Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θέμελης Γιώργος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θέμελης Γιώργος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 16 Απριλίου 2025

Γιώργος Θέμελης, "Ο γυρισμός"




Ο γυρισμός
(Σχέδιο για μια λυρική εποποιΐα)
 
Πόντον π’ τρύγετον δερκέσκετο δάκρυα λείβων
Οδύσσεια Ε 84


Δεύτερη ραψωδία

Η νήσος των ναυαγών


Τώρα μας καίει το λιοπύρι
Επάνω σ’ αυτή την ξέρα σ’ αυτό το μαύρο βράχο
Κυκλωμένο απ’ τους ανέμους δαρμένο απ’ τη βοή
Κι από μηνύματα καταιγίδων

Στεγνοί
Με σάρκες λιγοστές κι άφθονο ουρανό
Ψυχή αλμυρή δέρμα φθαρμένο από θαλασσοπούλια και φως
Μαζεύουμε το νερό της βροχής μες στις κουφάλες
Μασούμε πεταλίδια και βότσαλα

Μας τρώει η έγνοια
Μας ανάβει τα είδωλα μια αλλοτινή μορφή
Πανιά μεγάλα και ξάρτια μες στη φτερούγα του ήλιου
Κ’ η φαντασία μιας θάλασσας που δεν την πάτησε ίσκιος
Δε ράγισε το πράο της κρύσταλλο αυλακιά πουλιού

Δε γίνεται να ξεχάσουμε
Να πληθύνουμε τη σκόνη θάβοντας το πιο ακέραιο σχήμα
Στους τάφους που αναπαύονται τα λείψανα των μεγάλων νεκρών
Στο χωνευτήρι του διανυμένου χρόνου με τον κίτρινο άνεμο
Γιατί πλέει, ταξιδεύει μέσα στο αίμα μας οργώνοντας το γυρισμό του με τις χιλιάδες χρόνια
Πάνω σε πλάκες χιλιοδιπλωμένες ποτισμένες οδύνη και που τις ξεφυλλίζει ένας καημός

Σκαρί απ’ όμορφη γυναίκα που η θωριά της καίει και γράφεται
Και που η ασύγκριτη γραμμή της έχει κάτι απ’ το πουλί που σε πετάει ψηλά
Και κάτι απ’ την κοκκινωπή αγωνία του ήλιου όταν μπατάρει
Κι απ’ το θυμό της θάλασσας που μάχεται να συγκεράσει
Το φως και το σκοτάδι
Το φελλό και το μολύβι

Προβάλλει με το γνώριμο ερωτικό του λύγισμα
«Αργώ» ή «Γοργόνα» στην πολύφωτη μπούκα του ορίζοντα
Φέρνοντας πίσω τους θεούς
Τον καπετάνιο που χάθηκε στις πόρτες της αυγής
Αγγεία, χρυσαφικά…

Το καράβι που πλέει μέσα στο αίμα μας





Τρίτη ραψωδία

Κίρκη


Δεν ήξερε να μιλήσει
Όπως μιλάει η γυμνή γυναίκα κρύβοντας το χέρι σου μέσα στον κόρφο της
Για να σου πει την αγάπη και να σου καρφώσει έναν ήλιο
Που μαραίνεται

Γίνοταν μαύρη θλίψη και σε σκέπαζε σαν την ομίχλη που τρυπάει το πρόσωπο
Κι έριχνε στο ποτήρι σου πικρή αψιθιά φουχτιές μαράζι
Για να σου βγάλει την αρματωσιά στο στόμα της σπηλιάς
Για να κατέβει αργά συρτά τα σκαλοπάτια σου μες στην ψυχή σαν το χτικιό που μπαίνει και γεννάει τ’ αυγά του

Ένιωθες να σε σφάζει μια γλυκιά μαχαιριά
Σφάχτης ανήλεος μες στη γραμμή της πίκρας
Να σου λιανίζει τους αρμούς, να ξεκλειδώνει την απελπισιά
Για να σε κάμει ένα ήμερο ζώο
Ένα
Θλιμμένο
Άγαλμα

***

Ω πώς έσκουζαν γύρω τα ζώα οι φυλακισμένες ψυχές μέσα στους βράχους
Πώς κοίταζαν ανάβοντας τα θολά τους μάτια που δεν μπορούσαν πια να κλάψουν
Μήτε να κεντήσουν άστρα και ψάρια στα δίχτυα της βροχής
Μήτε ν’ αρματώσουν μονόξυλα κι όνειρα στις όχθες του ήλιου
Μήτε να χαράξουν κάποια τολύπα που ανεβαίνει και χάνεται
Και πάλι ξαναγίνεται κι ανεβαίνει και χάνεται πικραίνοντας τον ουρανό μαύρος καημός
Μήτε να θυμηθούν
Μήτε να ελπίσουν

