοινωνίας που πόρρω απέχει από τη λογική της περιχαράκωσής του μέσα σε ένα πλαίσιο αυστηρά προσδιορισμένο από την ιδιοπροσωπία κάθε ποιητή. Αυτό, βεβαίως, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει, ούτε σηματοδοτεί το θόλωμα ή τη νόθευση της προσωπικής σφραγίδας, της ιδιαιτερότητας και της μοναδικότητας του ποιητικού λόγου καθενός από τους δύο εμπλεκόμενους. Ίσα ίσα που αυτή, προβάλλει με μεγαλύτερη καθαρότητα, ευκρίνεια και ένταση από τη στιγμή που το έργο υπόκειται, αναπόφευκτα, στην άμεση σύγκριση και αντιπαραβολή, επομένως, και στην ανάδειξή της. […]

Η ποίηση του Κώστα Ριζάκη είναι λαβυρινθώδης. Μοιάζει με υφαντό, πλεγμένο, κυριολεκτικά, στο χέρι, με τα νήματα της μελάνης να διατρέχουν δρόμους πρωτοείδωτους και πρωτοανοιγμένους. Δεν είναι μόνο ότι κατέχει τη δική του φωνή – και την κατέχει καλά, σίγουρα – τον δικό του τρόπο, την δική του ποιητική, είναι πολύ περισσότερο ότι όλα αυτά εκβάλλουν, αποτυπώνονται και μπορούν να αναγνωρισθούν ακόμα και στο πιο μικρό δίστιχο όπως, για παράδειγμα, αυτό που προτάσσεται στη συλλογή: καρδιά τι βλέμμ’ αλάτιζες / και σου παστώνει αλήθειες; Αν για τον Εμμανουήλ Ροΐδη ίσχυε ότι η ταυτοποίηση της γραφής του θα μπορούσε να γίνει ακόμα και σε μία μονάχα φράση, γραμμένη οπουδήποτε, το ίδιο θα μπορούσε να ισχυρισθεί κανείς και για την ποίηση του Ριζάκη. Είναι τόσο χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίο τεχνουργεί τις ποιητικές του συνθέσεις, ώστε η άπαξ γνωριμία με την ποίησή του να είναι και παντοτινή. Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι η τέχνη του δεν είναι γερά θεμελιωμένη πάνω στην προγενέστερη ποιητική και, γενικότερα, πνευματική παράδοση. Ίσα ίσα που, από την πρώτη κιόλας ανάγνωση των ποιημάτων του, αντιλαμβάνεται κανείς ότι η δύναμη και η δυναμική της ποιητικής του φωνής κρύβει και, ταυτόχρονα, αποκαλύπτει ένα υπόβαθρο πλούσιο και αρραγές, τόσο καλά χωνεμένο όμως, που δύσκολα μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια η γραμμή που οδηγεί, απευθείας, σε συγκεκριμένους, προγενέστερους σταθμούς και ποιητικές μορφές. Η πιο εμφανής, ίσως, συγγένεια ή, καλύτερα, εγγύτητα είναι αυτή με το δημοτικό τραγούδι στο επίπεδο, κυρίως, του ρυθμού, νοούμενου όχι ως απόρροια της χρήσης κάποιου συγκεκριμένου μέτρου ή της συγκρότησης του στίχου πάνω σε έναν ορισμένο αριθμό συλλαβών, αλλά ως κυμάτισμά του, ως διάθεση και τρόπος έκφρασης της εσωτερικότητας και μιας θυμοσοφίας στέρεα θεμελιωμένης πάνω στην ανθρώπινη ύπαρξη. […]

