Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ασλάνογλου Νίκος-Αλέξης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ασλάνογλου Νίκος-Αλέξης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 3 Αυγούστου 2021

Νίκος - Αλέξης Ασλάνογλου, "Νοσοκομείο εκστρατείας"





ΣΤ’ ΑΚΡΟΓΙΑΛΙΑ


Γυρνάς ξανά στα μέρη που σε άλλαξαν

Φτωχά τα καφενεία δε σε ξεδιψούν
τώρα που μόνος σου συναίνεσες στη συμφορά
και η θάλασσα λαμποκοπά και τα χωριά ερήμωσαν

Πού να τον ψάχνεις στ’ ακρογιάλια ή στο βυθό
πού νά ’βρεις το ξανθό του το κουφάρι





Η ΠΟΙΗΣΗ ΔΕ ΜΑΣ ΑΛΛΑΖΕΙ


Η ποίηση δε μας αλλάζει τη ζωή
το ίδιο σφίξιμο, ο κόμπος της βροχής
η καταχνιά της πόλης σα βραδιάζει

Δε σταματά τη σήψη που προχώρησε
δε θεραπεύει τα παλιά μας λάθη

Η ποίηση καθυστερεί τη μεταμόρφωση
κάνει πιο δύσκολη την καθημερινή μας πράξη





ΚΙ ΑΝ ΥΠΟΘΕΣΟΥΜΕ


Κι αν υποθέσουμε πως όλα έρχονταν καλά
και ταξιδεύαμε μαζί κι η πόλη έφεγγε
και το κατάστρωμα πλημμύριζε στη μουσική
κι η θάλασσα ήταν δική μας κι η στεριά
λουλούδιαζε σαν ανθισμένο περιβόλι
αν υποθέσουμε πως ταξιδεύαμε παντοτινά
κι η αγάπη σου ανάβλυζε μέσα στα μάτια –

Τι κουβεντιάζουμε, κανένα γιατρικό δεν ωφελεί
καμιά αλλαγή στο αίμα δεν αντέχει





ΜΑΣΣΑΛΙΑ


Αυτή την πόλη τη λατρεύω, σε μεγάλωσε
καθώς γυρίζω τ’ απογεύματα ολομόναχος
στην προκυμαία ή στο παλιό λιμάνι
αυτός ο τόπος ξέρω πως σ’ αγάπησε
συννεφιασμένη αγέλαστη εργατούπολη
στα χέρια ενός ανάλγητου εργοδότη

Γι’ αυτό αγάπησα τους δρόμους της, τη συννεφιά
κι όλο βυθίζομαι μες στην ερειπωμένη όψη





Από την συλλογή «Νοσοκομείο εκστρατείας», (1972).
Πηγή: «Νίκος - Αλέξης Ασλάνογλου, Ο δύσκολος θάνατος», Νεφέλη 2007.

Στην εικόνα: Paul Signac, «View of the Port of Marseilles»
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Πέμπτη 9 Νοεμβρίου 2017

Νίκος - Αλέξης Ασλάνογλου, "Ποιήματα για ένα καλοκαίρι"





ΚΙ ΑΝ ΕΙΣΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ


Κι αν είσαι άνθρωπος κι αν είσαι εργοστάσιο
κι αν είσαι μια ξανθή μοντέρνα πόλη

Είσαι για μένα κούραση το βράδυ
μια μηχανή που σώπασε
μια ετοιμόρροπη φωνή

Είσαι η στάμνα μου για ένα καλοκαίρι





ΚΑΜΙΑ ΑΦΙΣΑ Η ΤΟΙΧΟΣ


Καμιά αφίσα ή τοίχος δε θα μαρτυρεί
το ελαφρό σου πέρασμα στη φλέβα

Πέφτεις σα σιγανή βροχή ανύποπτη
ανάμεσα στα ξεραμένα φύλλα

Καμιά σκαπάνη μουσικού δε θα σε βρει
τόσο βαθιά στο αίμα





ΜΟΝΑΧΟΣ ΜΟΥ ΝΥΧΤΩΝΩ


Βλέπω τη θάλασσα ν’ ανοίγεται για σένα
τρυφερέ περιηγητή του ουρανού
μες στις ακρογιαλιές μου που κουρνιάζεις

Βλέπω στον ουρανό μια κατασκήνωση για σένα
οργανοπαίχτη μιας σβησμένης εποχής
που ζωντανεύεις πάνω στην οθόνη
τη μνήμη μου ανάμεσα στα παιδικά σου χρόνια