***

Μαχαίρι μαυρομάνικο
Μαχαίρι μου που σε φορώ και σ’ έχω απάνω μου
Λίγο πιο κάτω απ’ την καρδιά
Λίγο πιο μέσα απ’ την αγάπη
Για να σταυρώνω το ψωμί που τρώω
Για να σφραγίζω το νερό που πίνω
Για να κόβω τη γλυκιά ζωή
Απ’ το θάνατο

***

Παιδιά σύντροφοι αδέρφια μου απ’ την ίδια σάρκα
Τί το κάματε το ψωμί που σας μοίρασα
Το δυνατό κρασί που σας πότισα
Σαν την πονετική αυγή που μοιράζει το σώμα της στα πουλιά της

Ανοίξτε την κοιλιά του λύκου που σας χωνεύει
Τρυπήστε το χοντρό δέρμα που σας κλέβει τον ήλιο
Τη μαύρη μέρα που σας βουλιάζει μέσα στο χώμα

***

Σηκωθείτε γιατί θα χάσουμε τον καιρό
Σηκωθείτε γιατί θα χάσουμε τον καπνό που βγάζει η θύμηση

Τις χρυσές αρκούδες στα δάση τ’ ουρανού





Τέταρτη ραψωδία

Νέκυια


(Κοιτάζει σε μάκρος χωνεύοντας την πείνα του
Πλάι σε νεκρά πλεούμενα και βράχια που σαπίζουν
Ένας νεκρός από καιρό που τρώει την ύπαρξή του)

Μας κυνηγούσαν όλο μας κυνηγούσαν
Μοιραίες γυναίκες ζώα και δυνατοί βοριάδες
Και κάτι επικίνδυνα ηχηρά νησιά

Μας κέρδιζε πάντα η παρθενιά της θάλασσας

Μας κυνηγούσαν

Κάποια αμαρτία
Ή κάποια κρυφή αρρώστια
Δεν ξέρω

Μα θα τους συναντήσω
Στην άλλη όχθη
Πέρα απ’ το σκιερό μπουγάζι των Σκυλοκέφαλων

Θα μαζευτούνε γύρω μου
Σαν τ’ άσπρο τούτο κοπάδι που πνίγεται
Σαν τα πυκνά μαυράδια των δέντρων
Όταν τα κοσκινίζει από ψηλά του φεγγαριού η οργή
Γυρεύοντας να πιουν λίγο κρασί ή λίγο ζεστό αίμα

Τους καίει η δίψα εκεί που βρίσκονται τους καίει
Ένας μεγάλος ήλιος τού γυρισμού ο χαμένος ήλιος
Που τριγυρνάει σαν τ’ άπιαστο πουλί επάνω απ’ τα κεφάλια
Και πιο πολύ και πιο πικρά ’κείνους που πήγαν μεθυσμένοι
Πέφτοντας την τελευταία στιγμή επάνω στους τοίχους
Κι όλο γυρεύουν ένα φτωχό μνημούρι να πλαγιάσουν

Τους καίει…

Θυμούνται και περιμένουν
Θυμούνται και περιμένουν
Ένα θαύμα

Κάποια αμαρτία…

Σκιές
Σκιές που θέλουν να φαν

Πώς να τους κάμω να σαρκωθούν και να μιλήσουν





Έκτη ραψωδία

Ο γυρισμός


Κάβοι και κόλποι
Της πρωινής χαράς που ακούω να με καλωσορίζουν και να με φωνάζουν με τ’ όνομά μου
Που βλέπω τον εαυτό μου να σηκώνεται και να περπατεί
Μαζί με τα δέντρα, μαζί με τους γλάρους που φωνάζουν ψαρεύοντας με ανεμότρατα

Το πατρογονικό μου σπίτι είναι γυρτό και σκύβει τρίζοντας σαν ένας γέροντας
Φορτωμένος χρόνια, γεμάτος γενιές και πεθαμένους που κάθονται και πίνουν τα τσιμπούκια τους
Και σιγοκουβεντιάζουνε για τη ζωή που πάει και πάει και δεν τελειώνει

