verde, sin pozo blanco,
sin cielo azul y placido…
Y se quedaran los pajaros cantando.
-
Juan Ramon Jimenez
Καθώς περιτρέχω το άλμπουμ
με τις φωτογραφίες
ακούω τον κούκκο να φωνάζει:
Έζησε και πέρασε
Έζησε και πέρασε.
Κι εγώ χωρίς
τόπο, χωρίς δέντρο
πράσινο,
χωρίς λευκό πηγάδι,
χωρίς γαλάζιο ουρανό γαλήνιο… να διορθώνω:
Ήταν μα δεν
έζησε
Ήταν μα δεν έζησε.
Μάτι, 1.4.2025
ΑΥΤΟ
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΟΙΗΜΑ
Αυτό δεν είναι ποίημα.
Είναι ντροπή να γράφεις ποίηση μετά τη Γάζα,
θα ’λεγε κάποιος παλαιστίνιος Αντόρνο.
Είναι ντροπή να τρως να
διασκεδάζεις
ν’ αναπαύεσαι όταν παιδιά
λιμοκτονούν στην Παλαιστίνη.
Είναι ντροπή να είσαι οτιδήποτε
πέρ’ από άνθρωπος.
Είναι ντροπή να είσαι οτιδήποτε
πέρ’ από ένοχος.
Και συ, ηλίθια Χαμάς, τι πέτυχες;
Τις κάνουλες του αίματος ν’ ανοίξεις,
μια τρύπα μοναχά
στην κατακόκκινη πλημμύρα.
Τα όνειρα του Ισραήλ πραγμάτωσες,
στους μακελλάρηδες της Σιών προσφέροντας
αυτό που πάντα ήθελαν:
Μια παλαιστίνια Σοά,
μια παλαιστίνια Τελική Λύση.
*
Juan Ramon Jimenez
με τις φωτογραφίες
ακούω τον κούκκο να φωνάζει:
Έζησε και πέρασε
Έζησε και πέρασε.
χωρίς γαλάζιο ουρανό γαλήνιο… να διορθώνω:
Ήταν μα δεν έζησε.
θα ’λεγε κάποιος παλαιστίνιος Αντόρνο.
ν’ αναπαύεσαι όταν παιδιά
λιμοκτονούν στην Παλαιστίνη.
πέρ’ από άνθρωπος.
Είναι ντροπή να είσαι οτιδήποτε
πέρ’ από ένοχος.
Τις κάνουλες του αίματος ν’ ανοίξεις,
μια τρύπα μοναχά
στην κατακόκκινη πλημμύρα.
στους μακελλάρηδες της Σιών προσφέροντας
αυτό που πάντα ήθελαν:
μια παλαιστίνια Τελική Λύση.
σαν να’ ναι πάντα το τελευταίο. Πλαγιάζω
στα καθαρά σεντόνια μου σαν να’ ναι πάντα
η ύστατη φορά.
Το χθεσινό σου σπιτικό αυριανό ερείπιο.
εξόν από τον θάνατο.
Ναι, απαισιόδοξος είμαι.
Σκοτεινός σαν τον Ηράκλειτο.
(Παραμερίστε της ομορφιάς το παραπέτασμα.
Παραμερίστε το πανέμορφο σύννεφο που καμαρώνει.
Παραμερίστε τα δέντρα τα πουλιά,
τα γέλια των ανίδεων).
Ακούστε που χτυπά
− καμπάνα θλιμμένη στο ξόδι κάθε γέννησης.
τόσο φως το καλοκαίρι. Το πρόσεξα.
Κάνει πιο έντονη των ουρανών την κουφαμάρα.
Καμιά λιτή δεν εισακούεται. Εκ πείρας μιλώ.
Ιούλιος ήταν
όταν πυρπόλησεν ο κεραυνός την προσευχή μου.
Είναι στα χέρια των Δυνατών. Αυτοί
του κεφαλιού μας την κάθε τρίχα έχουν μετρήσει.
