Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τσικαρδάνη Ολυμπία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τσικαρδάνη Ολυμπία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 26 Ιουνίου 2023

Ολυμπία Τσικαρδάνη, "Αψιθιά με μέλι"





Ίσκιοι από σύννεφα


Νιώθεις στο χώμα που πατάς
τους ήχους της βροχής που ξέπλυναν τα κόκαλα της μνήμης.
Καθώς κοιμάσαι η θάλασσα δροσίζει τ’ ακροδάχτυλα,
ίσκιοι από σύννεφα γυρνούν στης λήθης τα σοκάκια
και την αυγή φωτίζεται ένα απ’ τα πρόσωπά σου.
 
Η μάνα σου αερικό σηκώνεται τις νύχτες,
τινάζει από πάνω της το χώμα
και σου χαμογελά σαν άπιαστο αεράκι.
Νιώθεις ακόμα τα δάχτυλά της στα μαλλιά να σε χτενίζουν.
Στο σπίτι της καρδιάς σαλεύουν περασμένα.
Ένα τραγούδι, μια αγκαλιά φιλιά, ένα αθώο γέλιο,
η δημοσιά που έπαιζες παιδί, στιγμές κάτω απ’ τον ήλιο.

Και παρασύρεσαι στη φλόγα της γραφής.

Η μυρωδιά του γιασεμιού κι ένα κομμάτι ουρανού,
ένα κοχύλι στη στεριά, τα ξέπλεκα μαλλιά της μοναξιάς
κι η αγάπη που κεντάει τ’ όνομά σου σε ρίχνουν στα βαθιά.

Πλάθεις εικόνες μέσα σου, τα μυστικά σμίγουν σαν κρύσταλλοι,
οι πικροδάφνες σε οδηγούν σε δάσος βίου απέραντου.
Αγαπημένες συλλαβές σου ψιθυρίζουν όταν βρέχει
και μέσα σου φιλοξενείς ψυχές που κόβουν μαργαρίτες.

Μα πιο πολύ γνωρίζεις τι θυμάσαι,
τι δεν πρόλαβες να δεις, τι ονειρεύτηκες.
Μέσα σου πάντα κλαίει ένα άγρυπνο φεγγάρι
και δεν μπορείς παρά να φτιάξεις ένα σπίτι από λέξεις
για να σωθεί το φεγγαρόφωτο.

Τώρα,
κρατάς τη γενναιοδωρία που φύλαξες
εκεί που η ζωή δεν είναι υποψία.
Το μόνο που ζητάς
είναι οι λέξεις σου πριν λυτρωθούν,
ν’ αντιφεγγίζουν ένα όνειρο αθωότητας
στο υφαντό του χρόνου.


Από την ενότητα «Χώμα και φτερά»





Γίνε αερικό


Αν κατεβάσεις
τα πανιά του ταξιδιού σου
θε να σκαλώσεις στα ρηχά.
Πουνέντες και λεβάντες,
λίβας και μαϊστράλι,
σορόκο και μελτέμια,
δε θα φυσήξουνε για σε.
Μα είναι κάτι ακτές
που αγκαλιάζουν τους καιρούς
και δένουν το ταξίδι με μετάξι.
Σαν σε καλούν να μείνεις
λύσε τους κάβους
και πέτα τα σκοινιά.
Μείνε και βούτα στον αφρό.
Άναψε δυο φεγγάρια
φέρε νερό της χαραυγής
σπάσε ένα ρόδι στην ποδιά
και γίνε αερικό…


Από την ενότητα «Δείκτες της αγάπης»





Ίδιες σκιές


Πόσες σκιές
μας έκρυψαν το χρώμα
και πόσα ναι
ακύρωσαν τα όχι μας.
Πάντα οι ίδιοι
φορούν στολές διαταγής
και πάντα εμείς
βαδίζουμε
κοιτώντας το κορίτσι της σιωπής μας.


Από την ενότητα «Σκιές πολέμου»





Ομπρέλα στο όνειρο


Πώς ξεκλειδώνεις
μια ματιά και μια καρδιά;
Αρκούν δύο μάτια γελαστά
και μια φωνή ζεστή
μ’ ένα κλειδί του σολ
και ντο ρε μι φα σολ λα… σι.
Σαν τραγουδάκι ειν’ η καρδιά,
και σαν νεροποντή.
Κάνει τη νύχτα αυγερινό
και το φεγγάρι φάρο,
ανοίγει ομπρέλα στ’ όνειρο
και τραγουδάει μ’ ακορντεόν.
-Θα μεγαλώσω κάποτε
και θα’ ρθω να σε πάρω.
Στην παιδική αθωότητα
χειροκροτεί η χαρά.
Μαζί νερό κι αστέρι.

