Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χειμωνάς Γιώργος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χειμωνάς Γιώργος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2020

Γιώργος Χειμωνάς, "Πεισίστρατος" (απόσπασμα)




Ο βασιλιάς της καρθαγένης


Τάχα περπατούσα καταμεσίς στην κοίτη ενός ξεροπόταμου και βρήκα λέει έναν θώρακα χελώνας κι έσκυψα να τον περιεργαστώ. Όμως αντί την σταχτιά μούρη και τα χοντρά ποδάρια με τα σκληρά λέπια της χελώνας είδα ένα άσπρο φιδάκι αταίριαστα μικρό μέσα στο ευρύχωρο θολωτό καύκαλο και φαινότανε πεθαμένο. Τότε φοβήθηκα και ρίγησα από σιχασιά κι έσπασα με το πόδι μου το χελωνίσιο καύκαλο το πάτησα με δύναμη για να χώσω το φίδι μέσα στην άμμο και να μην με τρομάζει πια όμως το ένιωσα κάτω απ’ τη φτέρνα μου να ζωντανεύει και να σπειρώνεται κι έτρεμε και το πατούσα παρόλη μου τη σιχασιά και με πείσμα. Σιγά σιγά το πόδι μου χωνόταν στην άμμο χώθηκα όλος μέσα στην άμμο όλα σκοτείνιασαν και το φίδι δε σπάραζε πια και χάθηκε. Αν ήταν παραμύθι το φίδι θα μιλούσε ανθρωπινά και θα ’λεγε πιάσε με είμαι το κλειδί που ανοίγει την άλλη πόρτα. Θα ήταν κάποια αφή − έτσι έλεγε ένα βιβλίο πως τα ερεθίσματα παίζουν καμμιά φορά ρόλο στα όνειρα μάλιστα κάποιος που κοιμόταν και του χάιδεψαν με φτερό τα χείλια και την μύτη μόλις που τ’ ακουμπήσανε ονειρεύτηκε πως τον βασάνιζαν πως του έβαζαν πίσσα στο πρόσωπο κι ύστερα την τραβούσαν μαζί με το δέρμα. Ύστερα ήμουν στην κορυφή του πιο ψηλού βουνού και δίπλα μου ήταν ένας άρχοντας μεγαλοπρεπής και συμπορευόμασταν αρμονικά σ’ έναν δρόμο με επίσημα ορθωμένο κεφάλι και τριγύρω παντού ένα πλήθος αόρατο κι άφωνο επευφημούσε ενθουσιασμένα εμάς τους δυο τους ξεχωριστούς. Ο δρόμος τέλειωνε και βρεθήκαμε μπρος σ’ ένα χάος κι έσκυψα να δω. Είδα την γη χαμηλά πολύ μακρυά κάτω τόσο που έβλεπα την στρογγυλότητά της κι όσο κι αν έγειρα δεν έβλεπα τίποτε που να ενώνει εκείνο τον