Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καψάλης Διονύσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καψάλης Διονύσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2023

Διονύσης Καψάλης, "Ο καταρράκτης"




ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ

                   In dreams begins responsibility.
                                               W. B. YEATS



Όπως τα φέρνει ο άνεμος και όπως
τα χείλη της στα χείλη μας κι οι λέξεις
που θ’ ανεβούν στα χείλη μας − και όπως
ένας στον άλλον οι άνθρωποι, μιλάμε,
λέμε ιστορίες, κάποιοι τη δική τους,
τις τύχες και τα κατορθώματά τους,
και άλλοι άλλων που δεν λησμονούνται·
κι όσα ιστορούν, παράπονα και πίκρες,
στιγμές χαράς και μέρες γιορτινές
και συμφορές και θάνατοι κι αρρώστιες
( δοιοί γαρ τε πίθοι εν Διός ούδει ),
κι όσα βαθιά στον ύπνο κατεβαίνουν,
φωλιάζουν στις πτυχές του κι απηχούν
αισθήματα, μορφές, χειρονομίες −
αυτά είναι η ευθύνη μας· κι αν μείνουν
αφρόντιστα ( σαν ένας εαυτός
αφύσικος κι όμως αγαπημένος,
που τον αφήνεις πίσω σου και φεύγεις),
θα σε προλάβουν στα όνειρα·
                                                       σαν ένας
ξενιτεμένος φίλος επιστρέφουν
στ’ άπλετα βάθη των ονείρων − ίσκιοι
σαν σώματα, που φέρνουνε μαζί τους
τις τύχες και τα κατορθώματά τους,
αισθήματα, μορφές, χειρονομίες,
σε προλαβαίνουν στα όνειρα και σπρώχνουν
να βγουν στο φως της μέρας· σαν τα λόγια
που πρέπει να ειπωθούν και πάντα μένουν
ανείπωτα ώσπου δεν είναι πια·
σαν κόσμοι πιθανοί που σβήνουν, άστρα
που καταρρέουν σ’ άλλους γαλαξίες,
κι ούτε κανείς ευθύνεται γι’ αυτό.





ΙΚΕΣΙΑ


Το φως της μέρας φεύγει, κι ολοένα
πιο δύσκολα, καθώς περνούν τα χρόνια,
δέχεσαι τον αποχαιρετισμό του·
κάτι σαν θλίψη κάθεται τα βράδια
στις παρυφές, στις άκρες γύρω γύρω,
όπως θαμπώνει ένας παλιός καθρέφτης,
κι όπως στους αυτοκόλλητους φακέλους
που μένουν ανοιγμένοι στο τραπέζι
κολλάει η σκόνη κι από μέσα εξέχει
ένας απλήρωτος λογαριασμός.

Κρατώ στα δάχτυλά μου τον αέρα
μιας δακρυσμένης μουσικής, κι ακούω
τον θρήνο της πώς φτάνει από μακριά
και σβήνει σε βουβή χειρονομία·
όλο και πιο ανάγλυφες οι φλέβες
γράφουν ανάστροφα το άγγιγμα
της αδειανής παλάμης με την άλλη.
Η νύχτα ανοίγεται στην ικεσία.





ΜΑΪΟΣ 2021


Στον κήπο του «Άμα λάχει» τα γεράνια
λυγίζουν με το φύσημα του αέρα
κι είναι σαν να φινίρονται στο φως,
ενώ από πάνω η κληματαριά
κεντάει στο γαλάζιο τ’ ουρανού
εργόχειρο με πράσινες ανταύγειες.

Σαν από κτίσεως κόσμου λάμπουν όλα
και όλα συνομολογούν αιτίες
αμίλητες αυτό το απόγευμα
που φτιάχτηκε από φως κι απαντοχή,
εδώ που όλα τελειώνουν κι όλα αρχίζουν
και τίποτα δεν βιάζεται να φύγει.