-
Κώστας Καρυωτάκης
Καλοκαίρι είναι ο παιδικός γιαλός λημέρι
πια
των μπουκανιέρων.
Είναι οι τοίχοι που βράζουν
σαν το νερό στην κατσαρόλα.
Είναι η αποφορά
των στοιβαγμένων στα λεωφορεία.
Είναι ο άγριος άνεμος
που συναγείρει τους εμπρηστές,
συνεπαίρνει τα μπάζα τα ξεσκλίδια
τα ξερόκλαδα.
Είναι η Ελλάδα που ερημώνει.
Είναι η ωρυγή των σειρήνων
η αγωνία των Canadair
πάνω απ’ τις καρδιές τις ανομίες και τα δάση μας.
Είναι τα κάψαλα
οι στάχτες η σιωπή.
Ο νοτιάς
που φέρνει τους άμμους απ’ τη Σύρτη.
Καλοκαίρι είναι τα ποντίκια που συνωστίζονται
μπροστά στους καταπέλτες των καραβιών.
Είναι οι θλιβερές οικογένειες στις παραλίες,
το μάταιο κυνήγι των διακοπών.
Είναι το Τίποτα
που λιάζεται διάσημο στη Μύκονο.
Καλοκαίρι είναι η ατέρμονη πορεία,
η παραλία που κατάντησε ανία
με ομπρέλες φασαρία εξουθένωση
− άρρωστη γεμάτη ξαπλώστρες
μολυσμένη από εμπόρους και σώματα.
Καλοκαίρι είναι ο θάνατος
του φίλου και του άστεγου,
είναι ο ψόφιος γάτος που σαπίζει
μες στα σκοίνα.
Είναι το νερό που λιγοστεύει.
Είναι η δίψα που έρχεται.
Είναι η φλόγα μέσα σου που ικετεύει τη Στύγα,
οι άγγελοι που ήρθαν νωθροί,
πρόθυμοι μόνο για χασίσι.
Είναι το Μάτι που καίγεται ακόμη,
οι νεκροί που κολυμπούν μαζί σου.
Είναι το παιδί στη Γάζα που πεθαίνει,
οι ξενόφερτοι γλαύκοι στα νερά του Αιγαίου.
Καλοκαίρι είναι η λαγνεία,
καρότο που
ο ήλιος μας πετά όταν το βίτσιο του μας ψήνει
στην άμμο στα ξωκλήσια μέσα
σε πορνόσπιτα της νύχτας Ελπήνορες εμείς
μεθυσμένοι από άνομες θεές.
Κι ο ήλιος, θάνατος μέσα στους θανάτους.
Μάτι, 30.6.2025
ΕΞΟΔΙΟΣ
ΧΩΡΟΣ
Στο μεγάλο σπίτι όπου έζησα
και ζω ακόμη
έχω εξαντλήσει όλα τα δωμάτια που μου αναλογούν
εκτός από ένα.
Οι πίσω πόρτες όλες εφτασφράγιστες.
Μόνο η ανάμνηση
κάποιες φορές τις ξεκλειδώνει,
μα είναι φάντασμα όχι σάρκα
δεν μπορεί τίποτε να διορθώσει,
σε τίποτε αίμα και πνοή να μεταδώσει.
Επώδυνη δίχως αποτέλεσμα προσπάθεια.
Κάθε τόσο οι καμπάνες
ένα ξόδι αναγγέλλουν θυμίζοντας πως
το δωμάτιο που απόμεινε,
(αυτό το ένα)
με την πόρτα του ολάνοιχτη
όλες τις μέρες κι όλες τις νύχτες,
δεν είναι δωμάτιο αλλά εξόδιος χώρος
ένα μοτέλ για όσους αύριο
ταξιδεύουν για τη Στύγα.