Η ποίηση του Γιώργου Δελιόπουλου τεχνουργείται πάνω σε ένα ιδιαίτερο ύφος και ήθος. Το στοιχείο εκείνο που τη διαφοροποιεί και τη συνέχει είναι η ιδιότητά της να συλλαμβάνει τον παλμό του σύγχρονου ανθρώπου και την αμφιθυμία της εποχής. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για μία ποίηση απολύτως σύγχρονη, μία ποίηση που ανατέμνει το παρόν, που εισδύει, μέσα από την παρατήρηση των εξωτερικών εκδηλώσεων του ανθρώπου, στον εσωτερικό του κόσμο για να διερευνήσει τις συνθήκες και τον τρόπο δόμησης και λειτουργίας του. Από αυτήν την άποψη, θα μπορούσε κανείς να ισχυρισθεί, ότι η ποίησή του προσιδιάζει ή προσεγγίζει την τέχνη του θεάτρου στο μέτρο που αυτή εναγκαλίζεται τη συγχρονία, πλάθει την αναπαράστασή της και προβαίνει, με τον τρόπο αυτό, στην διερεύνησή της και στην διαμόρφωση μιας νέας πρότασης για τον άνθρωπο και τον κόσμο του. Ποίηση επεμβατική και διορθωτική, λοιπόν, αλλά και ποίηση βαθιά ανθρωποκεντρική και ανθρωπογνωστική. Γιατί, στην πραγματικότητα, αυτό που επιδιώκει ο Δελιόπουλος είναι η γνωριμία του με τον άνθρωπο και η βαθιά γνώση της «ποιητικής» του, νοούμενης ως του τρόπου με τον οποίο δομείται, υφίσταται και υπάρχει. Αυτή η απόπειρα αποκτά ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον στην συγκεκριμένη περίπτωση από τη στιγμή που στο ποιητικό του εργαστήρι μπαίνει, ως πρώτη ύλη, η γυναίκα με την πολύπτυχη και πολύπλευρη ψυχοσύνθεσή της. Ο τίτλος δεν είναι τυχαίος, «γυναίκα θάλασσα γυμνή». Ανακαλεί τη γνωστή φράση «πυρ, γυνή και θάλασσα», που παραπέμπει ευθέως και ασυναίσθητα στην μορφή της θεάς Αφροδίτης και που περικλείει και υποδηλώνει την πρόθεση και την στόχευση του ποιητή, την προσέγγιση δηλαδή και την καταβύθιση στην γυναίκα με τον ίδιο τρόπο που βυθίζεται κανείς στη θάλασσα, απόλυτα ελεύθερος και απαλλαγμένος από τα βαρίδια του κορμιού και της ψυχής. Στο σημείο αυτό φαίνεται πως αναδύεται και ένα αίσθημα ερωτισμού που κινεί τη γραφίδα του ποιητή και υποβάλλει τη διάθεση και τον τόνο. Το αίσθημα αυτό δεν μετριάζεται, αντίθετα ενισχύεται από την επιλογή του ποιητή να συνθέσει τα ποιήματά του επιφυλάσσοντας για τον ίδιο τον ρόλο και τη «φωνή» της γυναίκας. Πρόκειται για μία ακόμα ένδειξη της θεατρικότητας που διαπνέει τα ποιήματά του, μία καθαρά θεατρική τεχνική που συνίσταται στην «ηθοποιία» του ποιητικού υποκειμένου. […]



~


στο τσακ
των αμυγδάλων

του
Κώστα Θ. Ριζάκη


ο νόμος του έρωτα

                                  στην ποιήτρια Ευσταθία Δήμου − ότι
                         έγκυρος η «μαρτυρία» της κι άρα ευσταθεί


να κατευθύνσεις το κορμί πάντα προς το παράθυρον
κ’ ίδια να εξαρτάς την ούγια σου από φως − να ’ναι
χτιστός ο καθ’ εμπρός ανήφορος που να κοντανασαίνεις
(καμία πράξη αναίτιος λες όταν ξηλών’ η ανάγκη)
ρίχνει δροσιάς ο διάπυρος διάσελ’ αφροξενύχτια

κι όπως μπαλώνονται καιροί να σου ξανά
το χιόνι να την η αμείλικτη καημών ζητάει αν
σε στεγάσει να μην κλωτσήσεις αγκαλιάς βαρύ
ποτάμι κρίμα κι άμα πηγαίνεις βροχερός πώς

ο μαγκίτης κι άοπλος σου χρειμαρρώνει κλάμα;




επίγειος μαγγελάνος


– πώς παροπλίστηκε η θεά στα χώματα σε λάσπες;