Μαζί γεννηθήκαμε μαζί μεγαλώναμε
Κάτω απ’ τους ίδιους αστερισμούς Ιχθύς και Παρθένο
Γράφοντας μες στη μεγάλη κάμαρα της φωτιάς μια γραφή και μια τοιχογραφία
Με ψηλά φορέματα, γαλήνια πρόσωπα πεζούς και καβαλάρηδες
Να πορεύονται
Και κάτι καράβια με πλώρες όρθιες κατά τα μάτια της αυγής
Και γυναίκες, κοπέλες με γοφούς σαν κύκνους και σαν κύματα
Όταν τα πλάθει ο άνεμος και τα κυλάει να παν’ να βρουν τους βράχους
Να σηκώνουν σταμνιά και να κεντούν τα χίλια ψάρια κοιτάζοντας μες σε βαθιούς καθρέφτες
Ανάβοντας το πάθος της ομορφιάς μες σε μεγάλα τζάκια

***

Πρόσωπά μου αμέτρητα
Παιδιά και κορίτσια κορίτσια και παιδιά που δε σας ξέρω και που σας βλέπω
Να κατεβαίνετε τα σκαλοπάτια των σπιτιών που έρχονται
Καπνίζοντας από μακριά σαν τα μεγάλα καράβια που τ’ ανάβει ο ήλιος
Σαν τα πουλιά των νησιών που κατεβαίνουν το ρέμα του καιρού
Για να κουβαλήσουν τις ψυχές που χάσαμε
Τις φωνές που περιμένουμε

***

Μακριά
Εκεί που πέφτει η συγνεφιά της σκόνης
Ακούω τον καβαλάρη να καλπάζει
Τον άσπρο μανδύα που διαπληκτίζεται με τον άνεμο μέσα στη νύχτα

Προς τις ακραίες φωτιές





Από τη συλλογή «Ο γυρισμός» (1948).

Πηγή: «Γιώργος Θέμελης - Δενδρόκηπος και άλλα ποιήματα», [(Επιλεγμένα ποιήματα 1923-1975). Εισαγωγή, επιλογή, επιμέλεια: Πέτρος Γκολίτσης. Επίμετρο: Χρήστος Μαλεβίτσης.]
Εκδόσεις Ρώμη, 2019.

Στην εικόνα: Arnold Böcklin, «Odysseus and Polyphemus» (1896).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.


Δευτέρα 17 Απριλίου 2023

Γιώργος Θέμελης, "Φωτοσκιάσεις"




Φωτοσκιάσεις


I


Τα μάτια μου είναι από πηλό κι ανταύγεια.

Δεν το ’ξερα πως είναι τόσο ωραίο το φως.
Μέσα σε τόση λάμψη τόση απάτη.

Βουνά βουνών και δέντρα δέντρων,
Δέντρα βουνά, καθρεφτισμένα
Σαν μες σε μια αντανάκλαση.
Ετοιμόρροπα σπίτια, μυθικά φυτά.

Βλέπε το φως, ψυχή μου.

Είναι ωραίο, πολύ ωραίο,
Ένα ωραίο ψέμα αληθινό.

Το φως το αμφίβολο, το απόκρημνο.

Το ’χεις απάνω σου, το περπατείς,
Στα ρούχα σου, στη σάρκα, το σηκώνεις.
Το γεύεσαι, μάτια και χείλη, τ’ ανασαίνεις.

Αισθάνομαι να ’μαι από σκιά και φως, αντανακλώ.




VII


Θέλω να πω στην ψυχή μου,
Πως είμαι, υπάρχω, αντανακλώ.

Είμαι ένα ρόδο ή ένα σύμβολο.

Θέλω ν’ ανοίξουνε τα πέταλά μου,
Τ’ αόρατα φτερά μου τα κλειστά.

(Δεν έχω μύρο και άνεμο, δεν έχω διαστήματα).

Θέλουν τα μάτια να σε δουν,
Να σε χορτάσουν, Θεέ μου, θέλουν
Δίχως καθρέφτισμα και συγνεφιά.

Θέλουν τα μάτια να σε δουν,
Τα χέρια μου να σε κρατήσουν.

Κατάματα, κατάσαρκα.

(Βλέπουν τα μάτια και δε βλέπουν,
Τρέμουν τα χείλη και σφαλούν).

Αν είσαι αγέρας, σήκωσέ με,
Αν είσαι φως, πυρπόλησέ με.
Αν είσαι θάνατος, θανάτωσέ με.

