Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φωστιέρης Αντώνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φωστιέρης Αντώνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 22 Δεκεμβρίου 2018

Αντώνης Φωστιέρης, "Το μεγάλο ταξίδι"





ΦΥΓΟΚΕΝΤΡΟΣ


Έξω, πιο έξω, έξω απ’ τον τροχό,
Σπρώξε τον κύκλο, πιο έξω, να τον σπάσεις.

Απ’ τη στεφάνη έξω, απ’ τον κλειστό
Μακριά τον τόπο να περάσεις,

− Πιο έξω − με μακρύ στριγγό να τιναχτείς αχό.





ΓΛΥΠΤΟ


Άγαλμα σκαμμένο απ’ τη θλίψη
Σε στάση κόρης που ’χει σκύψει
Το κεφάλι και βουβά θρηνεί
Με θολό το βλέμμα που σπαράζει

                                  − Έτσι μοιάζει
Κι η τυραννισμένη μας ψυχή.





ΕΝΑΣ ΑΘΑΝΑΤΟΣ


Πίσω απ’ τα νοτισμένα τζάμια, πίσω
Απ’ τα κλειστά παράθυρα
Και κάτω απ’ το πέλμα της σιωπής
Την ησυχία της νύχτας,
Ένας μικρός αγκαθωτός αθάνατος
Σα φλόγα πράσινη
Και σαν κατάρα υψώνεται.

Μέσα απ’ τα σφραγισμένα βλέφαρα
Ήλιοι μικροί γεννιούνται
Και πεθαίνουν.





ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΩΝ ΩΡΩΝ


Είναι κάποιες νύχτες μάταια θλιβερές
Και κάποιες μέρες
Π’ αρμενίζουν μες στον χρόνο σα νωθρές
                                                             γαλέρες.

Πάντα κάποιοι ανέμοι νότιοι δυτικοί
Τις κυβερνάνε
Και χωρίς σκοπό σε πέλαγο πλατύ
                                κυλούν και πάνε.

Είναι πάλι κάτι ώρες αδειανές
Βουβές και κρύες
Που στα κύματα χορεύουν σαν τρελές
                                           τρελές σχεδίες·

Κι είναι κάποιοι κουρασμένοι ναυαγοί
Που ως να πεθάνουν
Ονειρεύονται να φτάσουν σε μια γη
                              − Αλλά δε φτάνουν.





Από τη συλλογή «Το μεγάλο ταξίδι» (1971).
Πηγή: «Αντώνης Φωστιέρης - Ποίηση, 1970-2005», εκδ. Καστανιώτη 2008.

Στην εικόνα: Jean Louis Théodore Géricault: «Le Radeau de la Méduse».
Πηγή για την εικόνα:
https://en.wikipedia.org/wiki/The_Raft_of_the_Medusa

Πέμπτη 15 Ιουνίου 2017

Αντώνης Φωστιέρης, "Το θα και το να του θανάτου"





ΤΟ  ΘΑ  ΚΑΙ  ΤΟ  ΝΑ  TOΥ  ΘΑΝΑΤΟΥ


Έτσι λοιπόν χωρέσανε στα μάτια σου τόσες κοινές
        ασήμαντες εικόνες
Ποιος θα ’χει χρόνο κάποτε να βυθιστεί στη λίμνη μιας
        ανάμνησης
Η αιωνιότητα κρατάει τόσο λίγο
Όμως, δε γίνεται, θα υπάρχει κάπου μια μικρή δικαιοσύνη
        να εξηγεί
Με ποιες προθέσεις φεύγει ένας άνθρωπος
Με πόσα θα και πόσα να που ψιθυρίζει ο θάνατος
Σβήνει ασυλλόγιστα ολόκληρη ζωή
Αφού, το ξέρεις, ένα μόλις δευτερόλεπτο αρκεί
        ν’ αλλάξουν τώρα δυο φτερά τη ρότα τους
Και, μην ακούς, τα δευτερόλεπτα πληρώνονται ακριβά
Γι’ αυτό κι ο άνθρωπος εκείνος φεύγει απένταρος
Με τον πνιγμένο ρόγχο ενός κυνηγημένου
Λεπτά χρειάστηκε λεπτά
Χιλιάδες δευτερόλεπτα
Για ν’ αγοράσει τί; ασήμαντες εικόνες
Μα πώς μπορεί να ξεχρεώσει τώρα πού να δανειστεί
Πόσες εικόνες να πουλήσει απ' την ανάμνηση
Μια δυναστεία εικόνες παλιωμένες
Γεννοβολάνε τα λεπτά κι ο τόκος βγαίνει αβάσταχτος −