υπερκόσμιο εξώστη όπου ήμουν ανεβασμένος με την γη. Όταν κοίταξα τα πλαϊνά μου είδα πως ήμουν πάνω σ’ έναν βράχο που έμοιαζε με πολύτιμο λιθάρι και τα ακανόνιστα μικρά επίπεδα της επιφανείας του αστραφτοκοπούσαν στο φως κάποιου αθέατου ήλιου κι αγνάντευα πάντα την μακρυνή γη. Ήταν ένα απερίγραπτο αίσθημα ελευθερίας μια φωτεινή αίσθηση αποδέσμευσης και λυτρωμού ήμουν σε πλήρη έξαρση ήμουν ένας τεράστιος πνεύμονας γυμνός που αχόρταγα ανέπνεε τον καθαρό αέρα και μεγάλωνε μεγάλωνε άπλωνα ανεμπόδιστα την ύπαρξή μου πάνω στον ουράνιο βράχο μιαν ασύνορη αστρικήν ύπαρξη συνέχεια διαστελλόμενη. Το βάραθρο που έχαινε κάτω μου δεν με φοβέριζε δεν μου έφερνε ίλιγγο ίσα ίσα τόνιζε την εξωγήινη μεταρσίωσή μου. Ύστερα ηχήσαν πολλές μακρυνές χαρούμενες σάλπιγγες κι ο άρχοντας στο πλάι μου είπε μ’ ευγενική φωνή καιρός ν’ ετοιμαστείς για την στέψη θα σε κάνουμε βασιλιά της Καρθαγένης. Στο τέλος τ’ όνειρο ξέφτισε έσβησε μπερδεύτηκε με σκηνές φτηνές κι ανόητες καθώς συχνά γίνεται στα όνειρα που έχουν κάποια ασυνήθιστη διάρκεια. Ήτανε μια δροσιά που ήρθε με τρόπο που δεν περίμενα καθόλου και μου πράυνε το μυαλό και την ψυχή και την άλλη μέρα ένιωθα ευφορία κι ευεξία πρωτόγνωρη κέφι και αισιοδοξία. Εκείνη η έστω στ’ όνειρο μεγαλειώδης ανάταση η κορυφωμένη στο ανώτατο ευτυχισμένη αποθέωση ήταν μια μετάγγιση ζωής που έκανε η ψυχή μου στον ίδιο της τον εαυτό και δεν έψαξα ν’ αναλύσω αυτή την απρόοπτη ενύπνια ψυχική στροφή και να δικαιολογήσω αυτό τ’ ορμητικό ξέσπασμα της μεγαλομανίας και μονάχα χαιρόμουν η χαρά μου ήταν πλατειά και σταθερή σαν την σίγουρη χαρά που καταλείπει σαν περάσει ένας ενθουσιασμός. Το μυαλό μου ξαναγύρισε στον Πεισίστρατο ξαναμμένο. Γιατί ο Πεισίστρατος είναι το μεγάλο μου βήμα το μεγάλο και το πρώτο. Θα τον ξαναγράψω από την αρχή και θα τον απλώσω θα τον κάνω καλλίτερο και φοβερώτερο γιατί έτσι πρέπει να γίνει γιατί αλλοιώς θα πεθάνω. Θα τον αλλάξω