Μονάχος μου νυχτώνω εδωπέρα





ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ


Γιατί να καίει έτσι το φθινόπωρο
μέσα σ’ αυτό το ανέλπιστο καλοκαιράκι
που γαντζωμένο πάνω μου όλο τ’ απομεσήμερο
στην προκυμαία τα μάτια μου στραβώνει

Τι να ζητά η αντηλιά της θάλασσας
κι αποχαυνώνει την ψυχή μου στο λιμάνι





ΟΙ ΚΕΡΑΣΙΕΣ ΑΝΘΙΖΟΥΝ


Οι κερασιές ανθίζουν πάλι. Πρόσκαιρες
έρχονται και περνούν με τη βροχή
βλασταίνουνε με το φιλί κι ύστερα σβήνουν

Γι’ αυτό τις ψηλαφίζω και πικραίνομαι
φυτοζωούν για λίγο κι ύστερα εξατμίζονται
μαζί με το φιλί σου, χάνονται
για πάντα μες στο ρεύμα του καιρού





Από τη συλλογή «Ποιήματα για ένα καλοκαίρι» (1963), που περιλαμβάνεται στη συγκεντρωτική έκδοση «Ο δύσκολος θάνατος», εκδ. Νεφέλη, 2007.

Παρασκευή 22 Απριλίου 2016

Νίκος - Αλέξης Ασλάνογλου, "Ο θάνατος του Μύρωνα"




ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟ ΜΙΚΡΑΣ

Ομίχλη κατεβαίνει με τ’ απόγευμα κι ο δρόμος
χαρακώνει το φως κομματιαστά γυρνώντας
μέσα στο άλλο φέγγος, σαν ξεγύμνωμα
σ’ έναν απαίσιο αδυσώπητο βιασμό

Τότε λάμπουν για μας οι προβολείς, λάμπουν για σένα
ανάβουνε οι δυνατοί φακοί κι όλα φωτίζουν
το στόμα, τα μαλλιά, το νυχτωμένο σώμα·
έτσι φέγγει βαθιά στον ουρανό η αγάπη μας
θρυμματισμένη μουσική στον αερολιμένα, φέγγει
για τη στιγμή που η φλόγα θα εγγίσει
γλείφοντας το δοσμένο χέρι, κι όμως τρέμει
σαν ανοιχτή πληγή στη μουσκεμένη ώρα

Ομίχλη κατεβαίνει με τ’ απόγευμα
μες στο μισόφωτο αλλάζουν όλα όψη, εξωραΐζονται
και ντύνονται το άλλο φως, το πιο δικό μας




Η ΛΙΤΑΝΕΙΑ

Καμιά φορά μες στην προχωρημένη νύχτα, έβλεπα
δρόμο μοναχικό, αδιέξοδο, να συντροφεύει σπίτια
να χάνεται αθόρυβα μέσα σ’ αυλές. Και ήμουν
σαν αφημένος σε δικιά μου μουσική, ζώντας αδιάκοπα
με παραισθήσεις κι αυταπάτες

Μα τώρα που επιστρέφει το βαθύ σούρουπο, ακούω
σα λιτανεία να ’ρχονται μέσα στο βυσσινί σύννεφο, πλήθος
θόρυβοι μακρινοί, στρατιώτες μάχιμοι, ανεύθυνα παιδιά
άντρες της ακτοφυλακής και γυρολόγοι
έρχονται αθόρυβα, συρτά, νόμιμα για να πάρουν
ό, τι περίσωσα, κειμήλια κι αναμνηστικά, μα περισσότερο
θέλουν τον Μύρωνα που σκότωσαν αυτοί και τώρα
ζητούν ευθύνες και φωνάζουν και ξεσκίζουνε
τα ρούχα τους

                                            Κι έτσι τώρα πια βλέπω
δρόμο μοναχικό, αδιέξοδο, να πνίγεται
καθώς η νύχτα προχωρεί μες στην επίγνωση
μιας ξοδεμένης απερίσκεπτα θυσίας




ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΣΤΗΝ ΑΜΜΟ

Νύχτωνε στην Ελ Μίνα και πυκνή
σιωπή ανέβαινε απ’ τη μεριά της θάλασσας
κι αντάμωνε το κάστρο· ολημερίς
ξαπλώνονταν αμίλητο και σκυθρωπό
σα μουδιασμένο ζώο