                  Κανείς λοιπόν δεν έχει να πληρώσει;





ΣΤΗΝ  ΑΡΓΥΡΗ  ΣΕΛΗΝΗ


Σελήνη να ’ναι αλήθεια ότ’ είσαι από ασήμι;
Κι όλοι αυτοί που στο βελούδο της προθήκης στέκονται
Αρθρώνοντας ψιθύρους αισθημάτων
Άραγε
Σε ρίχνουνε στο τάσι του ματιού ζυγίζοντας
Βάρη κι αξίες;
Δε βρίσκω άλλη εξήγηση. Πώς μαγνητίζεις
Τον πόθο της απόκτησης και αλλοπαρμένοι
Ανοίγουν τις κουρτίνες βιαστικά ή απ’ το μπαλκόνι
Ορμάνε να σε δουν. Ουράνια δόκανα
Στην έχουνε στημένη. Κι έχουν στείλει δυο αρκούδες να
        οσμίζονται
Τα βήματά σου. Πρόσεξε
Το βέλος του Τοξότη, φυλάξου απ’ το φαρμάκι του Σκορπιού.
Σελήνη, θα ‘ναι αλήθεια ότ’ είσαι από ασήμι. Δέξου το
Πως μόνο εκείνο που μπορεί να πουληθεί έχει τιμή και είναι
Απ’ όλους σεβαστό. Απ’ όλους μας τιμώνται οι πουλημένοι.
        Διάβολε
Δέκα χιλιάδες στίχοι έχουν γραφτεί για σένανε
Κι ούτε για δείγμα ένας που να πει
Τα στοιχειώδη. Ούτ' ένας αργυραμοιβός που να τολμήσει
Ξεκάθαρα μια προσφορά.
Το απρόσιτο μένει συχνά στο ράφι.
Κι ας το ορέγονται.
Κάνε λοιπόν εσύ το πρώτο βήμα
Τώρα που ολόκληρη σε βλέπω κι αυγωμένη
Γιατί απ’ αύριο θ' αρχίσεις να φυραίνεις
Κι έπειτα
Ποιος θα βρεθεί τα ωραία λεφτά του να πετάξει
Για το ασήμι σου
Το σώμα σου
Το εφήμερο
Το ελλιποβαρές.





ΚΑΤΟΙΚΙΔΙΟ  ΔΑΣΟΣ


Στο δροσερό σαλόνι σας θροΐζει ένα δάσος.
Αυτά τα έπιπλα που ακούτε ν’ ανασαίνουν
Φυλάνε ακόμα ενστικτώδη φτερωτά
Μες στα φυλλώματα. Κι αν τρίζουνε
Κάθε που μπαίνει νέος επισκέπτης
Θα ’ναι που νιώθουνε κρυμμένο το τσεκούρι
Να τροχίζεται. Σε ανώδυνο χαμόγελο
Αβροφροσύνης τούτη τη φορά.
Τις νύχτες αλαφιάζονται
Και το χοντρό τους νύχι από ρίζα
Χώνεται
Στον βράχο του τσιμέντου. Οι κλώνοι τους
Ρημάζουν τα ταβάνια − να οι ρωγμές
Του ξύλου που μουγκρίζει. Αφήστε τα·
Ούτε µ’ αλήθεια ούτε με πλάνη λειαίνονται
Οι ρόζοι σε μια φλούδα γηρατειών· αφήστε τα.
Κι αν το τικ-τακ του σκουληκιού υποδύεται
Το χτύπο της καρδιάς τους
Αυτά ονειρεύονται το ηρωικό λαμπάδιασμα
Να ’ρθει επιτέλους να χωρίσει πνεύμα
Από κορμί
                        − Λάμψη και κάρβουνο.





