Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κακναβάτος Έκτωρ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κακναβάτος Έκτωρ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2021

Έκτωρ Κακναβάτος, "Οδός Λαιστρυγόνων"





ΔΕΚΑΕΦΤΑ ΛΑΙΣΤΡΥΓΟΝΕΣ


Τι έχει να κάνει πόσοι είναι οι Λαιστρυγόνες
δεκατρείς τρακόσοι, τι έχει να κάνει;
μην είναι σίγουρο που έχω αύριο δυο χέρια ένα κούτελο;
στις φλέβες μου ο ίδιος άνεμος να σμπρώχνει λέξεις
καταπάνω στις οξιές και τα κατάρτια;
Μένω εδώ λοιπόν ξερός.
Γέμισε ο τόπος Θερμοπύλες Θεσπιείς, απέναντι
με τα ταμπούρλα τους οι Μήδοι,
άχρονα θεωρήματα κυκλώσανε τους λόχους μας,
ποταμός αόμματος έριξε το σπίτι
περνάει, παίρνει
εμένα το κλισιοσκόπιο γωνιά Υμηττού Φορμίωνος
κι εσένα κοφτερή προκήρυξη που σήκωσες οδοφράγματα·
πιασμένοι οι δυο μας χέρι χέρι
τρελοί με τα φωνήεντα των Ελλήνων
δεν περνούνε οι φασίστες…

τώρα νέα μου τρέλα γιος των όρνιων
κυνηγώ αποσιωπητικά, δίνω τα μάτια μου σε αστρίτες,
το στήθος μου εθνόσημο του φεγγαριού,
τελευταίο μου φυσίγγι η πλεξούδα απ’ τα μαλλιά σου.
Ήσουνα τότε στα δεκαεφτά,
δεκαεφτά κουρσάροι λαιστρυγόνες,
μα εγώ ακόμα σύννεφο.





ΑΥΤΟ ΝΑ ΠΕΙΣ


Εμείς κατά τους Φιλισταίους οι διεφθαρμένοι
για μερικούς φωνακλάδες
και γι’ άλλους πολυεδρικοί
σ’ εποχή εκπτώσεων αλλάζαμε το νου μας
και το δέρμα του παίρναμε τους ίσκιους
απ’ τα δέντρα, ντυνόμαστε κι όλο τέτοια
κρούσματα κ’ επεισόδια με τα φωνήεντα.

Το εκκρεμές αόμματο μια εκεί μια εδώ
σφάζοντας τη γενιά μας τον ένα τον άλλο,
μετά που μετρηθήκαμε είμαστε πάλι δυο,
εσύ, εγώ
μα τώρα μόνο για σένα λένε οι σατανάδες.
Λοιπόν, σα θα γράφεις τη μερίδα μου,
σε πινακίδες υποθέτω λεωφόρων,
μη ξεχνάς που τον ρεζίλεψα τον ήλιο τους
κάτω απ’ τα τείχη να τον σέρνω τσίτσιδο
πίσω από ’να δίτροχο
εγώ, που μου πήρανε τη Βρισηίδα.
Μην ξεχνάς, σε μια ριξιά στο ζάρι τα ’παιξα όλα μου
πες για το τίποτα, στο έτσι,
ακόμα και τον κλήρο μου στην ονειρούπολη
ίσα να ιδώ που ο θυμός μου μαργαριτάρι άφωνο
γίνεται σύννεφο κ’ ύστερα χειροβομβίδα.
Να πεις κι αυτό για μένα: ήτανε ποταμός
σαράντα οργιές του βάθους που κύλαε τα ίσα πάνου·
μόνο σαν ξέρασε τη λύσσα του απόθανε.
Αυτό να πεις σα βραδιαστούνε
και χάσουνε το δρόμο τους οι πολυεδρικοί
οι φωνακλάδες
οι διεφθαρμένοι.





ΔΙΕΛΕΥΣΗ ΑΣΤΕΡΟΕΙΔΟΥΣ


Ιησού, ταξίδι μου σε κουπέ της τρίτης.
Ταγαράκι τρίχινο κλουβί με καναρίνι
κάμπια στη φούχτα σου το ροκανίδι από κεδρόξυλο
ζάχαρη στα τσίνορα η Γαλιλαία, κάντιο·
σαν φτάσαμε στο Λιανοκλάδι
και συ με τους χαζούς στο θάμασμα
αρκούδα γύφτος ντέφι, εγώ αλλού
περιστέρι ατέλειωτο να ψάχνω στο πλευρό μου
την πληγή σου.