Τότε ξεχώρισα ήχο πνιχτό καθώς το φύλλο
που τσαλακώνεται μέσα σε χέρια ανάρμοστα
γρατσούνισμα σε σώμα ακάθαρτο, αρρωστημένο

Κι είδα έναν Άραβα μικρό, σημαδεμένο
έφεγγαν χέρια, πρόσωπο, μάτια και ήταν όλος
χιλιάδες που άφηναν τη γη τους κι επιστρέφανε
μέσα στην άμμο, σε σκηνές, στο άσπρο φως.
Κι όταν μιλούσε δάκρυζε η φωνή του και όλο ικέτευε
για κάποια θέση στη ζωή ή έστω αντίσταση
στο θάνατο που ερχότανε αργά και τον ρουφούσε

Μα εγώ έπλενα τα χέρια μου. Άγρια μοναξιά
τα χρόνια που έφευγαν με είχανε ποτίσει.




ΕΡΕΙΠΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΜΥΡΑΣ

Όσο περνά ο καιρός και κάνω ένα προχώρημα
βαθύτερο μες στην παραδοχή, τόσο καταλαβαίνω
γιατί βαραίνεις κι αποχτάς τη σημασία
που δίνουν στα ερείπια οι άνθρωποι. Εδώ που όλα
σκουπίζονται, τα μάρμαρα κι οι πέτρες κι η ιστορία
μένεις εσύ με την πυρακτωμένη σου πνοή για να θυμίζεις
το πέρασμα ανάμεσα στην ομορφιά, τη μνήμη
εκείνου που εσίγησε ανεπαίσθητα εντός μου
σφαδάζοντας στην ίδια του κατάρρευση κι ακόμα
τους άλλους που ανύποπτοι μες σε βαθύν ύπνο διαρρέουν

Όσο περνά ο καιρός και προχωρώ βαθύτερα
στο ακίνητο φθινόπωρο που μαλακώνει πλένοντας
με φως τα πεζοδρόμια, τόσο βλέπω
στη χρυσωμένη δωρεά του ήλιου μια εγκατάλειψη
για όσα περιμένω και δεν πήρα, για όσα
μου ζήτησαν κι αρνήθηκα μη έχοντας, για όσα
μοιράστηκα απερίσκεπτα και μένω
ξένος και κουρελιάρης τώρα

                                                       Μα όταν
μες στη θρυμματισμένη θύμηση αναδεύω
ερείπια, βρίσκω απόκριση βαθιά γιατί τα μάρμαρα
κι οι πέτρες κι η ιστορία μένουν για να θυμίζουν
το πέρασμά σου ανάμεσα στην ομορφιά − απόκριση
για όσα περιμένω και δεν πήρα




ARS POETICA

Το ποίημα θέλω να είναι νύχτα, περιπλάνηση
σε ξεμοναχιασμένους δρόμους και σε αρτηρίες
όπου η ζωή χορεύει. Θέλω να είναι
αγώνας, όχι μια μουσική που λύνεται
μα πάθος για την μέσα έκφραση μιας ασυναρτησίας
μιας αταξίας που θα γίνει παρανάλωμα
αν δεν τα παίξουμε όλα για όλα

Όταν οι άλλοι, αδιάφοροι, με σιγουριά
ξοδεύονται άσκοπα ή ετοιμάζονται το βράδυ
να πεθάνουν, όλη τη νύχτα ψάχνω για ψηφίδες
αδιάφθορες μες στον μονόλογο τον καθημερινό
κι ας είναι οι πιο φθαρμένες. Να φεγγρίζουν
μες στο πυκνό σκοτάδι τους σαν τ’ αχαμνά ζωύφια
τυχαίες, σκοτωμένες απ’ το νόημα
με αίσθημα ποτισμένες




Από τη συλλογή «Ο θάνατος του Μύρωνα» (1954 - 1959), που περιλαμβάνεται στη συγκεντρωτική έκδοση «Ο δύσκολος θάνατος», εκδ. Νεφέλη 2007.