Και άθελά μου σκέφτομαι την ώρα
που θα ’ρθει το σκοτάδι για να φέρει
τον ύπνο τον γλυκό τού στρατοκόπου,
κι ο ουρανός από πάνω θα σωπαίνει
κρατώντας όλη νύχτα τη μεγάλη
ανάσα, τη βαθιά του ξαστεριά.





AUBADE


Εδώ δεν φτάνει ο πόλεμος· κοιτάζω:
ένας κοκκινολαίμης στο μπαλκόνι
τινάζει από πάνω του τον ύπνο
σε μια κηλίδα ήλιο κι ανασαίνουν
τα φύλλα της ελιάς μέσα στη γλάστρα
με την πνοή του αέρα· ξημερώνει.





Από τη συλλογή «Ο καταρράκτης», εκδ. Άγρα, 2022.

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2020

Διονύσης Καψάλης, "Δίγαμα"





I.


Ακόμη κατεβάζει λύματα ο αιθέρας:
στο επουράνιο πλυσταριό πλένουν τη σκάφη
τόσων εξαγνισμών· οι φίλοι μου, σινάφι
σκεπτικών ανθρώπων στο ξάκρισμα της μέρας,

μεταποιούν τα περσινά τους πάθη, βγαίνουν
στους πλειστηριασμούς της νύχτας φωτισμένοι
με μιαν αδιάκριτη φροντίδα κι ομορφαίνουν,
στ’ αγγελικά κατάστιχα ισολογισμένοι.

Κι ό,τι ξεκίνησα να πω να περισσεύει:
με σκοτεινά ανταλλάγματα, με προσποιήσεις,
τα φέρνω παίζοντας στα λόγια μου, ξεφεύγει

όταν πληθαίνουνε του πόνου οι συναρτήσεις,
πονάει στις πλάτες των αγγέλων που ανά ζεύγη
διαπραγματεύονται τις μέλλουσες βαπτίσεις.





V.


Έζησα χρόνια ξεχασμένος στις στοές σου,
στον πυρετό της ύλης σου σαν χρυσοθήρας·
και παθιασμένος με το πάθος σου μνηστήρας,
δούλεψα χρόνια θαμβωρύχος στις σπηλιές σου.

Έζησα χρόνια καλλιεργώντας στις σιωπές σου
κήπους μιας πάθησης κρυφής, αφροδισίας,
υγρά φυλλώματα ατέλειωτης λαγνείας,
σάλιο οι λέξεις να κολλούν στις παρυφές σου.

Έζησα χρόνια απερίσπαστος στο βάθος,
πλαστογραφώντας το συνάλλαγμα του μύθου,
σαν τοκογλύφος θησαυρίζοντας το λάθος.

Τώρα οι μύθοι στα φυλλώματα σωπαίνουν
κι οι νύχτες φέγγουν με φαντάσματα ληκύθου:
της μέρας μου οι πρώτες ύλες ακριβαίνουν.





VII.


Στην άδεια πόλη συναυλία φαντασμάτων,
στην επαρχία περιοδεύει η προδοσία·
και του προσώπου σου οι τροπές ασυδοσία
μιας ανωνύμου εταιρείας των πραγμάτων,

που εκποιεί τα πάθη μας, παλιές συμπτώσεις,
να καταβάλουμε το τέλος των θαυμάτων,
κάτι να λάμψει, να προκύψει, σαν διάττων,
ν’ ανέβουμε στους ουρανούς με τις εκπτώσεις.

Πώς ξεφτιλίζονται τα πάθη μας κι ανοίγουν
στο θάλαμο του χωρισμού οι αρμοί του κόσμου·
αγέλη θάμβους που λυμαίνεται το φως μου

οι νύχτες που επανέρχονται του έρωτά σου,
ήχοι σαν από μετακόμιση θιάσου,
γδούποι, τριγμοί, βρισιές, καταστροφές που επείγουν.





XIII.


Προβάλλεις μέσ’ απ’ τη σιωπή του μέλλοντός μου,
μια τρυφερή περίπτωση ασυδοσίας,
σαρκαστικό υπόλοιπο της νοσταλγίας,
κι ό,τι δεν ζήσαμε μαζί αίτημα κόσμου.

