Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπόμπολη Ειρήνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπόμπολη Ειρήνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2020

Ειρήνη Μπόμπολη, "Ποιητής και Ποίημα"



Ποιητής και Ποίημα


Γράφει η Ειρήνη Μπόμπολη, Φιλόλογος


Η πιο λαμπρή ποίηση που δόθηκε ποτέ στον κόσμο,

δεν είναι παρά μια αδύναμη σκιά της αρχικής σύλληψης.

Σέλλεϋ


Μια ιδιάζουσα και αρκετά δύσκολη να αποδοθεί, σχέση. Ωστόσο, άκρως γοητευτική.

Η ιδέα έρχεται αιφνίδια, αστραπιαία («Είναι η αστραπή που κρατάει σπαθί», θα πει ο Σέλλεϋ). Έρχεται και μετεωρίζεται γύρω από το κεφάλι του ποιητή, επίμονα. Ξέρει ότι όπου και να πάει, ό,τι και να κάνει, είναι εκεί, δίπλα του και πολλές φορές κρούει πάνω του ενοχλητικά. Ακόμα και τότε που φαίνεται ότι μάλλον τον ξέχασε, αυτή επιμένει να ασχοληθεί μαζί της.

Πώς ο γλύπτης επιλέγει το λαμπρότερο μάρμαρο για το έργο του; Έτσι και ο ποιητής επιλέγει την πιο φωτεινή ιδέα του και την καμαρώνει σαν ατόφιο μάρμαρο. Την κοιτάει, την ξανακοιτάει και προσπαθεί να ανακαλύψει τα μυστικά της. Η εξόρυξη, η γέννα του ποιήματος πρέπει να γίνει τελετουργικά και επιδέξια. Άρτια. Ο ποιητής είναι ο διαμεσολαβητής μεταξύ δυνάμεως και ενέργειας. Μέσα στην ιδέα εγκυμονεί έτοιμη η εντελέχεια του μέλλοντος ποιήματος, όπως μέσα στο μάρμαρο εγκυμονεί η δυνατή προοπτική  του αγάλματος.

Εκεί όμως που ο ποιητής καταφαίνεται μέγας ή όχι είναι ο βαθμός μαεστρίας του να εξορύξει τον κρυμμένο πόνο της ιδέας και να ποτίσει με αυτόν όλο το ποίημα. Ο πόνος ενδέχεται να είναι σκοτεινός και αδυσώπητα μαύρος, να έχει στοιχεία ροκ ή μέταλ, αλλά κάλλιστα μπορεί να κρύβεται και στη διάθλαση του φωτός. Κάλλιστα θα μπορούσε να μεταπλαστεί σε ένα υπέροχο ποιμενικό άσμα ή σε έναν αξεπέραστο δεκαπεντασύλλαβο.

Ο ποιητής πρέπει να αφουγκραστεί τη μουσική των στίχων και των λέξεων, να αποκωδικοποιήσει τον ρυθμό και εν ανάγκη να τον χορέψει σε ξέφωτα αρχαίων ιερών πριν ξεκινήσει τον μεγάλο τοκετό. («Θα πρέπει ο ρυθμός και η αρμονία των στίχων να διασώζει την ηχώ μιας ατέρμονης μουσικής», Σέλλεϋ, Υπεράσπιση της ποίησης). Χορεύοντας στην μουσική μέθη, θα ανοίξει τη ραγισματιά, για να εισέλθει το φως, να φωταγωγήσει περίλαμπρα την ιδέα και να της δώσει φτερά.

Όπως η ψυχή, για να φτερωθεί, χρειάζεται τον έρωτα (Πλάτων), έτσι και η ποιητική ιδέα για να μετασχηματιστεί σε τραγούδι, χρειάζεται το πάθος και το ταλέντο του δημιουργού της. Ο ποιητής θα στοχαστεί ακόμα και για το χρώμα ή τα χρώματα που είναι φυλακισμένα μέσα στην ιδέα. Πρέπει να αποφυλακίσει όλα τα συστατικά. Να συλλάβει την τέλεια μορφή του περιεχομένου.