Τετάρτη 13 Μαΐου 2015

Νίκος - Αλέξης Ασλάνογλου, "Ποιήματα της τελευταίας άνοιξης"





ΣΥΝΘΗΜΑΤΑ

Πίσω, σε σχήματα δοκιμασμένα απ’ την πολυκαιρία
πίσω σ’ αυτή την άνοιξη που έρχεται απαράλλαχτη
διασώζοντας όλα τα περασμένα μες στο φως

ψηλότερα, στα τάγματα της προκάλυψης, στα ορεινά
             εργοτάξια
φωτίζουν τώρα ακούραστα τη δική σου σιωπή




ΑΝΑΧΩΜΑΤΑ

Ένα ζεστό συννεφιασμένο πρωινό
μια αρρυθμία στο μυαλό και στην καρδιά
και μια αίσθηση ότι σε λίγο θα πεθάνω
με οδήγησαν σε γνώριμα κλειστά τοπία

Γυρίζοντας στις αγροικίες, στα αναχώματα
και στα ερημωμένα καφενεία
κάθισα να σκεφτώ γιατί αυτή καθήλωση

στον κήπο αυτό όπου κρεμάστηκε ο κυρ-Κοσμάς
ο συνταξιούχος έμπορας με το σκυλί του




ΠΟΣΟ Σ’ ΑΓΑΠΗΣΑ ΥΓΡΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

Πόσο σ’ αγάπησα υγρή μουσική σ’ αίθουσες χορού
            ατημέλητες 
πίδακες χαμηλοί και μουσκεμένοι κήποι
λιθόστρωτο με βομβητή νερού, υπόγειοι χέιμαρροι
θάλασσα γλιστερή μέσα στη βραδινή ομίχλη
ποιητή σε αφίσα, φύλλα από βροχή

Πόσο σ’ αγάπησα σκόρπισμα μιας ζωής βαθύ, ατέλειωτο




Από τη συλλογή «Ποιήματα της τελευταίας άνοιξης», που περιλαμβάνεται στη συγκεντρωτική έκδοση  «Ο δύσκολος θάνατος», εκδ. Νεφέλη 2007

Δευτέρα 5 Μαΐου 2014

Νίκος - Αλέξης Ασλάνογλου, "Εκκοκκιστήρια"




ΕΚΚΟΚΚΙΣΤΗΡΙΑ  Α΄

Βέροια, Ελασσόνα, Δράμα – πόλεις που αγάπησα, κλειστές
ανάμεσα σε υψώματα ή σε μικρούς καταυλισμούς
σπίτια που ανοίγονται κρυφά στον κάμπο

Σας γνώρισα τα δειλινά μέσα σ’ αυλές μοναστηριών
ή σε κρεβάτια παμπάλαια όπου έζησα πρόσκαιρα
με ανθρώπους που άφησαν κάποια σημάδια, λίγα κόκαλα
θητεία παράξενη, όλο αθωότητα, γεμάτη πίστη

Πίστη σε τι, ούτε ο ανθυπολοχαγός δεν έμεινε
ούτε όσοι φόρεσαν το ράσο κι αποκλείστηκαν
ένα παιδί αγαπήθηκε για να ξενιτευτεί
άνθρωποι που αγκάλιασα μες στους σταθμούς, άνθρωποι
             μόνοι

Πόλεις κλειστές σαν περιβόλια, που με ζήσατε
εκκοκκιστήρια μιας σοδειάς, βλέπω τι έχετε δώσει




ΕΚΚΟΚΚΙΣΤΗΡΙΑ  Β΄

Προχωρούσαμε με το Δημήτρη αμίλητοι προς το μικρό σταθμό. Αφήναμε τη Βέροια πίσω μες στην καταχνιά και κοιτάζαμε άφωνοι τους καπνούς στο μισοφώτιστο βράδυ

Εκεί, μες στην ερημωμένη έκταση, ακούγαμε τα εκκοκκι- στήρια να κελαϊδούνε. Υπόκωφη στην αρχή, η βουή δυνάμωνε με τον καιρό, μας είχε σχεδόν παρασύρει. Φώτα και μηχανές μεσ’ απ’ τα τζαμωτά μάς άφηναν να ιδούμε τον αποχωρισμό. Ο καθαρός καρπός γλιστρούσε και σωριάζονταν δίπλα μας μέσα σ’ ένα σύννεφο άσπρης σκόνης. Ακόμα θυμάμαι τα μάτια του, σα να είχαν δακρύσει

Τότε κατάλαβα πως πέρασε πια η εποχή της συγκομιδής. Και πως ό,τι μπορούσαμε να δώσουμε το είχαμε σχεδόν σκορπίσει





Από την συλλογή «Νοσοκομείο Εκστρατείας», (1972).
Πηγή: «Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Ο δύσκολος θάνατος», Νεφέλη 2007.