(Μιλώ καθώς μιλούν οι ερωτευμένοι).




XIII


Αν είμαι από λάσπη και σιωπή,
Από σκιά και φως, από θάλασσα,
Μαύρος καπνός ή ένα σύγνεφο,
Πέτρινο άγαλμα, πέτρινος ήχος,
Θα με φάει το φως, θα με πάρει η μουσική.

Αν είμαι κάποιου ανέμου στεναγμός.

(Κάποιου μοναχικού Θεού το ανείπωτο,
το μέγα πάθος, το χαμένο μυστικό).

Η αγάπη μου είναι σα μια κραυγή
Μες στα μεσάνυχτα, κανείς δεν ξέρει
Ποιος στέναξε κι αντιλαλούνε τα βουνά.
Μονάχα η σάρκα μου ξυπνά
Μες απ’ τον ύπνο της, μες απ’ το θάνατο.

Όπως μια πόρτα που τη δέρνει ο άνεμος.


Από την ενότητα «Φωτοσκιάσεις»




Οδοιπόροι


Όταν περνώ τον εαυτό μου,
Σαν μέσα σ’ ένα άλλο ένδυμα,
Βγάζοντας τα καθημερινά κουρέλια,
                                                                   Το φως
Ανατέλλει και δύει στο πρόσωπό μας.

Η τύχη του κρέμεται μετέωρη,
Σαν από κάποιον ήλιο δικό μας.

Λέμε το φως ημέρα, το σκότος νύχτα,
Μοιράζουμε ονόματα: άστρα, φυτά και ζώα.

Είμαστε δίχως τάφο και πατρίδα,
Σαν τους πλανόδιους μουσικούς.
Τραγουδούμε, χορεύουμε, παίζουμε όργανα.

Η μουσική μας είναι η ομιλία μας, ο έρωτας
       το μυστικό μας.

Οδοιπορείτε, ακούραστοι οδοιπόροι, μιλάτε.
Τι στοιχίζει μια λέξη ακόμα, ένα όνομα.
Ένα χαμόγελο ή μια χειρονομία.


Από την ενότητα «Σημεία και σύμβολα»




Κατοικία


Καθόμαστε μόνοι στην κατοικία μας.
(Έξω αστράφτει, έξω βρέχει,
Έξω γαβγίζει το σκυλί).
Σαν σε κλειστό σπίτι άδειο ναό.
Σκοτάδι και μοναξιά.
Η μοναξιά του σώματος μέσα στη σάρκα,
Το ίδιο το πνεύμα μέσα μας, όπως το χάος,
Που μας κυκλώνει, μπαίνει ανάμεσά μας.

Το αισθάνεσαι το πνεύμα, τη μοναξιά,
Να λιμνάζει μέσα σου, ν’ ακινητεί,
Σαν ένα τέλμα, ν’ ανασηκώνεται,
Όπως η θάλασσα κ’ η θύελλα.

Για τούτο είναι αχώρητη κι αβάσταχτη
Η θάλασσα κι η μοναξιά,
Και κατατρώει τη σάρκα και την πέτρα.


Από την ενότητα «Έρωτος Εγκώμια»





Από τη συλλογή «Φωτοσκιάσεις» (1961).
Πηγή: «Γιώργος Θέμελης, Δενδρόκηπος και άλλα ποιήματα
»
[Επιλεγμένα ποιήματα 1923-1975], εκδ. Ρώμη, 2019.

Στην εικόνα: Edward Mitchell Bannister, «Sunset» (1875-80).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Σάββατο 11 Σεπτεμβρίου 2021

Γιώργος Θέμελης, "Γυμνό παράθυρο"




Κυμοθόη

V


Όταν αισθάνομαι πως είμαι μόνος
Κινδυνεύω μέσα σ’ ένα λυγμό

Υπάρχω για να κοιτάζομαι
Μ’ ένα βλέμμα κλειστό
Ανέκφραστου κοριτσιού

Πόσο σμιχτά υπάρχουμε
Ακριβή μοναξιά μου
Ανάμεσα στα γυμνά μπράτσα

Σ’ έχω κρυφό καρδιοχτύπι
Όπως η ψυχή το σώμα
Όπως η θάλασσα το φεγγάρι

Ποιο είναι το δέντρο
Ποιος ο άνεμος

Να μην πάψω ποτέ να είμαι
Κι όμως δεν είμαι παρά ένας άλλος
Που σκύβει μέσα στα μάτια μου
Μ’ ένα βλέμμα που τρυπάει

