Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαμπράκου Ασημίνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαμπράκου Ασημίνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 18 Ιουλίου 2025

Ingrid Jonker, "Τρία ποιήματα" (μετάφραση - επίμετρο: Ασημίνα Λαμπράκου)




Σκύλος


Κάτω από το χέρι σου ζαρώνω -ένας μιγάς
μέσα στη σιωπή που μουγκρίζει
κάτω απ’ τη σελήνη που πονεμένα γαυγίζει
στ’ άστρα ανάμεσα περιορισμένη, αυτή
στο τρομερό της
λευκό πήγαινε έλα.

(να πάω, θα ήθελα, λαγούς να κυνηγήσω
στον καταδικό μου χερσότοπο (1)
στις φλογισμένες μου πεδιάδες, ξανά
από ώχρα σε ώχρα, ω
των χεριών σας λευκοί πλατείς τόποι!)

Μ’ ολάνοιχτα από έκπληξη δόντια, απόψε στου
φεγγαριού θα συρθώ τον πανούργο ρυθμό
τη γλυκύτητά μου θ’ ακούσω και
το μακρύ στομφώδες γαύγισμά μου
από το σκυλόσπιτο θ’ απομακρύνω·
φεγγάρι λευκό, λευκό αφεντικό,
στη μέση της νύχτας.





 
25 December 1960 (2)


Πτέρυγα 130 στο πέρασμα δεξιά.
Είναι πέντε το πρωί αφού το καρότσι του γαλατά
έχει απομακρυνθεί με τ’ άλογά του, τα μάτια λαμπυρίζουν
στους στύλους με τα φώτα του δρόμου.
25 Δεκεμβρίου 1960.
Τα παιδιά κοιμούνται
στις Χριστουγεννιάτικες κάλτσες ανάμεσα σε δορυφόρους
αλογάκια, περίστροφα και καραμέλες
κοιμούνται, μπροστά στις σειρήνες του ήλιου
απέναντι από τα βομβαρδιστικά που
στις Χριστουγεννιάτικές σας κάλτσες και τα κεριά
πεταλούδες είναι κοιμισμένες.
Στο Νοσοκομείο Λόφος στέκει όρθιο ένα δέντρο που λαμποκοπά.
Πτέρυγα 130 στον διάδρομο δεξιά.
«Σίγουρα ήπιε ένα μπουκάλι μπράντι
και για ώρες ήταν ξαπλωμένος σε μια τέντα οξυγόνου.
Από το πρώτο του ποτήρι ξέρεις
είναι αλκοολικός»  (Κοίταξε, η αναλαμπή
απ’ της ημέρας τη λαμπερή κάννη
πάνω από την πόλη σημαδεύει!»
«Α ναι μα, κάποτε είπε ο ίδιος αυτός
είχε ένα όραμα του νεκρού Θεού του
Οι τελικές του λέξεις; Όχι
μόνο ξάπλωσε ήσυχα, με μάτια διεσταλμένα.»
Πτέρυγα 130. Ήταν φροντισμένος,
μάτια κλειστά, χέρια ήδη διπλωμένα,
το δωμάτιο ολόκληρο σαν μια υψωμένη ασπίδα.

Και κόντρα στο φως πάνω στο περβάζι του παράθυρου
το αλογάκι της Παναγίας σε ατελείωτη προσευχή.






Η κούκλα μου σπάει σε κομμάτια


Η σκιά προειδοποιεί τον δρόμο
Ανάμεσα σε ισχνές μπλε ιακαράντες του ουρανού
Από ένα ψηλό μπαλκόνι ξεπετάχτηκε
Η σκιά προειδοποιεί τον ήλιο
Με το τραγούδι μιας τσίγκινης φλογέρας
Στον πολύβουο δρόμο έχει πέσει
Η κούκλα μου με ένα όνομα σαν σώμα
Σαν άνθρωπος θα μπορούσε να μιλήσει
Σαν σπουργίτι πυροβολήθηκε η κούκλα μου
Στοχεύοντας με ελεύθερο χέρι από το περβάζι παράθυρου
Ή μήπως ήταν ο άνεμος από μακριά
Ή μήπως ήταν το δικό μου χέρι
Η κούκλα μου έπεσε όταν ο ήλιος
Τον χάλκινό του ανήγγειλε κώδωνα στον ουρανό
Όταν τους τοίχους ασβέστωναν τα σύννεφα
Η σκιά αποσύρθηκε πίσω στο εσωτερικό
Η σκιά προϊδεάζει την ηλιόκτητη
Πορσελάνη με τον ουρανό πάνω ψηλά
Εάν έπεφτα από ένα ψηλό μπαλκόνι
Εάν ακρωτηριαζόμουν, θα έμοιαζα μάλλον κι εγώ κάπως έτσι.







INGRID JONKER (ΙΝΓΚΡΙΝΤ ΓΙΟΝΚΕΡ), Νοτιοαφρικανή ποιήτρια.
Γεννήθηκε στο Βόρειο Ακρωτήριο στις 19 Σεπτεμβρίου 1933. Πέθανε από πνιγμό στις 19 Ιουλίου 1965 στο Κέιπ Τάουν.

Οι αντιξοότητες κατά την παιδική ηλικία, η ευαισθησία, η επιλογή θεματολογίας και το ποιητικό ύφος στα πρώτα της έργα όσο και ο τρόπος θανάτου της, ήταν τα κύρια στοιχεία με τα οποία η Ίνγκριντ Γιόνκερ διαβάστηκε, κρίθηκε, προβλήθηκε και κατατάχθηκε στο πλαίσιο της εξομολογητικής ποίησης, παρόμοια με το έργο άλλων που χρησιμοποίησαν τις έντονες προσωπικές τους εμπειρίες ως υλικό για το έργο τους, συγκρινόμενη με αναγνωρισμένες ομότεχνές της όπως η Σύλβια Πλαθ και η Ανν Σέξτον.

Ωστόσο, μια τέτοια θεώρηση κι εκτίμηση του έργου της, αποδυναμώνει την εικόνα προσώπου και την «φωνή» της ποιητικής της καθώς υποστηρίζουν και δείχνουν ορισμένοι από τους μελετητές της ανάμεσα στους οποίους και οι Antjie Krog, Yves TSjoen, Carlijn Cober:

Οι ανθολογίες περιλαμβάνουν μόνον «αγάπη νάνου,(3) παιδικά ποιήματα, την αφελή Ingrid, την παιχνιδιάρα Ingrid – ποτέ την θυμωμένη μητέρα, την κριτική, πολιτικά στρατευμένη στοχάστρια». (Antjie Krog, μετάφραση Carlijn Cober από το: Korreltjie Niks Is My Dood, 2001).