Δεσμοφύλακας ο θάνατος. Αυτός κατέχει
τα κλειδιά. Αυτός
κρατάει διάπλατη την πόρτα αυτός
και θα την κλείσει όταν
φλεγόμενη βάρκα η ζωή σου
πίσω στο τίποτα επιστρέψει
χωρίς ποτέ να μάθεις
γιατί λυπάσαι γι’ αυτή την ξενιτειά
που παίρνει ένα τέλος πια,
γι’ αυτή την ξενιτειά που τόσο γρήγορα αφήνεις.
(Πάντα φαντάζει σύντομη κι η πιο μακρόχρονη ζωή,
σύντομος κι ο πιο μακρόσυρτος πόνος).
Παράξενο να λυπάσαι
για ό,τι παρακάλεσες τόσες φορές τον Ύπνο:
εκεί την ώρα που κοιμάσαι,
πριν να προκάμει
τα μάγια η Ροδοδάχτυλη να ξεδιπλώσει,
αθόρυβα κι ο Μέγας Θάνατος να ’ρθει,
ο αδελφός του.
Πώς γίνεται ολάκερη ζωή
με τόσους Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες
ασκήμια κι ομορφιά
πτώσεις κι ανατάσεις πώς γίνεται
τόσος πόνος
σ’ ένα κουτάκι να χωράει ξύλινο
σαν γομολάστιχα σε σχολική κασετίνα;
Μάτι, 22.10.2025
ΚΑΝΕ
ΟΠΩΣ Ο BANKSY,
ΠΟΙΗΤΗ
Τί να τους κάμεις τους εκδότες,
τους στίχους σου κλεισμένους σε τόμους
κι ανθολόγια.
Βγες αόρατος τη νύχτα
και γράψε σε μαντρότοιχους ποιήματα,
σε δρόμους και πλατείες
τα σονέτα σου.
Μοίρασέ τα
όπως πουλάει ο άλλος τα κουλούρια
ή γεμίζει με φυλλάδια
τα κατώφλια των σπιτιών.
Κάνε όπως ο Banksy, ποιητή.
Ιστόρησε τίς ομιλούσες ζωγραφιές σου
σε κάθε τοίχο πρόσφορο
στην ουτοπία και το όνειρο,
σ’ ερειπωμένους πήγαινε ναούς
σε κάτασπρα ξωκλήσια ή φυλακές
ώσπου
ο ήλιος κι η βροχή ο νόμος και η τάξη
στης Λήθης τα κατάστιχα σε γράψουν.
Μάτι, 23.10.2025
Ιωάννης Σεβαστιανός
Ρώσσης
Πρώτη δημοσίευση
Στην
εικόνα: «Balloon Girl» by Banksy.
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons:
«The World of Banksy 2022, Brussels» (cropped).
Κώστας Καρυωτάκης
των μπουκανιέρων.
σαν το νερό στην κατσαρόλα.
των στοιβαγμένων στα λεωφορεία.
που συναγείρει τους εμπρηστές,
συνεπαίρνει τα μπάζα τα ξεσκλίδια
τα ξερόκλαδα.
η αγωνία των Canadair
πάνω απ’ τις καρδιές τις ανομίες και τα δάση μας.
Ο νοτιάς
που φέρνει τους άμμους απ’ τη Σύρτη.
μπροστά στους καταπέλτες των καραβιών.
το μάταιο κυνήγι των διακοπών.
που λιάζεται διάσημο στη Μύκονο.
η παραλία που κατάντησε ανία
με ομπρέλες φασαρία εξουθένωση
− άρρωστη γεμάτη ξαπλώστρες
μολυσμένη από εμπόρους και σώματα.
του φίλου και του άστεγου,
είναι ο ψόφιος γάτος που σαπίζει
μες στα σκοίνα.
Είναι η δίψα που έρχεται.
οι άγγελοι που ήρθαν νωθροί,
πρόθυμοι μόνο για χασίσι.
οι νεκροί που κολυμπούν μαζί σου.
οι ξενόφερτοι γλαύκοι στα νερά του Αιγαίου.
