Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημουλά Κική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημουλά Κική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2025

Κική Δημουλά, "Το τελευταίο σώμα μου"




ΕΛΑΝΘΑΝΕ


Ότ’ ήμουνα ένας άνθρωπος
που όλο με σκυμμένο το κεφάλι
με περπατάγανε οι δρόμοι,
αυτό πράχθηκε φανερά σας.
Σας το αφήνω. Απάνω του λοιπόν,
αποκεφαλίστε το,
μοιράστε το σ’ όσες υποτιμήσεις θέλετε
−πως γην και ύδωρ έδωσα σε φόβους
και σήκωσε κεφάλι η ηττοπάθεια−,
ρίξτε το ολόκληρο
σ’ όσες αδιαφορίες σας κι άλλο πεινάνε,
πετάξτε το σε δυο παλιογραμμούλες τύμβο.

Όμως πως σκύβοντας
ατένιζα ουρανό,
αυτό δεν θα τ’ αγγίξετε.
Επράχθηκε κρυφά σας,
το έκρυψα καλά
στην ασφαλή του κεφαλιού μου
τη λιμοκτόνα στάση.

Σκύβοντας ουρανό ατένιζα.
Που έφτιαξα από πτώσεις.
Μαζεύοντας σπυρί σπυρί
ό,τι δεν αφομοίωνε το ύψος.

Έζησα,
τεντωμένο δίχτυ από κάτω,
να συγκρατώ, να περισώζω
λογής λογής διάττοντες αυτοκτόνους,
τα φωτεινά τους υπολείμματα,
εκεί που όλο και χάνει ύψος,
όλο και πιο πολύ αποχρυσώνεται
της μολυβιάς τους η κραυγή
και λυπηρά απολεπταίνει η αιχμή
της εξαφάνισής τους.
Έζησα,
τεντωμένο δίχτυ από κάτω,
να σώζω λυπηρότητες,
κραυγών αποχρυσώσεις,
αιχμών τα φωτεινά υπολείμματα,
εξαφανίσεων αιχμές.
Έζησα,
συνταιριάζοντας τις πτώσεις
με τις παράταιρες αιτίες τους,
για να μην πάει χαμένο το χαμένο.

Αυτό δεν θα τ’ αγγίξετε.
Είναι από εύφλεκτο εγώ,
θα με τινάξει όλη στον αέρα σας.





ΤΟ ΠΛΗΣΙΕΣΤΕΡΟ


Κάτι πρωτόβγαλτα ως φαίνεται
στον κόσμο και τους νόμους του πουλάκια
κι εντούτοις ήδη κουρασμένα
γιατί δεν είναι τα φτερά
άπτωτη εύνοια και προνόμιο,
ρωτούν εμένα, ποιον, εμένα,
πού ειν’ το πλησιέστερο κλαδί
για ν’ ακουμπήσουν.
Δεν είμαστε καλά. Αν ήξερα εγώ
πού ειν’ το Πλησιέστερο
ότι έχει και βαθμό συγκριτικό
το ανύπαρκτο Πλησίον,
θα ’τρεχα να το πιάσω πρώτη εγώ,
όλο κι απαραχώρητο,
κι ας ψόφαγαν πουλάκια
δίκαια και προτεραιότητες
− κλαδιά σπασμένα το αλληλέγγυο.
Ας πάνε τα πουλάκια
τη μεγάλη Πείρα να ρωτήσουν
ν’ ακούσουν ό,τι είπε και σ’ εμένα
όταν ξεθεωμένη από κούραση άφτερη
τη ρώτησα πού είναι ν’ ακουμπήσω
το πλησιέστερο κλαδί.
Δεν είμαστε καλά είχε καγχάσει
η μεγάλη Πείρα: αν ήξερα εγώ
πού είν’ το Πλησιέστερο
θα ’τρεχα να το πιάσω πρώτη,
όλο κι απαραχώρητο,
κι ας ψόφαγες εσύ
γιατί το πλησιέστερο κλαδί
είναι ο θάνατος σου η ζωή μου.





ΒΡΟΧΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ


Εγώ, όταν θα μεγαλώσω
θα γίνω Σεπτέμβρης, έλεγε ο Αύγουστος.

Έβρεξε δω λιγάκι.
Δοκιμαστικά, σαν έλεγχος
αν λειτουργούν καλά οι πτώσεις.
Όπως χτυπάνε κάθε τόσο
ξαφνικά οι σειρήνες, δοκιμαστικά,
αν λειτουργεί καλά
ο τρόμος του πολέμου.
Ελάχιστη βροχή,
ίσα που την πλατάγισε στο στόμα του
το χώμα τη σταγόνα
–καθώς δοκιμαστής κρασιών–,
μόλις που πρόλαβε η υγρόεσσα ευωδιά
παραπονιάρα να τριφτεί
πάνω στα περιβόλια.

Δέναν οι παραθεριστές
στις σχάρες των αυτοκινήτων την Αθήνα,
μαρσάραν τις βαλίτσες τους και φεύγαν.
Πεθαίναν απ’ τη ζήλια τους τα σπίτια
κοιτώντας τα τροχόσπιτα
στην Εθνική Οδό του Σεπτεμβρίου.
Απ’ τ’ ανοιχτά παραθυράκια τους,
μικρά όσο ένα σάντουιτς ματιάς,
κουρτινάκια φτερακίζαν κατά έξω,
νάιλον γλάροι εμπριμέ, δεμένοι.
Λοξά στημένη
νανούριζε τα τέλια της
μια κιθάρα ηλιοκαμένη.

Ευτυχώς βελτιώθηκε
το βιοτικό επίπεδο της βάρκας.
Γίνανε βάρκες κατοικίδιες
– αστυφιλία των σκαριών.
Αστραφτερές, εξωλέμβιες,
πάνω στα τρέιλερ κουρνιασμένες,
ακολουθούν τ’ αφεντικά τους,
σκυλάκια ράτσας
χωρίς καθόλου τρίχωμα θαλάσσης.
Γαύροι πηδάνε κατά πάνω,
μια τελευταία ασημένια περιέργεια.

Κάτι θα την πονέσει απόψε τη βραδιά
γι’ αυτό το προς το τέλος.
Αν έχει ξαστεριά
θα πιει κάποιο παυσίπονο αστέρι.

Εγώ θα μείνω ακόμα λίγο.
Μήπως και ξαναβρέξει.
Να σε ξεπλύνω λίγο.
Είσαι μες στην αλμύρα και τ’ αλάτια
από τότε που ήμουνα θάλασσα.





ΣΥΝΔΡΟΜΟ
Κοιτάζοντας τον πίνακα του Πικάσο «Το Όνειρο»



Έχω κρεμάσει αυτόν τον πίνακα σαν δόλωμα
στη συμπαγή επιπεδότητά μου
μήπως τσιμπήσει τανυσμός γκρεμιστής,
τον έχω σαν φουρνέλο
μη και την ανατίναζε συθέμελα
τη συμπαγή επιπεδότητά μου.