Το πρόβλημα με την προσέγγιση της ποίησης της Γιόνκερ υπό καθαρά βιογραφικό πρίσμα είναι ότι όχι μόνο δημιουργεί μια μονοδιάστατη εικόνα τόσο του προσώπου όσο και του έργου της, αλλά η αποκλειστική εστίαση σε προσωπικά ζητήματα έχει επίσης οδηγήσει σε μια μυωπική στάση απέναντι στο ίδιο κείμενο – μια στάση που έχει τυφλώσει τους αναγνώστες ως προς άλλες πιθανές ερμηνείες ή αναγνώσεις του έργου της. (Yves TSjoen 2013, μετάφραση Carlijn Cober)

Τέλος, η Carlijn Cober σε εργασία της με θέμα την παράλληλη μελέτη δύο από τα εμβληματικά ποιήματα της Ι. Γ., τα: Ontvlugting και Ek Dryft in die Wind, δείχνει πως τα τοπία στην ποιητική της Γιόνκερ λειτουργούν ως καθρέφτες της εσωτερικής κατάστασης της ποιήτριας αντανακλώντας τις συναισθηματικές και πολιτικές εντάσεις, καταστάσεις ή και συνθήκες της εποχής της. Αναδεικνύει το γεγονός ότι μέσω της τοποποιητικής διαφαίνεται η σύνδεση μεταξύ του φυσικού τοπίου και των ανθρώπινων εμπειριών του εκτοπισμού και της αποξένωσης (έννοιες κατά Angelika Bammer: Cultural Identities in Question, 1994).

Υπό το πρίσμα των παραπάνω αναφορών, θα προέτρεπα σε μια ανάγνωση και των ποιημάτων που επέλεξα να παρουσιάσω εδώ, ανιχνεύοντας σε στίχους και εικόνες τα μηνύματα κοινωνικής αγωνίας τιμώντας έτσι συνολικά τον άνθρωπο για τον οποίο ο ίδιος ο Μαντέλα στις 24 Μαΐου 1994, ανοίγοντας το 1ο δημοκρατικά εκλεγμένο Κοινοβούλιο της Νότιας Αφρικής, είπε:

[...] 
με αυτό το θαυμάσιο όραμα, η Γιόνκερ μάς δείχνει πως η προσπάθειά μας πρέπει να είναι προς την κατεύθυνση της απελευθέρωσης της γυναίκας, του ανθρώπου, του παιδιού. Η Jonker υπήρξε και ποιήτρια και νοτιοαφρικανή, λευκή Αφρικανή και Αφρικάνερ. Υπήρξε καλλιτέχνης και ανθρώπινο ον. Στη μέση της απελπισίας, εξύμνησε την ελπίδα. Αντιμέτωπη με τον θάνατο, διεκδικούσε την ομορφιά της ζωής.


Ασημίνα Λαμπράκου
Ιούλιος 2025




Σημειώσεις
1. Karoo: https://www.britannica.com/place/Karoo
Dictionary: (πεζά) ένα άνυδρο νοτιοαφρικανικό οροπέδιο με κόκκινο αργιλώδες έδαφος.
2. At the death of Dylan Thomas. Στον θάνατο του Ντύλαν Τόμας.
3. Αναφορά στο ποίημα 
«Kaboutorliefde»,
Πηγές: South African History Online, allpoetry, Carlijn Cober, Kelwyn Sole

Το ποίημα «Σκύλος», μεταφράστηκε από τα γνήσια Αφρικάανς στα Αγγλικά από τον καθηγητή Πανεπιστημίου στο Κέιπ Τάουν, Kelwyn Sole.

Το ποίημα «Η κούκλα μου σπάει σε κομμάτια», ανήκει στη συλλογή Rook en Oker (1964) και μεταφράστηκε στα αγγλικά από τα Αφρικάανς από τον William Stewart.


Πηγή για την εικόνα:
https://brandsouthafrica.com/3988/play-your-part-category/ingrid-jonker-the-child-is-not-dead-2/


Δευτέρα 23 Ιουνίου 2025

Alan Finlay, "Είσαι πιο δυνατός" (μετάφραση - επίμετρο: Ασημίνα Λαμπράκου)





Alan Finlay

ΕΙΣΑΙ ΠΙΟ ΔΥΝΑΤΟΣ


Είσαι πιο δυνατός από τις ειδήσεις
Ή αυτό το τσιγάρο
Ή τον άντρα που κουβαλάει
Την εξαντλημένη σάρκα των ξένων
Σαν ένα σκοτεινό δέντρο
Με ακυρώνει

Είσαι πιο δυνατός από τον άνεμο
Που περνά επάνω από το σπίτι μας
Σαν κάποιος περαστικός

Είσαι πιο δυνατός από την παρουσία ενός επισκέπτη
Κρατάς το χέρι μου, κυματίζει
Όπως σηκώνομαι, με οδηγείς προς το σκοτάδι

Είσαι πιο δυνατός από τον ήχο της ψυχής
Σε εμπόλεμες γκριμάτσες
Εκείνες μόνο λένε Τάισέ με
Τάισέ με
Σαν μικρά πουλιά
Η δύναμή σου ζει στα μικρά πουλιά
Σε ξέσπασμα από χαλάζι
Στου ανέμου το ψαχούλεμα
Ταΐζοντας ψυχρές, σκοτεινές σκιές

Είσαι πιο δυνατός από τον πόνο, και την φυγή
Είσαι πιο δυνατός από το παιδί που έχει τρέξει μακριά από το σκοτάδι
Από την απουσία του βρέφους

Είσαι πιο δυνατός από της τέχνης τα πυργωμένα δάκρυα
Από την σιωπή που ακολουθεί την έκθεση
Από την απωθημένη επιθυμία

Το μονοπάτι της πέτρας που μέσα από τον άνεμο πετάχτηκε

Σε συναντώ
Στου πόνου
Το επίκεντρο

Επάνω από
Τους κρατήρες
Κλαίω

Τώρα πετώ
Πιστεύω ότι έχω φτερά

Δεν υπάρχει καμιά κορυφή
Ή ευνουχισμός

Πώς θα σε αποκαλούμε;

Μέσα από τις σκυφτές σκιές
Των λέξεών μου κινούμαι

Σε μια διαδρομή
Καμπυλώνοντας προς την πόλη σου

Ακουμπάς στο χέρι μου ένα δέντρο
Από καιόμενες αλόες.



                       Μετάφραση: Ασημίνα Λαμπράκου


*    *    *



Ο Άλαν Φίνλεϊ διδάσκει επικοινωνία για κοινωνική αλλαγή στο Πρόγραμμα Δημοσιογραφίας του Πανεπιστημίου Wits. Είναι συγγραφέας, ερευνητής και επιμελητής από το Γιοχάνεσμπουργκ. Έχει συγγράψει, μόνος ή σε συνεργασία με άλλους, και εκδώσει τέσσερεις ποιητικές συλλογές από το 1994 έως το 2010: Burning Aloes (Dye Hard Press, 1994), No Free Sleeping με τους Donald Parenzee και Vonani Bila (Botsotso Publishing, 1998), The Red Laughter of Guns in Green Summer Rain με τον Philip Zhuwao (Dye Hard Press, 2002) και Pusing from the riverbank (Dye Hard Press, 2010).
     Το 1994, με τον Robert Berold, επιμελήθηκε από κοινού μια συλλογή ποίησης της σχολής του Ανατολικού Ακρωτηρίου με τίτλο Parking Space (Ινστιτούτο για τη Μελέτη της Αγγλικής Γλώσσας στην Αφρική). Έχει επίσης επιμεληθεί από κοινού μια συλλογή νέας νοτιοαφρικανικής πεζογραφίας και ποίησης με την Arja Salafranca με τίτλο glass jars among trees (Jacana, 2003).
[Πηγή: African Poetry Digital Portal]



Στην εικόνα: Thomas Baines, «Baobab Tree, South Africa» (1861).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.


