Άγονες ράγες στη γη κυοφόρησα
Παράλληλες ζωές, θανάτους έζησα
Τάλαντα δέκα στις παλάμες
και οι τσέπες άδειες
λαθρεπιβάτις στης ζωής μου το βαγόνι να βρεθώ
να ξεγελαστεί το χρέος
κόντευα ν’ αγγίξω το όνειρο
Και ήταν τότε που με πρόδωσε ο χρόνος
προχωρώντας σε πορείες ορφανές
βήμα-βήμα
ένα κομμάτι ουρανού το μερτικό μου
Σε περίμενα
και ζωγράφιζα τις άστεγες άκρες των ονείρων
κι όλο έστρωνα και ξέστρωνα βιαστικά
τις άτακτες σκέψεις των χαμένων οριζόντων
Σε περίμενα
με τον χρωστήρα στο κύμα
κι όλο μιλούσα στην ομίχλη
και σ’ ένα φεγγάρι βουτηγμένο στη φωτιά
με τον ιδρώτα να στάζει αίμα
λαχτάρες αγίνωτες, ουλές οι μνήμες αναδεύτηκαν
όσων δεν ζήσαμε
Τα πάθη μας κρυμμένα
Βραχνά τζιτζίκια
Δυο ζωές μου χρωστάει
Και μια κλεμμένη
Μοναξιά της ερήμου
Μόνος και πλήθος
Καταρράχτης που πέφτεις
Και με ποτίζεις
Από την έκδοση
Από τη συλλογή «Χρωστήρες», εκδ. Ανάλεκτο, 2024.

