Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελευθερίου Αγγελική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελευθερίου Αγγελική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 22 Μαΐου 2024

Αγγελική Ελευθερίου, "Μια γυναίκα"





Έφυγε η φιλενάδα μου και κλαίω
η φιλενάδα μου έμεινε εκεί που πήγε
δεν κλαίω πια
κάθε βράδυ πριν πέσω της γράφω γράμματα για μας εδώ
φιλενάδα τής γράφω μας ξέχασες
δεν τα στέλνω
η φιλενάδα μου δεν ξέρει τίποτα για μας εδώ
θα σ’ τα διαβάσω μαζεμένα ένα βράδυ
ή ένα απόγευμα νωρίς και μάλλον θα ψιλοβρέχει
υστέρα θα φύγει πάλι ώς το τέλος
σήμερα είδα το Θάνο με την κόρη του στο πάρκο
ίδιος μου ’λεγε είναι
άρχισα να τρέχω για να τον προλάβω
κι όταν έφτασα τίποτα δε μου ’ρχότανε να πω
γύρισα σαν χαζή κι έκατσα σ’ ένα παγκάκι άναψα και τσιγάρο
ύστερα ήρθε κι έκατσε κοντά ένας φαντάρος
έλυσε τα κορδόνια απ’ τις αρβύλες του
ξεκούμπωσε λίγο το μπουφάν του
κι εγώ φοβήθηκα μην τόνε δει κανένας και τον γράψει και του το ’πα
χάρηκε που του μίλησα κι αρχίσαμε να κουβεντιάζουμε για το στρατό
και τέτοια
και τόνε κοίταζα
μη σου περάσει τίποτα απ’ το νου
όμως εγώ θυμόμουνα τον αδερφό μου το μεγάλο
όταν επήγα να τόνε δω πρώτη φορά στην Κόρινθο
με κείνα τα ψηλά τακούνια
κι έβρεχε και βουλιάζανε στη λάσπη
κι όταν τον είδα να ’ρχεται από μακριά
έκλαιγα και γελούσα
κι ύστερα στην πρώτη του άδεια
γονατιστό να κλαίει στα γόνατα της μάνας μου
και τόνε κοίταζα κι όλο θυμόμουνα
και κείνος το πήρε αλλιώτικα θαρρώ και σηκώθηκα να φύγω
και ήρθε από πίσω μου κουτσαίνοντας απ’ τις αρβύλες
και άνοιξα το βήμα μου
κι ύστερα πάλι τον λυπήθηκα που θα πονούσε
και στάθηκα για να του εξηγήσω και δεν εκαταλάβαινε
και άπλωσε με δύναμη τα χέρια και μ’ αγκάλιασε
άρχισε να με φιλάει και να με σφίγγει
και πάλευα εγώ δεν ήθελα και να φωνάξω
και μ’ έσφιγγε μ’ έσφιγγε
κι εγώ πια τίποτα δεν έκανα
κι ύστερα ησύχασε κι έριξε το κεφάλι του στον ώμο μου
κι άρχισα να κλαίω και να του χαϊδεύω το κουρεμένο του κεφάλι
και θυμήθηκα που μια φορά είπα στον άντρα μου
ήθελα ν’ αγαπιόμαστε όταν ήσουνα φαντάρος
κι έκλαιγα ακόμα κι εκείνος ζήταγε συγνώμη
γύρισε λίγο έφτιαχνε τη ζώνη του θαρρώ
ήτανε ιδρωμένος σαν να ’χε βάλει το κεφάλι του κάτω από βρύση
κι ήταν ωραίος έτσι
και τόνε κοίταζα
και πια τίποτα και κανένα δε θυμόμουνα