ψέμμα τριανταέξ μηνών γκάστρωσες την γκορτσιά
αλλά τ’ αχλάδια όλα στυφά σκληρότατα διαβόλου
κέρατα τρισκατάρατα το πάθος σού αφαιρέσαν
μεζέ το αίσθημα σούβλισες φτύνοντας το κατάπιες

να φύγεις θέλω; τι να πω; πάλι όμως θα το αντέξω;
νυχτώνει κάποτε ο καιρός μαύρα κρεμώντας κρόσσια
κι ένα προς έν’ αν τα τραβώ το δίλημμα απευθύνω

πένθους ριπάς καθέλκυσα· πού ξώφαλτση μι’ αλήθεια;



~


γυναίκα θάλασσα γυμνή

του
Γιώργου Δελιόπουλου


ως έλαφος διψώσα


Δεν κατοικώ ψηλά στα ρετιρέ ασπάραχτη
ούτε η ζωή μου είναι φουλ επιπλωμένη
σε δάση μέσα κρύβομαι σε φυλλοβόλα ψέματα
και μηρυκάζοντας το χώμα περιμένω

ντυμένη χρυσοκέρατη στα ρούχα της βιτρίνας
όλο αρώματα βαριά μήπως μυρίσει ο φόβος
καθώς μασώντας μοναξιά με φέρνουν γύρω βόλτα
οι πεινασμένοι κυνηγοί, τα σαρκοβόρα βλέμματα

κι ακούω δίπλα μου τα κρακ! να σπάνε τα κλαδιά
όμως δεν τρέχω πουθενά, με πρόλαβαν οι σφαίρες
δε φώναξα βοήθεια, δεν άνοιγαν οι πόρτες
το ματωμένο τρίχωμα δεν είδατε ποτέ;

σκούπισα −φαίνεται καλά− το δάκρυ στον καθρέφτη
έντυσα με χαμόγελα στα ράφια τις κορνίζες
κι όταν με τρύπαγαν τα βέλη τους βαθιά
τα βογγητά μου έγραφα κάτω απ’ το μαξιλάρι

στάλα δεν έχυσα ντροπή στην ανθισμένη άνοιξη
απ’ τις κραυγές δεν τσαλακώθηκε η σιωπή
κι εσύ μανούλα που γεννάς ακόμη ελαφίνες
θύματα δίχως κέρατα σε δάση κυνηγών

τι μου ζητάς να ξεδιψάσω, πνίγομαι.




μεθόρια


Τα βλέμματά μας κυλιόμενα μπαλόνια
συναντηθήκαμε πριν χωριστούν

καθώς ανέβαινες την τύχη σου
για την εξέδρα με τις παρελάσεις
το πεπρωμένο μου ξεφούσκωνε
σ’ ένα υπόγειο κελί

μα και οι δύο ακροβατήσαμε
πάνω στα σύνορα του Ανθρώπου
ένα λεπτό κενό αέρος

πριν επιλέξουμε για την καρδιά μας
στρατόπεδο προς το παρόν.





Από το βιβλίο των Κώστα Θ. Ριζάκη και Γιώργου Δελιόπουλου,
«κατά ανεφίκτου γλυφές, 1 - της γυναικός τριάντα παγιδεύσεις», Εκδόσεις Α Ω, 2021.
Με εκτενή προλεγόμενα της Ευσταθίας Δήμου
και εικαστική παρέμβαση της Γλύκας Διονυσοπούλου.

Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2019

Χρήστος Τουμανίδης - Γιώργος Δελιόπουλος, "Εορδαία γη"





ΜΙΑ ΝΕΑ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ


Μέρες που φεύγουν, μέρες που έρχονται −
μένουν εκεί στο λίγο φως,
                                  άηχες σημασίες.
Ανάμεσα στις φλέβες − κελαρύζουν.

Η γεωγραφία των ετών, ιδού, πάνω στο δέρμα.
Στα πρόσωπα, στις ράχες των χεριών.
Στα βάθη μέσα της ψυχής.
                                  Γήινα τοπία που στενάζουν, λες.

Βάλε το δάχτυλο αν μπορείς,
                                  βρες την αρχή· στο τραύμα.