Κυριακή 30 Μαρτίου 2025

Ασημίνα Λαμπράκου, "Λόλα, να μια πατρίδα"





Ασημίνα Λαμπράκου

Λόλα, να μια πατρίδα

(κάπου στην Ακαδημία Πλάτωνος)

να πήρε το μάτι μου ή μην του τόπου με ζάλισ’ η γαλήνη
τον Πλάτωνα στο ποδήλατο καβάλα τη ρούγα ν’ ανεβαίνει
δρόμο τρίστρατο μακρύ στη Λιάκουρα ώς πέρα
το ποίημα να σηκώσει λάβαρο
κι όπλο βαρύ στην πλάτη του Ζητουνιάτη;

σα να ’πια ήλιο αλμύρα και χαμομήλι ανθό
τόση που ήτανε θολή τ’ ανθρώπου η εικόνα
κάτω από γαλάζιο όψιμο βαθύ
κι ολίγον πράσινο φιδάτο
στο λούκι πλάι το στενό
με νούμερο στο έντεκα ν’ αθροίζει


                        στον Κώστα Θ. Ριζάκη




Πρώτη δημοσίευση

Η φωτογραφία είναι της Ασημίνας Λαμπράκου.


Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2025

Ασημίνα Λαμπράκου, "Δρόμοι ευμένειας"





ΔΡΟΜΟΙ ΕΥΜΕΝΕΙΑΣ


Τους ίσκιους κυνηγάω των βουνών
             στων λαϊκών οδών τις ρόδες

Ήταν τότε
δεκαεπτά στις  φορές ανίσκιωτο το δένδρο
όταν τόση η ωρίμανση που
             της φωνής το χαμηλό
             το υψηλόν του δένδρου αρνείται

Ρίζες το στέρεο διατρυπούν
             του αστικού τοπίου
μα καρπός πορτοκαλόχρους η ευμένεια
κι ένας Δούρειος Ίππος το παιδί
να βρίσκει ο δισταγμός συγγένεια

Άλμα εξωσκελετό του σκύλου
στο κόκκινο που
             στο χορτάρι ξαπλωμένο
ψυχή είναι
             κόστους συναρμογής φτηνό

Οι σπόροι στο στόμα του σπίνου
ένα της γλώσσας βύζαγμα πλαστικό
Δίπλα τα περιστέρια, Ευμενίδες
Κόρες του τοπίου που σε διαστρέφει

Δρόμος και άνθρωπος σμίγουν
κι εγώ αντάμα συναινώ και δοξάζω

Ποιος δρόμος στη μάνα μ’ επιστρέφει
Αφίλητη μια Περσεφόνη



                           Ασημίνα Λαμπράκου




Από την υπό διαμόρφωση συλλογή:
«η σκιά του ανθρώπου κι ο λυγμός του σκύλου (ο περισσότερο ήλιος)».


Πρώτη δημοσίευση.

Το εικαστικό είναι έργο της Ασημίνας Λαμπράκου.

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2024

Ασημίνα Λαμπράκου, "Η πόλη μου"





Η πόλη μου
             −σχολιάζοντας όπου το βλέμμα κλίνει−


( σε πέργολες θα κρεμούν οι άνθρωποι τις ψυχές τους )


Λοιπόν, λέω, οι πόλεις αναπτύσσονται όπως τα ψάρια.
   Η δική μου πόλη έχει σαν ραχοκοκαλιά της τη Μεσογείων που την κόβει και τη στηρίζει ασύμμετρα όπως το ψαροκόκαλο το ψαχνό σώμα του ψαριού.
     Το πάνω μέρος της αναπτύσσεται στιβαρό παχύ πλήρες.
     Το κάτω αδύναμο, ισχνό στα μέρη που φτάνουν τα όρια της διπλανής πόλης.

Εμείς όμως, οι αποκάτω, έχουμε κι άλλον έναν άξονα να μας κόβει, ξεχωρίζει και φροντίζει τη μνήμη της ρίζας μας: φτωχοί, παρακατιανοί, αναπνέοντες μόλις. Βγάζοντας το κεφάλι στον αέρα σαν θαλάσσια χελώνα ή βατράχι όπως εκείνα των παιδικών χρόνων της γειτονιάς και των δικών μου.
    Στα σωθικά του, αυτός ο άξονας κρύβει, λένε, έναν δρόμο που οδηγεί από το λιμάνι ως τη βάση στην Πεντέλη. Άγνωστο το τελευταίο για εμένα μα το κρατώ σαν θρύλο των παλιών να ζεσταίνει τη φαντασία μου.
    Δρόμος φαρδύς, διπλής κατεύθυνσης τώρα, παλιά ρεματιά κάποτε που για να πας στο σχολείο έπρεπε να σε σηκώσει ο πατέρας στα χέρια να σε περάσει απέναντι, λέει η Δ.
     Εγώ δεν ξέρω.
     Κατοικούσα από την άλλη πλευρά του ποταμού, εκείνη που φορές πλημμύριζε.

Στα πλαϊνά αυτού του άξονα και προς τον κεντρικό δρόμο που περνάει κάθετα την πόλη ενώνοντας αυτήν με την διπλανή, κτίζεται η νέα πτέρυγα ψυχικής υγείας "Γ Γεννηματά", καλύπτοντας τον αέρα του πεζοδρομίου.

[σε πέργκολα θα κρεμάνε οι άνθρωποι τις ψυχές τους περιμένοντας τις κερασιές ν’ ανθίσουν]


2018

Ασημίνα Λαμπράκου



Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: Annie L. Pressland, Watercolour of garden path through a pear pinfold (enclosure) with pergola and roses (printed by J Salmon).

Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Σάββατο 25 Νοεμβρίου 2023

Ασημίνα Λαμπράκου, "Λήδα ντ’ Αννούντσιο"





Ασημίνα Λαμπράκου, Λήδα ντ’ Αννούντσιο, Αθήνα 2023


Το παρόν βιβλίο είναι το 4ο και τελευταίο, κατά σειρά, στη συλλογή:
            η σκιά του ανθρώπου κι ο λυγμός του σκύλου.
Ας σημειωθεί, παρακαλώ, ότι εδώ επιλέχτηκε το παράδοξο το 1ο βιβλίο να εκδοθεί μετά το τελευταίο − όποτε.
Σαν 2ο υπήρξε η συλλογή Solidago, καλλιτεχνικό σωματείο έβδομο βήμα, Αθήνα 2018
και 3ο, η συλλογή έ ω ς  ε π τ ά, Αθήνα 2022.