γύρισα σπίτι
κλαίω σαν να ’χασα κάτι πολύ ακριβό

γερνάω



*    *    *




Στον ύπνο της έβλεπε όνειρα ερωτικά
ξύπνησε με διάθεση να φάει φαγιά ωραία και γλυκά πολλά γλυκά
δε βρήκε παρά ένα βαζάκι με ζαχαρωμένο σταφύλι
από το περασμένο καλοκαίρι
της το ’χε φέρει η μάνα της και δεν ξέρει πώς
αλλά της ήρθε να πει
το ’πε κιόλας «Θεός σχωρέσ’ την»
στάθηκε μια στιγμή άφησε το κουταλάκι στο γλυκό μπήκε στο δωμάτιο
και πια ήξερε
μέρες τώρα την τριγύριζε
πως η αγωνία ξανάρθε
δεν ήθελε
ο καιρός ήταν ωραίος άνοιξη
είχε κατέβει και στα μαγαζιά
αγόρασε υφάσματα χρωματιστά
άκουσε κάτι γυναίκες στο τρόλεϋ που μιλούσαν για χρώματα
φορέματα και τέτοια της άρεσε
σκέφτηκε να τηλεφωνήσει στη μάνα της
όχι τώρα αργότερα είπε
μπορεί να καταλάβει τώρα
τι να καταλάβει είπε και τ’ άφησε
μπήκε στο δωμάτιο άναψε τσιγάρο
το σπίτι βρώμισε σκέφτηκε κι ανασκουμπώθηκε
και θυμήθηκε που όταν ήτανε μικρή και μαλώνανε οι γονείς της
όλο δουλειές έκανε κι έτρωγε και ξύλο κι όλο μαλώναν κι όλο
το ίδιο κι όταν ο άντρας της γύριζε με νεύρα
όλο έκανε για να περάσει η μπόρα όπως λέγανε και δεν επέρναγε
κι άρχισε να σπάει και να πετάει να ξεκαθαρίζει τα παλιά
έβαλε και μουσική που της άρεσε
κι άρχισε να χορεύει γύρω απ’ τα σκουπίδια
κουράστηκε και σταμάτησε
από τα πόδια και τα χέρια της έτρεχε αίμα
σκοτωμένο το ’πε
πλύθηκε κι άλλαξε
το τηλέφωνο χτύπησε ήταν η μάνα της
το ακουστικό το κρατούσε λίγο μακριά



*    *    *




Θα ’ρθεις μια μέρα που δε θα σε περιμένω
η καρδιά μου θα χτυπάει κανονικά
και το κρεβάτι θα ’ναι άστρωτο
η φούστα μου και τα μαλλιά μου
θα ’ναι βρεμένα απ’ τα νερά το καλοκαίρι
αν πάλι είναι χειμώνας θα ’χω ριγμένο απάνω μου
το μαύρο σάλι της γιαγιάς μου
ακούω μια πόρτα
δεν ξέρω αν κλείνει ή αν ανοίγει
στο σάλι μπορεί να ’χουνε μπλεχτεί και λίγες άσπρες τρίχες
εχτός και καμιά μέρα
χωρίς καθόλου ήλιο κάτσω και τα βάψω
δε θέλω αλλά μπορεί
μια άλλη τέτοια μέρα σου λέω παρά λίγο
ύστερα έκλαψα κάμποσο άργησα κι από τη δουλειά
τη μέρα εκείνη καθάρισα την τσάντα μου
από παλιά χαρτιά κι ονόματα
λούστηκα και πήγα μόνη στο σινεμά
ήτανε πρώτη φορά και το σημείωσα
θα ’ρθεις το ξέρω μόλις βγεις
ένα πρωί
και θα ’ναι μάλλον Κυριακή δέκα περίπου η ώρα
θα πιούμε ήσυχα καφέ δίχως πολύ να συζητάμε
ύστερα θα πας να φας στη μητέρα σου
μια άλλη μέρα
ήσυχα πάλι
θα μου μαθαίνεις των δαχτύλων τη σιγουριά
και μην ξεχνάς το στόχο θα μου λες
κάτσε ας είναι οι πόρτες ανοιχτές
όταν θα ’ρθεις