Χριστέ μου οι δυο μας το ίδιο πετσί
χράμι κουβέρτα αντίσκηνο,
χώσ’ το καλά στο νου σου,
τις νύχτες σταυροπόδι καπνίζομε στριφτό
γυμνάζομε γυναίκες στα μιντέρια
ακούμε γύφτισσες να μελετούν τη μοίρα μας
δρόμοι της φούχτας πέρα ώς τα δάχτυλα
γραμμές τ’ ανέμου αγρύπνια,
με κλεφτοφάναρο ο εκκωφαντικός χαφιές
έψαχνε τ’ όνειρό σου Μονεμβασιά απόμακρη
αγδίκιωτο φραγκόσυκο γυμνό ίδιο λιοπύρι,
στην Αίγινα δεν πήγες,
το μπόι σου ίσαμ’ ένα δέντρο ούτε που το μέτρησες
τους ευσεβείς δεν τους χαστούκισες
ήταν δικοί σου·
όλη τη νύχτα ψάχνω το πλευρό μου
τι να ’γινε η πληγή σου εκείνη της δικαιοσύνης.





ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΣ


Μένω εδώ βυθός της ασβεστόπετρας η ελατόριζα
και περιμένω, λυσσάει η θάλασσα ελικοφόρα
στο πλάι η γενιά μου θέρος χιλιότρυπο
ο ήλιος μπαίνει από τις τρύπες βγαίνει σπρώχνοντας
τις μέλισσες, οι κάννες όλο και σκουριάζουν
μένω εδώ και περιμένοντας,
αυτή ’ναι η λεπτομέρειά μου.


Από την ενότητα
Οδός Λαιστρυγόνων





ΤΑΞΙΔΙ


Συνέχεια φεγγάρια τρώει το μαζούτ
φεύγουνε κάτω μας αράδα μίλια
στη μάσκα ο νόστος θρύψαλα
και τα οράματα στα ρέλια,
σταβέντο απόψε σφάζαν το νοτιά
δυο άστρα κόκκινα.

Στα μπράτσα μηχανόλαδα και στα μεριά
τατού στα στήθια ο δράκος
με την αμουργιανή γοργόνα αγκαλιαστός
και το μηλίγγι μου φτερούγα
δεν είναι θάλασσα αυτή δεν είναι,
χύμηξαν τού πνιγμού στο πέλαγο
το στίγμα κ’ η παράλλαξη
μεσάνυχτα καίγεται στη λαμαρίνα ο ήλιος
έθρυψε η αμαρτία τα δάχτυλα
φανάρι το φανάρι πάει το έλκος

κ’ εσύ μιλάς της σιωπής
τη γλώσσα την αλλόκοτη την πικραμένη
μονάδα φάουσα του άπειρου η ομίχλη
σε τύλιξε ώς τις κλειδώσεις.
Η μοναξιά λειχήνα κ’ η απόσταση σαν είδες
του ωκεανού το κόκαλο έρημο
να πλέει κι αυτό ανοιχτά
στις νέες εβρίδες


 


ΠΥΞΙΔΑ


Εριστικός σχεδόν ημέρα εχτρεύομαι τη λέξη βέβαια,
συνήθισα τη μοναξιά και το σκυλί της.
Είμαι λοιπόν με τ’ αγριολίθαρα και τον ασβέστη
που κουφάθηκε με το λιόκαμα.





ΣΟΝΑΤΙΝΑ Μ’ ΕΝΑ ΠΛΗΚΤΡΟ


Ασήμι γυάλινο, η ψύχρα
χαράματα minores.
Στυφή συκιά η αίσθηση να υπάρχεις
το ατελείωτο που κίνησε πηλίκον
κι ο που ευδόκησε τόση διαίρεση άφαντος
μες στην ενάργεια των θαυμασίων.


Από την ενότητα
Ισότοπον







Από τη συλλογή «Οδός Λαιστρυγόνων» (1978).
Πηγή: «Έκτωρ Κακναβάτος, Ποιήματα 1943-1987», Εκδόσεις Άγρα, 2010.

Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2020

Έκτωρ Κακναβάτος, "Διήγηση"




ΡΗΓΜΑ ΣΤΟΝ ΚΡΟΤΑΦΟ


Με τι ακόμα να μετρούσα της γενιάς μου
το εμβαδόν;
Με τι άλλο.
Ο πλανήτης έτριζε από αιμοφιλία
απ’ της γενιάς μου όλα τα έναστρα
τις εννιά στοίβες όνειρα που έδωσα
όλα σπάνιες πέτρες
να φύγει ο κόμπος στο λαιμό.
Ο πλανήτης έτριζε
με τις περήφανες σιωπές μου
τα συνομήλικα μου σχήματα τις φωταψίες
τα μανάλια που
ακόμα φέγγουνε όλα σ’ εκκλησιές κρυφές.

Όμως το ρήγμα στον κρόταφο
απ’ τη ριπή σου πίκρα
εννιά μίλια ρήγμα η διάψευση
στον κρόταφο.


(1967)





ΦΩΝΗ ΜΟΥ ΡΑΤΣΑ ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΥ


Πρώτον: σε θέλουνε ακίνδυνη και να ξεχνάς·
κ’ ύστερα καλή μ’ αυτούς φιλεναδίτσα
τρυφερή
υποσχετική
οι αχρείοι.


Φωνή μου ράτσα υψικάμινου από πλευρό
ανοιχτό του αίλουρου, της ανηφόρας
απ’ τα εννιά σκοινιά του βούρδουλα
κι ο ήλιος φίδι μες στο σύρμα.
Μην ξεχάσεις· φτύσ’ τους.


Ας περιμένουν να σε σβήσω με νερό
ή κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων
ας περιμένουν οι αχρείοι.


(1967)





ΧΑΘΗΚΕΣ ΜΕΣΑ ΣΕ ΚΑΤΙ ΑΣΠΡΟ


Η φλόγα κόρωσε μόλις αγγίξανε δυο σύμφωνα
ο δρόμος στένευε με λέξεις ψόφιες
που μυρίζανε.
Χάθηκες μέσα σε κάτι άσπρο.

Τοίχοι, αφίσες, η πρώτη του μονόπρακτου:
ΘΑΝΑΤΟΣ ΠΑΝΤΕΠΟΠΤΗΣ.

Σκεφτόμουνα πλάι σε ρουμπινέτα
το πρόβλημα του Αίγισθου:
διαβήτες, Κλυταιμνήστρες, τρίγωνα
τα τσιγάρα μου που τέλειωσαν
το πρόβλημα της αποχέτευσης
σε διαμερίσματα Ερινύων
το δυσκίνητο λεωφορείο
ΑΝΩ ΛΙΟΣΑ - ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ
το κοφτερό τσεκούρι
η μόνη λύση σε Μυκήνες.

Κόφʼ το λοιπόν να τελειώνουμε.


(1968)





Η ΦΥΛΗ ΜΟΥ ΕΜΕΝΑ
ΜΕ ΤΟ ΑΝΕΦΙΚΤΟ


Ο στόμφος εκούρασε· σύμφωνοι.
Το θάμπος δυνάστεψε, του λόγου,
ως την παραμόρφωση·
και πάλι σύμφωνοι.
Άσχετο που με τους αστούς μακάρια πια
παρακμάζει· σωστά.
Λένε σε τόνο χαμηλό εξομολόγησης
−συγγνώμη· ποιος τάχα δεν πρέπει ν’ ακούει τώρα;
Μη διακόπτεις· λοιπόν είπαμε σε τόνο χαμηλό
για τη βαθιά πληγή να λέμε,
αν πρέπει σώνει και καλά να λες για δαύτην,
κι ας είναι άβυσσο
κι ας είναι από σκοτάδι πιο άρρητη.
Χα…

Μα η φυλή μου εμένα
που νύχτα μονομαχεί και μέρα με το ανέφιχτο;
και που ανηφορίζει;
Κι ακόμα τον κρανίου τόπο ανήφορο κι ακόμα;
Σε τόνο χαμηλό τι θ’ ακουστεί;
Ποιος τάχα δεν πρέπει ν’ ακούει τώρα;

Αφήνω που, αυτό μας έλλειπε,
θ’ ακούγεται ωσάν ευχαριστώ
στον εξοχότατο κανάγια.