σημειώσεις

Ο τίτλος της συλλογής προέκυψε από μια αναγωγή στο βιβλίο του Γκαμπριέλ Ντ’ Αννούντσιο, Η ΛΗΔΑ ΧΩΡΙΣ ΚΥΚΝΟ, σε μετάφραση Μιχαήλ Σ. Χ. Κόκκαλη, εκδ. Βιβλιοπωλείον Γεωργίου Ι. Βασιλείου, Αθήναι 1921, το οποίο απέκτησα και διάβασα τον Ιανουάριο του 2015.
       Τον Μάιο του ιδίου έτους, ένα ταξίδι στη Θεσσαλονίκη με φέρνει αντιμέτωπη με νέα δεδομένα της κρίσης που δίνουν και το έναυσμα να γραφούν ορισμένα από τα ποιήματα της συλλογής. […]

*   *   *

αγκύλες

[Η Λήδα αρχίζει να σαρκώνεται στη Θεσσαλονίκη της κρίσης· Μάιος 2015
Η Λήδα ξέρει πώς αυτό που υπάρχει είναι μόνον η πραγματικότητα και όχι η επιθυμία. Έμαθε να αγαπά τους άλλους μέσα από τον εαυτόν της. Μισεί το δήθεν γιατί της αποκαλύπτει την πραγματικότητα που την πληγώνει
[…]
Η Λήδα δεν αφήνει τους άλλους να την πλησιάσουν από φόβο, όχι της απόρριψης, μα της εκμετάλλευσης και του χλευασμού απ’ αυτήν. Με την ίδια ανησυχία θέτει τους όρους να προσεγγιστεί· κατόπιν, από ένστικτο δεν τους αποδέχεται αναγνωρίζοντας την επικυριαρχία τής επιθυμίας στην πραγματικότητα
[…]
Δακρύζει στα ασήμαντα· κανείς δεν μπορεί να το ξέρει· κανείς που δεν επέτρεψε να την πλησιάσει
Η Λήδα, ]

☙ ❧


Γ3

(Ashen Lady)  –  απόσπασμα

(ΙΙ)

των παρακειμένων

Ύστερα ήρθαν οι πρώτες ώρες· η μέρα στεφάνωσε
τη νύχτα· νύχτα αλεξίσφαιρη    πυρπολεί
Έπειτα βροχή· ωραία βροχή     πλανημένη
Αδιάφορη τυλίγεται η πόλη
Ρούχα ανθόφυλλα μπαλκόνια μουσκεμένα
Κι η σελήνη· υγρό πρόσωπο λευκό στη στέγη των
ορόφων πουλί (πιούι πιούι πιΐου πιΐου)
Κι η γυναίκα     λιόκρουστη
κορίτσι φορώντας μάτια να διώχνουν την αγάπη
Σκύβει η σελήνη τρυγάει σύννεφο
Σ’ αλεξικέραυνο φως τρυπιέται     σωπαίνει

Ήλιο κάποιος εκάρφωσε
Θράψαλο στην μπίγα
Να γυροφέρνει γερανός στην άκρη εκεί του κόλπου
Θερμαϊκός σου λένε ύστερα
Κι αυτός βροντά κατάλοιπος
Τα χιόνια ευθύς του Ολύμπου

Άνθρωποι  αμάξια  πληθαίνουν στις οδούς
Σπουργίτια πιπιλούν τσιμέντα
Θόρυβος    ζωή    όλα τα σκέπουν
Μα μια κάμαρη αμήχανη    στο φως αναβοσβήνει
Ξέπλεκα μαλλιά    η τσάντα
             δωμάτιο πορτοκαλί
                          παράθυρο βωξίτη

Δικαιολογίες που ’χουν αναγκεμένες
              κερνά η γυναίκα τους ανθρώπους
                          άρτον και κουφέτα

Κατεβαίνει τον δρόμο έπειτα τους διεκπεραιωτές νά
βρει    Στα πρώτα τα χιλιόμετρα πιάνεται στο κλάμα
Στο ποτάμι ακινητεί    φουσκώνει τότες η  ιτιά και το
ποτάμι      Το κέρμα που έχει στον ξένο δίνει που το
ζητάει     Περνάει απέναντι από κλάματα στεγνή
 Τους λύκους περιμένοντας από την πρωτεύουσα
                            να τηνε φτάσουν



[σ.σ. στο θέμα:
Ashen Lady: αναφορά στο τραγούδι των Doors: Roadhouse Blues
αλεξίσφαιρη: η ετυμολογία του ονόματος προέρχεται από το ρήμα αλέξω που σημαίνει απωθώ, προστατεύω, αποκρούω· εδώ με την έννοια προστατεύω/προστατευμένη
λιόκρουστη: παράγωγη από τη λέξη λιόκρουγμα ή και λιόκρουση: οι πρώτες ακτίνες του ήλιου όταν ανατέλλει ή το φαινόμενο όπου ο ανατέλλων ήλιος ρίχνει τις ακτίνες του στη δύουσα σελήνη σε μέρα πανσελήνου (αστρονομία, ανεπίσημο)
μπίγα: φορτωτήρας, γερανοφόρο πλωτό όχημα
γερανός: εδώ αναφορά στο πτηνό]


Θέμα εξωφύλλου:
το φεγγαροκόριτσο κι ο κύκνος, ψηφιακό κολλάζ, Ασημίνα Λαμπράκου, 2016





Πηγές:
- Ασημίνα Λαμπράκου, Λήδα ντ’ Αννούντσιο, Αθήνα 2023.
- https://staxtes2003.com/2023/11/20/20-11-23/ (αναδημοσίευση).
- Βιβλιοnet.
 
 

Παρασκευή 5 Μαΐου 2023

Σάρα Τίσντεϊλ, "Ποιήματα" (μετάφραση: Ασημίνα Λαμπράκου)





Νέα Σελήνη


ΗΜΕΡΑ, μ’ έχεις ζουλήξει και νικήσει,
Όπως η βροχή τη λαμπερή, περήφανη θάλασσα,
              κτυπά,
Το σώμα μου κτυπώντας, την ψυχή μου
              μαύρισες,
Τίποτε ωραίο ή ακέραιο δεν μου άφησες—
Και όμως, ένα δώρο απέσπασα από σε,
Ημέρα που σε σκοτεινό τελειώνει μπλε:
Διότι πάνω από εργοστάσια ξαφνικά
Ένα φεγγάρι είδα σε σκοτεινά νερά—
Ένα δεμάτι ομορφιάς εντελώς μόνο
Σ’ ένα σκληρό και γκρίζο σαν πέτρα, κόσμο—
Ω, ποιος θα μπορούσε πικρός να είναι και να
              θέλει να πεθάνει
Όταν ένα παρθενικό φεγγάρι στον ουρανό
              προβάλει;





Τα Όνειρα Της Καρδιάς Μου


Της καρδιάς μου τα όνειρα και του νου περνούν,
Τίποτε δε μένει μαζί μου για καιρό,
Μα έχω από ένα παιδί
Τη βαθιά παρηγοριά του τραγουδιού·

Αν ποτέ αυτό μ’ εγκαταλείψει,
Άσε με τον θάνατο να συναντήσω και να μείνω
Με πράγματα που οι μελωδίες τους παίχτηκαν
              κι έχουν ξεχαστεί
Σαν τη χθεσινή βροχή.





Η Καταιγίδα


Σε σκέφτηκα όταν ξύπνησα από άνεμο
Που μ’ έκανε να χαίρομαι και να φοβάμαι
Τον βιαστικό, αβίαστο της θάλασσας ήχο
Που τα μεγαλόπρεπα δέντρα γεννούσαν.