*    *    *




Οι γάτες νιαουρίζουνε στη διπλανή ταράτσα
μήνας Γενάρης
είχε σβηστό το φως κι είχε ξαπλώσει
διάβασε την εφημερίδα και κάνα δυο παλιές
για να μην πει κι απόψε άλλη φορά
και καμιά μέρα τις πετάξει όλες μαζί
όπως συχνά γινότανε
και ξάπλωσε
όταν δεν είχε ύπνο έκανε διάφορες ψιλοδουλειές ίσαμε να ’ρθει η ώρα
όμως απόψε οι γάτες νιαουρίζουνε στη διπλανή ταράτσα
κι ό,τι που έλεγε πως τίποτα δεν την πειράζει πια
σηκώθηκε και τριγυρνούσε στο δωμάτιο
βγήκε μετά ξυπόλυτη όπως ήτανε στην τζαμαρία
άναψε και τσιγάρο
περίμενε σωπάσανε για λίγο
κρύωνε και μπήκε μέσα δεν άναψε το φως
σε λίγο ξαναρχίσανε
ήθελε
τίποτα έτσι το ’πε
τουλάχιστο να κουβέντιαζε με κάνα φίλο
είναι αργά τώρα είπε και πάλι το σκέφτηκε
το ’χε σκεφτεί κι άλλες φορές
ποιον θα μπορούσε να ’παιρνε
ποια πόρτα να χτυπούσε τέτοιες ώρες
ή άλλες πιο
χωρίς να ενοχλήσει
να γίνει αιτία να
έτσι να μέρωνε λιγάκι
αλήθεια ποιον
έλεγε και κουκουλώθηκε απ’ το κεφάλι

το πρωί σηκώθηκε με γρατσουνιές πάνω στο πρόσωπο



*    *    *




Ήτανε από τις φορές
που έλεγε πως τα μαλλιά της είχανε γίνει σύρματα
και της τρυπούσαν το μυαλό
όπως η τηλεόραση της διπλανής με τις διαφημίσεις στη διαπασών
τότε που ήθελε να φωνάξει βοήθεια ή ησυχία
και που βαστούσε το κεφάλι της στα χέρια της
μέσα στα χέρια το κεφάλι της
θρυμματισμένο
και τα μάτια χυμένα
εικόνα του Χριστού χρωματιστή
σε έργα φτηνά που της αρέσανε
κι έτσι για να μη σκέφτεται άρχισε πάλι να ψάχνει
τη μαύρη της ποδιά με τ’ άσπρο κεντημένο σήμα
και το πηλήκιο του αδερφού της με την κουκουβάγια
μες στο βομβαρδισμένο Θέατρο της Σύρας
στο θεωρείο Τρία με τα καμένα βυσσινιά βελούδα και με τις αράχνες
μαζί με το Μαράκι
εκειδά μπροστά στην είσοδο
στους δυο ανθρώπους με τα μαύρα
έβγαλε την ποδιά της και μπήκε
λίγο πριν σκοτωθούν οι αδερφές Αρμάου από την Τήνο
οι Θεατρίνες
και την παράλλη η ταξιθέτρια μαζί με το Γυμνασιάρχη
τήνε γυρίζανε μέσ’ από τάξη σε τάξη
ρούχο κακοφορμισμένο για μπουρλότο
δε σήκωσε το χέρι
χρόνια μετά τριγύριζε μες στο βομβαρδισμένο Θέατρο της Σύρας
και παρακάλαγε την ταξιθέτρια που ήτανε και κλωστηρού
Ανεζούλα τήνε λέγανε
για να της τήνε δώσει
και κείνη δεν την έδινε τη μαύρη της ποδιά
και το πηλήκιο του αδερφού της
κι ύστερα ήρθανε δω
κι εκεί δεν ξαναπάτησε
κι έμαθε εδώ ένα τραγούδι και τραγούδαγε
για μία νυχτερίδα
που τήνε σκότωσε το φως
όπως επήγαινε να βγει
απ’ το υπόγειο μες στην οδό Σταδίου
με τα λιωμένα φτερά του Ίκαρου να πέφτει να πέφτει