(1968)





ΑΝΑΣΚΑΦΗ


Η λέξη Κέα καταύγαζε το πέλαγο.
Ο τάφος θολωτός. Η λέξη Κέα.
Αλειμμένος λάδι επικούρειος
νυν λιθάνθρακας
φώταε ακόμα ίσα που να βλέπει
που να μη μιλεί
να λιώνει.
Το δαχτυλίδι άφαντο.
Δυο ελληνιστικά εικοσιτετράωρα
τα τελευταία του Αμύντα
λίγα κτερίσματα όχι σπάνια
και κάτι κρύσταλλοι ουρικού οξέος
μια φιάλη, υπογραφή Δομέτιος·

δε λέγεται η λύπη των αξίνων…


Ω ποίηση κεραμουργία με φωνήεντα
έφευγες σφαίρα στον αυτοκινητόδρομο
πιο πολύ αιώρα ή Σέριφος
αντίπετρα τα χάη κ’ εγώ το σείστρο.


(1973)





Από τη συλλογή «Διήγηση» (1974).
Πηγή: «Έκτωρ Κακναβάτος - Ποιήματα 1943-1987», Εκδόσεις Άγρα, 2010.

Στην εικόνα: John Collier, «Clytemnestra after the murder» (1882).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2019

Έκτωρ Κακναβάτος, "Η κλίμακα του λίθου"




1.


Αφότου ξώκειλε το ζαφειρί αστέρι
ξέρα ο νους η ουλή βυθός
μόνο εσύ ω ποίηση
έμεινε να φέγγεις
μεσ’ από βράχο διάφανο
το μόνο πλοίο





10.


Ποιος για το συμβάν θα πει του λίθου
το ίζημα λέω τ’ αχνάρι μου
στην ίδια φλέβα χυμένο με το φως
το καθημερινό μου σκύρο
η φρέσκια οργή
χιλιάδες χρόνια ανέβαινε με το μεδούλι
λάβα τη λάβα σ’ έλατου κορφή
λίθο το λίθο ώς το σύννεφο
το πώς από σκούρα τύρφη αναδύθηκα
αν το ξέρεις δίδυμή μου αστραπή
σε μια κλιτύ αν ασκητεύει με τις ρίγανες
αν στίλβει απλησίαστο
όταν στη θάλασσα βαθιά καίονται τ’ άστρα
το πώς ιερουργείς στο άδυτο αρχιερέα χρόνε
ποιος θα το πει





15.


Θυμάμαι τις πιο μάχιμες γενεές του άργιλου
να πέφτουν θερισμένες στ’ οχυρό του λίθου
την όραση να χυμάει στο δρυμό ελάφι
η νύχτα ένα μαμούθ φράζει την είσοδο
σκούρες οι χούφτες των προγόνων
μόλις που πρόφταιναν το εκμαγείο σου
αυτό που ακόμα έχω πρόσωπο
τελευταίος ο ιδρώτας πάνω τους επάγωνε άσπρος
κι ο χώρος άνοιγε στην επαφή σαν αχιβάδα





20.


Τη χαρακιά που ’χεις στα πετρένια μάγουλα
λέω πού τάχα να κατάγεται
εξοστρακίστηκε που σ’ άγγισε η αστροφεγγιά
κ’ είναι τα μάρμαρα αιματιά για πάντα
η σάρκα σου ένας έμφυτος επίδεσμος

πώς θα αναστρέψεις την οργή σου σε γλυκόριζα
πώς για ταφή θα παραδώσεις την ερώτηση
έναν πνεύμονα απόκρημνο
την καταιγίδα που ανάθρεψες
με ουρανό φαρμάκι





22.


Με κοιτάζεις ένα φτερό που εντός μου λάμνει
ένα σήμα κινδύνου μ’ ακούς
σαν φράγμα που έσπασε
και τα νερά κατεβαίνουν
σαν είδηση με σκέφτεσαι
που λιώνει τα νεφρά
σαν κοπετός μέσα στο αίμα

όταν το μάρμαρο θερίζει τον ήλιο

μ’ άγγιξες μ’ ένα λυγμό απ’ τον αιγόκερω
όπως ένας όλεθρος από ατρείδες
πώς λοιπόν μπορεί να μην είσαι φώς;





25.