Μια σκέψη το μυαλό μου τυραννούσε
              ξανά και ξανά
Καθώς το σκοτάδι αναδεύτηκε και
              τα φύλλα αραίωσαν
Νόμισα ότι εσύ ήσουν που να με βρείς,
              είχες έρθει,
Ο άνεμος ήσουν εσύ.





Λίγο Ακόμα


Όταν θα ’χω φύγει, για λίγο ακόμα
Η ζωή μου, μετά από μένα, θα ζει στη μουσική
Όπως περιστρεφόμενος αφρός που έχει υψωθεί
              και κινείται,
Αφότου το κύμα στη φουσκωμένη θάλασσα
              χαθεί.

Οι νύχτες αυτές κι οι μέρες για λίγο θα καούν
Σε τραγούδι από την ζωηρή του αφρού αδυναμία
Ζώντας στο φως προτού αναστραφούν
Πίσω στο δικό τους σπίτι που ’ναι η ανυπαρξία.





Δώρα


Στην πρώτη μου αγάπη έδωσα γέλιο,
Στη δεύτερη αγάπη έδωσα δάκρυα,
Στην τρίτη αγάπη μου έδωσα σιωπή,
              Μέσα σ’ όλα τα χρόνια.

Η πρώτη αγάπη μού έδωσε τραγούδια,
Η δεύτερη, μάτια να βλέπω,
Αλλά ω, ήταν η τρίτη μου αγάπη,
              Που έδωσε σε μένα τη δική μου ψυχή



                                                      Μετάφραση: Ασημίνα Λαμπράκου




Από το βιβλίο «Σάρα Τίσντεϊλ, Ποιήματα», Αθήνα 2023.
Μετάφραση, επίμετρο: Ασημίνα Λαμπράκου



Sara Trevor Teasdale, (1884-1933) Αμερικανίδα λυρική ποιήτρια, γεννημένη στο Σαιντ Λούις του Μισούρι.
     Η Teasdale, εξ αιτίας της ευαίσθητης, από παιδί, υγείας της, εκπαιδεύτηκε ιδιωτικά. Ωστόσο, έκανε συχνά ταξίδια στο Σικάγο, όπου γνωρίστηκε κι έγινε τελικά μέλος τού κύκλου τού περιοδικού Poetry της Harriet Monroe. Το πρώτο της ποίημα δημοσιεύτηκε στην εβδομαδιαία εφημερίδα της γενέτειράς της, Reedy’s Mirror, τον Μάιο του 1907. Αργότερα το ίδιο έτος δημοσίευσε τον πρώτο της τόμο με ποιήματα, Sonnets to Duse, and Other Poems. Ακολούθησαν τα: Helen of Troy, and Other Poems, 1911 και Rivers to the Sea, 1914. Το 1918 κέρδισε το βραβείο Poetry Society του Πανεπιστημίου της Κολούμπια (πρόδρομος του βραβείου Πούλιτζερ για την ποίηση) και το ετήσιο βραβείο της Ποιητικής Εταιρείας της Αμερικής για το Love Songs (1917). Eπιμελήθηκε επίσης δύο ανθολογίες, το The Answering Voice: One Hundred Love Lyrics by Women (1917) και το Rainbow Gold for Children (1922).

Τα ποιήματα της Teasdale υπακούουν με συνέπεια το κλασικό, παραδοσιακό στυλ: τετράστιχα και σονέτα. Έγραψε εξαιρετικούς τεχνικά, καθαρούς, ανοιχτόκαρδους στίχους. Η εξέλιξή της ως ποιήτρια γίνεται ωστόσο φανερή στα Flame and Shadow (1920), Dark of the Moon (1926) και Stars To-night (1930). Τα ποιήματα σε αυτές τις συλλογές καταδεικνύουν μιαν αυξανόμενη λεπτότητα και οικονομία έκφρασης.
     Η τελευταία και ίσως η καλύτερη συλλογή στίχων της, Strange Victory, εκδόθηκε μετά τον θάνατό της, το 1933. Η συλλογή: “Selected Poems” της Σάρα Τίσντεϊλ εμφανίστηκε το 1937.

Τo 1914 παντρεύτηκε τον ποιητή Vachel Lindsay με τον οποίο έζησε έως το 1929 οπότε ο γάμος τους κατέληξε σε διαζύγιο. Έκτοτε έζησε μοναχική ζωή έως το 1933 όπου, με αδύναμη υγεία μετά από μια πρόσφατη κρίση πνευμονίας, αυτοκτόνησε με υπερβολική δόση βαρβιτουρικών.

Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2022

Ασημίνα Λαμπράκου, "...που λες κυρ επίσημέ μου..."




...που λες κυρ επίσημέ μου...


...τι είμαι ’γώ; Μια γυναίκα είμαι, μια απλή γυναίκα είμαι κομματάκι αλλοπαρμένη βέβαια, να το παραδεχτώ. Γιατί τι άλλο μπορεί νάναι ένας άνθρωπος που πλένοντας τις κατσαρόλες και τα ταψιά του εμπνέεται στίχους και γράφει ποιήματα και ιστορίες;
     Να, που λες, εκεί, τ’ απογέματα όπως πλησιάζω το νεροχύτη με το βαρύ του φορτίο, κάνω μια κλατς κι ανοίγω και το ραδιοφωνάκι πίσω μου, πάνω στο τραπέζι. Αναλογικό το ραδιόφωνο, μη φανταστείς τίποτε μεγαλεία ψηφιακά κι άλλα τέτοια των σύγχρονων τεχνολογιών. Αναλογικό και χάνει τον σταθμό στο πρώτο σκούντημα. Σε δουλειά να βρίσκονται τα δάχτυλα να ψάχνουν, μην πάθουν κι αγκύλωση από τη μονομέρεια στις κινήσεις του πληκτρολογίου…
     Μια από ’κείνες τις φορές, που λες κυρ επίσημε, όπως ξεσάλωνε η σκέψη μου πάνω από τα ταψιά κι έστηνα τον στίχο, πάει και χάθηκε ο σταθμός που έπαιζε από καιρό στα ερτζιανά μου. Πάει κι η φωνή του Οδυσσέα μαζί. Πάν’ κι οι εμπνεύσεις. Μαύρη μοναξιά έπεσε εντός μου. Σώθηκε το κέφι μου. Μαυρίσανε οι σκέψεις. Το ’ριξα στις αναλύσεις ξεχνώντας τις ποιήσεις. Έτσι λοιπόν, όπως καθάριζα μια μέρα κρεμμύδια για τα φασολάκια μου, σιγά μην τα φάνε!, εγώ πάντως τα μαγειρεύω..., μια σκέψη καλοκάθησε στο μυαλό μου. Πως και καλά η οικονομία είναι σαν το ντιβάνι της θειας της Μαριγούλας.