Καθιστό κοιμάται το κορίτσι.
Καθιστός
απαγκιάζεις καλύτερα στο σώμα σου,
είσαι πιο έτοιμος να γίνεις πιο δικός σου:
να ονειρευτείς.
Του υπερβατικού η ανατομία
επέτρεψε στο σώμα
αυθαιρεσίες σάρκινες.
Κοιμάται το κορίτσι
ενώ πίσω απ’ το χαλαρό φουστάνι της
ο ένας μαστός ανατέλλει
για να θηλάσει η λαίμαργη αφαίρεση.

Σπασμένη του λαιμού η αντίσταση
και το κεφάλι, απελεύθερο,
σαν γελαστό αυτί ακούμπησε στον ώμο
που, περιγελαστής της συμμετρίας,
είναι πολύ πιο υψωμένος απ’ τον άλλο,
στοιβάδα τόλμης.
Την ύπαρξή του αφουγκράζεται το κορίτσι:
παράνομες κλεφτές μετακινήσεις,
μια μετατόπιση του Είναι
λίγο πιο δω λίγο πιο κει,
θέσεις που ανεφοδιάζονται με θέσεις.

Η μύτη, πράσινη χαρακωτή γραμμή
που προσπερνάει αδιάφορη το τέλος της,
χύνεται ανάμεσα στα μάτια και το μέτωπο,
χάνεται μέσα στα μαλλιά,
αγγείο αιμοφόρο του ενδόμυχου.
Μισό χαμόγελο στη θέση του
τ’ άλλο μισό ψηλότερα,
ασυμμετρίας μειδίαμα·
σαν ένα στραβοπόδαρο σκαμνάκι,
εκεί για να πατήσουν και να βγουν
από τις τουλπανένιες άμαξες
οι τουλπανένιοι επιβάτες:
τα όνειρα του κοριτσιού.

Της πολυθρόνας τα μπράτσα
υποσυνειδίζονται: λυγίζουνε σαν χαλαρό
αγκάλιασμα στου κοριτσιού τη μέση,
γιατί το ξέρουνε ακόμα και οι πολυθρόνες
πως όποιος ονειρεύεται δονείται
κι υπάρχουνε και όνειρα
που σε πετάνε χάμω.
Εμένα η μύτη μου
τελειώνει ακριβώς στο τέλος της.
Δεν πάει αίμα στο ενδόμυχο.
Κι οι ώμοι μου
συμμετρικά πεσμένοι και οι δύο.


Καιρό έχω να μιλήσω για όνειρα
καιρό δεν έχω
όνειρα δεν έχω,
συμμετρική ανέχεια.
Οι ώμοι μου
συμμετρικά πεσμένοι και οι δύο.
Κι ότι αντέχω τέτοια ανέχεια
λέω μην είναι όνειρο.
Μην είναι όνειρο
πως όνειρα δεν έχω.
Όνειρο να ’ναι
κι ας μην με γυμνώνει από όνειρα.

Όνειρο να ’ναι,
σπόρος να περιφέρεται στον ύπνο μου
κι έχει ο Θεός για μήτρα.
Το πίνω κι ας μην είναι πόσιμο,
έστω τη λέξη να ονειρεύομαι
και δεν ρωτάω καμιά Εξακρίβωση
αν είναι όνειρο πως όνειρα δεν έχω.
Για να μιλήσει η κάθε Εξακρίβωση
θέλει να πληρωθεί με όνειρα.
Κι όνειρα να πληρώνω
μια ακόμα Εξακρίβωση
δεν έχω.

Η μητέρα μου Ώθηση πέθανε νέα
κι ο πηλός που είμαι, ο πηλός που είμαι,
με πιέζει να σπάσω.
Ώς πότε, λέει, θα θυσιάζεται ο θάνατος
για να ζεις εσύ.
Κι όνειρα δεν έχω να πλάσω
πήλινη περιφρούρηση της ύλης μου.


Και τι σημαίνει όνειρο;
Τι δηλαδή δεν έχω;
Θα ’ναι αυτό
που θέλει να ’χει μέσα του ο πηλός
για να μη σπάζει,
θα ’ναι οι τουλπανένιοι επιβάτες
στις τουλπανένιες άμαξες.

Όνειρο σημαίνει
φτερούγα ύπνου από κερί
που ήλιο ερωτεύεται και λιώνει,
φύλλα που θαυμαστά ισορροπούν
σα να πατάνε σε κλαδιά
ενώ το βλέπεις καθαρά
πως δεν υπάρχει δένδρο,
ν’ ακούς να τραγουδάνε χίλια ναι
απ’ το λαρύγγι του όχι.

Όνειρο σημαίνει
να μην υπάρχουν σύνορα
κι οι βλοσυροί καχύποπτοι φρουροί τους.
Ελεύθερα να μπαίνεις σ’ άνθρωπο
κι ούτε τις ει, ούτε τις οίδε.

Δεν ήρθε κι ένα απόγευμα
που να μη γίνει βράδυ.
Και όνειρο σημαίνει
να έρθει κι ένα απόγευμα
που να μη γίνει βράδυ,
να έρθει κι ένα όνειρο
που να μη γίνει άνθρωπος,
να έρθει κι ένας άνθρωπος
που να μη γίνει όνειρο,
τις οίδε, τις ει.

Ξανοίχτηκα πολύ σε ορισμούς
κι είν’ επικίνδυνο να κλαις χωρίς πυξίδα.

Φύλαγέ μου, Θε μου, τουλάχιστον
όσα έχουν πεθάνει.





ΑΙΡΕΤΙΚΕΣ ΟΥΣΙΕΣ


Σε διαιωνίσαμε Μητέρα
θα μού μηνύσουν αύριο τα παιδιά μου:
δώσαμε στα παιδιά μας τ᾿ Όνομά σου.

Άγνωστους προμηθεύουνε
στο Άγνωστο τα Ονόματα.

Δεν ξέρει τίποτα για μένα το Όνομά μου.
Το σώμα μου,
για κάθε χωριστή στιγμή που το επαλήθευε,
φορούσε κι άλλο όνομα,
αστραφτερά και κοφτερά καινούργιο.
Και την ψυχή μου άλλο όνομα,
κάθε φορά αλλιώτικο, την έσερνε
κάθε φορά στην αναβάπτισή της
σ᾿ ακόμα περισσότερο ψυχή.
Στο ίδιο ποτέ δεν πήγα με ίδιο όνομα
και στο άλλο πήγα με πολύ καλύτερό του.
Ονόματα ξόρκια
να μη με πιάνει το κακό μάτι τής ευκολίας:
η μια πληγή την άλλη μου πληγή
να μη την αντιγράφει,
η κάθε μια δικό της να χαράζει αγιάτρευτο.

Ξόρκια, για να μπορώ
από μικρής βελόνας τρύπα να περνάω
το απόλυτο, χοντρό σχοινί.
Ραβδοσκόποι ονόματα,
που έβρισκαν σε βάθος ποιο
πηγάζω αληθινή
και με διατάζαν γίνε.