Από τη συλλογή «Το θα και το να του θανάτου» (1987), που περιλαμβάνεται στον συγκεντρωτικό τόμο «Αντώνης Φωστιέρης - Ποίηση, 1970-2005», εκδ. Καστανιώτη 2008.

Δευτέρα 16 Μαΐου 2016

Αντώνης Φωστιέρης, "Σκοτεινός Έρωτας"




ΤΟ ΜΑΥΡΟ

Το μαύρο είν’ οι λέξεις
Που πέσανε η μία πάνω στην άλλη
Τα τυπωμένα ποιήματα
Το ένα πάνω στ’ άλλο
Κι όλα τα χρώματα που ζήτησαν εκεί
Το τελικό κρησφύγετο.




ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΕΡΩΤΑΣ

Περπάτησα ως εκεί που το σκοτάδι
Πυκνό απ' τα φώτα του γυρνάει σε σκοτάδι
Δεν ξέρω πού ήταν που περπάτησα
Ο γνώριμος μεγάλος φόβος η εφηβεία μου
Κρατάει έν’ ανελέητο μαχαίρι
Χτυπάει πρώτα εμένα κι έπειτα
Χτυπάει και σφάζει αλόγιστα γυρνάει τα μέσα έξω
Χύνοντας τα εντόσθια των πραγμάτων καταγής
Ξεσκίζοντας τη σάρκα των ψυχών σας παίζοντας.

Πού είσ’ εσύ ποιος είσ’ εσύ δεν ξέρω πού περπάτησα
Άγνωστοι δρόμοι ελικοειδείς αιθέρια τούνελ
Όλα εκεί αιωρούνται στο στερέωμα
Κόσμοι επάλληλοι ανοίγουνε τα πέταλά τους τρέμοντας
Άγγελοι μ’ αλεξίπτωτο άνωθεν καταβαίνουν.

(Ά τι οδυνηρή ευφροσύνη η ομορφιά
Τι άγρια τραγωδία η τελειότητα).

Μια βόμβα φως εκρήγνυται στο άπειρο.

Πετάγομαι απ’ τον ύπνο μου
Τινάζοντας στον τοίχο τα όνειρά μου
Και να με μέσα σ’ άλλον ύπνο πιο βαθύ
Έχοντας πια ξεχάσει τα όνειρά μου − ή τις αγάπες μου −
Κι επιθυμώντας μοναχά μια λέξη
Να βρω μια λέξη να χωθώ στον κόρφο της
Κατάκοπος απ’ τη ζωηρή ακινησία του ταξιδιού
Σαν τους νεκρούς που περιμένουν να ξαναπεθάνουνε
Κάτω απ’ τη γαλήνια σκέπη του θεού που ελπίζουν.

Τι θέλω τέλος πάντων να συγκινηθώ τι με βαραίνει
Οι άλλοι κολυμπούν στο πέλαγο εγώ βουλιάζω
Κανείς δεν κολυμπάει όλοι βουλιάζουνε
Η βία ταρακουνάει τον πλανήτη μου σα χαλασμένο δόντι
Το χαλασμένο δόντι μου ταρακουνάει εμένα
Κι εγώ ταρακουνάω το δέντρο τ’ ουρανού, να πέσουν τ’ άστρα του.

Πού είσ’ εσύ ποιος είσ’ εσύ δεν ξέρω πού περπάτησα
Δεν ξέρω τίποτα και δε μαθαίνω τίποτα
Αν σ’ αγαπώ είναι γιατί δεν έχω τι να κάνω ή να σκεφτώ
Κι είναι γιατί δε θα σε ξαναδώ στα χρόνια που ’ρχονται
Ούτε στον χρόνο που ’ρχεται μετά τα χρόνια
Κι έτσι μπορώ να πω η ευτυχία μου είναι πλήρης
Όπως εξάλλου όλα στον κόσμο αυτό είναι πλήρη
Μια σταγόνα παραπάνω και ξεχείλισαν
Και θα χυθεί ο αφρός της τρέλας τους.