Από το βιβλίο «Πεισίστρατος» (1960).

Παρασκευή 27 Ιουνίου 2014

Γιώργος Χειμωνάς, "Ο εχθρός του ποιητή"




Ο ΕΧΘΡΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ (απόσπασμα)


Η Κυβέλη ψιθυρίζει σφυρίζοντας αλλά εγώ έψαξα και μελέτησα. Βρήκα την άλλη σημασία της λέξης Diougan. Δεν θα πει Προφητεία θα πει Διπλός Λόγος. Βρήκα τον δεύτερο τον άλλο λόγο της μπαλλάντας κι αυτός είναι το νόημά της. Το νόημά της ξαφνικά πύκνωσε και σκοτείνιασε. Ήρθε και στάθηκε πάνω από την σχέση του Ποιητή με τον Εχθρό. Πουθενά δεν υπάρχει χριστιανός και καμμιά εισβολή. Καμμιά σύγκρουση χριστιανών και βαρβάρων δεν υπάρχει. Η μπαλλάντα αυτή πρωτακούστηκε πολύ πριν τον Χριστό. Από καιρό από χρόνια πολλά ακολουθεί τον ποιητή ένας μυστηριώδης πρίγκηπας του πολέμου. Κανένας δεν γνωρίζει ποιος είναι. Την γενιά του το όνομά του τον σκοπό του. Είναι πάντα μονάχος με σιωπή και σαν από ένα καθήκον ακολουθεί τον Γκουένκ Χλάν. Στο τέλος τον υποτάσσει. Την ανύπαρκτη σχέση του μ’ αυτόν τώρα την κάνει σχέση. Αλλά μια σχέση τρομερή άδικη. Ανεξήγητη ως το τέλος. Με μιαν ανεξιχνίαστη κακία βασανίζει ταπεινώνει αναίτια τον ποιητή του βγάζει τα μάτια. Τον κλείνει στην φυλακή κι ο ποιητής πεθαίνει όμως αυτό δεν έχει σημασία. Γιατί εχθρός του ποιητή δεν μπορεί να είναι ο θάνατος. Ο ποιητής δεν φοβάται τον θάνατο το λέει. Ο θάνατος είναι φυσικός η ποίηση υπερφυσική. Ποιος μπορεί να είναι τι είναι αυτός ο άγνωστος εχθρός του ποιητή. Ο προαιώνιος κακούργος των ποιητών. Τότε άκουσα τον οιωνό με το κλειστό το στόμα. Μοίρα του ποιητή είναι η τιμωρία. Χωρίς κανένα έλεος χωρίς αιτία χωρίς να υπάρχει έγκλημα. Ο χριστιανός είναι ένα άγνωστο αδυσώπητο πλάσμα κακό. Έχει αποστολή κι υπόσταση να ταπεινώσει να τρομάξει. Να βασανίσει ν’ αφανίσει τον ποιητή. Γιατί ο ποιητής έχει πάντα έναν εχθρό. Η ποίησή του κι η ζωή του η ίδια κρέμονται από την αναμέτρησή του μ’ αυτόν. Ποίημα είναι ό,τι δια της βίας σώζεται από τον πόλεμο του ποιητή μ’ αυτόν τον πανίσχυρο φυσικό του εχθρό. Έτσι ζει πάντα ο ποιητής. Απειλημένος καταπατημένος δικασμένος. Μέσα στο σκοτάδι γιατί άγρια τον τυφλώσαν. Με θανάσιμη αγωνία με μεγάλες κινήσεις στον αέρα. Φυλάγεται αλλά έρχεται πάντα η ώρα που θα τρομάξει και θα νικηθεί. Αυτό είναι το νόημα της μπαλλάντας του Γκουένκ Χλαν λέει η Κυβέλη και χαμηλώνει περισσότερο την φωνή της κι αυτός είναι. Τον ήξερα από πάντα αυτόν τον πρώτο νόμο της ποίησης κι εγώ ξέρω το νόημα της αναίτιας τιμωρίας της. Ότι η ποίηση είναι το μοναδικό πράγμα στον κόσμο που έχει αιτία και γι’ αυτό αφανίζεται ρημαγμένη από κάτι που δεν έχει αιτία. Τέτοιο είναι πάντα το τέλος των ποιητών να καταστρέφονται χωρίς αιτία. Η κραυγή του πεθαμένου ποιητή Χτύπα! Χτύπα! που αντηχεί σ’ ολόκληρο το ποίημα δίνει το μέτρο του αναίτιου όχι της εκδίκησης.




Από το βιβλίο «Ο εχθρός του ποιητή», Κέδρος 2008

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014

Γιώργος Χειμωνάς, "Οι χτίστες"




Ο κόσμος να γίνει εικόνα. Αυτή θα είναι η τελευταία ζωή των ανθρώπων να τους σκεπάσει μια εικόνα.

Απομακρύνθηκε ο ορίζοντας. Η ζωή φάνηκε πρώτα στους τοίχους. Είναι ένας τοίχος αλειμμένος μ’ ένα υλικό σαν σημασία. Αλλού οι τοίχοι εξογκώνονταν και εξείχαν σα να γεννούσαν αγάλματα κι άμορφα ακόμα που μόλις σχηματίζονταν εκρέμονταν από τους τοίχους. Αργά εκατέβαινε ο ουρανός. Υπέροχος κεφαλόδεσμος από λοξά βαρειά καλύμματα λύθηκαν κι έπεφταν αργά για να φανεί ξανά πόσο καλό είναι το φως.





Απόσπασμα από το βιβλίο "Οι χτίστες", Κέδρος, 2008.