Πάνω στον ενθουσιασμό, παρατάω τα κρεμμύδια και το γράφω στον φίλο μου τον Σωτήρη. Πώς σιγά τον φίλο, κυρ Παπακωνσταντίνου; Καλύτεροι νομίζεις είναι οι …απέξω;
     Του το λέω λοιπόν για το ντιβάνι της θειας της Μαριγούλας και την οικονομία, κι αυτός τι μου απαντάει θαρρείς; Πως θεωρεί ανεπίτρεπτο για τον  ίδιο να γνωρίζει το ντιβάνι της θειας της Μαριγούλας και τι θα πει ο μπαρμπΑλέκος άμα μάθει πως γνωρίζει το ντιβάνι της θειας;… Όχι! Όχι! Δεν είναι θεια του Σωτήρη, μήτε δική μου θεια η Μαριγούλα. Έτσι φωνάζαμε τους μεγάλους στα χωριά μας, κυρ της οικονομίας μας. Καλά! εσύ χωριό δεν έχεις; Εμ, τότε τι ρωτάς;
     Είπε αυτά που λες ο Σωτήρης μα έπειτα απόσωσε να κάνει την πάπια κι είπε πως εικάζει [είδες λέξη ο φίλος μου, κυρ Παπακωνσταντίνου; Εσύ θα την σκεφτόσουν;], εικάζει που λες, πως θα έχει επάνω του μια κουρελού χιλιομπαλωμένη, που η θειά αλλά και οι γειτόνισσες κάνουν ότι δεν βλέπουν τα μπαλώματα και τις τρύπες και θέλουν να την παρουσιάσουν για πράγμα “τεφαρίκι” και θέλουν να παίρνουν όλο και μεγαλύτερο κομμάτι για να σκεπαστούν και ξεχνάνε πως κάθε που παίρνουν αυτές κομμάτι, ο μπαρμπΑλέκος μένει ξεσκέπαστος και πιο πολύ ο …απαυτός του, με αποτέλεσμα να βλέπει αντί για όνειρα, εφιάλτες!!

Εφιάλτες δεν έβλεπε ο μπαρμπΑλέκος, κυρ επίσημέ μου, αλλά τι να πει κι αυτός στη Μαριγούλα που κάθε που έσερνε αεράκι από την σκεβρωμένη πόρτα του σπιτιού και τον ακουμπούσε στον απαυτό του, νόμιζε ο δόλιος πως ήτανε χάδι απ’ το χεράκι της Αγγέλως του μανάβη, της κόρης του μπαρμπα-Μήτσου να σε χαρώ, που την έβλεπε ο θειος τα μεσημέρια να νίβεται στη βρύση της αυλής και να περνά τα δάχτυλα βαθειά στο ντεκολτέ να δροσίζεται κι ύστερα να γυροφέρνει τις πλεξούδες της να τις δροσίζει κι αυτές με το νερό απ’ το βρυσάκι, όμοιο με τα βρυσάκια απ’ τα μάτια της, σαν τις ελιές μαύρα, όμοια κι η ίδια με την Μαριγούλα του όταν νιά τον πιλάτευε με τα νάζια και τα καμώματά της να τόνε φέρει κοντά της. Και πως πεθυμούσε ο μπαρμπΑλέκος ν’ απλώσει το χέρι ν’ αγγίξει τις πλεξούδες της Αγγέλως, νιος να γίνει πάλε όπως στ’ όνειρά του, κύριος και νοικοκύρης, στητός κι υπερήφανος, με το βιος και τα καλά του, κανείς δε θα το μάθει. Γι’ αυτό, ούτε που τον ένοιαζε που το ντιβάνι του είχε κουρελού χιλιομπαλωμένη και την σέρναν οι γυναίκες, κ’ η δικιά του μαζί, να σκεπάσουν το στρώμα το τρύπιο κι αυτός κρύωνε. Αρκεί μ’ όλα τούτα να κερδίσει τη νια, την κόρη του μπαρμπα-Μήτσου.

Αυτά είχε κατά νου ο θειος κι ούτε που τα μαρτύραγε μόνο που έκανε τα σχέδια του να τα φτάσει.
     Κύλαγε όμως ο καιρός, η Αγγέλω μεγάλωνε, κι ο θειος κι η Μαριγούλα μεγάλωναν κι αυτοί αλλά από ηλικία. Η Αγγέλω όχι μόνο από ηλικία.
     Ψηλομύτα γινόταν η Αγγέλω καθώς μεγάλωνε· αυστηρή και ακατάδεχτη. Μα πάνω απ’ όλα εύθικτη. Κι όπως όλα τα χρόνια καταλάβαινε τα βλέμματα του μπαρμπΑλέκου, σαν έβγαινε τα μεσημέρια να δροσιστεί στη βρυσούλα της αυλής, θέλησε μια μέρα να τον εκδικηθεί για την ντροπή που την έκανε να νοιώθει κι ας ήταν το θηλυκό πρώτο που τον προκαλούσε με τις κινήσεις που γινόντουσαν επίτηδες για να κερδίζει τον θαυμασμό του γέρου.
     Μπούκαρε, που λες κυρ Παπακωνσταντίνου μου, μια μέρα των ημερών η Αγγέλω στο σπιτάκι του θειου και της Μαριγούλας, απροσκάλεστη όπως συνηθίζεται στα χωριά. Απόσωσαν τις καλημέρες, τα λόγια τα πολλά, τις καλοσύνες, ρίχνει η Αγγέλω μια ματιά τριγύρω σα να επιθεωρεί κι αρχίζει την κουβέντα για το ντιβάνι της κάμαρης. Πως και καλά δεν είναι στρωμένο εντάξει και πως έτσι κι όχι αλλιώς κ’ η κουρελού και που τη βρήκαν, τα μπαλώματα και πώς τα κάναν και δίνει μια η Αγγέλω και τραβά την κουρελού κι ορμήσανε οι τρύπες απ’ το στρώμα να χάσκουν έτοιμες να τους φάνε με στόματα ξεδοντιάρικα στραβά. Αποπληξία της ήρθε της Μαριγώς, ο μπαρμπΑλέκος ένοιωσε τα γόνατά του να λύνονται. Καρδιακό νόμισε του ήρθε.
     Μη φανταστείς όμως από ντροπή μ’ απ’ την αγωνία μη κι η Αγγέλω δει τις λύρες πο’ ’χαν κρυμμένες στο στρώμα. Γιατί κυρ επίσημέ μου, τα χούγια συνοδεύουν τον λαό κι ο λαός τα τιμά και τράπεζα πιο καλή απ’ το σπιτικό και το στρώμα του, ο κόσμος δε θα βρει. Τα ξέρεις…
   Μα η Αγγέλω, παρά το μεγάλωμα, την εξυπνάδα μισή την είχε, κι ούτε που παρατήρησε τίποτα, μόνο απ’ ανάγκη να τον προσβάλει τον μπάρμπα, κοίτα μπαρμπΑλέκο, τούπε, την άλλην την φορά που θάρθω, νάχεις βάλει την καλή την κουρελού στο ντιβάνι. Εκείνη που σου χάρισε ο μπάρμπας μου ο Μήτσος να σε χαρώ, στο γάμο σου, είπε και βγήκε από την σκεβρωμένη πόρτα σέρνοντας απειλητικά τις παντούφλες της στο μωσαϊκό.