(Κρόκος, λιγνίτης, μάρμαρα − μπερδεύονται στα χείλη.
Γίνονται λόγος, νόημα ζωής − ιριδισμοί θανάτου.)




ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ


Εκεί, στις άκρες των ματιών,
ολόγυρα στα χείλη.
Κάτι απαλές, πολύβουες γραμμές.
Διαδρομές του χρόνου.

Το αύριο και το χθες, εκεί
στις μυϊκές συσπάσεις.

- Γέρασα πια…
- Υπήρξες;
- Δεν πρόφταινα… τα γεγονότα. Δεν…
(Το διαρκές αβέβαιο· η βεβαιότητά μας.)

Κράτα βαθιά σου εκείνη τη στιγμή που σ’ έκανε δική της.



Χρήστος Τουμανίδης
(Από την ενότητα Ο Χρόνος είναι ο χάρτης μας)






ΕΝΥΠΝΙΟ


Νιώθω περίεργα κι απόψε.

Όλη μέρα
μάζευα το μαύρο σε σακούλες
έκλεινα με γάζες τις οπές στα ορυχεία
έδιωχνα την τέφρα μου απέναντι
όλη μέρα

ύστερα
τα φώτα έγιναν σκιές
ύψωσα λευκή σημαία
με τα τρόπαια στους τοίχους
υποκρίθηκα τον ύπνο

ξαφνικά
βρέθηκα γυμνός
με την λάμπα στον καθρέφτη
με τα βλέφαρα στη σκόνη
με το σώμα τρυπημένο
ξεφυσώντας απ’ τα χείλη μου καπνό.

Νιώθω περίεργα που απόψε
όλα τρελαίνονται κι όλα θυμίζουν όνειρο.




Ο ΦΤΩΧΟΥΛΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ


Εκλεκτοί κι υπεράνω ευθύνης κυρίες και κύριοι
θυμηθείτε για λίγο τον φτωχούλη Αρμάντ

το παιδί με τα κίτρινα χέρια που καθάριζε τάφους
τον εχθρό που συνέλαβαν με ξίφος στην τσέπη
τον τρελό που κουβάλησε την έρημο μέσα του
τον ξένο που για χάρη σας άλλαξε όνομα
τον νέο σας γείτονα εντός των τειχών

τον φτωχούλη Αρμάντ θυμηθείτε για λίγο
σε καμιά προσευχή του δε βρήκε ανάπαυση.



Γιώργος Δελιόπουλος
(Από την ενότητα Ρόδα και στάχτες)






ΣΗΜΕΙΟ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗΣ

1


Όλοι απόψε στη σειρά για τον τρανό χορό
αμαρτωλοί και άγιοι της χαράς
παρόντες και απόντες της καρδιάς μας.

Λύρα, κλαρίνο, τύμπανα
και πρώτος με τους στίχους σου
αρχίζεις το τραγούδι.
«Ψεύτης κι αν ήσουν κόσμε μου
αληθινός φαντάζεις…»

Κύκλος τα χέρια γίνονται
οι λογισμοί μας κύκλος.

Και οι ψυχές στα σκοτεινά
χορτάτες και πανσέληνες
βρίσκουν τα βήματά τους.



Χρήστος Τουμανίδης - Γιώργος Δελιόπουλος
(Από την ενότητα Σημείο συνάντησης)





Από τη συλλογή «Εορδαία γη», εκδ. Ρώμη, 2019.

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2019

Γιώργος Δελιόπουλος, "Επιβάτης στο ποίημα της ανάγκης"




Γιώργος Δελιόπουλος

ΕΠΙΒΑΤΗΣ ΣΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ

Για την ποιητική συλλογή του Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου, Έλαβον,
εκδ. Σαιξπηρικόν, 2017

(Αναδημοσίευση από το λογοτεχνικό περιοδικό Θευθ, τχ. 8)


