Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοκκώνης Βασίλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοκκώνης Βασίλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2022

Βασίλης Κοκκώνης, "Τέσσερα ποιήματα"




ΦΑΙΝΟΜΕΝΙΚΑ


Ω, πόσο αταίριαστοι.
Εκείνη φωτεινή και διαπερατή.
Εκείνος σκοτεινός και αδιαπέραστος.
Μα δες!
Όταν κοιτάζονται, οι δυο λευκές της φτερούγες
τρυπούν τα σκοτάδια του.





Η ΠΙΟ ΓΛΥΚΙΑ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ


Κι αν πεθαίνω κάθε βράδυ
μες στο ανυπολόγιστο της αγκαλιάς σου,
είναι για αναστηθώ το πρωί,
με ένα σου φιλί.





Η ΑΠΟΣΤΑΣΗ


Ίσως όλα εκείνα που δεν εκφράσαμε,
τυλιγμένα σε ένα φύλλο εφημερίδας,
που έφταναν πάντοτε αργοπορημένα,
παλιά, αβέβαια και αξεδιάλυτα,
ο κρότος από το σπάσιμο της υπομονής,
το απελπισμένο χαμόγελο από την ματαίωση ενός σ’ αγαπώ που δεν λέχθηκε,
μα φαίνεται πως εννοήθηκε,
ένα τσιγάρο που δεν πρόλαβε να αλλάξει χείλη και έσβησε ανείπωτο,
ακόμη κι εκείνο το ποίημα που γράφτηκε, μα κάηκε,
πριν προλάβει να χαριστεί,
όλα εκείνα τα μικρά, μεγάλα μυστικά, τα μυστικά μας,
είναι εκπρόθεσμα πια.
Πες μου τώρα πώς να διανύσω απ’ την αρχή την απόσταση
από τα χείλη μου, στα χείλη σου, δίχως να χυθεί μια λέξη;





ΤΟ ΚΑΔΡΟ


Ποιος ξημέρωσε μέσα στο κάδρο;
Μια παλιά πολυθρόνα από τριανταφυλλιά σκεπτική.
Τα μεγάλα μπράτσα της είναι καφέ ξύλινα ξωκκλήσια,
φτιαγμένα από παλιές προσευχές.
Ένα ποτήρι θάλασσα ακουμπισμένο πιο εκεί και δυο πινέλα σκεβρωμένα.
Ποιος ξημέρωσε μέσα στο κάδρο;
Ο νεκρός, ο ποιητής, ο ζωγράφος;
Κι εκείνα τα κλειδιά στην γωνιά του τραπεζιού ποιος τα άφησε;
Μήπως ο ποιητής; Αυτός σίγουρα δεν τα χρειάζεται.
Σίγουρα όχι ο νεκρός. Αυτός πέρασε την πύλη προ πολλού.
Ο ζωγράφος;
Μα δεν είναι το θέμα μας τα κλειδιά.
Η μοναξιά μέσα του είναι το θέμα μας.
Κι εκείνη η κόκκινη άστοχη πινελιά,
ριγμένη άτσαλα καταμεσής του φεγγαριού.
Ποιος ξημέρωσε τελικά μες στο κάδρο, αν όχι τα θλιμμένα,
βαλαντωμένα μου μάτια;




                                                                                      Βασίλης Κοκκώνης





Στην εικόνα:
Βασίλης Κοκκώνης, «Λάχεσις» (πολύχρωμα κραγιόνια σε κανσόν, 50 x 80 cm).

Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2019

Βασίλης Κοκκώνης, "Δύο ποιήματα"




ΠΩΛΗΣΗ ΕΑΥΤΟΥ


Τόση η άνοιξη,
που σαν έφτασε το θέρος δεν βρήκα σκιά να κρυφτώ.
Με τα μάτια πεταλούδας πλανήθηκα στον κάμπο
και είδα τόσο μικρή τη ζωή μου,
που λύτρωση βρήκα στην ομορφιά και κοκκίνισα.
Το πρώτο φιλί έδωσα ξανά
κάτω απ’ τα λεπτοφυή φύλλα μιας παπαρούνας
και είπα “Θεέ μου… ας κρατήσει για πάντα”.
Μα δεν μου έφτασε.
Έτσι γύρισα το βλέμμα σε μια χούφτα ουρανό και γαλήνεψα.
Πραγματικά, εκεί που φτάνει ο ουρανός πουλήθηκα.
Κι αφορμή μεγαλύτερη… δεν ξαναβρήκα.





Ο ΠΟΤΑΜΟΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ


Την έσφιξα την ομορφιά στο στήθος,
όπως το σύννεφο σφίγγει στην χούφτα τον ορίζοντα
κι απ’ την άκρα συγκίνηση ποτίζεται ο κάμπος.
Την τίμησα στο βλέμμα, στην ανάσα,
ώς τη θάλασσα κι ανέβηκα,
ως ο Χριστός εβάδισα στο κύμα,
για να πειστεί το σώμα πως το άφταστο,
ζήτημα είναι θάρρους και τιμής
και πως τα μάτια, σε μάτια άλλα επάνω πάντα ταξιδεύουν.
Καθισμένος σε δέντρα βορεινά, τη δύση ατένισα
και στη γλυκύτητα των χρωμάτων σαν έπεσε το φως,
το δάκρυ μου απέθεσα.
Απ’ το ελάχιστο έχτισα σπιτικό
και με το ελάχιστο, στον κόσμο όλο ταξίδεψα.
Σε τοπίο κενό το χαμόγελο λευτέρωσα
και με τρόπο απλό τον παράδεισο έστησα.
Κι έτσι έζησα επάνω στης ωραιότητας το φως
και στου τίποτα την ελευθερία
μέσα σε σώμα που βαφτίστηκε κάποτε βροτό
και που μα την πίστη μου,
σαν το απαρνήθηκα,
γίνηκε αθάνατο.


Βασίλης Κοκκώνης




Πρώτη δημοσίευση.

Στην εικόνα: Claude Monet, ''Femme à l'ombrelle tournée vers la gauche'', (1886).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.