Ναι, ναι, εμένα που με βλέπατε
ήσυχα ήσυχα να τρίβομαι σε ψίχουλα
και να ταΐζω κάθε μέρα τις δουλειές σας,
πολυφωνάχτηκα αλλεπάλληλη
και πολυκυματίστηκα σ᾿ ονόματα αφρισμένα.

Δεν ξέρει τίποτα απ’ αυτά το Όνομά μου.
Είναι απλά μια ηχομόνωση,
να μην ακούτε πως ουρλιάζει ο μέσα άλλος
όταν τον τρώνε τα αγρίμια οι αλλαγές του.
Οι αναβαπτίσεις τής ψυχής
κάθε φορά σε περισσότερο ψυχή,
δεν είναι ευδαιμονία κατευθείαν.
Πρέπει πρώτα να βυθιστείς ολόκληρος,
ώρες, μέρες, μπορεί και χρόνια,
ολόκληρος, και το κεφάλι μέσα,
στη φρικαλέα τελετή τής ασφυξίας.
Κι αν αντέξεις.

Κι αυτά είναι για να σωπαίνονται απόλυτα,
θάνατος σιγαστήρας να τα παίρνει,
να φεύγουνε μαζί μας αδιαιώνιστα
πίσω από το Πρόσχημα-Όνομά μας,
που μια ζωή κρατάει τσίλιες
ενώ αλλού παίζεται το παιχνίδι.
Στέκει εκεί σαν υδρορροή
σε μέρος που δεν βρέχει.

Άγνωστους προμηθεύουνε
στο Άγνωστο τα Ονόματα.





Από τη συλλογή «Το τελευταίο σώμα μου», 1981.
Πηγή: «Κική Δημουλά, Ποιήματα», εκδ. Ικαρος, δ΄ έκδοση, 2002.

Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2022

Κική Δημουλά, "H εφηβεία της λήθης"





Η ΕΦΗΒΕΙΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ


Περιμένω λίγο
να σκουρήνουν οι διαφορές και τ’ αδιάφορα
κι ανοίγω τα παράθυρα. Δεν επείγει
αλλά το κάνω έτσι για να μην σκεβρώσει η κίνηση.
Δανείζομαι το κεφάλι της πρώην περιέργειάς μου
και το περιστρέφω. Όχι ακριβώς περιστρέφω.
Καλησπερίζω δουλικά όλους αυτούς τους κόλακες
των φόβων, τα αστέρια .Όχι ακριβώς καλησπερίζω.
Στερεώνω με βλεμμάτινη κλωστή
τ’ ασημένια κουμπάκια της απόστασης
κάποια που έχουν ξηλωθεί τρέμουνε και θα πέσουν.
Δεν επείγει. Το κάνω μόνο για να δείξω στην απόσταση
πόσο ευγνωμονώ την προσφορά της.

Αν δεν υπήρχε η απόσταση
θα μαραζώνανε τα μακρινά ταξίδια
με μηχανάκι θα μας έφερναν στα σπίτια
σαν πίτσες την υφήλιο που ορέχτηκε η φυγή μας.
Θα ήτανε σαν βδέλλες κολλημένα
πάνω στα νιάτα τα γεράματα
και θα με φώναζαν γιαγιά απ’ τα χαράματά μου
εγγόνια μου και έρως αδιακρίτως.
Και τι θα ήταν τ’ άστρα
δίχως την υποστήριξη που τους παρέχει η απόσταση.
Επίγεια ασημικά, τίποτα κηροπήγια τασάκια
να ρίχνει εκεί τις στάχτες του ο αρειμάνιος πλούτος
να επενδύει ο θαυμασμός την υπερτίμησή του.

Αν δεν υπήρχε η απόσταση
στον ενικό θα μας μιλούσε η νοσταλγία.
Οι σπάνιες τώρα ντροπαλές της συναντήσεις
με την πληθυντική ανάγκη μας
μοιραία τότε θ’ αφομοίωναν
την αλανιάρα γλώσσα της συχνότητας.

Βέβαια, αν δεν υπήρχε η απόσταση
δεν θα ’τανε σαν άστρο μακρινό εκείνος ο πλησίον
θα ’ρχοταν στην πρωτεύουσα προσέγγιση
μόνο δυο βήματα θ’ απέχανε τα όνειρα
από τη σκιαγράφησή του.
Όπως κοντά μας θα παρέμενε
η ύστατη φευγάλα της ψυχής.
Προς τι η τόση περιπλάνηση. Χώρος
κενός υπάρχει. Εμείς θα κατεβαίναμε
να ζήσουμε στο υπόγειο κορμί μας
κι εκείνη με τον μύθο της και τα συμπράγκαλά του
θα μετεμψυχωνότανε σε σώμα.

Αν δεν υπήρχες εσύ απόσταση
θα πέρναγε πολύ ευκολότερα
πιο γρήγορα εν μια νυκτί η λήθη
τη δύσκολη παρατεταμένη εφηβεία της
αυτό που χάριν ευφωνίας ονομάζουμε μνήμη.

Όχι ακριβώς μνήμη. Στερεώνω
με βλεμμάτινη κλωστή ομοιώσεις
έχουν ξηλωθεί τρέμουνε και θα πέσουν.
Όχι ακριβώς στερεώνω. Δουλικά περιστρέφομαι
γύρω απ’ αυτούς τους κόλακες του χρόνου που
χάριν συντομίας τούς ονόμασα μνήμη.
Όχι ακριβώς μνήμη. Ανεφοδιάζω διάττοντες
με παρατεταμένη εκμηδένιση. Επείγει.





ΤΟ ΣΠΑΝΙΟ ΔΩΡΟ


Καινούργιες θεωρίες.
Τα μωρά δεν πρέπει να τ’ αφήνετε να κλαίνε.
Αμέσως να τα παίρνετε αγκαλιά. Αλλιώς
υπόκειται σε πρόωρη ανάπτυξη
το αίσθημα εγκατάλειψης ενηλικιώνεται
αφύσικα το παιδικό τους τραύμα
βγάζει δόντια μαλλιά νύχια γαμψά μαχαίρια.

Για τους μεγάλους, ούτως ειπείν τους γέροντες
–ό,τι δεν είναι άνοιξη είναι γερόντιο πια–
ισχύουν πάντα οι παμπάλαιες απόψεις.
Ποτέ αγκαλιά. Αφήστε τους να σκάσουνε στο κλάμα
μέχρι να τους κοπεί η ανάσα
δυναμώνουν έτσι τα αποσιωπητικά τους.
Ας κλαίνε οι μεγάλοι. Δεν έχει αγκαλιά.
Γεμίστε μοναχά το μπιμπερό τους
με άγλυκην υπόσχεση –δεν κάνει να παχαίνουν
οι στερήσεις– πως Θα ’ρθει μία και καλή
να τους επικοιμήσει λιπόσαρκα
η αγκαλιά της μάνας τους.
Βάλτε κοντά τους το μηχάνημα εκείνο
που καταγράφει τους θορύβους του μωρού
ώστε ν’ ακούτε από μακριά
αν είναι ρυθμικά μοναχική η αναπνοή τους.
Ποτέ μη γελαστείτε να τους πάρετε αγκαλιά.
Τυλίγονται άγρια
γύρω απ’ τον σπάνιο λαιμό αυτού του δώρου,
θα σας πνίξουν.