Όταν γίνει αυτό, το ποίημα εξέρχεται θριαμβικά, ακροβατώντας στις πιο ανάλαφρες λέξεις του. Σκοπός του ποιητή είναι ακριβώς αυτό το αλαφροπάτημα. Να μην βαρύνει η ύλη, να μην καθηλωθεί η ιδέα. Σκοπός του ποιητή είναι να το απαλλάξει από την ύλη λέξεων και περιεχομένου, να του δώσει όραμα και στόχο υψηλό. Να το απαλλάξει από βάρβαρους συναισθηματισμούς και μονομέρεια. Όπως το άγαλμα εξαϋλώνεται μέσω της ομορφιάς του, έτσι και το ποίημα μέσω της αβάσταχτης φωτεινότητάς του.

Ο μεγάλος ποιητής αρνείται το ίδιο του το ποίημα, το ακυρώνει. («Ό,τι κι αν είναι αυτό, εγώ είμαι εναντίον του!»Γκράουτσο). Μέσω αυτής της ακύρωσης το νομιμοποιεί στη σφαίρα της αιώνιας τέχνης. Όταν το ποίημα φτάσει στον τελικό προορισμό του, δεν υφίσταται ως ποίημα. Γίνεται ιδέα. Γιατί ο όρος ποίημα δηλώνει κάτι εν τη γενέσει του. Το ποίημα εν τη γενέσει του φιλοσοφεί εαυτό και εράται το τέλειο. Όταν φτάσει στον προορισμό του, αυτοκαθηλώνεται και οδηγείται στην άρση της γήινης περιπέτειάς του.

Τα μεγάλα έργα είναι αυτά που γίνονται σύμβολα και αρχέτυπα αιωνιότητας, όταν καταφέρουν να απαλλαγούν από το γήινο πάθος τους. Αν ήταν η ποίηση μόνο επιδέξιο αράδιασμα από λέξεις και ευφυολογήματα, θα ήταν εφήμερη και θνητή. Η ποίηση είναι η ιδέα, που μετά την ποιητική της ή καλλιτεχνική περιπέτεια θα λάμπει διαρκώς όλο και πιο πολύ. Η Αφροδίτη της Μήλου θα ζει και όταν το άγαλμα καταστραφεί, η «Ενάτη» του Μπετόβεν θα δονεί τα σωθικά μας κάθε φορά που θα γινόμαστε παιδιά, χωρίς ακουστική επανάληψη, η φεγγαροντυμένη του Σολωμού θα λάμπει στο δροσάτο φως σε κάθε προσέγγιση της αληθινής ομορφιάς.

«Έλεγα πως την είχα δει πολύν καιρόν οπίσω

Καν σε ναό ζωγραφιστή με θαυμασμό περίσσο

Κάνε την είχε ερωτικά ποιήσει ο λογισμός μου

Καν τ όνειρό μου  όταν μ’ έθρεφε το γάλα της μητρός μου!

Ήτανε μνήμη παλαιή, γλυκιά κι αστοχισμένη

Που  ομπρός μου τώρα μ’ όλη της τη δύναμη προβαίνει»

Δ. Σολωμός, Κρητικός

Ο ποιητής μετριέται με τον βαθμό εξαΰλωσης και αναίρεσης που πέτυχε στο δημιούργημά του. Ο ρόλος του τελειώνει όταν κατανοήσει ότι το ποίημα δεν του ανήκει. Ήταν απλά ο μέγας αρχιερέας της ιερής γέννας του. Σαφώς τραγικός, αφού ο ρόλος του προσδιορίζεται και επιτάσσεται από το ένστικτο, τη μαεστρία και το ταλέντο που υπάρχουν μέσα του. («Η πιο λαμπρή ποίηση που δόθηκε ποτέ στον κόσμο, δεν είναι παρά μια αδύναμη σκιά της αρχικής σύλληψης», Σέλλεϋ).

Ο Ποιητής θα πορεύεται μοναχικός έως ότου κληθεί ξανά σε κάποια άλλη ποιητική ιερουργία. Η σχέση ποιητή και ποιήματος είναι σχέση ζωής και θανάτου. Είναι σχέση θανάσιμα διαλεκτική σε ένα συμπαντικό σύστημα ανοιχτό και άπειρο...