Τώρα που μόλις άνθισε σα φουντουκιά
ένας πανάρχαιος νοτιάς
κλεισμένος σε πιθάρια από τον μίνωα
με κριθάρι χάλκινο
κούπες χρυσές
ζωστήρες
ενώτια
πώς μπορεί τώρα που ο χάρτης συμπληρώθηκε
να ’ναι η φωνή σου ένα νησί
το χέρι σου ένας γλάρος ν’ ασκητεύει;





27.


Μ’ όλο που ο γόος εκείνος
θηλυκώθηκε με τους ρεζέδες
με τα πόμολα
την υγρασία στο πάτωμα
τ’ αρχαία ξύλα

μ’ όλο που στο πρώτο άγγιγμα
σαν πολυέλαιος θα πει
τη νότα εκείνη τη βαθιά
κ’ είναι σαν τη γλυκιά ροδιά η ψυχή
η θύμηση γαλέρα βυθισμένη
κι ο γόος εκείνος πάλι
όχι άλλη ταρίχευση είπες

εδώ και μπρος μόνο ταλάντωση είναι ο χρόνος
ξεχάστε πια το θάνατο είπες





Από τη συλλογή: «Η κλίμακα του λίθου» (1964).
Πηγή: «Έκτωρ Κακναβάτος - Ποιήματα 1943-1987», Εκδόσεις Άγρα, 2010.

Τετάρτη 22 Νοεμβρίου 2017

Έκτωρ Κακναβάτος, "Διασπορά"




ΦΛΕΒΑ

του Δ.Π. Παπαδίτσα


Είπα πως θα ’σαι το παράσιτο που έρπει
και της αστροφεγγιάς τρίζει ο σκαρμός
που τρώει την ψίχα τ’ ουρανού
και περιμένομε τη σχάση
απ’ το δασύ του εύρος να κοπείς χίλιες φορές
καινούργια ήπειρος
από τις στοίβες του σεισμού να ξεχωθείς
το έμβρυό του
να σκορπιστείς
ένα διαγώνιο από βασάλτη όραμα
οξειδωμένο από κωδωνοκρουσίες
είπα πως θα ’σαι συ μια κωδωνοκρουσία μεσίστια
όταν μέσα στα όστρακα αιμορραγεί ο χρόνος
και στεγνώνει το ρέμα σου
με της ημέρας τ’ ασπρόρουχα.


Είπα πως θα ’σαι συ που οχτώ φορές αλύπητα
πλευροκοπάς τη νύχτα
όταν θερίζεις σύρριζα το λογισμό σαν προβολέας
καθώς σε φάλαγγα περνάει ένοπλη
μεσ’ απ’ τα χέρια μου
Εσύ το έγκαυμα στη χούφτα μου
απ’ την ανένδοτη επαφή
απ’ τους σπινθήρες των καρπών
τις καυτές λαμαρίνες της θάλασσας
εσύ ένα περιστέρι περίτρομο
που φτεροκοπά όταν τ’ αρχέγονο οστούν
μεταστοιχειώνεται σε ισημερίες
σε απανωτές περιπολίες του ονείρου
στον πεύκινο φράχτη της φωτιάς
στο αναλλοίωτο άθροισμά μου με το φώσφορο
με το χώρο που βουλιάζει στον πελώριο ίσκιο του
τα κλειστά παράθυρα του όρθρου
τις χειρονομίες δίχως υπηκοότητα
και με τον άξονα του ήχου ακόμη που κόπηκε
στα δυο
και μόνο εσύ ακούγεσαι η φλέβα μου
να έρπεις όπως παράσιτο
μέσα στην ψίχα τ’ ουρανού
στην άβατη κοίτη
στην κάθε σάρκα
στην άδυτη περιστροφή

και της αστροφεγγιάς να τρίζει ο σκαρμός
και η σχάση να επικρέμαται.





ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΦΟΡΑ ΕΓΚΑΡΣΙΩΣ


Ως και το διάφανο εκείνο χαλαζία
το λόγο σου
που εν αρχή ην και ηχεί στο θολό της νυχτός
κι από τις προσευχές μου την πιο παιδούλα
και την πίστη μου ακόμα
αντάλλαξα για μιαν ανάκλαση
έτσι σαν πλησμονή που ανάβλυζε
από τον αναπόδεικτο παγετώνα
και το νου μου ακόμα
για έναν παφλασμό.
Τόσο απίστευτα λίγος είναι ο δρόμος
που κάναμε εντός
τόσο ανέκκλητη είναι η τσεκουριά
ανάμεσά μας εαυτέ
αδιάλλακτε αταυτοποίητε.
Έτσι που αρμενίζεις πάλι όρτσα στον άνεμο
που διώχνει τ’ άστρα κατά τους λωτούς
κι ως είναι κάθιδροι απ’ το αίμα σου
οι καρποί της γης
όνειρό μου από παλίρροιες
τρύπιο απ’ τα παράσιτα που έθρεψες
κι από τις μνήμες
ακόμη ένα διάπλου σχεδιάζω στο χάρτη σου
ακόμη μια διατομή
μα τη φορά ετούτη εγκάρσια στις ειρωνείες σου
ουρανέ οδόφραγμα
κι ούτε που σκέφτομαι για την αφετηρία
μπορεί ένα αρχαίο αχνάρι βαθουλό
από άρβυλο γότθου
γεμάτο θαλασσόνερο σε αμμουδιά προβηγκιανή
ίσως ο τουφεκισμένος ίσκιος
που κατακόρυφο τον πέτρωσες με μια ριπή σου
περσινέ νοέμβρη σ’ αντικρινό παράθυρο
ίσως κ’ η χθεσινή απίστευτη είδηση
που τρέλανε τους υπουργούς
εξάρθρωσε τα κοινοβούλια
τα πιεστήρια και τους λινοτύπες.


Μπορεί και η σάρκα μου
κοκκινομάτης τράγος καφετής
αιρετικός το μεσημέρι με τα κλαρίνα
να κηδεύει τη χτεσινή μου επίκληση
μια φιγούρα κάτασπρη
με την ωμοπλάτη θρύψαλα
από τον πυροβολισμό του λαμπαδία.


Χωρίς περίγραμμα χωρίς σύνορο υπάρξεως
χωρίς οίκτο
εξόν από την τρίλια ενός σπουργίτη
και της λυγαριάς τον ίσκιο ώρα δειλινού
να λεν οι δυο τους για μια λευτεριά
που όλο γεννιέται
όλο και γίνεται.





QUANTUM


Από μια χειρονομία σου ένα ράκος προαιώνιο
έμεινε να καίεται πέρα από τη γνώση
δικό σου είναι αυτό που αναζητώ
που ούτε σχήμα έγινε ούτε καν νόημα
μα εντός σαλεύει.


Κάθε βήμα προς εσένα
μου στοιχίζει την απογύμνωση
και την ατίμητη
συγκομιδή του φόβου μου εκποίησα
και το ξερό δέρμα της πρώτης πρώτης μέρας
την πρώτη θάλασσα τον πρώτο θάνατο
ίνα την ίνα την πρώτη σκέψη
κάθε βήμα προς εσένα μια κατάρρευση.


Για το αν υπάρχουν ανάμεσά μας σύνορα
και τι δεν έδωσα
εσύλησα το περήφανο λοφείο του προπάτορα
την πανάρχαιη νομοθεσία του θεού
και την αισθητική μου την ταναγραία
μια μοναδική συλλογή χειροκροτήματα
όλα σε πρώτη βλάστηση
έδωσα και το πιο εμπιστευτικό μου σχέδιο
για τη δομή των κρυστάλλων
απόσταγμα χιλιετηρίδων
λάφυρα και λάφυρα
οι νίκες οι κοίτες οι προεκτάσεις
όλη τη γενιά της βαρύτητας.


Ακόμη και την ένδοξη σήψη μου έδωσα
που γενεές γενεών οδήγησε το γνωρίζεις
σε οδό σοφίας
απ’ τη φυτεία της φωνής μου όμως
τίποτα δεν σε τρέφει
από τη φωταψία του νου μου
τίποτα πια δεν ανακλάς
και μόνο το βήμα μένει κατά σένα
η μελλούμενη πορεία
αξία έσχατη
το ελάχιστο μέτρο να σε ψάχνω
όχι να σε βρω.