Τίποτα. Όταν σας ζητάνε αγκαλιά
μολών λαβέ μωρό μου, μολών λαβέ να απαντάτε.





ΣΑΝ ΝΑ ΔΙΑΛΕΞΕΣ


Παρασκευή είναι σήμερα θα πάω στη λαϊκή
να κάνω έναν περίπατο στ’ αποκεφαλισμένα περιβόλια
να δω την ευωδιά της ρίγανης
σκλάβα σε ματσάκια.

Πάω μεσημεράκι που πέφτουν οι τιμές των αξιώσεων
βρίσκεις το πράσινο εύκολο
σε φασολάκια κολοκύθια μολόχες και κρινάκια.
Ακούω εκεί τι θαρρετά εκφράζονται τα δέντρα
με την κομμένη γλώσσα των καρπών
ρήτορες σωροί τα πορτοκάλια και τα μήλα
και παίρνει να ροδίζει λίγη ανάρρωση
στις κιτρινιάρικες παρειές
μιας μέσα βουβαμάρας.

Σπάνια να ψωνίσω. Γιατί εκεί σου λένε διάλεξε.
Είναι ευκολία αυτή ή πρόβλημα; Διαλέγεις και μετά
πώς το σηκώνεις το βάρος το ασήκωτο
που έχει η εκλογή σου.
Ενώ εκείνο το έτυχε τι πούπουλο. Στην αρχή.
Γιατί μετά σε γονατίζουν οι συνέπειες.
Ασήκωτες κι αυτές. Κατά βάθος είναι σαν να διάλεξες.

Το πολύ ν’ αγοράσω λίγο χώμα. Όχι για λουλούδια.
Για εξοικείωση.
Εκεί δεν έχει διάλεξε. Εκεί με κλειστά τα μάτια.





ΠΡΟΤΟΜΗ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑΣ


Ι

Πόσοι θεοί χρειάστηκαν για ν’ αποτύχει ένας.

Εσύ φήμη μείνε εδώ στον ξακουστό Ερμή
να μαγνητίζεις βλέμματα − περίφερέ τα
στους όρθρινους μηρούς και το παφλάζον φύλο
δείξε τη χαλαρή αυταρέσκεια του χεριού
σαν να μαδάει η στάθμη της ανύψωσης
αλλά μακριά από τον φόβο πως θα πέσει
ανάσυρε τη σκίαση που σέρνεται μεταξωτή αναβολή
ανάμεσα στο γόνατο και την τεμπέλα κάμψη.

Εγώ συρρέω υμνητική
γι’ άλλο κεφάλι έφηβο διστακτικά ωραίο.
Σε σιδερένια ανάρτηση μπηγμένο
φαντάζει λάφυρο εξαίσιο που έφερε
ο αποχωρισμός απ’ το χαμένο κάπου σώμα.

Έχει το μάρμαρο το χρώμα της γαρδένιας
αρχή αρχή μόλις την κόψουν απ’ το άσπρο
όταν ακόμα δόλια την πλησιάζει το κιτρίνισμα φορώντας
το δήθεν αθώο προσωπείο μιας θαμπάδας
πριν να της δώσει μια και πλαφ βυθίζεται
σ’ αυτό το μαύρο πράμα πώς το λένε.

Με ωριμάζουν κι άλλο σε ακοίταχτη
τ’ ανεστραμμένα μάτια σβηστά
κι η αδρανής του στόματος ευχέρεια
με κλείνει ντροπαλή και ξαφνιασμένη
στην περασμένη αγκαλιά της ιστορίας των φιλιών.

Διαβάζω: Ίσως ανήκει στον Αντίνοο.
Ίσως; Είναι εδώ ο πασίγνωστος γλύπτης
της αναμονής
ο σκασιάρχης χρόνος
ο άσωτος υιός της αβεβαιότητας;

Γοητευτικός όσο κανένα ναι.
Φοράει το δήθεν αθώο προσωπείο μιας θαμπάδας
και τάζεται εραστής στις αρρωστιάρες πιθανότητες.
Ώσπου τους δίνει μια και πλαφ βυθίζονται
σ’ αυτό το μαύρο πράμα πώς το λένε.

Σμιλεύομαι αναμονή.
Μια κι είναι εδώ αυτός ο εραστής
υπάρχει καμιά αρρωστιάρα πιθανότητα να ’ρθεις;

Α, και να ’ρχόσουν έστω ώς τα μισά τού ίσως.
Ποιος ήρθε ποιος επέστρεψε ποτέ εξ ολοκλήρου.





ΚΑΤΩΤΕΡΑ ΤΑΞΙΣ


ΙΙΙ

Αηδόνια ξεναγούν την ακοή
στα ψηφιδωτά του Μάη αγριολούλουδα.

Το Ηραίον, Η εξέδρα του Ηρώδη, Το Πρυτανείον.
Δες τι προϊστορία κατατρόπωσε μια σταλιά παρόν.

Πολιτισμοί και τύμβοι της δυσαναλογίας
άνω κάτω μέσα στο μυαλό μου.
Ξεχνώ σε ποιο χαμό τους στρατοπέδευσαν
τόσες επιφανείς χρονολογίες
πότε ανακηρύχθηκε απώτερος σκοπός η εξουσία
συγχέω πάντα όσα έγιναν προ της υπάρξεώς μου
με το σαν να μην έγιναν. Μετά την ύπαρξή μας
να μου το θυμηθείς
ετούτη μου η σύγχυση θ’ αποδειχτεί προφήτης.

Κατανοώ ευκολότερα
τις διασκορπισμένες ολόγυρα πέτρες
όπως τις έφερε ανώνυμες στο φως η ανασκαφή
τμήματα κάποιας αρτιότητας που
άγνωστο σε τι κατώτερά της
στρώματα χώματος υπέπεσε.
Μου είναι οικείο το χαμένο νόημά τους.
Τις παρηγορώ επιγράφοντάς τες
όπως επιγράφουν οι κινήσεις των κλαδιών
αχνές τον σκόρπιο ανοιξιάτικο αέρα:

Απόσπασμα δραπέτη δούλου τάφου
ημιτελές επιτύμβιον αμούστακου θριάμβου
σκαλάκι εναρκτήριο μονώροφης εταίρας
περβάζι από παράθυρο που έλιαζε τη γλάστρα της
ενάρετη πλατύφυλλη εστία
και τούτη δω που κάθομαι
πεζοδρόμιο εντόμων και σκιερών εικασιών.

Αλήθεια πού να κείνται σκόρπιες
ανεπίγραφες οι δικές μου ήττες.
Πολεμώντας νικήθηκα ή διαβαίνοντας;


                                                                              Ολυμπία





MΟΝΟΚΛΙΝΟ ΣΥΜΠΤΩΜΑ


Απορούν κάθε φορά οι ξενοδόχοι
που ζητώ μονόκλινο δωμάτιο στην πρόσοψη.
Με κοιτάζουν σαν ν' απαιτώ θάνατο με θέα.