Ο Δημήτρης Παπαστεργίου με την ως τώρα παρουσία του στον χώρο της ποίησης έχει αποδείξει ότι αναμετράται συνεχώς με την τέχνη του, επιδεικνύοντας επιμονή, υπομονή και άοκνη εργατικότητα. Αν και η καλαίσθητη συλλογή Έλαβον αποτελεί την τέταρτη ολοκληρωμένη ποιητική του κατάθεση, εντούτοις συνεχίζει να πειραματίζεται –όπως και στις προηγούμενες συλλογές– με την ποιητική του γραφή, επιχειρώντας διάφορους συνδυασμούς στοιχείων της ποιητικής μας παράδοσης, στα πλαίσια όμως μιας διαμορφωμένης και αναγνωρίσιμης ταυτότητας.
Σε ορισμένα ποιήματα της συλλογής, όπως στα ανομοιοκατάληκτα σονέτα του, γίνεται πιο νοσταλγικός, λυρικός και ελεγειακός, θυμίζοντάς μας τα ερωτικά ποιήματα της προηγούμενης συλλογής του, Ο άστεγος της οδού Χαμογέλων (εκδ. Σαιξπηρικόν, 2015). Ωστόσο, η ποίησή του είναι κατά βάση ρεαλιστική, χωρίς να καλλωπίζει τα κακώς κείμενα ή να κρύβει τις βαθιές πληγές. Αντιθέτως, ανατέμνει πράγματα, ανθρώπους και μνήμες με χειρουργική ακρίβεια, μέσα από μια μετρημένη και εγκεφαλική χρήση της γλώσσας, με το ύφος του άλλοτε (αυτό)σαρκαστικό και άλλοτε καταγγελτικό.

Θα ψηφίσω μικρό κόμμα
Επαναστατικό
Άλλοθι στην αγωνιστική μου ανυπαρξία
Ανασφαλής, ασήμαντος
Μια Κυριακή
Στον ουρανό των ψευδαισθήσεων
Θα τρυπώσω
(«Εκλογών φάσμα», σελ. 50)

Η ποίηση του Παπαστεργίου αξιοποιεί πολλά μοτίβα από την Ιστορία και την αρχαιοελληνική γραμματεία. Στα ιστορικά του ποιήματα, όπως στο ποίημα «Ίασις (Βέροια 51 μ.Χ.)» (σελ. 26), λειτουργεί καβαφικά, δημιουργώντας ένα σκηνικό, όπου δρουν και στοχάζονται οι ήρωές του. Αυτή η δομή θυμίζει τα δώδεκα σύντομα ποιητικά πεζά από τη συλλογή του Furor Scribendi (εκδ. Ars Poetica, 2013). Αντιθέτως, τα αρχαιοελληνικά και μυθολογικά του μοτίβα συναιρούνται με το παρόν σε μια ιδιότυπη συνομιλία. Παράλληλα, ο ποιητικός του στοχασμός μετατοπίζεται μέσω συνειρμών και συμβολισμών από το συγκεκριμένο στο αφηρημένο και αντίστροφα, επιτρέποντας στον αναγνώστη εύληπτες αναγωγές.

Ζούμε σε μινωικά πιθάρια
όμορφα διακοσμημένα
δε βλέπουμε ουρανό,
ακούμε από πάνω
τους αρχαιολόγους.
Έχουν φτάσει στη βυζαντινή περίοδο.
Θέλουν πολύ ακόμη για μας εδώ κάτω.
Ασφυκτιούμε
τους φωνάζουμε απελπισμένοι
να κάνουν πιο γρήγορα
να μας βγάλουν στο φως
και χτυπάμε τα τοιχώματά μας.
Μια μέρα τα πιθάρια σπάνε
και γεμίζουμε χώματα.

Πεθαίνουμε με τη θλίψη
πως δε γίναμε κάτι
παραπάνω από χωμάτινοι αντίλαλοι.
(«Ανασκαφή», σελ. 32)