Δώσε μου μια μικρή παράταση θριάμβου,
κάτι σαν πίστωση του άγνωστου, περισσεία,
ν’ ασκούν τα μάτια σου κρυφή λεηλασία,
κι ό,τι φτωχαίνει να παιχτεί, ρυθμός ιάμβου.

«Μου λείπεις» έγραφες, «νιώθω μισή, σα λάθος»:
λέξεις φωνής υποτελείς σε κάποιο βάθος
ανεξαργύρωτο, έντοκη συνουσία·

χρεοκοπήσαμε και πρέπει να εξοφλήσω
το άλλο μισό σε τρέχουσα μυθολογία,
ιδίοις αναλώμασιν να σ’ αγαπήσω.





Από τη συλλογή «Δίγαμα» (1988).
Πηγή: «Διονύσης Καψάλης, Τετραλογία», εκδ. Άγρα, 1997.

Στην εικόνα: Frank Reynolds, «Uriah Heep, a character in Charles Dickens' David Copperfield».
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Πέμπτη 18 Ιανουαρίου 2018

Διονύσης Καψάλης, "Μέρες αργίας"





ΙΙ.


Τα σεραφείμ, τα χερουβείμ, οι μαύρες σκέψεις,
μέσα στο λίγο που κοιμάμαι συγυρίζουν·
βάζουν παράθυρα της νύχτας, ευμενίζουν
κλεισμένες πόρτες − περιμένουν επισκέψεις.

Κι ας διαφωνώ με τόση πένθιμη σοφία,
φιλοτεχνώ πειθήνια σε κάποιο βάζο
λουλούδια της γεντιανής κι επισκευάζω
ημερολόγια, αισθήματα, λοφία.

Λέω, θ’ ανοίξει σαν αυλαία τ’ όνειρό μου,
και θα παιχτεί ξανά ο πρώτος εαυτός μου,
θ’ αποδοθεί επακριβώς και θα τελειώσει·

κι αυτό το άθλιο παράπηγμα του τρόμου,
αυτό το θέατρο του ειπωμένου κόσμου,
με μια πνοή βρεγμένου δρόμου θα παλιώσει.





VΙΙ.


Ένα συναίσθημα αργό, καθώς τελειώνει
κάτι που άρχισε − δεν ξέρω πόσα χρόνια·
κι είναι νωρίς ακόμη· νύχτες με τριζόνια
θα ’ρθουν πολλές, και πάντα η μνήμη θ’ αλλοιώνει.

Είναι πολύ νωρίς, κι η μνήμη που αραδιάζει
θαμπές μορφές απ’ το βιβλίο των νεκρών,
αποτραβιέται, σαν σε γύρισμα νερών,
μ’ ένα συναίσθημα αργό καθώς βραδιάζει.

Να ’ναι το σχήμα της θλιμμένης εποχής,
να ’ναι το σπίτι στη βροχή που σαν θαλάμη
μαζεύει φόβο, κι ο βυθός μιας ενοχής;

Κλείνω στο χέρι μου μια παιδική παλάμη,
και απαλά μέσα στον ύπνο της ψυχής
με νανουρίζει χαμηλόφωνο ποτάμι.





Χ.


Πολλά τα θραύσματα κι ανεύρετα· οι πόνοι
δεν έχουν τίποτε να πουν για την πληγή·
κάποιο σκοτάδι σου θα είχε διαρραγεί,
για να θυμάσαι τέτοιο φως να σε σηκώνει.

Και πριν τα λόγια της αγάπης γίνουν σκόνη,
πώς μεσιτεύουν οι σιωπές κι αυτομολείς
στον ουρανό, που καθρεφτίζεται πολύς,
και στον αιθέρα που παρήγορα νυχτώνει.

Κοιτάς, κι αμίλητος ο έναστρος καθρέφτης,
πέρα στη νύχτα, τόσο απέραντα παρών,
σε υποδέχεται βαθαίνοντας, και πέφτεις,

ο αφανής των κοσμημένων ημερών,
με τη βαρύτητα της πρώτης απορίας,
εδώ παράμερος, εκεί ψηλά παρίας.