ξύπνησε κι έλεγε θα ’ρθω



*    *    *




Γύρισε
χαρτιά ήταν εκεί πάνω στο τραπέζι
τα χέρια της τρέμανε
άκρια άκρια στα δάχτυλα
ήθελε να κάτσει και να τους γράψει
γιατί δεν μπόρεσε να τους μιλήσει πάλι γιατί
να ’παιζα πιάνο σκέφτηκε
αυτό το τρεμούλιασμα στις άκριες
γιατί ποτέ δεν έτυχε να δει κανένα
μες στο δρόμο
στις αυλές
μες στα καρνάγια που μεγάλωσε όχι ποτέ
μονάχα οβίδες νάρκες και γυαλάκια
ωστόσο έτρεμε εκεί στις άκριες στα δάχτυλα
γιατί δε μίλησε την ώρα εκείνη
είπε δηλαδή κάτι
ήτανε όμως για να δικαιολογηθεί
κι έπρεπε να βρίσει να φωνάξει
να φτύσει και να ξαναφτύσει
να ξεκολλήσει από πάνω της
τα χέρια τους και τα χαμόγελά τους τα πονετικά
τα μάτια τους
γιατί αυτή απόφευγε να τους κοιτάξει.
γιατί τα μάτια αυτηνής
είχανε μέσα τους το φόνο
και είχε δίκιο
το ’ξερε πως είχε δίκιο
να κάτσει τώρα ήσυχα να γράψει
να γράψει και να τους τα πει
τώρα
πεινούσε όμως πολύ
και το δωμάτιο ήτανε κρύο
τα δάχτυλα στις άκριες κρεμάσαν σταλαχτίτες
έμεινε εκεί σαν σπηλιά





Από τη συλλογή «Μια γυναίκα» (1978).
Πηγή: «Αγγελική Ελευθερίου, Τα ποιήματα [1978-2011]», εκδ. Γαβριηλίδης, 2015.

Στην εικόνα: John William Waterhouse, «The Rose Bower» (1910).
Πηγή για την εικόνα:Wikimedia Commons.

Κυριακή 23 Μαΐου 2021

Αγγελική Ελευθερίου, "Μια άδεια θέση"





Και να ’ναι
Όλη σου η ζωή
Εκείνη η φωτογραφία
Όλη κι όλη
Παραμονή του γάμου σου
Κι εκείνη η άλλη
Που δεν τραβήχτηκε
Ποτέ






Το ’ξερες
Μήπως δεν το ’ξερες
Κι ας είχες ξεκινήσει
Κι ας προχώρησες
Γύρισες πίσω
Με μια χάρη
Με μιαν ευλυγισία ναρκωμένη
Και κάθισες στην ίδια θέση
Σαν και πριν
Κάθισες έτσι
Όπως μπροστά σε μια καινούργια πόλη
Που φτάνεις με καράβι
Ξημέρωμα Γενάρη






Τη χίμαιρα μου
Τη βρήκα
Στα χώματα
Ψάχνοντας
Για κάτι άλλο
Θραύσμα από πηλό
Αρχαίου αμφορέα
Ολάκερη και ολοκάθαρη
Την έχασα
Μέσα στον κόσμο
Πολλά τα λόγια
Εύκολα
Να την ξεχάσω
Να σταματήσω
Να την ψάχνω να
Ωστόσο
Αργά και πού
Μέσα στα χρόνια
— Τελευταία όλο και πιο συχνά
Αισθάνομαι έναν απόηχο βαθύ
Παντού
Μέσα στο σώμα μου
Στο πρόσωπο
Που με χτυπάει
Αλύπητα






Η κλίση σου
Τράβηξε άλλους δρόμους
Μα κάτι ελάχιστο
Και σκοτεινό
Στους ίσκιους των ματιών σου
Που μόνο εσύ εγνώριζες
Κάτι σαν βαθύ νερό
Κάτι που έμοιαζε
Σαν να πεθαίνει κάποιος
Και να μην έχει
Συγχωρέσει