ΚΙ ΑΝ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΕΙΜΑΙ ΤΟΥ ΒΥΘΟΥ


Έως πού λοιπόν;
έως μυελού οστέων και πηγήν αίματος
πού θα ψάχνεις να με βρεις
έως πού να σε βρω;
κι αν εγώ είμαι που ύφανα την έκταση
κι αν ακόμη το νόημα είμαι του βυθού
ο αυτάρκης πυρόλιθος του ονείρου
αν ακόμη η ραχοκοκαλιά μου αστράφτει
όλη πυρίτιο και χαλκό
όπως ποτάμι αυτόφωτο
που κατεβάζει σπόνδυλους δεινόσαυρων
οστά πελασγικά
χειρόγραφα χαλδαίων
κ’ ελλήνων αίματα διάπυρα
τι θ’ αποδειχτεί;


Σκέφτομαι τ’ αναρίθμητα μέλη μου
απ’ τη μεγάλη σάρκα που πονά
που φωσφορίζει που ηχεί που δεν ηχεί
τα μέλη μου σε μεγάλη διασπορά
να φράζουνε τα διάκενα των άστρων
να επισκευάζουνε το πρόσωπό σου θεέ μου
ανάπηρο απ’ τη βαρύτητα
ύστερα το κατεδαφίζουνε και ανακαλούν
τον αριθμό −τον ετεροθαλή σου−
χώνονται ανάμεσα στον πυροβολισμό
και στο θυμό μας
στο αλτ και στο πυρ
σ’ εκείνο το άρρητο κενό
που ο χρόνος κάποτε χώρεσε όλος
δεμένος χεροπόδαρα ώσπου γεννήθηκε
(πότε έγινε τούτο το φριχτό)
κ’ έφριξε η γη έφριξε ο ιστός του σύμπαντος
μέχρι τη φλέβα του χαλικιού
και τ’ αποκαΐδια της νύχτας.





Από τη συλλογή «Διασπορά», όπως αναδημοσιεύεται στον τόμο: «Έκτωρ Κακναβάτος, Ποιήματα 1943-1987, Συγκεντρωτική Έκδοση», εκδ. Άγρα, 2010.
Να σημειωθεί ότι η αναδημοσίευση της «Διασποράς» στον εν λόγω τόμο αναπαράγει τη δεύτερη έκδοσή της (Καστανιώτης, 1977), όπου υπήρχαν πολλές αλλαγές στίχων της πρώτης έκδοσης ("Πρώτη Ύλη", 1961).


Στην εικόνα: «Έκτωρ Κακναβάτος», ξυλογραφία. Έργο του Γιάννη Δ. Στεφανάκι.
Πηγή: http://www.ystefanakis.gr/ektor-kaknavatos/

Τρίτη 10 Ιουνίου 2014

Έκτωρ Κακναβάτος, "Cυμφωνια Νο 1"




CΥΜΦΩΝΙΑ Νο 1

Ι.

Τωρα που το ποιημα
του Υμηττου χαιρεταει
τα μενεξεδενια φτερα
της Αλκυονας Αιγινας
που καταφιλουνε τη θαλασσα
τη θαλασσα,
η σπονδη μου ετοιμαζεται
ωραια κι αγνη
σαν τον ισκιο Αττικου αμφορεα!




ΙΙ

Ετσι! Λαβωμενος απ το φως,
με σκονισμενα τα μαλλια
απ τη μαρμαρυγη της νυχτας,
Ασταρτη θα ερθω…
Α!.. τα ποταμια θα πεθαινουν
στ ασημενια αναμεσα καλαμια
στις βυσσινιες οχθες… κι εγω
τι θα πω που να μη
σχισει το ροδαλο πτιλωμα
της παιδουλας αυγης;
Ακομη … θα προσευχομαι
στο αιμα μου που
απ τη φωτοπληγη ανεβαινει
σε θρομβους πορφυροφωτους
επανω ... ως τα ροδα!..
Ακομη ... εγω που φοβουμαι
οχι την ευγενεια των φθογγων
οχι τις θλιβερες σονατες
ουτε την τιμωρια
του λυπημενου Αρχαγγελου
που περασε τους πρωινους κηπους
μα μηπως δεν εύρω
στην ερημη κοιλαδα τους αυλους.
Τους αυλους που κειτονται
χωρις τα κοιλα τους σωματα
να ρεουν χρυσα ελεγεια…
Ετσι … λαβωμενος απ το φως
ω Ασταρτη θα ερθω…