καρότο που
ο ήλιος μας πετά όταν το βίτσιο του μας ψήνει
στην άμμο στα ξωκλήσια μέσα
σε πορνόσπιτα της νύχτας Ελπήνορες εμείς
μεθυσμένοι από άνομες θεές.
και ζω ακόμη
έχω εξαντλήσει όλα τα δωμάτια που μου αναλογούν
εκτός από ένα.
Μόνο η ανάμνηση
κάποιες φορές τις ξεκλειδώνει,
μα είναι φάντασμα όχι σάρκα
δεν μπορεί τίποτε να διορθώσει,
σε τίποτε αίμα και πνοή να μεταδώσει.
ένα ξόδι αναγγέλλουν θυμίζοντας πως
το δωμάτιο που απόμεινε,
(αυτό το ένα)
με την πόρτα του ολάνοιχτη
όλες τις μέρες κι όλες τις νύχτες,
δεν είναι δωμάτιο αλλά εξόδιος χώρος
ένα μοτέλ για όσους αύριο
ταξιδεύουν για τη Στύγα.
τα κλειδιά. Αυτός
κρατάει διάπλατη την πόρτα αυτός
και θα την κλείσει όταν
φλεγόμενη βάρκα η ζωή σου
πίσω στο τίποτα επιστρέψει
χωρίς ποτέ να μάθεις
γιατί λυπάσαι γι’ αυτή την ξενιτειά
που παίρνει ένα τέλος πια,
γι’ αυτή την ξενιτειά που τόσο γρήγορα αφήνεις.
σύντομος κι ο πιο μακρόσυρτος πόνος).
Παράξενο να λυπάσαι
για ό,τι παρακάλεσες τόσες φορές τον Ύπνο:
εκεί την ώρα που κοιμάσαι,
πριν να προκάμει
τα μάγια η Ροδοδάχτυλη να ξεδιπλώσει,
αθόρυβα κι ο Μέγας Θάνατος να ’ρθει,
ο αδελφός του.
με τόσους Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες
ασκήμια κι ομορφιά
πτώσεις κι ανατάσεις πώς γίνεται
τόσος πόνος
σ’ ένα κουτάκι να χωράει ξύλινο
σαν γομολάστιχα σε σχολική κασετίνα;
τους στίχους σου κλεισμένους σε τόμους
κι ανθολόγια.
και γράψε σε μαντρότοιχους ποιήματα,
σε δρόμους και πλατείες
τα σονέτα σου.
όπως πουλάει ο άλλος τα κουλούρια
ή γεμίζει με φυλλάδια
τα κατώφλια των σπιτιών.
σε κάθε τοίχο πρόσφορο
στην ουτοπία και το όνειρο,
σ’ ερειπωμένους πήγαινε ναούς
σε κάτασπρα ξωκλήσια ή φυλακές
ο ήλιος κι η βροχή ο νόμος και η τάξη
στης Λήθης τα κατάστιχα σε γράψουν.
Ο Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης γεννήθηκε στον
Πειραιά το 1954. Σπούδασε στην Πάντειο Πολιτικές Επιστήμες. Εργάστηκε ως
διοικητικός υπάλληλος σε ασφαλιστική εταιρία ώς την συνταξιοδότησή του. Έχει
εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές. Τελευταία του ποιητική συλλογή Η χώρα που
δεν τιμωρεί (εκδόσεις "κουκούτσι" 2019). Ποιήματά του έχουν
δημοσιευθεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά μεταξύ των οποίων, ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, ΤΟ
ΚΟΙΝΟΝ, ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ, ΠΟΙΗΣΗ, ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ καθώς και στην εφημερίδα ΑΥΓΗ. Ποίημά του
θα συμπεριληφθεί στο ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ που ετοιμάζουν οι
εκδόσεις Μαΐστρος ενώ στο ηλεκτρονικό περιοδικό "Πολύμνια, ARS
POETICA" θα αναρτηθούν ποιήματά του μεταφρασμένα και στα ισπανικά.