Έβαλα ενέχυρο τη θάλασσα
κι είπα να κάνω φέτος διακοπές σε βουνό
μη και ξορκίσουν τα θροΐσματα τους δάσους
εκείνο το δαιμονισμένο σύνδρομο επιστροφής
που κυριεύει αυτοστιγμεί κάθε διαφυγή μου.
Αν μ’ αγκαλιάσει σκέφτηκα ενός δέντρου
ο σάτυρος κορμός μπορεί και να ριζώσω.

Και στο βουνό τα ίδια.
Σαν να ’ταν σιδερένιο το δωμάτιο
κι ο καθαρός ανάλαφρος αέρας απέπνεε κλειδαριά.
Να ξεκλειδώσω πάλευα με τα ηρεμιστικά μου
αλλά εκείνα ήτανε πιο άρρωστα από μένα.
Τα ίδια που έγιναν στην Πύλο
η ίδια άτακτος φυγή πρόπερσι από τη Σύρο
στην Καλαμάτα πέρσι τρισχειρότερα
γεμάτο το τραίνο και θέλανε τα κλάματα
να πάμε πίσω στην Αθήνα με τα πόδια.
Τέτοια μανία καταδιώξεώς μου κυριεύει τους τόπους.

Να μου λείπει η απουσία σου;
Δεν έρχεται μαζί μου την αφήνω σπίτι.
Όρος ρητός τής αλλαγής να μην ακολουθήσει.

Άπληστο που είσαι Ανεξήγητο.
Τόση διαφάνεια καταπάτησες για τη διασφάλισή σου
κι έκανες θέρετρό σου τώρα
αυτό το ανεξήγητο σύμπτωμα εχθρικό μου.
Να επιστρέφω αμέσως. Με λεωφορείο ταξί
αν πετύχω κανένα φεγγάρι που επιστρέφει κι εκείνο
στην πιάτσα του αδειανό.

Ολέθρια συνήθεια. Όχι τίποτ’ άλλο
μα αν δεν μ’ αρέσει να δούμε πώς θα επιστρέψω
από τον κάτω κόσμο σου Ανεξήγητο.





Από τη συλλογή «H εφηβεία της λήθης» (1994).
Πηγή: «Κική Δημουλά - Ποιήματα», Ίκαρος, δ΄ έκδοση, 2002.

Στην εικόνα: Evelyn de Morgan, «Hope in a Prison of Despair» (1887).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2021

Κική Δημουλά, "Χαίρε ποτέ"




ΜΙΚΡΟΠΩΛΗΤΕΣ ΜΥΡΩΝ


Ακόμα νύχτα λέγεται εκτός εάν
εν λευκώ αισιοδοξείς. Από παντού
με χαιρετούν σκούρα μαντίλια ακυμαντότητας
χαμομηλιών αναπνοές κλεφτοφάναρες καθώς
κατευθύνονται προς την ευωδιά της ενορίας τους.

Ψηλόλιγνες χρυσαφιές βελόνες
μπηγμένες κατακόρυφα
στο τρεμουλιάρικο κορμί της αντανάκλασης
από αναμμένα ακόμα φώτα σπιτιών και καϊκιών
μοιάζουν στραβά κεράκια αναλιωμένα
σε χέρια αμαρτωλά επιφανειακών νερών.

Ταξιδεύω. Συγκρούσεις σταυρών·
παρακάμπτω διασχίζω το Μεγάλο Σάββατο
και τη μικρή μου χρήση ολοταχώς
για να προφτάσει ο πιστός προορισμός μου
κάποιαν ανάσταση ληστών προσδοκώμενων.

Θα σε υποστηρίξω.





ΓΙΑΛΟ ΓΙΑΛΟ


Φεγγάρι ρυμουλκεί κρουαζιερόπλοιο
κάτασπρο φουσκωτό, δαντελωτά παραθυράκια
κεντημένο σα νυφικό φυγής γεροντοκόρης
με ρυμουλκούμενο νυμφίο.

Με την ευκαιρία
ανασηκώνομαι στις μύτες των καιρών
εδώ, στις επιχωματώσεις των κυμάτων
να ανελκύσω όλα εκείνα τα ταξίδια
τα επιβατηγά
που φόρτωσα με θέλω και με κάρβουνο.

Ταξίδια επιβατηγά
με σένα με σένα μαζί σου με σας
ανάλογα πού φύσαγε ούριος αχυρώνας.

Με σένα ευγενέστατε ιππότη, αντικατοπτρισμέ.
Μαζί σου επιθυμία παράνομη − λαθροκυνηγός
του άγριου εαυτού σου.

Αν και θεαματικά εξοπλισμένη
με τα πιο τέλεια περισκόπια αιθρίας
θέλησα να φύγω και μαζί σας σύννεφα
−είσαστε τότε μόνο πειραχτήρια της μορφής σας−
φοβέρες για να τρώνε το φαΐ τους
οι ανόρεχτες ελπίδες −όλο κρυφοτρώνε−
περαστικές φωλιές
για να κλωσάει η βροχή τη μουσική της.

Και με σένα Ευρυδίκη.
Αλλά τι λογικός εκείνος ο Ορφέας.
Ούτε μια φορά δεν γύρισε να κοιτάξει πίσω
η ανυπομονησία του.

Ω μύθοι, περούκες τόσο φυσικές
για φαλακρούς ανέμους.

Και μαζί σου απόβροχο, αλητάκι της όσφρησης.
Όλο να ετοιμάζει η μυρωδιά τις βαλίτσες μου
κι εσύ να ερωτοτροπείς με την απόσβεσή σου.

Α, τι ταξίδι φόρτωσα
γεμάτο περιπέτεια μαζί σου Ελευθερία.
Θα πηγαίναμε στη ζούγκλα σου, βαθιά
να κυνηγήσουμε άγριες αλυσίδες.
Όμως εσύ μακρύτερα απ’ το θρύλο σου δεν πας.
Μόνο εκδρομούλες μονοήμερες σε πανό και μέθη
− γιαλό γιαλό η υπενθύμισή σου.

Ωραία που θα φεύγαμε φοβιτσιάρες άγκυρες.
Τελικά μαζί σου.
Το πιο ανεμπόδιστο, φιλαπόδημο
αποθησαυριστικό ταξίδι αφοσιωμένο
μαζί σου το αποτόλμησα Ακατόρθωτο
κι ακόμα να τελειώσει.

Δαπανηρή ιδέα ο βίος.
Ναυλώνεις έναν κόσμο
για να κάνεις το γύρο μιας βάρκας.





ΧΑΙΡΕ ΠΟΤ
Ε΄


Τελευταίοι Χαιρετισμοί απόψε
ατελείωτοι οι δικοί μου που σου στέλνω
και χαίρε χαίρε του αποκλείεται
η θεία προθυμία να σ’ τους δώσει.