Ανάθεμα στον κόσμο αυτό,
που ν’ αγαπά δεν ξέρει…


Από την ενότητα «Του έρωτα και της σκιάς»





Γίνε πουλί

                         Για τους μαθητές μου


Εσύ, βιβλίο ορθάνοιχτο
κι εγώ τόμος αγάπης.
Εσύ σελίδα άγραφη
κι εγώ χιλιογραμμένη,
εσύ κυπαρισσόμηλο
κι εγώ η αυλή του νου σου.
Ό,τι είχα να σου το πω
βαθιά στο ‘χω γραμμένο.
Έμαθες πως χωρίς ψυχή
η γλώσσα δε μιλάει.
Πως δε διαβάζεται ο καιρός
χωρίς την ιστορία
και πως η γνώση δεν ζητά
παρά την απορία.
Γίνε, λοιπόν, περίληψη
του ανέμου που φυσάει,
γίνε εσύ η μουσική
κι ο στίχος που ζητάει
να τραγουδήσει στη βροχή.
Να μη σε σταματούν ποτέ
οι ιδέες που δεν πάλεψαν
τα λόγια δίχως νόημα
και η αμφιβολία.
Γίνε αεράκι της ζωής,
πανσές σε μια γλαστρούλα,
γίνε σημάδι τ’ ουρανού,
πυξίδα σε καράβι.
Γίνε ανοιχτό παράθυρο
που απ’ έξω έχει πουλιά.
Γίνε πουλί και πέτα!

Όλη η μαγεία της ζωής
είναι τα δυο φτερά!


Από την ενότητα «Σπονδή στη σπουδή»





Από τη συλλογή, «Αψιθιά με μέλι», εκδόσεις Παρέμβαση, 2023.




ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗΣ

Οι εκδόσεις Παρέμβαση και η Γκαλερί Παπατζίκου
σας προσκαλούν στην παρουσίαση της νέας ποιητικής συλλογής
της Ολυμπίας Τσικαρδάνη,
Αψιθιά με μέλι


Η παρουσίαση θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη 28 Ιουνίου 2023 και ώρα 8 μ.μ.

στο καφέ Εκτός Χάρτη (Βενιζέλου 43, Βέροια)


Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι:
Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου, ποιητής
Αγνή Παπακώστα, Δρ Φιλολογίας ΑΠΘ
Ολυμπία Τσικαρδάνη, ποιήτρια

Ανάγνωση ποιημάτων:
Νόπη Καριπίδου, πολιτικός μηχανικός
Λευτέρης Κορυφίδης, φιλόλογος



Λίγα λόγια για το βιβλίο

Πρόκειται για μία ποιητική συλλογή που μέσα από τη λυρική γραφή της συγγραφέως, φανερώνει την ευεργετική διάσταση της ποίησης για τον άνθρωπο, μπροστά σε κάθε δυσκολία ή προβληματισμό του. Πηγή έμπνευσης η φύση και η δισδιάστατη λειτουργία της, μπλέκοντας αντίθετα στοιχεία, κάτι που φαίνεται και μέσα από τον τίτλο που παντρεύει το πικρό με το γλυκό.



Η Ολυμπία Τσικαρδάνη γεννήθηκε στα Σέρβια Κοζάνης και εργάζεται ως φιλόλογος στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Ασχολείται με τη συγγραφή διηγημάτων, δοκιμίων, άρθρων και ποίησης, καθώς και με την κριτική λογοτεχνικών έργων.
Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές «Ανεμώνη» (εκδόσεις Εντύποις, 2016) και «Αψιθιά με μέλι» (εκδόσεις Παρέμβαση, 2023), τη συλλογή διηγημάτων «Τοπία της στοργής» (εκδόσεις Παρέμβαση, 2019) και έχει γράψει το θεατρικό έργο «Μικρές Πατρίδες» το οποίο ανέβηκε στη σκηνή του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κοζάνης. Συμμετέχει στα συλλογικά έργα «Δέκα φτερά (Ποιητικές Συμπλεύσεις Ι)» (εκδόσεις Εντύποις, 2016) και «Ο χρόνος που περνά και χάνεται» (εκδόσεις Παρέμβαση, 2023), ενώ ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά, έντυπα και ηλεκτρονικά.
Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών και έχει αποσπάσει αρκετά βραβεία σε πανελλήνιους και παγκόσμιους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς.



Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2022

Ολυμπία Τσικαρδάνη, "Οδύνη και φως"




ΟΔΥΝΗ ΚΑΙ ΦΩΣ

                                                                     Πώς να επιστρέψει ο καιρός τη λίγη ευτυχία
                                                                     που καίγεται στο γύρισμα του δρόμου;
                                                                     Πώς να ανασάνει η ιστορία των αθώων;
                                                                     Κανείς δεν τους θυμάται.