Καλά κοιμάμαι εδώ καλά ονειρεύομαι
Καλά γυρνάω στους δρόμους άγνωστος μ’ αγνώστους
Κι αν ήταν κάτι να μπορούσα να πιστέψω θα ’μουν άτρωτος
Να το λατρέψω ν’ αφοσιωθώ
Κι όχι ν’ ανεβοκατεβαίνω μάταια
Στα παγωμένα υπόγεια των αιώνων
Να στήνω μες στην ησυχία αυτί στο βόμβο των πραγμάτων
Άχρηστα πράγματα χιμαιρικά παράλογα
Πριν έξι εφτά χιλιάδες χρόνια θα ’μουν άλογο
Να κλαίω στον λάκκο του κυρίου μου
Και τώρα κλαίω γι’ αυτό που χάθηκε και δεν το ξέρω
Κι ούτε που θέλω να το μάθω − είμαι πλήρης.

Σκοτάδι αστραφτερέ καθρέφτη μου
Μέσα σου ανοίγονται χιλιάδες δρόμοι
Μες στο στομάχι σου ήχοι και χρώματα όλα χωνεύονται
Μέσα σου λιώνω εξαχνούμαι χάνομαι
Σκοτάδι εκτυφλωτικό μου φως
Είσαι το σύμπαν πριν απ’ τη γέννηση και μετά θάνατον
Άρα είσαι το σύμπαν κι εν ζωή   μέσα σου χάνομαι
Είσαι το τίποτα γυμνό κι είμαι το τίποτα
Μέσα σου χάνομαι.




ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΤΑΞΙΔΙ

Το πούλμαν προχωράει βουίζοντας
Αλέθοντας τα δευτερόλεπτα σ’ αέρινα άλευρα.

Τέρας μου μυθικό
Ό, τι φοβάμαι κι ό, τι σέβομαι είσ’ εσύ
Που καταπίνεις τις λευκές γραμμές
Στη λυσσασμένη άσφαλτο –
Η νύχτα ενσαρκώνοντας τον έναστρο χρόνο.

Ετούτη η λεωφόρος προεκτείνεται
Σε μια γραμμή χαμένη στο αχανές
Γύρω οι σφαίρες κι οι μικροί πλανήτες παίζοντας –
Η νύχτα ενσαρκώνοντας τον έναστρο χρόνο.

Τρέχω με ιλιγγιώδη ακινησία προς το μέλλον
Στα μακριά μαλλιά μου σύννεφα κι αστέρια
Σίφουνας οι αιώνες μέσα μου περνάνε
Παγωμένο ρεύμα –
Πλάι μου επιβάτες κοιμισμένοι πάνε.




Η ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ

Τίποτα τίποτα από σένα πια ουρανέ
Απ’ όπου πιάστηκα γκρεμίστηκα με κρότο
Απ’ την αέρινη σκεπή σου με τα όστρακα
Τη σκουριασμένη αρμαθιά των άστρων σου·
Ένα φεγγάρι δυσανάλογο ανατέλλει μέσα μου
Ογκώνεται επικίνδυνα στις κορυφογραμμές μου
Θα βγει πανσέληνος συντρίβοντάς με.




Η ΑΠΟΓΕΙΩΣΗ

Είσαι στο βάθος και σ’ ακούω που τραγουδάς
Είν η σπασμένη η ξεχασμένη πια φωνή σου.
Τις νύχτες έρχεσαι στον ύπνο μου αγρυπνάς
Χτυπούν οι έλικες στην απογείωσή σου.

Σε σάπιο φως πετούν πουλιά που είχα πολύ
Στον πρώτο θάνατο στην πρώτη μου ζωή αγαπήσει
Κι είσαι κι εσύ μαζί μ’ αυτά η ανατολή
Που είχα ελπίσει πίσω από τη δύση.

Αφρός σκοτάδι κι αίμα χύνεται απ’ το φως
Χύνεται ο ήλιος κάποτε που λιώνει
Στις ζωηρές φωνές μας ο καιρός είναι κουφός
Και κάθε ποίημα αρχίζει και τελειώνει.





Από τη συλλογή «Σκοτεινός Έρωτας» (1977), που περιλαμβάνεται στον συγκεντρωτικό τόμο «Αντώνης Φωστιέρης - Ποίηση, 1970-2005», εκδ. Καστανιώτη 2008

Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2014

Αντώνης Φωστιέρης, "Τοπία του Τίποτα"




ΕΞΕΡΧΟΜΕΝΟ ΜΗΝΥΜΑ

Ετούτη τη στιγμή δεν είμ’ εδώ.
Σ’ ένα μικρό κελί του στήθους
Αναπαύομαι.
Ούτε φωνή ούτε φως μου διακόπτουνε
Την ύπατη αγαλλίαση
Του τίποτα.