ΧΙΙ.


Επικρατούσε μια θλιμμένη ποικιλία,
εκεί που έδυε το φως των ουρανών,
κι όπως στα νύχια σου περνούσες το μανόν,
ακολουθούσα μια κρυφή συνομιλία.

Θα μας αρκούσε μια γιορτή στη Σικελία,
ή μια παρέλαση εφίππων Ουκρανών·
μ’ όλο το άφωνο βάρος των αδρανών
μελών μας πέφταμε νωρίς στην υπνηλία.

Άχαρος πίνακας ασήμαντου ζωγράφου·
να μας τιμούσε ο Μπονάρ ή ο Βερμέρ,
να μη μας έπνιγε η πρόνοια του τάφου.

Να ’ταν κι η θάλασσα η πικροκυματούσα,
να λικνιζόμαστε στους τόνους του La Mer,
κι από τα νύχια ως την κορφή να σε φιλούσα.





Από τη συλλογή «Μέρες αργίας» (1995).
Πηγή: «Διονύσης Καψάλης - Τετραλογία», εκδ. Άγρα 1997.
Στην εικόνα:
Johannes Vermeer, «The Astronomer» (1668).

Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2014

Διονύσης Καψάλης, "Μια υπόθεση ευδαιμονίας"




Προοίμιο

Μια νύχτα σαν αυτή με κάποιο τρόπο
αφάνταστο, θ’ ακούσεις τη φωνή μου,
που κοινωνούσε της διακαινησίμου
αγάπης μου γλυκόπικρο τον κόπο.

Και ίσως αγάπησες και μένα,
τη λυπημένη σάρκα της φωνής,
που σε αγάπησε όσο κανείς
και ξόδεψε τα ήδη ξοδεμένα

– και αναρίθμητα – από την αρχή.
Το ξέρω, δεν χωράει μαυσωλείο
εκεί όπου ακόμα κυριαρχεί

ο πόνος της σαρκός ούτε βιβλίο·
απόψε που είναι νύχτα και βροχή,
στης σάρκας σου τη μνήμη καταλύω.




18

Πώς θάμπωσε έτσι το γυαλί του κόσμου·
δεν ξεχωρίζω πρόσωπα σαν ίσκιοι
έγιναν όλοι κι όλα, και δεν βρίσκει
τα χνάρια του ο πρώτος εαυτός μου

(αν είναι κάπου ακόμα) να γυρίσει.
Εκείνος θα γνωρίζει αν σ’ εμένα
ανήκει τούτη η θλίψη ή σε κανένα·
όπως στη μαύρη νύχτα ακούς μια βρύση

να στάζει αργά ή έναν αμανέ
(τον αμανέ σαμπάχ της Εσκενάζυ)·
κι όπως σ’ εκείνο το έργο του Μανέ,

Bar aux Folies Bergere: δεν βλέπει εσένα
κι ας σε κοιτά μ’ αυτά τα λυπημένα
μάτια· κι ας είσαι εκείνος που σπαράζει.




γλυκιά η ζωή

Ο στίχος να ’ναι πιο απλός
και πιο βαθύς – σαν σιωπηλός,

εδώ που ο τόπος σου σε ξέρει·
γλυκό στο πρόσωπο τ’ αγέρι,

σαν από κίνημα χεριού
στην πόρτα του καλοκαιριού,

σαν από φόρεμα σε μια
στροφή χορού με γιασεμιά,

που πέφτουν και ριγούν οι κλώνοι
σε περιβόλι που αναρρώνει·

και να γυρνάς εδώ που γέρνει
χλωρό απόγευμα και φέρνει

δροσιά με λύπη και συμπόνια·
μα πως να πεις: εξήντα χρόνια;




Από τη συλλογή «Μια υπόθεση ευδαιμονίας» εκδ. Άγρα, Μάιος 2014