Ποιος είναι

Με παραμονεύουν
Διπλές ματιές
Φορεμένα χέρια
Σε κάθε κατώφλι





Κυμοθόη

VI


Εξακολουθεί ο θόρυβος και ο ήλιος
Τα πουλιά μονάχα γλίτωσαν
Ανοίγοντας τρύπες στον ουρανό
Προφτάνοντας την καλή γαλάζια ελπίδα

Ουρλιάζει το λυσσασμένο σκυλί
Τους ίσκιους που απόμειναν
Επάνω στα εγκαταλελειμμένα βήματα

Μια φορά ήταν εδώ κάτι αγάλματα
Που ονειρεύονταν αγγέλους





Κυμοθόη

VIII


Όταν κλειδώνεται το στόμα
Η φωνή κινδυνεύει χωρίς άγγελο

Ένα φτερό παίζει στον ήλιο με το κενό
Πώς ν’ αντικρίσει κανείς τη θάλασσα

Κάθομαι κι αφουγκράζομαι τη βοή

Γεμίζουν οι έρημοι δρόμοι
Άνθρωποι επάνω σε φτερωτά άλογα
Καλπάζοντας τον ετοιμασμένο θάνατο

Τα φτερά μπερδεύονται στα πόδια
Όμως πρέπει ν’ αγρυπνώ

Θα ’ρθει η ευτυχισμένη έκπληξη
Ένα πουλί
Μια σταγόνα





Απογύμνωση


Κανείς δεν το περίμενε
Το κρύο και τη βροχή

Η νύχτα κάνει πιο βαθιές τις χαραμάδες
Μαζεύεται κόσμος και γελά χαζεύοντας απ’ όλες τις μεριές
Ζώα φυλακισμένα
Άδεια καθίσματα παλιά
Ένα κομμένο κεφάλι που ξεφωνίζει

Ο απέραντος τοίχος με το καρφί και το γκρεμισμένο
      παράθυρο

Ψάχνω να βρω ένα ρούχο
Ένα σκέτο πανί
Το σκέπασμα της νύχτας

Περνάει ο άνεμος φορτωμένος μιλήματα περιστέρια και
      μάτια
Έρχεται απ’ την άλλη μεριά
Πέρ’ απ’ τη θάλασσα την πόρτα τ’ ουρανού

Πάνω από κάθε ύψος
Αρχίζει η μοναξιά





Σημάδια


Κανένας ίσκιος μες στη νύχτα

Τα μαλλιά μου ήταν μια φορά γεμάτα ήλιο
Φωνές της θάλασσας

Κανένας ίσκιος μες στη νύχτα

Είναι μέσα κάτι
Που παίζει
Πονεί
Εδώ στο μάτι
Μια πεταλούδα

Ψάχνω να βρω σημάδια

Είχα θαρρώ φυλάξει
Κάτι απομεινάρια
Κάτι ωραία φτερά

Ανασέρνω το πανί
Ένα σκέτο ορθογώνιο πλαίσιο
Πεθαμένα πουλιά και φύλλα

Κανένας ίσκιος μες στη νύχτα





Από τη συλλογή Γυμνό παράθυρο (1945)
Πηγή: «Γιώργος Θέμελης, Δενδρόκηπος και άλλα ποιήματα [Επιλεγμένα ποιήματα 1923-1975]», εκδ. Ρώμη, 2019.

Στην εικόνα:  Joseph Vernet, "Entrance to the Port of Palermo by Moonlight".
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Παρασκευή 17 Απριλίου 2020

Γιώργος Θέμελης, "Άνθρωποι και πουλιά"




Απλωμένη κηλίδα


Πρόσωπο χαραγμένο στον άνεμο
Μορφή αναμμένη στην όραση
Στόμα πικρό σφραγισμένο
Μ’ ένα κομμάτι πάχνη
Χέρια ξυλένια στο λιθόστρωτο

Σκιά μεγάλη
Αίμα λιωμένο
Που απλώνεις μια λίμνη σκοτεινή
Τριγυρισμένη από φαντάσματα
Επάνω στο χώμα

Ο ήλιος κατέβηκε να σε σκεπάσει
Με την πορφύρα του
Διάτρητη σχισμένη από ρανίδες

Παράθυρα λυγισμένα σαν ένα δάσος
Πόρτες πνιγμένες
Από καπνό και σύγνεφα

Όλα τα μάτια μεταμορφώθηκαν σε αγάλματα
Όλα τα χέρια εξαφανίστηκαν
Κάτω απ’ το δέρμα