Στην εικόνα: Joseph Severn, «Posthumous Portrait of Shelley Writing Prometheus Unbound» (1845).

Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Παρασκευή 1 Μαΐου 2020

Ειρήνη Μπόμπολη, "Με την αφή"




ΜΕ ΤΗΝ ΑΦΗ


Έτσι θυμάμαι τα πράγματα.
Με την αφή.
Του μυαλού, της γλώσσας, των ματιών.
Και με την αφή του χεριού, δε λέω-
Άδειες -γεμάτες αγκαλιές έχουν κοινό
παρονομαστή: Ως πότε;
Είναι η αφή ωδίνουσα μνήμη.
Ένα βιβλίο, ένα μάγουλο…
Ένα φιλί σε ιδρωμένο σώμα…
Έχει και ο πόθος την αφή
πικρής λάβας.

Έτσι θυμάμαι και έτσι προσδοκώ.
Με την αφή.
Έτσι θυμάμαι τον τραχύ ήχο της άρνησης
Έτσι προσδοκώ το αλμυρό κάλεσμα
ενός καινούργιου σφάχτη.

Ανθρώπινη υπόθεση η αφή.
Είναι η χωμάτινη αλήθεια του χρόνου
Είναι ο δρόμος της Ποίησης!





ΘΕΩΡΗΜΑ


Η τετραγωνική ρίζα του πόθου
ισούται
με το άθροισμα των οξειών γωνιών
της πιθανής χαράς
δια
το περίσσευμα της οδύνης
μείον:
Η απώλεια του Εγώ.





ΘΛΙΨΗ


Ούτε η θάλασσα, ούτε η βροχή
Δεν έχουν τόπο αρκετό
Να σε φωλιάσουν.

Ούτε τα άστρα ούτε η αυγή
Δεν έχουν λίκνο τρυφερό
Να σε αγκαλιάσουν.

Ούτε η κόλαση ούτε η άλαλη ακτή
ξέρουν από τέτοιο μακελειό
να σε δικάσουν.

Κι είσαι δέντρο, είσαι γη
είσαι ανάγκης ριζικό,

έγινες πέλαγος πληγή
σαράκι αποδημητικό.

Και πώς να φτάσω;

                                                        21-05-2017





Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ


Το ταξίδι αυτό έχει προορισμόν, Εσένα!
Και σε θέλω
Χωρίς λέξεις, φράσεις συλλαβές
Χωρίς ομοιοκαταληξίες και κρότους ήχων
Χωρίς μια στάλα ύλη στο σώμα σου

Θα σε συναντήσω
Κάποτε

Θα σε αναγνωρίσω από την αύρα της θάλασσας
που σε γέννησε
Από την αίσθηση κάθετης γραμμής
Στο «έτσι είναι η Ποίηση», κατάστηθα!
Θα σε αναγνωρίσω από το φως το αγίνωτο
Και απ’ το ηδονικό σου χαμόγελο
Έλξη ακατανίκητη!

Θα σε αναγνωρίσω Ποίημα που δε γράφτηκες
Και δε θα γραφείς
Παρά θα ίπτασαι
Αγγελιαφόρος Διόνυσος





ΤΟ ΖΥΓΙ


Τι παραπάνω μπορείς να είσαι
πέρα από δύο τρία πράγματα
που σε σημάδεψαν.
Ένα παιχνίδι επιρρημάτων ο χρόνος:
Τώρα.
Έως εδώ.
Ποτέ!

(Στο ζύγι πάντα βαραίνει το Ποτέ!)






Από τη συλλογή «Με την αφή», εκδ. Σαιξπηρικόν, 2020.

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2017

Ειρήνη Μπόμπολη, "Εκεί που ο κύκλος"




Ανοιξιάτικο ξύπνημα


Πάλι το ποτάμι
ξύπνησε πρωί.
Κι οι παπαρούνες
στις όχθες του
γκρινιάζουν για φως.
Πάλι το νερό
πενθεί την άνοιξη.
Κατακόκκινο.