Αυτό το φόρεμα
Ήταν
Νεκρής από χρόνια
Αγαπημένης γυναίκας
Ένας αέρας
Τώρα το φοράω εγώ
Κάθε χειμώνα
Περιμένω τον Αύγουστο
Κάθε Αύγουστο
Μετρώ τα καλοκαίρια της
Και τα δικά μου






Από τη συλλογή «Μια άδεια θέση» (2011).
Πηγή: 
«Αγγελική Ελευθερίου, Τα ποιήματα [1978-2011]», εκδ. Γαβριηλίδης, 2015.

Στην εικόνα: Oreste Pizio, «Träumerei» (1900).
Πηγή για την εικόνα:Wikimedia Commons.

Παρασκευή 22 Μαΐου 2020

Αγγελική Ελευθερίου, "Αργά τ’ απόγευμα"




~*~


Χάιδευε η τρέλα την υπομονή της
Και η υπομονή της χάιδευε την τρέλα
Πάνω στις κόρες των ματιών της.
Δεν είχε αποφασίσει πότε
Τα άσπρα στίγματα
Θα σημαδεύαν το κορμί μας.
Πότε θα το πονούσαν.
Έμενε εκεί
Στην επιφάνεια
Και κάτω απ’ αυτήν
Να δίνει και να παίρνει
Σήματα φωτεινά.





~*~


Τα σώματα σου
Που θυσίασες
Τα πήρες πίσω.
Τώρα που φλούδες ξεκολλούν
Απ’ τη ζωή
Τα χρόνια σου.
Και που τις καρτ-ποστάλ
Απ’ τα ταξίδια σου
Χαρίζεις.
Και άλλα
Πιο πολύτιμα ενθύμια
Πετάς
Γιατί δε βρίσκεις
Να τα δώσεις.
Έφτασες ώς εκεί που ’χες προβλέψει
Και θάλασσα δε φαίνεται
Και πουθενά τ’ αρχαίο θέατρο





~*~


Αγριεύτηκα
Κυνηγημένη από τα όνειρα της νύχτας.
Δώσε μου το μαύρο μου μαντίλι
−ας έχει ήλιο−
Τα μάτια μου.
Στάσου μπροστά μου − πιο κοντά
Και κρύψε με.
Εκείνος o μαυριδερός παλαιοπώλης
Με παρακολουθεί και μ’ εκβιάζει
Για έναν μια σταλιά
Πορσελάνινον Έρωτα
Που λέει ότι του ράισε το βλέμμα μου
Όπως εκοίταζα στον πάγκο.
Πού είμαι.
Πώς βρέθηκα σ’ αυτή τη γειτονιά.
Εγώ μόλις εγύριζα απ’ τη θάλασσα





~*~


Το βράδυ που σε περίμενα
−δε θα μπορούσε να ’χεις έρθει το βράδυ εκείνο−
Το σπίτι άχνιζε.
Μύριζε γέννα και ζεματιστά νερά.
Με διάφορες τελετουργίες απ’ τους χορούς
Και της Ανατολής το θέατρο
Με μύθους κι αρπαγές σε τοίχους και σπηλιές
Με μουσικές μονόχορδες από ψαλμούς και αμανέδες
Σε φευγαλέα βλέμματα ανθρώπων
Που έχουν πάψει να ονειρεύονται
Τα ξημερώματα φύσηξε.
Τώρα που πάλι σε περιμένω
−τώρα που θα ’ρθεις− μ’ ένα τσιγάρο στάχτη
Μπρος στο παράθυρο σκέφτομαι
Γρήγορα που κρυώνει ο καφές





~*~


Άλλοι όγκοι
Μεγέθη μυθικά
Κατατομές αμετάβλητες
Περιφρουρούν
Το σώμα σου.
Αυλή μοναστηριού
Το πρόσωπό σου
Αναπαύει την αμαρτία.
Πάντως
Εγώ όταν σε σκέφτομαι
Πέφτω ξαφνικά
Σα χιλιάδες ποτήρια
Που σπάνε.