Προσευχή


Πέρασαν απ’ την άγια κρύπτη
Τη μυστική ατέλειωτη κυοφορία
Της πέτρας και του γαλάζιου
Και δεν ένιωσαν το ρίγος
Την τρυφερή παλλόμενη χορδή

Δεν ένιωσαν τη φρίκη
Απ’ τα σιωπηλά μουσκεμένα σπήλαια
Όπου κοιμάται ο θάνατος
Σαν ένα χαμένο κοχύλι

Κανένα ζώο στο γυμνό τους τοπίο
Κανένα υδρόχαρο φυτό

Με μια μεγάλη τρύπα μέσα στο βλέμμα
Είχαν ξεχάσει την ανάσταση
Των πουλιών και της σάρκας
Την αιώνια μεταμόρφωση των λουλουδιών
Τη φωτιά που θα γεννήσει τα δάση

***

Ας λυπηθούμε την πικρή τους άγνοια

Ας ευχηθούμε να βρουν την ανάπαυση
Να κοιμηθούν εν ειρήνη


[Από την ενότητα «Κάτω απ’ τους αγγέλους»]






Αναπνέω και κοιτάζω


Αναπνέω και κοιτάζω τους δρόμους
Τ’ ουρανού και τ’ ανέμου
Κοιτάω τα παράθυρα τα βαθουλωμένα πρόσωπα
Το φως που τρυπάει τα ερημικά μου χέρια

Ακούω τους χτύπους του σφυριού της καρδιάς μου

Πότε θ’ ανάψουνε τα βλέφαρά μου ανταύγειες
Σε δειλινή αποθέωση πότε θα στρώσει
Τα βήματά σου ο άνεμος με πρώιμη άνοιξη
Πλημμυρισμένη από χλωρή αγωνία

Έζησα καρτερώντας μέσα στο μαρτύριο
Σαν ανοιχτό παράθυρο σε βαθύ καλοκαίρι

Έζησα μέσα στην ηχώ από κάποια βήματα
Που περπατούν σε κάποιο παγερό ουρανό





Απουσία πικρότερη


Απουσία πικρότερη από νύχτα

Η πτήση σου αντιλάλησε μέσα σ’ όλες τις φλέβες
Σιγά-σιγά σαν ένα θαλάσσιο πουλί

Το φως επάνω μια πελώρια σιωπή
Μια παγερή μετέωρη λύπη

Ακολουθώ τα δάση που σιωπούν
Τα λουλούδια που συνοδεύουν τους πεθαμένους

Ο ουρανός με κοιτάζει με περιέργεια
Με μάτια μικρού παιδιού που φοβάται τα ζώα

***

Ουρανέ γεμάτε βροχή κι αγαθότητα
Που υφαίνεις την ημέρα και ξηλώνεις τη νύχτα

Ρίξε μου ένα κόκκινο χαλάζι
Ένα λευκό αστέρινο δάκρυ
Από την άσπιλη ευφορία της αστραπής

Να περπατήσω κάτω απ’ την άκρα σου επιείκεια

Να ’βρω τα ίχνη των φτερών που φώτισαν τον άνεμο
Τους ορίζοντες που έκλεισαν λυπημένοι





Με βρήκε η νέα ημέρα


Με βρήκε η νέα ημέρα
Μες στ’ ουρανού την ξαστεριά
Με τα πολλά παράθυρα

Όμορφος είναι ο κόσμος
Η βρύση του ματιού

Ένα λαμπρό ρουμπίνι
Από ματόκλαδο

Μες στου νερού τη διάφανη ώρα
Με τα κοχύλια και με τ’ άστρα
Ένα γυμνό καθάριο πρόσωπο

Μάτια βαθιά
Σφιγμένα χείλη
Επάνω σ’ ένα στόμα
Που περιμένει

Μες στ’ ουρανού τη διάφανη ώρα

Έσκυψα και κοίταξα
Κι έγινα όλο μάτια


[Από την ενότητα «Στα ίχνη των πουλιών»]





Από τη συλλογή «Άνθρωποι και πουλιά» (1947).
Πηγή: «Γιώργος Θέμελης, Δενδρόκηπος και άλλα ποιήματα», [(Επιλεγμένα ποιήματα 1923-1975). Εισαγωγή, επιλογή, επιμέλεια: Πέτρος Γκολίτσης. Επίμετρο: Χρήστος Μαλεβίτσης.]
Εκδόσεις Ρώμη, 2019.