Το ξένο Σώμα


Είναι βαρύ. Μολύβι.
Κι ας το κράτησες κάποτε
ψηλά
με το ένα σου δάχτυλο.
Είναι βαρύ σαν το σκοτάδι
πηχτό πικρό και άπονο
το ξένο σώμα.
Σαν το κρατάς λυγίζεις
και κρυώνεις
από τον πάγο της σιωπής.
Κι ας λούστηκες γυμνός
στο φως του, κι ας ζεστάθηκες
στον ήλιο του.
Τώρα σκληρό είναι σαν την πέτρα
κι αρράγιστο
στη θέα των λουλουδιών,
Δεν αγγίζει
Δεν μυρίζει
Δεν βλέπει ούτε ακούει.
Ούτε γεύεται τη σάρκα σου.
Μόνο την ποδοπατεί.

Και δεν σε γνωρίζει.
Ούτε το γνωρίζεις.





Στον κήπο


Το γιασεμί, το αγιόκλημα.
Και το φιλί σου ανέσπερο,
ανάμεσά τους.


                                             21-5-2015





Ανάποδα


Αν κουρδίσω ανάποδα το χρόνο
μπορεί και να σε συναντήσω.
Μπορεί,
τυλίγοντας ξανά το νήμα στο αδράχτι,
και να πέσω πάνω
σε εκείνο το ιδιότροπο, λάγνο
χαμόγελό σου.


                                             21-6-2016




Από τη συλλογή «Εκεί που ο κύκλος», εκδ. Το Δόντι, 2016

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2016

Ειρήνη Μπόμπολη, "Ανιμολόγια"




Τιμαλφή

Τα μάζεψα σ’ ένα κουτί
τα Τιμαλφή του Έρωτα.

Δυο-τρεις κάρτες με φιλιά
καρδούλες και υποσχέσεις.

Αποξηραμένα άνθη
− ως επί το πλείστον −
κόκκινα τριαντάφυλλα.

Τα σκουλαρίκια που φτάνουν
ως τον ώμο.
Το μπλουζάκι μαύρο, ανοιχτό
στο στήθος.
Δυο στηθόδεσμους κοφτούς
στα τρία τέταρτα.
Κι άλλη πλούσια ηδονική εμορφιά.

Πολλά κεριά, όλα μισοκαμένα.
Κι ένα σωρό ακόμα μικροπράγματα
μιας μεγάλης αγάπης.

Τα μάζεψα σ’ ένα κουτί
και τα ’κλεισα στη φυλακή.
Στο πατάρι.
Πίσω απ’ τους σωρούς με τα παλιά βιβλία.

Μες το σκοτάδι.
Στο βυθό της σκέψης μου.
Στα υπόγεια μύχια μου.

Κάθε Κυριακή ανοίγω το πατάρι
να πάρουν αέρα, ν’ ανασάνουν.

Τα βράδια στα όνειρά μου
παίζω μαζί τους κουκλοθέατρο.

Μόνον αυτό.

Και καμιά φορά, όταν έχω διάθεση
ανοίγω το κουτί κρυφά
− είναι φοβεροί οι φρουροί της μοναξιάς −
κι αναπνέω βαλσαμωμένο πόθο
και το άρωμα των κορμιών πάνω
στα τριαντάφυλλα.

Κάποιες Κυριακές
ανάβω τα κεράκια ένα-ένα,
κοιτάζοντάς σε να χαμογελάς
στη φωτογραφία.

Όλοι μας έχουμε ένα μυστικό
νεκροταφείο.




Τα χαμένα Ποιήματα

Τα χαμένα Ποιήματα όνειρα της αυγής,
από κρίνα και πάχνη.
Δροσοσταλιές κροκάτης μνήμης.
Η ανάσα του παιδιού πριν φορτωθεί
την σχολική του τσάντα.
Φωτοσκιάσεις στο ξυράφι της σκέψης.
Φεύγουν με τον ερχομό τους.
Μεγαλοπρεπή.
Αφανέρωτα στην πανάκεια ημέρα.

Τα χαμένα Ποιήματα είναι σαν τα όνειρα
των ερωτευμένων. Τα πιο ωραία.
Που δε γράψαμε ποτέ.




Απορία

Έρχεσαι ή φεύγεις;
Πού θες να ξέρω
προς τα πού φυσάει ο αγέρας
τις ιερόδουλες καλαμιές του.