~*~


Ψιλοβρέχει φωτιά.
Τη νιώθω μεσ’ απ’ το μνήμα των σεντονιών μου.
Σκέφτομαι εκείνη τη φωνή
Που έκρυψα κάτω απ’ τις πέτρες
Όταν απαγορεύτηκε από το σώμα σου το σώμα μου.
Το πρόσωπό μου.
Όταν γεμάτος άνεμο
Εφύσηξες τα μάτια μου
Και τα ’σβησες.





Από τη συλλογή «Αργά τ’ απόγευμα» (1990).
Πηγή: «Αγγελική Ελευθερίου, Τα ποιήματα [1978-2011]», εκδ. Γαβριηλίδης, 2015.

Στην εικόνα: Georges de La Tour, «The Repentant Magdalen».
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Τετάρτη 22 Μαΐου 2019

Αγγελική Ελευθερίου, "Ωδίνες"




~*~

Όταν μ’ αποχαιρέτησες
ήμουνα κιόλας μακριά
και εταξίδευα
μ’ ένα μικρό καΐκι χάρτινο
από το δωδεκάφυλλο τετράδιο του νησιού μου
μη μου κρατάς το χέρι μου ακόμα
μη βλέπεις που εγώ δεν το τραβάω
Δε φτάνει
να το τινάξεις δεν μπορείς
με όλη σου τη δύναμη
όπως εκάνανε οι παλιοί γιατροί
να μπει στη θέση του για πάντα
Δεν το μπορείς





~*~

Το πιο πολύ
μες στα βιβλία που εδιάβαζε
και μες στα παραμύθια που μεγάλωνε
της άρεσε ο χρόνος
έτσι γλυκά που επερνούσε
απάνω απ’ τους καιρούς
−θαρρώ πως ήταν η περπατησιά του−
όμως εμένανε
ατέλειωτη μου φάνηκε αυτή η ζωή
θα του ’λεγε
όπως θα βγαίνανε να περπατήσουν
δεν το ’πε
έτσι κι αλλιώς δε θα τον αναγνώριζε
γιατί οι περπατησιές
είχανε γίνει ίδιες των ανθρώπων τώρα





~*~

Οι κινήσεις των χεριών της
επήρανε με τον καιρό
το σχήμα των προσώπων
που αγάπησε
Γι’ αυτό κι όσο μιλούσε
ή εσώπαινε
και όταν αγαπιόταν
ξεθάβανε από μέσα της
πανάρχαια κομμάτια
ακέραια





~*~

Έλεγα τ’ όνομά σου
χωρίς να σε θέλω τίποτα
Μ’ άκουγες δε μ’ άκουγες
φώναζα τ’ όνομά σου
σαν τα παιδιά που παίζοντας μιλάνε μόνα
χωρίς να περιμένω τίποτα
έλεγα και ξανάλεγα
το όνομά σου
έτσι για να τ’ ακούω
καθώς σε έπλαθα
Τώρα όλο εκείνο τον καφέ
να συλλογιέμαι
που χρώσταγα του καφετζή
όταν το μαύρο σύννεφο
μου ’δωσε μια
και βρέθηκα στην άλλη άκρη
με τ’ όνομά σου αιμόφυρτο
μες στη φωνή μου





~*~

Υγροί τοίχοι
ξένων σπιτιών
ρουφάνε τη ζωή μου
γκρεμίζουν τον ήλιο στα παράθυρα
εκδίδουν τους βοριάδες μακριά
καλλιεργούν στα θεμέλια έντομα
και δηλητηριασμένα μανιτάρια
ζωγραφίζουν στο αίμα μου
κηλίδες αφροδίσιες
με σαρκοβόρα σχήματα
και χρώματα
Ονειρεύομαι





Από τη συλλογή «Ωδίνες» (1982).
Πηγή: η συγκεντρωτική έκδοση: «Αγγελική Ελευθερίου - Τα ποιήματα (1978-2011)», εκδ. Γαβριηλίδης, 2015.