Γύρισε ο μπάρμπας ο Αλέκος κι αγκάλιασε τη Μαριγούλα κι ένοιωσε μια ζέστα να τον διαπερνά πούχε ξεχασμένη. Άφησε μισή την κουβέντα του πώς και τι θα κάνανε να βρουν την κουρελού, το δώρο του γείτονα στο γάμο τους, –την είχαν πουλήσει βλέπεις,– κι έμεινε να χαϊδεύει το γερασμένο πρόσωπο της Μαριγώς του αναριγώντας στ’ αεράκι πο’ ’μπαινε από την σκεβρωμένη πόρτα του "αρχοντικού" τους.




Από τη συλλογή διηγημάτων «θα αγαπήσεις κι εμένα σήμερα;», Αθήνα 2022.


Έτος πρώτης γραφής: 2010
Αφορμή μια ανάρτηση του Σωτήρη Κανελλόπουλου στο δικό του blog που, πάντα και κυρίως, πάλευε με τα της οικονομίας
Υπουργός Οικονομίας, τότε, ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου
Πιάστηκα λοιπόν από τα του Σωτήρη κι άνοιξα κουβέντα με τον κυρ επίσημο… Από κοντά κι ο Σωτήρης
Πρώτη δημοσίευση στο blog: filoumena.blogspot.com
Εδώ και στη συλλογή με λίγες διορθώσεις

Αφιερωμένο με τιμή και σεβασμό, στη μνήμη του Σωτήρη Κανελλόπουλου του Χρήστου, ότι εκείνος ήταν που έδωσε το έναυσμα, αλλά και για την χρόνων στήριξη και φιλία στο διαδίκτυο.

Ασημίνα Λαμπράκου




Τετάρτη 22 Ιουνίου 2022

Ασημίνα Λαμπράκου, "έως επτά"





παραίτηση


θα βγάλω φτερά
να πετάξω
όπως δέντρο
που η γη δεν ήθελε





προσποίηση


τα μάτια εκείνα εφόρεσε που την αγάπη
διώχνουν

πώς αλλιώς να σκηνοθετήσει
έναν αποχωρισμό να αντέχει;





πανσέληνα κουρέλια


δυο πανσέληνα φεγγάρια
σαν τόπια από κουρέλια
σε πλάτη ουρανού
τα μάτια σου απόψε





περιστατικό έρωτος


ω! που χιόνι με ληστεύεις από των βουνών
τα όμορφα βυθίσματα
φυλλαράκι βρώμης στάχυ κλαδάκι αγράμπελου
σε ποταμίσιες φλέβες να με παραχωρείς αλμύρα

βράχος βότσαλο ψάρι να σκαρωθώ
σε θαλασσινούς λειμώνες

περιστατικό εγώ βεβαιωμένο έρωτος





χρέος


εσένα σου χρωστώ πέντε στο ελάχιστο μου
λέξεις:
μην κλαις. θα τα καταφέρουμε.

και τη σάρκα μου
             ή να τη σιτιστείς

                          ή να τη ζεσταθείς





Το έως επτά είναι μια συλλογή ολιγόστιχων ποιημάτων με όριο στίχων το επτά. Από το όριο παρεκκλίνουν επτά συν δύο ποιήματα τα οποία θεωρήθηκε αναγκαίο να συνυπάρξουν με τα άλλα.

     Όλα αποτελούν μέρος μιας κεντρικής συλλογής με τίτλο: η σκιά του ανθρώπου κι ο λυγμός του σκύλου, η οποία άρχισε να γράφεται το 2014. Μια ανάγκη, λοιπόν, αποκέντρωσης από αυτήν, χάριν χώρου, πρακτικά και ψυχικά, οδήγησε στην δημιουργία του έως επτά, αλλά και άλλων που έπονται.

      Αφιερωμένη –στο σύνολο– στον πατέρα

     Το φεγγάρι, η πέτρα, εκείνος· η πόλη. Η ποίηση, η ματαιοδοξία, το σκυλί, η γυναίκα· κολυμβητές σε θάλασσες αυτό- και σκέτου σαρκασμού, ειρωνείας, φιλίας, στέρξης· έρωτα, θανάτου που ευδοκιμεί ζωή, αφορισμών, σάτιρας.

      Εξώφυλλο και σκίτσα εσωτερικών σελίδων, της συγγραφέως.
  Το εξώφυλλο κοσμεί μέρος πίνακα με θέμα: μιας βδομάδας χρώματα που δημιουργήθηκε το χρονικό διάστημα: 28.12.15 έως 3.1.16 (λεπτό μαρκαδοράκι σε χαρτί)
      Τα σκίτσα στις εσωτερικές σελίδες είναι μέρη άλλων πινάκων της ίδιας περιόδου.

Από την έκδοση





Από τη συλλογή, «έως επτά», ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 2022.

Τρίτη 7 Ιουνίου 2022

Ντόροθυ Πάρκερ, "Ποιήματα" (μετάφραση: Ασημίνα Λαμπράκου)

 




Μια αρκετά θλιβερή ιστορία


Ποτέ νομίζω δε θα ξέρω πόσο
Γιατί ’μαι έτσι, κι είμαι τόσο.
Γύρω μου, άλλα κορίτσια στ’ αρσενικά,
Βιασύνη εμπνέουν και βουητό από φωτιά,
Του γυαλιού τη διαφάνεια την καθαρή,
Του χόρτου τ’ απριλιάτικου τη γλυκιά μορφή,
Του γρανίτη το γέμισμα το δυνατό·
Αλλ’ εγώ - δεν ξέρω να το σχεδιάζω αυτό.
Τ’ αγόρια που στου Έρωτα τ’ αδιέξοδο είχαμε βρεθεί
Είχαν -θα λέγαμε- εκτός γάμου στραφεί.
Το τραγούδι μου ’κοψαν, ράγισαν την καρδιά,
Κι είπαν να φύγουν, έπρεπε, μακριά,
Εξηγώντας στα δάκρυά μου έτσι κατευναστικά,
Πρώτα οι καριέρες έρχονται και τα γονικά.
Μα ποτέ δε μ’ αρνήθηκε η εμπειρία
Σοφία, γνώση κι ηρεμία!
Παρότι ανόητη είναι όποια να πιάσει επιθυμεί
Το εικοστό πρώτο σαν ποινή - μια αδιάφορη ηδονή,
Να συνεχίσω πρέπει εγώ, ως το σχοινί μου
τελειωθεί,
Που απ’ τη γέννησή μου να ελπίζω, μ’ είχαν
καταραστεί.
Μια καρδιά μισή παρθενικό είναι κι αρχαϊκό·
Μα η δική μου μοιάζει με ψηφιδωτό-
Το πράγμα κάνει κοροϊδία!
Γιατί είμαι έτσι; έχω απορία.