Νοσταλγία

«Και καθώς έπεσα μονομιάς στα βαθιά νερά, είμαι τόσο αιφνιδιασμένος, ώστε δεν είμαι σε θέση ούτε να κολυμπήσω για να κρατηθώ στην επιφάνεια, ούτε να ακουμπήσω τα πόδια μου στον βυθό»

DESCARTES, ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ

Έρχεσαι και φεύγεις,
επαναλαμβάνεσαι.
Εικόνα του πρωινού θανάτου.
Ατενίζοντας αλαφιασμένα και βαθιά
την ίδια θάλασσα.

Ξεδιπλώνεσαι στα μελτέμια
του Σεπτέμβρη
και στους κρύους παφλασμούς
των πικρών υδάτων.

Ανώφελο φορτίο κουβαλάς
μιας μακρινής νοσταλγίας.
Στο ίδιο πεπρωμένο ξανά και ξανά.
Εικόνα του πρωινού θανάτου.

                                              5-9-2010




Απόσταση

Σε αυτή τη μακρινή επέτειο
λέω να φορέσω χαμομήλι.
Ούτε κλαδιά ελιάς ούτε κισσού.

Όσο κι αν λυγίσουν, δε σε φτάνουν.




Από τη συλλογή «Ανιμολόγια», Μάρτιος 2014

Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2015

Ειρήνη Μπόμπολη, "Το τρίτο ημισφαίριο"




Χρόνος

Θα πεθάνουμε προτού προλάβουμε
να ζήσουμε το χρόνο μας
αυτόν που μας μοίρανε η φύση μας,
η παράλογη σκοτεινή μας πλευρά.

Θα πεθάνουμε λίγο μετά την ισημερία
του άχρονου πόθου μας για φεγγαράδα,
ανάμεσα στα νιόβγαλτα ρόδα και στις μυρτιές.
Ανάμεσα στα ελάχιστα θέλω
και στα άπειρα χρωστώ.




Δυτικά

Εκεί η ζωή, εκεί κι ο θάνατος,
στον κόλπο της Αμβρακίας.
Σ’ έναν περίπατο το σούρουπο,
σε μιαν ανάσα πριν τα μεσάνυχτα,
σ’ ένα άστοχο κι αβέβαιο «σ’ αγαπώ».

Εκεί η ζωή, εκεί κι ο θάνατος.
Με τις λεμονιές και τις ανεμώνες
στους κάδους της λιμνοθάλασσας.




Τα λάμδα και τα ρω

Επειδή τις λέξεις μου αγαπάς και θέλεις,
όλα τα λάμδα και τα ρω κι όλα τα ασημογράμματα
θα τα γεμίσω θάλασσα
και με το γάργαρο νερό τα πόδια σου θα πλύνω…




Για μερικά τραγούδια έχω να πω και τούτο: Δεν ξέρω αν τα βρήκαμε κάπου γραμμένα, ή αν τα ακούσαμε μια νύχτα από το απέναντι παράθυρο ή αν κάποια στιγμή υπέρτατου πόνου ξεχείλισαν από μέσα μας ως φουσκωμένες λίμνες στεναγμών…


Ό τι αγαπήσαμε

Ό τι αγαπήσαμε ήταν ξένο
Σχεδόν μισή αντανάκλαση πρωινού ονείρου
Ήρθε κι έφυγε γλυκά παρθένο
Ωσάν τα κρίνα στο φως του απείρου.

Ό τι αγαπήσαμε ήταν ξένο
Άνθος κερασιάς στης βροχής το τίναγμα
Πρωτομαγιάς στεφάνι φυλαγμένο
Νερό που άγιασε στης ροής το κύλημα.

Ό τι αγαπήσαμε ήταν ωραίο
Ένα φεγγάρι θάνατος στην αποβάθρα
Καλέμι ο έρωτας για πόνο ακραίο
Ό τι αγαπήσαμε ήταν ωραίο.




Η θάλασσα

Την αγαπώ αυτή τη θάλασσα,
είπα.
Και πνίγηκες μέσα της.




Από τη συλλογή «Το Τρίτο Ημισφαίριο», Πέτρα - Ηπειρωτικές εκδόσεις, 2010