Στα περισσότερα ποιήματα της συλλογής το ποιητικό υποκείμενο έρχεται αντιμέτωπο με την πνιγηρή καθημερινότητα, την πίεση της επιβίωσης, τις ευθύνες, τις ενοχές και τους αναγκαίους συμβιβασμούς. Πρόκειται για την υπαρξιακή του περιπέτεια, καθώς προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ποιητική του ιδιότητα και τη σκληρή όψη της ζωής. Η ανάγκη της επιβίωσης οδηγεί το ποιητικό υποκείμενο στην αποξένωσή του από τον κόσμο και τον ίδιο του τον εαυτό.
Ο Κωστής Παλαμάς στο σονέτο του «Αγορά» από την Ασάλευτη Ζωή, γράφει πολύ εύστοχα για την ψυχική εξουθένωση και τη διαρκή ματαίωση που βιώνει ο ποιητής, όταν αναγκάζεται να συμβιβαστεί για βιοποριστικούς λόγους και να εγκαταλείψει την τέχνη του. Σύμφωνα με το παλαμικό σονέτο, στο τέλος ο ποιητής καταλήγει «ξένος και για τους ξένους και για τους δικούς του».
Η αλλοτρίωση, ο θρυμματισμένος εαυτός και τα συνεπακόλουθα αισθήματα πίκρας και μοναξιάς κυριαρχούν σε πολλά ποιήματα του Έλαβον. Σ’ αυτόν τον κόσμο που σιδεροφράζει την ποιητική ψυχή στα στενά όρια ενός υλιστικού πραγματισμού, που καταργεί τον Άνθρωπο ως σκοπούμενο και τον υποβιβάζει σε μέσο πλουτισμού, σ’ αυτόν τον κόσμο ο ποιητής δηλώνει πρόσφυγας και ξένος.

Να πώς περνούν τα χρόνια:
Βαστάζος του ενός
Εμψυχωτής του άλλου
Ενισχυτής κάποιου τρίτου...

Οικοδόμος ξένων μύθων
χωρίς ένσημα και δώρα

Στο τέλος
μόνος
λίγος
ελαφρύς
(«Συνδικαλιστικό», σελ. 35)

Στην αναμέτρηση του ποιητή με την καθημερινότητα το ερειπωμένο παρελθόν και το παλίμψηστο των αναμνήσεων λειτουργούν ως πύλες διαφυγής προς μια χαμένη ουτοπία, όπου το ποιητικό υποκείμενο διατηρούσε ακόμη την ακεραιότητά του χωρίς εκπτώσεις. Πρόκειται για ένα παρελθόν ωραιοποιημένο από τη νοσταλγική πατίνα της μνήμης. Η ανάκλησή του δε αποτελεί σχεδόν αναγκαιότητα και προκαλείται με πολύ απλά ερεθίσματα. Σ’ αυτό το παρελθόν κυρίαρχη και αφετηριακή μορφή είναι η μάνα, σύμβολο της αιώνιας και απαράμιλλης αφοσίωσης, η οποία όμως στοιχειώνει τα όνειρα σαν ανοιχτή πληγή.

Το όνειρο χρησμός βγαλμένος
από της κάθε νύχτας
τα σκοτεινά εντόσθια:
Εγώ ασπρόρουχο στης μάνας μου τα χέρια
μια στον πάτο της χλωρίνης
μια στο τοίχωμα της σκάφης
και μια να τρίβομαι στην ίδια μου τη σάρκα.

Κι έπειτα διάπλατα απλωμένος
μπαλωμένος
στο φως
στα τέσσερα στοιχεία
στα τέσσερα στοιχεία
στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα

ν’ ασπρίζω σαν τα κόκαλα της μάνας μου.
(«Το όνειρο», σελ. 43)

Μολαταύτα, η ποίηση του Παπαστεργίου δεν είναι πλήρως παραδομένη στο αναπόδραστο της μοίρας, παραιτημένη από κάθε ελπίδα ανάτασης. Αν και δεν αισιοδοξεί φωναχτά, σε καμιά περίπτωση δεν αποδέχεται αδιαμαρτύρητα μια τετελεσμένη πορεία. Βρίσκεται σε πνευματική εγρήγορση, ενώ προτείνει την απόδραση από τη μοναξιά μέσω της ποιητικής τέχνης και της διαρκούς έμπνευσης. Η Ποίηση για τον Παπαστεργίου είναι το έσχατο φυλάκιο της ζωής, το αλεξίθραυστο κέλυφος που ξεχνά την ασχήμια του κόσμου, ίσως και το μοναδικό όπλο απέναντι στην ευτέλεια.