Στην εικόνα: John Martin, «The Plains of Heaven» [(Oil on canvas), (1851)]

Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2020

Γιώργος Θέμελης, "Το δίχτυ των ψυχών"





Αρχαγγελικό σπαθί


Τα μάτια μου τι να τα κάμω,
Τα μάτια μου τα σκοτεινά,
Όπως τα μάτια των σκοτωμένων.

Όταν σε βλέπω, γίνεσαι άφαντη,
Αθέατη πίσω απ’ την πυκνότητα.
Ως να μην είσαι, να λείπεις,
Να ’χεις μαζέψει την ψυχή.

Κι έμεινε μόνο η θλίψη σου και με γεμίζει.

Όταν δε με βλέπεις, φτωχαίνω,
Όσο πάω, φεύγει το αίμα.
Πεινώ και κρυώνω, αδειάζω.
Γίνομαι σαν τον αδικημένο, το γυμνό.

Όταν ανοίγεις τα βλέφαρα,
Το βλέμμα σου κρέμεται πάνω μου
Σαν τον ζυγό μιας μοίρας που ζυγιάζεται,
Σαν αρχαγγελικό σπαθί που τρέμει
Μετέωρο: να πέσει − να μην πέσει.

Όταν μ’ αφήνεις,
Είμαι η άδεια θέση,
Τ’ άδειο κορμί, το κούφιο στήθος,
Γεμάτο αντίλαλο, κομμένη ανάσα.

Όπου κι αν πάω, σ’ όποια
Πτυχή της μοναξιάς κρυφτώ
Με τις αισθήσεις μου όλες κλειστές,
Σαν κατοικία αισθάνομαι εγκαταλειμμένη,
Ήχους γεμάτη, βήματα, σιωπή.

Η απουσία σου αδειάζει το σώμα, ερημώνει το πρόσωπο.





Θυρόφυλλα


Είμαστε άλλοι, τόσο άλλοι
Μες στο πλησίασμα, όπως
Θυρόφυλλα, που γέρνουν το ένα στο άλλο,
Σμίγουν, αλληλοασπάζονται, σφαλούν,
Μοιράζονται τον ύπνο, το φιλί, στα δυο,
Χωρίζοντας τα κόκαλά τους,
Μες στο σπαραχτικό τριζοβόλημα, στη σιωπή.

Είμαστε τόσο άλλοι μες στο πλησίασμα.

Δυο μαύρα στίγματα σμιχτά στο φως,
Δυο στίγματα, δυο φύλλα, δυο κορμιά.

(Έξω ουρλιάζει η ερημία στους διαδρόμους).


[Από την ενότητα «Το δίχτυ των ψυχών»]





Ο άλλος


Κάποιος μπαίνει ανάμεσά μας πίσω από την όψη μας,
Έρχεται και μπαίνει κάποιος άλλος.

Γεύεται τη γεύση μου, όταν σε γεύομαι,
Αγγίζει το άγγιγμά μου, όταν σ’ αγγίζω,
Όταν σου σπέρνω τα χέρια μου, τα χείλη μου,
Να φυτρώσουν στη σάρκα σου να με θυμάσαι.

Μπαίνει ανάμεσά μας, ζεσταίνεται
Μες στην ζεστήν αγάπη μας, την έχει φωτιά του.


[Από την ενότητα «Μετάσταση»]





Μελέτη ψυχής

                                                Μην είδατε την ψυχή μου;
                                                                «Δενδρόκηπος»

II


Ερείπια πέφτουν στην ψυχή μου,
Ερείπια ουρανών, ερείπια ήλιων.

Πέφτουν βουνά, πέφτουν φτερά μεγάλα,
Οι Άγγελοι που μπήκαν στα όνειρά μου.

Η λάμψη όλη θαμπώθηκε, σωριάστηκε το φως
Σε σκοτεινές στοές, μες σε μεγάλες λίμνες.

Το φως που είδαν και μάζεψαν τα μάτια μου.

(Πανέμορφά μου πρόσωπα νεκρά,
Τρυφερά μου ένσαρκα προσωπεία,
Σα λαβωμένα πουλιά ή ραγισμένα αγάλματα,
Αχνά από θλίψη, γυμνά από κάθαρση,
Άπειρα πένθιμα, άπειρα σιωπηλά).

Είναι κάπου, αντανακλά μια πυρκαγιά.