Στην εικόνα: Ιωάννης Αλταμούρας, «Έξω από το λιμάνι».
Πηγή για την εικόνα: https://paletaart.wordpress.com/

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2018

Αγγελική Ελευθερίου, "Από τότε"




~*~

Έρχεσαι και ξανάρχεσαι
με τη σιωπή και με το άσπρο
Θα τη φυλάξω τη σιωπή
θα ’ναι το μυστικό μου.
Και με το άσπρο θα ντυθώ της ζωής μου το φόρεμα
Χαράματα
πριν απ’ τον όρθρο και το αξεδιάλυτο του ονείρου
Θα ’ρθω σε σένα
που με περίμενες στην άκρη του δρόμου
Ταπεινωμένη του έρωτα
εξόριστη από το βλέμμα του.
Λαθραία.





~*~

Φόρεσε όλα εκείνα τα μαντήλια
κι ακούμπησε στην άκρη ενός σπιτιού
σαν πλουμιστό πουλί
Δεν πετάει
Ήταν βαρύ το χτύπημα
Έχει ακόμα φιλιά στα γόνατα
κλάματα υπέροχων ανθρώπων
που δεν υπάρχουν πια
Κάτι θέλει να πει
κανείς δε θα μάθει
− Θα φύγω και η καρδιά μου θα χτυπάει
όπως σ’ έναν περίπατο στην εξοχή ή
στην πόλη καλύτερα
Έτσι σκεφτόταν σ’ ένα δωμάτιο ξενοδοχείου
τότε που νόμιζε πως όλη τη νύχτα έβρεχε
κι ήταν το κύμα που χτυπούσε
Κλείνει τα μάτια
να ’ναι σαν ύπνος.





~*~

Λάθος
Συνέχεια λάθος βγαίνει
Τόσα χρόνια
και ξεχνάω πάντα το τηλέφωνό σου
Στην πραγματικότητα δεν το ’μαθα ποτέ
Τα δυο πρώτα νούμερα μονάχα
κι αυτά μπερδεύονται με άλλα
Συμβαίνει όμως μερικές φορές
και γίνεται συσκότιση στα δάχτυλα
για αριθμούς που ήμουν σίγουρη
κι έλεγα πως τους ήξερα νεράκι
Κάτι σαν τρέλα, δηλαδή
Σαν ξαφνικά να μην υπήρξανε ποτέ τα πρόσωπα
Σαν να μην έχω υποφέρει
Εντύπωση μου κάνει απ’ την άλλη
που κάποτε μες στον αέρα
χωρίς μολύβι και χαρτί
έρχονται μέσα μου στοιχεία
αγγέλων απ’ το άγνωστο
να με παρηγορήσουν
Και τότε βλέπω καθαρά πού γίνεται
το λάθος
κι η επανάληψή του.





~*~

Είμαι ο κάποιος που ανοίγει το παράθυρο
είμαι ο κάποιος που χαμηλώνει το φως μέσα στο θάλαμο
που βάζει τάξη
κανείς δε με βλέπει
κανείς δε μ’ ακούει
έγινα αυτό που ονειρευόμουνα
Σκιά.





~*~

Όλο νομίζω πως κάπου
έχω αφήσει ένα τσιγάρο αναμμένο
Όλο γυρίζω πίσω.





~*~

Με βρήκες
απ’ το βουνό των παιδικών σου χρόνων
γεμάτα Κυριακές
Είχες στο βλέμμα σου το φόβο του δρυμού
και μες στα κόκαλά σου ένα κρινάκι.





Από τη συλλογή «Από τότε» (1996).
Πηγή: η συγκεντρωτική έκδοση: «Αγγελική Ελευθερίου - Τα ποιήματα (1078-2011)», εκδ. Γαβριηλίδης, 2015.