Τη μηχανή κοπής ποιημάτων
Στο υπόγειο να την έχετε
Σαν πολύγραφο της Κατοχής

Ανάγκη να μην έχετε
Όταν ο θεός φυσάει
Και ο διάβολος σκορπάει
(«Μηχανή κοπής ποιημάτων», σελ. 22)

Το Έλαβον αποτελεί μια τίμια ποιητική κατάθεση, η οποία δε θρηνολογεί πεισιθάνατα, δεν εξαντλείται σε πομπώδεις διακηρύξεις, δεν κατηγορεί αδιάκριτα, δε μασκαρεύεται τη χαρά. Πρώτα και πάνω απ’ όλα, αναδεικνύει τη χρεία της αισιοδοξίας ως λυτρωτικής του καρυωτακικού πόνου των ανθρώπων και των πραγμάτων. Αυτή η ανάγκη της απόδρασης πραγματώνεται μέσω ενός επίμονου, εσωτερικού αγώνα. Άλλωστε, αυτό είναι η Ποίηση. Γι’ αυτό και στο πρώτο ποίημα της συλλογής ο ποιητής διατρανώνει την ανάγκη:

Πρέπει σκληρά
να εξασκηθώ να ελκύω το Ωραίο.
(«Απόδραση», σελ. 11)

Όμως, στο τελευταίο ποίημα οι παραπάνω στίχοι παραφράζονται, για να δηλώσουν την κοινωνική διάσταση της ποιητικής αποστολής. Ανάμεσα στους πολυποίκιλους ιριδισμούς της ζωής ο ποιητής δεν ιδιοποιείται την κατακτημένη ωραιότητα, αλλά οφείλει να λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής της και να την προσφέρει αφειδώλευτα στους άλλους, με τον ίδιο τρόπο που η ελάχιστη φυσική ομορφιά ενός κυκλάμινου χαρίζεται ως απροϋπόθετο θαύμα. Γι αυτό κι οι παρακάτω στίχοι από το τελευταίο ποίημα της συλλογής:

Πρέπει σκληρά
Να εξασκηθώ να εκλύω το Ωραίο
Κι αυτό είναι ενός κυκλάμινου
Στερνή επιθυμία
(«Τα χρώματα του τέλους», σελ. 53)





Πηγή: Το εξαμηνιαίο περιοδικό λογοτεχνίας και λογοτεχνικής κριτικής «Θευθ - Οι δύο όψεις της γραφής», Τεύχος 8, Δεκέμβριος 2018, εκδ. Ρώμη.




Ο Γιώργος Δελιόπουλος γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια Ημαθίας. Σπούδασε Αρχαιολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και σήμερα ζει μόνιμα με την οικογένεια του στην Κοζάνη, όπου εργάζεται ως φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Παράλληλα, συμμετέχει σε πανεπιστημιακές ανασκαφές ως διδάκτορας Προϊστορικής Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου.
Το 2009 κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή, ο "Μικρός Οδυσσέας" από τις εκδόσεις Ιωλκός και το 2015 η δεύτερη ποιητική του συλλογή, ο "Επισκέπτης άγγελος" από τις εκδόσεις της Κοβεντάρειου Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης. Ποιήματά του έχουν βραβευθεί σε διάφορους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, ενώ έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα περιοδικά και συλλογικούς τόμους. Το 2013 ανέβηκε από το Θεατροδρόμιο Κοζάνης το θεατρικό του έργο "Επέστρεφε..." με θέμα την ποίηση του Καβάφη, ενώ το 2015 η θεατρική ομάδα "Οχληροί" Κοζάνης ανέβασαν το θεατρικό του έργο "Τα ίχνη της μνήμης".