Ένας καθρέφτης είναι ο μέσα κόσμος,
Ένας καθρέφτης μέσα μου και δεν τελειώνει.




V


Πώς θα μπορέσω ν’ αναπαύσω την ψυχή μου.

Γέμισα χτύπους και τριγμούς,
Σαν κάποιος μέσα μου να θορυβεί,
Σαν κάποιος να στηθοδέρνεται.

Ίσως αυτό που λέμε τύψη
Να ’ναι ένας δαρμός,
Ένας κρυφός δαρμός ή θρήνος.

Κόψη αόρατου φτερού που παραδέρνει.

Μέσα μας δέρνεται, μες σε κλειστά τοιχώματα,
Χωρίς ν’ ακούει κανείς, δίχως αντίλαλο,
Καθώς μέσα σε τέσσερις τοίχους.

Χτυπάει, χτυπιέται και ματώνει.


[Από την ενότητα «Μελέτη ψυχής»]





Από τη συλλογή «Το δίχτυ των ψυχών», (1965).
Πηγή: «Γιώργος Θέμελης - Δενδρόκηπος και άλλα ποιήματα», [(Επιλεγμένα ποιήματα 1923-1975). Εισαγωγή, επιλογή, επιμέλεια: Πέτρος Γκολίτσης. Επίμετρο: Χρήστος Μαλεβίτσης.]
Εκδόσεις Ρώμη, 2019.

Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2014

Γιώργος Θέμελης, "Τρία ποιήματα"




ΕΙΠΑ Ν’ ΑΦΗΣΩ

Είπα ν’ αφήσω αυτό το πεθαμένο σπίτι
να πάω να κατοικήσω επάνω στη θάλασσα
Σκιές το κατοικούν ξεχασμένες φωνές
εξαρθρωμένες κούκλες ανεβοκατεβαίνουν τις σκάλες

Το παράθυρο γέρνει γυμνό μέσα στη νύχτα
όλα τα τζάμια έχουν πέσει
κομμάτια από γυαλί πάνω στη σκόνη

Και μένω κι’ αγωνίζομαι να βρω τη σκιά μου
ίχνος από παληό λησμονημένον ήλιο



(Από τη συλλογή «Γυμνό παράθυρο», 1945)




ΑΓΓΙΣΑ ΤΗΝ ΟΜΟΡΦΙΑ

Άγγισα την ομορφιά
με τα χέρια μου

Η φορεσιά μου με ζώνει
ερωτευμένη

Έξω απ’ το σχήμα
κι’ από το ρόδο
του σώματός μου

Άπληστα χείλη
άπληστα δάχτυλα που τρέχουν
σα δάκρυα

Άστρα λευκά
κόκκινες στάλες αγάπης
μέσα στις φούχτες μου

Στο στήθος
στ’ ασημένια μαλλιά
αντίλαλοι
σωπασμένων
αυλών

Καθρεφτισμένο πρόσωπο
ανείπωτο
απέραντο
πολλαπλό

Σαν ένα δέντρο που εκτείνεται
μέσα
στον άνεμο



(Από τη συλλογή «Άνθρωποι και πουλιά», 1947)




ΕΡΗΜΙΑ

Έξω από μας πεθαίνουν τα πράγματα…

Απ’ όπου περάσης νύχτα, ακούς σαν ένα ψίθυρο
να βγαίνη από τους δρόμους που δεν πάτησες,
από τα σπίτια που δεν επισκέφθηκες,
απ’ τα παράθυρα που δεν άνοιξες,
απ’ τα ποτάμια που δεν έσκυψες να πιής νερό,
από τα πλοία που δεν ταξίδεψες…

Έξω από μας πεθαίνουν τα δέντρα που δεν γνωρίσαμε.
Ο άνεμος περνά από δάση αφανισμένα…
Πεθαίνουν τα ζώα από ανωνυμία και τα πουλιά από σιωπή.
Τα σώματα πεθαίνουν σιγά σιγά από εγκατάλειψη,
μαζί με τα παληά μας φορέματα μες στα σεντούκια…
Πεθαίνουν τα χέρια, που δεν αγγίξαμε, από μοναξιά.
Τα όνειρα, που δεν είδαμε, από στέρηση φωτός…

Έξω από μας αρχίζει η ερημία του θανάτου.



(Από τη συλλογή «Συνομιλίες», 1953)



Για την εικόνα
πηγή: (http://sabo.dasannetworks.com/20121/print.php?category=special1)