Στην εικόνα: Albert Anker, «Κορίτσι που κοιμάται σε ένα ξύλινο παγκάκι».

Σάββατο 17 Φεβρουαρίου 2018

Αγγελική Ελευθερίου, "Θα καπνίζω"






~*~


Τώρα που γύρω μου σωπαίνει η ζωή
Ακούω τους λυγμούς
Που κράτησα μπροστά σου





~*~


Το παιδικό τραύμα
Από τσέρκι – στη θάλασσα
Άρχισε ξαφνικά να αιμορραγεί
Το αίμα κεφαλάκια καρφίτσας
Ένα ένα και κοντά κοντά
Σαν τα κεριά
Που παίρνουν φως το ένα απ’ τ’ άλλο
Έδωσαν μορφή
Σ’ ένα αιμάτινο κόσμημα
Στο γόνατό σου
Δε στάζει
Μένει εκεί
Ένα κομμάτι φεγγαριού
Σε χάωση
Το γιατρέψαμε μόνοι μας
Με καπνό τσιγάρου
Απ’ τις τσίμπες
Που μαζέψαμε από χάμω
Ακόμα μ’ ένα τάμα στην «Κοίμηση»
Που περιμένει
Δεν τρέξαμε σε γιατρούς
Ούτε σε φαρμακείο
Λες και γνωρίζαμε από τότε
Βρέφη σχεδόν
Πως μερικές πληγές
Δεν κλείνουν





~*~


Οι ποιητές όταν δε γράφουν μαραζώνουν
Ορκίζονται στον εαυτό τους
Πως ή αίτια είναι άλλη
Κάποια ασθένεια του σώματος που έρχεται
Ίσως οι έρωτες που έσβησαν
Βάζουνε τάξη στην κάμαρά τους
Παλιά κλειδιά και αποδείξεις
Τίποτε δεν ανοίγουν ετούτα τα κλειδιά
Κι οι αποδείξεις δεν παραγράφουνε κανένα χρέος
Διπλώνουνε τα ρούχα τους
Όπως οι ιερείς τα άμφια
Περπατούν αργά προσεχτικά
Σαν ηλικιωμένοι τουρίστες
Τάξη τάξη
Δεν πιάνουν πια χαρτί
Το άσπρο τους τρομάζει





~*~


Εμείς δεν ήμασταν ποτέ μαζί
Πώς βρέθηκαν τα ρούχα σου
Με τα δικά μου εδώ κι εκεί
Στις φωτογραφίες μαζί
και στις αφιερώσεις





~*~


Και ξαφνικά
Όταν θα έρθει η ώρα
Κι άγνωστοι άνθρωποι
Θα μπουν στο σπίτι μας
Θα ’ναι και μια επιτροπή
Που θ’ αναγγείλει
Ότι παρέδωσα την κόλλα μου λευκή
Και ας ακούγεται παντού μες στον αέρα
Ένα γεμάτο άδειο η φωνή
Που ορκιζόταν «σε ό,τι έχω ιερό»
Πως κάποιο λάθος έγινε
Πως η αλήθεια είναι άλλη
Έτσι κι αλλιώς
Δεν είχε πια καμία σημασία
Ο κόσμος έγινε για μια στιγμή
Αυλή σχολείου με μικρά παιδιά
Σε επαρχία
Που τραγουδούσανε
«Σε γέλασε Παρασκευούλα μου» ξανά και ξανά
Και τέλος
Ο «Εθνικός Ύμνος»





~*~


Φοβάμαι
Μη με χτυπήσει
Κάποια απ’ τις λέξεις
Που θα πεις





~*~


Τόσος αέρας
Κι εσύ
Χωρίς ανάσα





Από τη συλλογή «Θα καπνίζω», (2004).
Πηγή: η συγκεντρωτική έκδοση «Αγγελική Ελευθερίου - Τα ποιήματα, (1978-2011)», εκδ. Γαβριηλίδης 2015.
Στο εξώφυλλο: λεπτομέρεια από έργο της Λιλής Ελευθερίου.