Λιπόθυμα σωριάζονται οι βιολέτες
από το σφιχταγκάλιασμα του χλιαρού
καιρού το δικαιολογημένο
έχει από πέρσι να τις δει.

Χαίρε συνέπεια λουλουδιών
προς την τακτήν επιστροφή σας
χαίρε συνέπεια του ανεπίστρεπτου
τήρησες κατά γράμμα τους νεκρούς.
Χαίρε του σκοταδιού το σφιχταγκάλιασμα
που δέχεσαι το δικαιολογημένο
έχει να σε δει πριν τη γέννησή σου.
Χαίρε των ματιών σου η ανοιχτοφοβία
χαίρε κεχαριτωμένη υπόσχεση του ανέλπιστου
πως βλέμμα σου θα ξεθαρρέψει πάλι κάποτε
να ξανοιχτεί προς έντρομο δικό μου.
Χαίρε των ματιών σου η ανοιχτοφοβία
− της μνήμης το «ελευθέρας» να πηγαίνει
όποτε θέλει να τα βλέπει
αυγή χαμένης μέρας.

Όσο για σένα κόσμε
που καταδέχεσαι να ζεις
όσο έχει την ανάγκη σου η τύχη
για να καρπούνται τα δεινά
την εύφορη αντοχή σου,
που εξευτελίζεσαι να ζεις
για να σου πει μια καλησπέρα το πολύ
κατά τον διάπλου
ένα εγγαστρίμυθα ολόγιομο φεγγάρι
τι να σου πω
χαίρε κι εσύ.





ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ


Υπαίθριος καιρός.
Κάτι ελιές πάνε να μαζέψουν ανήφορο.
Φορτωμένες.
Ο καρπός εισακούστηκε το παρελθέτω όχι.
Δεν θα εισπράξουν ούτε φέτος πατέρες
οι λιποψυχίες μας.

Ατελής η ελαιογραφία.
Να ξαναδοκιμάσω.

Κάτι ελιές πάνε να μαζέψουν ανήφορο.
Τα αργύρια φύλλα τους εποφθαμιά
η αστραφτερή του τοπίου αγνότητα.
Φύσει καταδότρια η αθωότης.
Αυτή δεν μας παρέδωσε
για ελάχιστα ανεκπλήρωτα αργύρια
στην απώλειά της;

Να τονίσω λίγο Φαρισαίον απέναντι.
Τη θάλασσα.





ΕΝΑ ΜΑΤΣΑΚΙ ΩΧΡΟΤΗΤΑ


Με συνοδεύει φιλικά ένας μοναχικός περίπατος.
Για καλή μου τύχη
πηγαίναμε κι οι δυο μας προς τα εκεί.

Παλαιά σχέση ψυχραμένη.
Αστείες παρεξηγήσεις περί Άλλων
πού διαλύονται.
Κουτσομπολιά των ονείρων οι άλλοι.

Στεκόμαστε στις βιτρίνες μου.
Είναι αλλαγή της εποχής μου.
Θα φορεθώ πολύ. Κανένα σχέδιο. Ίσια γραμμή.
Λαιμόκοψη. Κεφάλι να σκεπάζει το γόνατο.
Χέρια ντραπαρισμένα στο στήθος χαλαρά.
Ανεξίτηλα χρώματα εισαγωγής· από μέσα.

Ψηλά είναι κατακόκκινο το βράδυ.
Αιματοχυσία εμφυλίου στερεώματος.

Τα κίτρινα χρυσάνθεμα υπαίθριου ανθοπώλη
σε διπλή τιμή με πικραίνουν
− ένα ματσάκι ωχρότητά σου.

Είμαι στα ίχνη μιας βροχής
Περίεργης. Σαν να έβρεχε είναι· άλλοτε.
Απόρρητα βρέχει, κρυφά απ’ τη βεβαιότητα
σχεδόν κρυφά κι από την ίδια τη βροχή.
Το ξέρει μόνο η γοητεία του δισταγμού
η τσίγκινη τραγιάσκα κάποιου ήχου
και το συμβούλιο των σταγόνων ψηλά
γύρω από τη στρογγυλή λάμπα του δρόμου.

Απόρρητα βρέχει.
Σα να ’ναι εμπιστευτικό το φανερό.
Όπως και είναι. Πόσες φορές κρυφά από μας
δεν έχουμε συμβεί κρυφά από τις πράξεις μας −
πάντα τελευταίες το μαθαίνουν· από τις συνέπειες
που το γνωρίζουν εξ αρχής.

Ακόμα κι από τη νεότητα σχεδόν κρυφά γερνάμε.
Σα να ’ναι εμπιστευτικό το ολοφάνερο.
Πάντα τελευταία το μαθαίνει − απ’ τη νεότητα
              των άλλων.

Μήπως μαθαίνουμε ποτέ ότι δεν ζούμε;
Κρυφό μάς το κρατάει για πάντα ο θάνατος μας.
Το ξέρει μόνον η ζωή που συνεχίζεται των άλλων.
Κουτσομπολιά ονείρων παρεξήγηση οι άλλοι.





ΚΟΝΙΑΚ ΜΗΔΕΝ ΑΣΤΕΡΩΝ


Χαμένα πάνε εντελώς τα λόγια των δακρύων.
Όταν μιλάει η αταξία η τάξη να σωπαίνει
― έχει μεγάλη πείρα ο χαμός.
Τώρα πρέπει να σταθούμε στο πλευρό
του ανώφελου.
Σιγά σιγά να ξαναβρεί το λέγειν της η μνήμη
να δίνει ωραίες συμβουλές μακροζωίας
σε ό,τι έχει πεθάνει.

Ας σταθούμε στο πλευρό ετούτης της μικρής
φωτογραφίας
που είναι ακόμα στον ανθό του μέλλοντός της:
νέοι ανώφελα λιγάκι αγκαλιασμένοι
ενώπιον ανωνύμως ευθυμούσης παραλίας.
Ναύπλιο Εύβοια Σκόπελος;
Θα πεις
και πού δεν ήταν τότε θάλασσα.





Από τη συλλογή «Χαίρε ποτέ» (1988).
Πηγή: «Κική Δημουλά - Ποιήματα», Ίκαρος, δ΄ έκδοση, 2002.

Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2020

Κική Δημουλά, "Το λίγο του κόσμου"




ΠΕΡΑΣΑ

                           Because these wings are no longer wings to fly
                                                                                       T.S. Eliot


Περπατώ και νυχτώνει.
Αποφασίζω και νυχτώνει.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Υπήρξα περίεργη και μελετηρή.
Ξέρω απ’ όλα. Λίγο απ’ όλα.
Τα ονόματα των λουλουδιών όταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν οι λέξεις και πότε κρυώνουμε.
Πόσο εύκολα γυρίζει η κλειδαριά των αισθημάτων
μ’ ένα οποιοδήποτε κλειδί της λησμονιάς.
Όχι δεν είμαι λυπημένη.