Έξω, σαν πάντα, περιφέρονται οι φίλοι μου
Ξελαρυγγιάζονται τα χρώματα της μέρας
Ιδέες και πάθη σταθερώς ανακυκλώνονται.

Κάπου εκεί
Μες στο πλήθος
Χαμένος κι εγώ.



ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

Μετά το ποίημα
Οι ποιητές
Νιώθουν θλιμμένοι.

Όπως τα ζώα
Μετά τον έρωτα.



Από τη συλλογή "Τοπία του Τίποτα", Αθήνα 2013, Εκδ. Καστανιώτη

Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2013

Αντώνης Φωστιέρης, "Ποίηση μες στην Ποίηση"



Στον Θανάση Θ. Νιάρχο
  
4

Πάνω στον στίχο που θα γράψω ακροβατώ
Πάνω στον στίχο που ’χω γράψει ισορροπώ∙
Ένα κλαδί γερό είναι το ποίημα
Που δένω πότε πότε εκεί την κούνια μου
Να αιωρούμαι πάνω από το μαύρο.



7

Τώρα κοιμάσαι σ’ αλμυρά χαλίκια
Σώμα της λύπης, στρώμα του καιρού,
Πτώμα εκβρασμένο απ’ το κύμα της μνήμης
Στην απόκρημνη ακτή
αυτού του ποιήματος.



10

Εδώ ήτανε κάποτε ένα ποίημα
Εμπόδιο του καιρού, φτερό των πόθων.
Ερείπιο κατάντησε
Μια μαύρη τρύπα κι άσχημη κατάντησε
Τέσσερις πέντε στίχοι που καπνίζουν.



13

Τη νύχτα έβλεπε στον ύπνο του ένα στίχο
Που να ψηλώνει ατέλειωτα.
Τρυπώντας το ουράνιο περίβλημα
Αρχίζανε να πέφτουν
τα υπερκόσμια σκεύη.




Από την συγκεντρωτική έκδοση «ΑΝΤΩΝΗΣ ΦΩΣΤΙΕΡΗΣ - ΠΟΙΗΣΗ, 1970-2005»,
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ 2008

Κυριακή 30 Ιουνίου 2013

Αντώνης Φωστιέρης, "Ανεπίδεκτος απομαθήσεως"



       
Ανεπίδεκτος απομαθήσεως
                 
Δεν ξέρω που να σταματήσω.
Κι ούτ' έχω χρόνο διαθέσιμο
Για να ξεμάθω.
Χωρίς δασκάλους
Ή μιά μέθοδο έστω.
Απίθανο
Να βγάλω εγκαίρως από πάνω μου
Όλη την ύλη.
Ο Έντισον εφεύρε τον φωνογράφο
Η φάλαινα γεννάει φαλαινάκια
Ο Δούναβης διασχίζει τη Βιέννη -
Αφόρητο φορτίο ανιαρό
Τα δευτερεύοντα.
Με κάμποσες επαναλήψεις λήθης
Φαίνεται
Θα καταφέρω κάποτε
Να ξεθωριάσουν.
Όμως πώς είναι πράσινα τα φύλλα
Ο βίος βραχύτατος
(Η τέχνη ακόμη βραχυτέρα)
Όμως πώς είναι η θάλασσα νερό
(Κι όλα βεβαίως νερό)
Αδύνατον
Ό,τι κι άν κάνω, αδύνατον
Να τα προλάβω.

Με τέτοιαν έλλειψη ελλείψεων, μπορώ
Να πάρω απολυτήριο; Δεν μπορώ.

Γι' αυτό
Ας μείνω, Κύριε, στην ίδια τάξη
Στάσιμος
(Α ναί, στην ίδια τάξη στάσιμος)
Λίγες χρονιές ακόμη.

Ως πλημμελούς αγνοίας, Κύριε.

Ως ανεπίδεκτος απομαθήσεως.



Από τη συλλογή "Πολύτιμη Λήθη", Καστανιώτης 2003