Αλλά όχι ξεχασμένη


Σημασία, σκέφτομαι, δεν έχει που γυρνάς,
Διότι μαζί σου μ’ ένα τρόπο θα πηγαίνω.
Παρόλο που, για γλυκύτερες ίσως στεριές, φύγεις,
Σύντομα, απ’ τα χέρια μου δε θα ξεφύγεις.
Ούτε κι απ’ τον τρόπο που το κεφάλι μου (ψηλά) κρατούσα,
Ούτε και όσα νευρικά είπα και σ’ ανησυχούσα.
Εμένα ακόμη θα βλέπεις, μικρή, λευκή,
Και χαμογελαστή, μέσα στη νύχτα τη μυστική.
Και τα μπράτσα μου θα αισθάνεσαι γύρω από σένα,
Σαν, φτερουγίζοντας, θα ’ρχεται πίσω ξανά η μέρα.
Νομίζω, όπου και αν πας
Στη μνήμη σου θα με κρατάς κλεισμένη
Εκεί, χωρίς εμένα, τη δική μου εικόνα θα φυλάς,
Στις νέες μιλώντας, για την παλιά αγαπημένη.





Απολογισμός


Τα ξυράφια σε πονάνε
Σκοτεινά τα ποτάμια κυλάνε
Τα οξέα σε λερώνουν
Τα χάπια σε ναρκώνουν
Τα όπλα νόμιμα δεν είναι
Σε θηλιές σε πηγαίνουν
Το αέριο απαίσια μυρίζει
Καλύτερα να ζήσεις!



                                                      Μετάφραση: Ασημίνα Λαμπράκου




Από το e-book, «Ντόροθυ Πάρκερ, Ποιήματα»

Πηγή:
https://archive.org/details/ParkerDorothy_Assimina
ISBN: 978-960-93-9534-2
© Copyright για την ελληνική γλώσσα: Ασημίνα Λαμπράκου
Ανανεωμένη κι επαυξημένη ψηφιακή έκδοση, Οκτώβρης 2017.





Επίμετρο

Dorothy Parker (Dorothy Rothschild) 22 Αυγούστου 1893 - 7 Ιουνίου 1967.


Από τον πρόλογο της έκδοσης

Στις δικές της ιστορίες, η Ντόροθι Πάρκερ, έχει μια αίσθηση φόρμας που στις μέρες αυτές, στο παλιομοδίτικο μυαλό μου, είναι εξαιρετικά παράξενη. Είτε πρόκειται για ένα σκετς ή μια ιστορία, ξέρει ακριβώς πού να αρχίσει και πού να τελειώσει και όταν θα το έχεις διαβάσει, δεν θα έχεις καμιά ερώτηση να κάνεις (Τι συνέβη έπειτα; Γιατί αυτός το έκανε αυτό;), διότι σου έχει πει όλα που χρειάζεται να ξέρεις.

Έχει ένα καθαρό μυαλό και δεν αφήνει χαλαρούς επιλόγους. Έχει ένα υπέροχα λεπτό αφτί για τον ανθρώπινο λόγο και με μερικές λέξεις διαλόγου, επιλεγμένες ίσως σκεφτείς, τυχαία, θα σου δώσει έναν ολοκληρωμένο χαρακτήρα σε όλη την πιθανή αληθοφάνειά του. Το στυλ της είναι άνετο, δίχως να είναι αφρόντιστο και καλλιεργημένο χωρίς επιτήδευση. Είναι ένα τέλειο όργανο για να φανερωθεί το πολυδιάστατο χιούμορ της, η ειρωνεία, ο σαρκασμός, η τρυφερότητα, το πάθος της. Πιθανόν εκείνο που δίνει στο γράψιμό της την ασυνήθιστη δεξαμενή του, είναι το χάρισμά της βλέποντας κάτι να ειρωνεύεται τις πιο πικρές τραγωδίες του ανθρώπινου ζώου. Είναι μια αλήθεια αφανισμένη που έχει ανακαλύψει, και κάτι σωτήριο: πως υπάρχει κάτι ακαταμάχητα αστείο στους πιο ειλικρινείς μας πόνους.

William Somerset Maugham
Απόσπασμα από το “Variations On A Theme” *




Αποσπάσματα από τον επίλογο της έκδοσης

Ασκεί και εξασκεί τη γλώσσα της τής ειρωνείας, ψάχνοντας, δίχως εμπιστοσύνη, την αγάπη και την αποδοχή, την σταθερότητα και την ειλικρίνεια στις σχέσεις της, ανισορροπώντας ανάμεσα στην επιθυμία και την ανάγκη.
Ανοίγει μάτια κι αφτιά με τον δικό της ιδιαίτερο τρόπο, σε ανθρώπους και γεγονότα της εποχής, επιμένοντας κι υποστηρίζοντας τις αξίες στις οποίες πίστεψε, με οποιοδήποτε κόστος το οποίο δεν μπορούσε, ή δεν επεδίωκε, να υπολογίσει εξ αρχής.

Γνώρισε κι αναγνωρίστηκε από πλήθος δημοσιογράφων, λογοτεχνών και καλλιτεχνών σε Αμερική και Ευρώπη. Ιδιαίτερα φαίνεται εκτίμησε τον Έρνεστ Χεμινγουέι. […]
Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Στρογγυλής Τράπεζας του Αλγκονκέν. Τον Ιούνιο του 1937 εκλέγεται στο νέο ΔΣ της Ένωσης Σεναριογράφων μαζί με τους Ντ. Όγκντεν Στιούαρτ, Ντάσιελ Χάμετ, Λίλιαν Χέλμαν. Εξ αιτίας των πολιτικών της δραστηριοτήτων, διώκεται και συγκαταλέγεται στη Μαύρη Λίστα του Μακάρθυ χάνοντας, όπως και άλλοι, αίγλη και θέσεις εργασίας. Όταν κλήθηκε σε απολογία το 1955, επικαλέστηκε την Πέμπτη Τροπολογία του Συντάγματος. Αφέθηκε ελεύθερη, δίχως όμως να πάψει η παρακολούθηση και οι επιπτώσεις από τις επιλογές της. Πριν από αυτά, το 1927, πρωτοστατεί στην υπόθεση Σάκο και Βανσέτι. Η πιο μακρόχρονη σχέση της ήταν η φιλία της με τον Μπέντσλεϊ.
Δύο γάμοι (ο ένας δυο φορές), τέσσερεις απόπειρες αυτοκτονίας, δύο αποτυχημένες εγκυμοσύνες.
Η μικρόσωμη, λευκή κυρία πεθαίνει από καρδιακή προσβολή στις 7 Ιουνίου 1967, 73 ετών, στην «αγκαλιά» του φτηνού ξενοδοχείου Βόλνεϊ της Νέας Υόρκης, ακολουθώντας την εικόνα των ηρωίδων της που τόσο φοβήθηκε πώς θα υιοθετούσε.

Αθήνα, 2017
Ασημίνα Λαμπράκου





* Το πλήρες κείμενο του Σόμερσετ Μωμ για την Ντόροθυ Πάρκερ, στο ηλεκτρονικό περιοδικό Στάχτεςhttps://staxtes2003.com/2017/06/07/7-6-17/


Τέλος, στον σύνδεσμο που ακολουθεί, μπορείτε να διαβάσετε ένα μέρος της εισήγησης του φίλου και συνεργάτη της, Brendan Gill για την ίδια και το έργο της, πρόλογος στον τόμο: Dorothy Parker: The Collected – Dorothy Parker, Modern Classics, Penguin.
https://staxtes2003.com/2018/12/05/5dec18/



Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.