ΙΙΙ

Ασταρτη … ω αυτη την ωρα
τα μαλλια σου
ας κυριεψουν τα ματια μας!..
Να μην εδιωχνες ας ηταν,
τα κυπελλα που ολοχρυσα
σου φερνουν ν αγαπησεις
τον ποθο μας.
Και ναναι στ αποκρημνα
τα μετωπα μας εσυ
τον ουρανο να κρεμασεις
και τη λευκη κραυγη∙
της τρισευγενης αμυγδαλιας
θριαμβικο δορυ
δορυ στου χειμωνα μας
τα θυμωμενα καστρα καρφωμενο
Ασταρτη να κρατας!..


Ετσι! λαβωμενος απ το φως
ω καμε ως την καρδια
του ωκεανου να φουσκωσει
τουτη μου η πληγη
περα ως περα
ως εκει που τα κυπαρισσια
την χρυσασπρη πεδιαδα φιλουνε
και δυουν οι ρομφαιες
που τις αγαπαμε και
που ως τα σπλαχνα του θανατου
μας πανε και πανε!..




IV

Να που τωρα πρεπει
φορωντας τον κοκκινο χιτωνα
της επαναστασης
να που τωρα πρεπει
πατωντας την ολοχρυση κρουστα
της ηλιοσταχτης
τη σποδο τη σποδο του Φαεθωνα
να γυρευω…
Και αυτα τα λουλουδια
που ασπιδα τα κρατησα
στου βαρβαρου κριου τις κουτουλιες
ετσι που μεσα στα φτερα
των περιστεριων τα φερνω
να τα θαψω πρεπει μεσα στο φως!
ποσο αιμα να μου στοιχισει,
ποσο αιμα!..




V

Α!.. που ειναι οι βοστρυχοι του Απολλωνα
καθαρο χρυσαφι.
Οι γαλαζιες πυλες της πρωιας
που ανοιξαν
να περασουν οι θαλασσες.
τα δαχτυλα της χλοης
που αναβλυζουν απο τη γη,
τα οστρακα που τη βοη
του πρασινου πέλαου
λενε και λενε στο βαθος τους.
Το χρυσο αμαξι της μεσημβριας
που σταματησε
στον κουρεμενο καμπο
ξεζεμενο τα ξανθα του αλογα…
Τι ησυχια… ησυχια…
Που ειναι η φάλαγγα των πλοιων
που ειδαν καινουργια αστρα
στις κρυες νυχτες των πολων;


Οχι! τωρα που στης Αιτνας
τα κοκκινα ρειθρα θα λουστω
οχι, ας μην στρεψουν το προσωπο
οι κρινοι και οι αγγελοι
καθως γυμνος σαν μαχαιρι
θα παλλομαι στα κοκκινα θουρια!..
Μη δεν ειναι στους βραχους μας
θρυψαλα η λυρα του Ορφεα
μη δεν ρουφηξε θανασιμα
η θυμωμενη μας γη
του Ιησου το αιμα;




VI

Κι εγω που, ω χαρα μου,
το φως τοσο αγαπησα
οσο μεσα στα ανθη κρυβεται
σε σταλαματιες
οσο στις κορφες των αλπεων
μετεωρο κρεμεται
κι οσο στα μετωπα των Θεων
σαν λεπιδι γλυστραει
κι εγω λαβωμενος απ το φως
Ασταρτη, φωναζω
« σ ολα τα στερνα
καρφωσε το φως, το φως!.. »




Η «CΥΜΦΩΝΙΑ Νο 1» αποτελεί το πρώτο μέρος της συλλογής «Fuga» (1943), και την μεταφέρουμε όπως ακριβώς περιλαμβάνεται στη συγκεντρωτική έκδοση: «ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1943-1987», εκδ. Άγρα, 2010