Σάββατο 28 Απριλίου 2018

Γιώργος Δελιόπουλος, "Επισκέπτης Άγγελος"





Φρουροί


Μαλώναμε Δημήτρη για τα ρούχα των ληστών. Ρίχναμε ζάρια, παίζαμε χαρτιά, ποιος θα κερδίσει την αόρατη γραβάτα, το ακριβό πουκάμισο, ποιος το φθαρμένο παντελόνι και τα χάρτινα παπούτσια. Ώρες κάτω από ξύλινους σταυρούς, σε άγονα υψώματα, πάνω από τα κεφάλια μας τη γλίτωναν ληστές και κάρφωναν θεούς. Γύρω μας έκτιζαν από σταυρούς ανάκτορα, γκρέμιζαν είδωλα και μάθαιναν καινούριες προσευχές. Όμως εσύ κι εγώ ακίνητοι εκεί, μαλώνοντας για λίγα ξένα ρούχα, ήμασταν δυο απλοί φρουροί, τίποτα τελικά δεν ήταν σίγουρα δικό μας, ούτε καν η απόφαση να ζήσουμε ποντάροντας στον θάνατο των άλλων.





Η γλώσσα των ανθρώπων


Για να καταλάβω τους ανθρώπους
έμαθα τη γλώσσα τους
κι έπρεπε να ξέρω
πως η γλώσσα κρύβει ανοιχτές πληγές
άλλοτε γιατρεύονται κι άλλοτε σκοτώνουν
έπρεπε να ξέρω
πως κοστίζουν ακριβά τα μεγάλα λόγια
και παλιώνουν γρήγορα μέσα στην ψυχή
έπρεπε να ξέρω
πως δε γράφεις τη ζωή μοναχά με λέξεις
κι απ’ τις λέξεις μόνο δε γνωρίζεις τίποτα.

Όμως αυτά δε μου τα έμαθαν ποτέ.







Βαφείς του γκρίζου


Για λίγα μόνο κατοστάρικα
δεν είπαμε το μαύρο μαύρο
                     το λευκό λευκό
και βάψαμε τους τοίχους της σιωπής
από το φόβο των σκληρών χρωματισμών
σε μια φθηνή απόχρωση του γκρίζου.
Από τους τοίχους της σιωπής
έκτοτε ξεφλουδίζονται
μονάχα γκρίζες λέξεις.
Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε τον κανόνα
τα πράγματα, οι λέξεις και οι άνθρωποι
εγχρωματίζονται πιστά στους γύρω τοίχους
κι εμείς για λίγα μόνο κατοστάρικα
βάψαμε γκρίζα μια ασπρόμαυρη ζωή.





Παιδική θάλασσα


Στα παιδικά μας όνειρα υπήρχε μία θάλασσα
και μέσα της ταξίδευαν αμέριμνα τα πλοία
ελεύθεροι κυματισμοί έφερναν ξένα γράμματα
κι ατίθασοι αγέρηδες σκορπούσαν κάθε βλέμμα
στον ανοιχτό ορίζοντα.

Τώρα πια μεγαλώσαμε
τα παραμύθια πέτρωσαν
κτίζουμε κάθε μέρα φράχτες
κομματιάζοντας τα κύματα
χωρίζοντας τα βλέμματα στα δύο.
Τώρα πια δεν υπάρχει μ ία θάλασσα
υπάρχει μόνο το εδώ ή το εκεί
το πρόσωπό μου ή το πρόσωπό σου
ο βυθός μου ή ο βυθός σου.

Ας είναι, μας αρέσουν τα διλήμματα
και μας γερνούν οι απαντήσεις.





Το σώμα

                                               Το σώμα είναι η Νίκη και
                                                       η Ήττα των ονείρων
                                                       (Κ. Αγγελάκη-Ρουκ,
                             "Μαγδαληνή το μεγάλο θηλαστικό")


Ακούστε! ακούστε
το αίμα πώς κοχλάζει στο κορμί μου!
Δείτε! δείτε
πώς ξεπηδά από τις φλέβες των ονείρων!
Μυρίστε! μυρίστε
τα αρώματα της παιδικής μου λήθης!
Πιάστε! πιάστε
τα μαύρα μου μαλλιά να βγούμε έξω!
Πιείτε! πιείτε
το δάκρυ της παλλόμενης καρδιάς μου!
Πιστέψτε! πιστέψτε
πως το σώμα είναι η μόνη μου Αλήθεια!





Από τη συλλογή «Επισκέπτης Άγγελος», Κοβεντάρειος Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης, 2015.

Στις εικόνες: Έργα της εικαστικού Γλύκας Διονυσοπούλου τα οποία κοσμούν την ποιητική συλλογή.