Πέρασα μέρες με βροχή,
εντάθηκα πίσω απ’ αυτό
το συρματόπλεγμα το υδάτινο
υπομονετικά κι απαρατήρητα,
όπως ο πόνος των δέντρων
όταν το ύστατο φύλλο τους φεύγει
κι όπως ο φόβος των γενναίων.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Πέρασα από κήπους, στάθηκα σε συντριβάνια
και είδα πολλά αγαλματίδια να γελούν
σε αθέατα αίτια χαράς.
Και μικρούς ερωτιδείς, καυχησιάρηδες.
Τα τεντωμένα τόξα τους
βγήκανε μισοφέγγαρο σε νύχτες μου και ρέμβασα.
Είδα πολλά και ωραία όνειρα
και είδα να ξεχνιέμαι.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Περπάτησα πολύ στα αισθήματα,
τα δικά μου και των άλλων,
κι έμενε πάντα χώρος ανάμεσά τους
να περάσει ο πλατύς χρόνος.
Πέρασα από ταχυδρομεία και ξαναπέρασα.
Έγραψα γράμματα και ξαναέγραψα
και στο θεό της απαντήσεως προσευχήθηκα άκοπα.
Έλαβα κάρτες σύντομες:
εγκάρδιο αποχαιρετιστήριο από την Πάτρα
και κάτι χαιρετίσματα
από τον Πύργο της Πίζας που γέρνει.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη που γέρνει η μέρα.

Μίλησα πολύ. Στους ανθρώπους,
στους φανοστάτες, στις φωτογραφίες.
Και πολύ στις αλυσίδες.
Έμαθα να διαβάζω χέρια
και να χάνω χέρια.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Ταξίδεψα μάλιστα.
Πήγα κι από δω, πήγα κι από κει…
Παντού έτοιμος να γεράσει ο κόσμος.
Έχασα κι από δω, έχασα κι από κει.
Κι από την προσοχή μου μέσα έχασα
κι απ’ την απροσεξία μου.
Πήγα και στη θάλασσα.
Μου οφειλόταν ένα πλάτος. Πες πως το πήρα.
Φοβήθηκα τη μοναξιά
και φαντάστηκα ανθρώπους.
Τους είδα να πέφτουν
απ’ το χέρι μιας ήσυχης σκόνης,
που διέτρεχε μιαν ηλιαχτίδα
κι άλλους από τον ήχο μιας καμπάνας ελάχιστης.
Και ηχήθηκα σε κωδωνοκρουσίες
ορθόδοξης ερημίας.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Έπιασα και φωτιά και σιγοκάηκα.
Και δεν μου ’λειψε ούτε των φεγγαριών η πείρα.
Η χάση τους πάνω από θάλασσες κι από μάτια,
σκοτεινή, με ακόνισε.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Όσο μπόρεσα έφερ’ αντίσταση σ’ αυτό το ποτάμι
όταν είχε νερό πολύ, να μη με πάρει,
κι όσο ήταν δυνατόν φαντάστηκα νερό
στα ξεροπόταμα
και παρασύρθηκα.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη
Σε σωστή ώρα νυχτώνει.





Ο ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ


Ο έρωτας,
όνομα ουσιαστικόν,
πολύ ουσιαστικόν,
ενικού αριθμού,
γένους ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού,
γένους ανυπεράσπιστου.
Πληθυντικός αριθμός
οι ανυπεράσπιστοι έρωτες.

Ο φόβος,
όνομα ουσιαστικόν,
στην αρχή ενικός αριθμός
και μετά πληθυντικός:
οι φόβοι.
Οι φόβοι
για όλα από δω και πέρα.

Η μνήμη,
κύριο όνομα των θλίψεων,
ενικού αριθμού,
μόνον ενικού αριθμού
και άκλιτη.
Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη.

Η νύχτα,
όνομα ουσιαστικόν,
γένους θηλυκού,
ενικός αριθμός.
Πληθυντικός αριθμός
οι νύχτες.
Οι νύχτες από δω και πέρα.





ΟΙ ΛΥΠΗΜΕΝΕΣ ΦΡΑΣΕΙΣ


Με ημέρα αρχίζει ή εβδομάδα,
με ημέρα τελειώνει,
Κι η Κυριακή, κόμπος σφιχτός
να μη λυθούν οι εβδομάδες.
Έρχεται πάντα από το ίδιο Σαββατόβραδο
και φέρνει λίγο ύπνο παραπάνω το πρωί
και το θεό, όσο τον δίνουν οι ορθρινές καμπάνες.
Λίγο να σταθείς στ’ ανοιχτά παράθυρα
και να κοντοσταθείς σ’ αυτά πού δε συμβαίνουν,
περνάει η ώρα.
Δημοτικά τραγούδια απ’ τα παράθυρα
ποια γυναί-  ποια γυναί-  ποια γυναίκα θα σε πάρει,
σιγά σιγά η Κυριακή μεσουρανεί
σαν τρομαγμένη απορία.

Στις γειτονιές
περνάνε γύφτισσες να πω το ριζικό σου,
ποια γυναί-  ποια γυναί-  ποια γυναίκα θα σε πάρει,
δημοτικά τραγούδια απ’ τα παράθυρα, ριζικά.
Πιο πέρα κάποιο ντέφι, εν’ αρκουδάκι
δείξε πώς βάζουν πούδρα τα κορίτσια
στον καθρέφτη, πώς γδύνεται η Μονρόε…

Μη γελάς. Βρέθηκε κάποτε νεκρή η Μονρόε.
Με πράγματα πού δεν αντέχουν μη γελάς.
Αχ, οι λυπημένες φράσεις, οι λυπημένες λέξεις,
πώς μοιάζουν στους τυφλούς οργανοπαίχτες
στους δρόμους τους εμπορικούς, τις Κυριακές.

Να είχαμε μιαν άνοιξη.
Μη γελάς.
Με πράγματα που δεν υπάρχουν μη γελάς.
Ας λένε τα πουλιά κι οι μυρωδιές στα πλάγια
πως είναι Απρίλης.
Το λένε τα πουλιά κι οι έρωτες των άλλων.
Εμένα μ’ εξαπατούνε οι θεοί
κάθε που αλλάζει ο καιρός,
κάθε που δεν αλλάζει.
Μη γελάς.
Έαρ δε γίνεται
με ρίμες
ήλιοι - Απρίλιοι,
ήλιοι - Απρίλιοι,
ομοιοκατάληκτες στιγμές,
χρόνος χρωμάτων,
στρέμματα φωτός,
χαμομηλιών ανυπομονησία να μυρίσουν.
Δημοτικά τραγούδια απ’ τα παράθυρα
ποια γυναί-  ποια γυναί-  ποια γυναίκα θα σε πάρει,
και όλα τ’ άλλα τρόποι
για να πεθαίνουνε ανώδυνα τα ημερολόγια.

Την Κυριακή τραβάει σε μάκρος
των τραγουδιών η αγωνία
ποια γυναί-  ποια γυναί-

Αχ, οι λυπημένες φράσεις, οι λυπημένες λέξεις,
στους δρόμους τους εμπορικούς,
τις Κυριακές τις ανοιξιάτικες.





ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ 1948


Κρατώ λουλούδι μάλλον.
Παράξενο.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασε κήπος κάποτε.

Στο άλλο χέρι
κρατώ πέτρα.
Με χάρη και έπαρση.
Υπόνοια καμιά
ό,τι προειδοποιούμαι γι’ αλλοιώσεις,
προγεύομαι άμυνες.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασε άγνοια κάποτε.

Χαμογελώ.
Η καμπύλη του χαμόγελου,
το κοίλο αυτής της διαθέσεως,
μοιάζει με τόξο καλά τεντωμένο,
έτοιμο.
Φαίνετ’ άπ’ τη ζωή μου
πέρασε στόχος κάποτε.
Και προδιάθεση νίκης.

Το βλέμμα βυθισμένο
στο προπατορικό αμάρτημα:
τον απαγορευμένο καρπό
της προσδοκίας γεύεται.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασε πίστη κάποτε.

Η σκιά μου, παιχνίδι του ήλιου μόνο.
Φοράει στολή δισταγμού.
Δεν έχει ακόμα προφθάσει να είναι
σύντροφος μου ή καταδότης.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασ’ επάρκεια κάποτε.

Συ δε φαίνεσαι.
Όμως για να υπάρχει γκρεμός στο τοπίο,
για να ’χω σταθεί στην άκρη του
κρατώντας λουλούδι
και χαμογελώντας,
θα πει πως όπου να ’ναι έρχεσαι.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
ζωή πέρασε κάποτε.





ΒΑΘΕΙΑ ΑΥΛΑΞ


Καληνύχτα...

Με κούρασε πολύ η Κυριακή.
Πολλή Κυριακή για έναν άνθρωπο.
Με κούρασε κι αυτός ο γάμος «στις οκτώ»,
ο λόγος ο αμετάφραστος έσονται εις σάρκα μίαν
κορίτσι πάλι η σκέψη, και ταξίδευε
μ άσπρα ανοιχτά σεντόνια.

Κι ύστερα όλ’ αυτά τα Κολωνάκια που κατέληξα
μεγάλωσαν την κούραση.
Μπορεί να έφταιγε ο καιρός,
κάτι σαν φθινοπωρινός
και λίγο σαν χαμένος.
Μπορεί να φταίξανε
οι νέες και οι έφηβοι.
Ως σημαιούλες υπερχρόνου εορτάζοντος
περνούσαν, όπως περνούσα κάποτε,
και με κούρασαν.
Αλλά κι αυτά των κυριών τ’ άρρωστα μάτια
τα μάτια αρρωσταίνουνε βαριά
όταν θέλουν να δουν τι είναι πίσω από άλλα μάτια.
Είδα να ’χουν πιαστεί σε κάποιο δίχτυ νοσταλγίας
που το τραβούσαν σκοτεινοί στην πρόθεση ψαράδες
− καιροί αλιείς.
Αδιέξοδες κυρίες...
Είδα, όπου πηγαίνει η ώρα τους, να βρέχει.

Εκείνο το εις σάρκα μίαν
ακόμα δεν μου επέστρεψε τη σκέψη
κορίτσι ακόμα η σκέψη, ταξιδεύει
μ’ άσπρα ανοιχτά σεντόνια.
Αλλού εγώ κι αλλού η σκέψη,
μεγάλη πάντα κούραση.
Με κούρασε πολύ αυτό το «πάντα».

Κάποιος μιλάει δίπλα μου για ασκήσεις, θαρρώ
«βαθεία αύλαξ» λέει.
Ναι. Βαθεία αύλαξ.
Καληνύχτα.

Πικρίζει ο Λυκαβηττός μέσα στο βλέμμα.
Με κούρασε πολύ αυτή η γεύση,
κι αυτά τα δέντρα που βαδίζουν μόνα τους
κάτω από φυλλορροημένες συναντήσεις.

Καληνύχτα.
Πολλή Κυριακή για έναν άνθρωπο.
Ένα σκληρό χαμόγελο στο πρόσωπο του κόσμου.
Με κούρασε πολύ το πρόσωπο του κόσμου.
Κι εσύ να είσαι ένα ποτήρι
στο πάνω πάνω ράφι
που δεν φτάνω.





ΑΦΗΣΑ ΝΑ ΜΗΝ ΞΕΡΩ


Από τον κόσμο των γρίφων
φεύγω ήσυχη.
Δεν έχω βλάψει στη ζωή μου αίνιγμα:
δεν έλυσα κανένα.
Ούτε κι αυτά που θέλαν να πεθάνουν
πλάι στα παιδικά μου χρόνια:
έχω ένα βαρελάκι που ’χει δυο λογιών κρασάκι.
Το κράτησα ώς τώρα
αχάλαστο ανεξήγητο,
γιατί ώς τώρα
δυο λογιών κρασάκι
έχουν λυμένα κι άλυτα που μου τυχαίνουν.
Συμβίωσα σκληρά
μ’ έναν ψηλό καλόγερο που κόκαλα δεν έχει
και δεν τον ρώτησα ποτέ
ποιας φωτιάς γιος είναι,
σε ποιο θεό ανεβαίνει και μου φεύγει.

Δεν του λιγόστεψα του κόσμου
τα προσωπιδοφόρα πλάσματά του,
του ανάθρεψα του κόσμου το μυστήριο
με θυσία και με στέρηση.
Με το αίμα που μου δόθηκε
για να τον εξηγήσω.
Ό,τι ήρθε με δεμένα μάτια
και σκεπασμένη πρόθεση
έτσι το δέχτηκα
κι έτσι τ' αποχωρίστηκα:
με δεμένα μάτια και σκεπασμένη πρόθεση.
Αίνιγμα δανείστηκα,
αίνιγμα επέστρεψα.
Άφησα να μην ξέρω
πώς λύνεται ένα χθες,
ένα εξαρτάται,
το αίνιγμα των ασυμπτώτων.
Άφησα να μην ξέρω τι αγγίζω,
ένα πρόσωπο ή ένα βιάζομαι.

Ούτε κι εσένα σε παρέσυρα στο φως
να σε διακρίνω.
Στάθηκα Πηνελόπη
στη σκοτεινή ολιγωρία σου.
Κι αν ρώτησα καμιά φορά πώς λύνεσαι,
πηγή αν είσαι ή κρήνη,
θα ’ταν κάποια καλοκαιριάτικη ημέρα
που, Πηνελόπες και όχι,
μας κυριεύει αυτός ο δαίμων του νερού
για να δοξάζεται το αίνιγμα
πώς μένουμε αξεδίψαστοι.

Από τον κόσμο των γρίφων
φεύγω ήσυχη.
Αναμάρτητη:
αξεδίψαστη.
Στο αίνιγμα του θανάτου
πάω ψυχωμένη.





Από τη συλλογή «Το λίγο του κόσμου», (1971).
Πηγή: «Κική Δημουλά - Ποιήματα», Ίκαρος, δ΄ έκδοση, 2002.
Πηγή για την εικόνα: real.gr