    Νύχτωσε από νωρίς στην έρημη από φωνές φτωχή γειτονιά της μικρής κωμόπολης της Μακεδονίας. Το φεγγάρι αγέμιστο τρέχει στον ουράνιο θόλο και ασημίζει την πλάση. Κάπου κάπου ακούγεται ένα αλύχτισμα σκύλου ή ο παγωμένος αέρας που φυσάει ανενόχλητος μες τα στενά. Χειμώνας ακόμα. Μάρτης του ’43. Οι ανήλιαγες ρεματιές των Πιερίων είναι ακόμη καλυμμένες με χιόνι. Μια παράξενη σιωπή αναμονής απλώνεται πάνω από τα χαμηλά πέτρινα σπίτια των Σερβίων με τις εσωτερικές αυλές που είναι κλεισμένες σε τειχάκια από ξερολιθιές.
    Ξάφνου, ήχοι καμπάνας που χτυπούν επίμονα, σχεδόν θυμωμένα σκίζουν τη σκοτεινή σιωπή. Ο μπαρμπα Στεφανής, ένας ξερακιανός δουλεμένος σαραντάρης με σκαμμένο από τις μπόρες πρόσωπο πετιέται μέσα στον ύπνο του τρομαγμένος και αφουγκράζεται για λίγο την αλύπητη βοή.
    Ντάν ντάν ντάν, σαν απρόσμενος συναγερμός.
    Σκουντάει ελαφρά τη γυναίκα του, την Αννιώ, που κοιμάται ήσυχα στο παλιό σιδερένιο κρεβάτι δίπλα στο παραθύρι. Στο μαγκάλι τα κάρβουνα που ζέσταιναν κάπως το μικρό δωμάτιο έχουν σβήσει από ώρα.
    - Αννιώ, Αννιώ ,ξύπνα! Σήκω κυρά μου, δεν ακούς;
    Η Αννιώ, μια γυναίκα κοντά στα τριάντα τρία με λεπτά χαρακτηριστικά άνοιξε τα όμορφα πράσινα μάτια της και κοίταξε ερωτηματικά το Στεφανή. Γύρισε πάνω στο κρεβάτι για να σηκωθεί μα το κορμί της την άκουγε με δυσκολία και κάτω απ’ τις βελέντζες ξεχώρισε η μεγάλη κοιλιά της. Έγκυος, σχεδόν στις μέρες της, κουραζόταν εύκολα καθώς τα πρησμένα της πόδια πάλευαν ολημερίς με το μόχθο της αγροτικής τους ζωής και με τη φροντίδα τεσσάρων ήδη παιδιών. Έδειχνε μεγαλύτερη από την ηλικία της, όπως όλες οι γυναίκες της εποχής στην επαρχία και αρκετά κουρασμένη, μα ήταν γερή, υπομονετική και μαθημένη στις κακουχίες. Προσφυγοπούλα από την Αρτάκι είχε έρθει το ’22, μόλις δώδεκα χρονών, ορφανή από γονείς και την είχε περιμαζέψει μια αδερφή της παντρεμένη για να τη βοηθάει στις δουλειές, μέχρι που την είδε ο Στεφανής στα δεκάξι της και τη ζήτησε σε γάμο. Κανείς δεν τη ρώτησε αν τον ήθελε. Ούτε κι εκείνη έφερε αντίρρηση. Γιατί να αντιδράσει; Αυτή ήταν η μοίρα των φτωχών κοριτσιών στην Ελλάδα του τριάντα. Ιδιαίτερα των φτωχών προσφύγων. Ευγνωμονούσε την καλή της τύχη γιατί ο Στεφανής την αγάπησε, κι ήταν καλός και ευγενικός μαζί της. Μαζί μεγάλωσαν, μαζί κατάλαβαν τον εαυτό τους και τον κόσμο…
    Είχε χάσει στα νιάτα του το ένα του μάτι, σε συμπλοκή με τους Τσέτες στη Μικρά Ασία, μα η Αννιώ το είχε συνηθίσει και δεν την πείραζε πια. Μόνο αν καμιά φορά κάποιος άξεστος χωριάτης τον φώναζε “Γκαβοστεφανή” ένιωθε σα να της έμπηγαν μαχαίρι σε μια ανοιχτή πληγή. Τότε, κοίταζε τα παιδιά της που ήταν γερά και όμορφα και σήκωνε ψηλά το κεφάλι. Η ομορφιά της κι η περηφάνια της είχαν κερδίσει για πάντα την καρδιά του Στεφανή και η γειτονιά είχε να λέει για την ομορφιά των παιδιών της. Η Τζιβαέρη ήταν κοπέλα πια στα δεκαεπτά, η Σέβω στα δεκατρία, η Φρόσω στα δέκα κι ο Γιώργης της στα επτά. Είχαν ένα φτωχόσπιτο, λίγα ζωντανά και δυο χωράφια απ’τον κλήρο για να παλέψουν. Τί άλλο ήθελε απ’ τη ζωή; Τους ένωσε η κοινή μοίρα.
    Παιδί προσφύγων και κείνος, είχε έρθει είκοσι ετών με ένα καραβάνι απελπισμένων από τα Χουχλιά της Μικράς Ασίας μαζί με τη μάνα του και μια τυφλή αδερφή, τη Βασιλική, και ξεκίνησαν από το μηδέν τον αγώνα τους για επιβίωση στα Σέρβια με διπλωμένες ψυχές και οδυνηρές αναμνήσεις... Ας είναι καλά η Αννιώ! Μαζί της μέρεψε και γλυκάθηκε λίγο η ζωή. Όταν γύριζε κατάκοπος από το όργωμα ή το θέρο στο σπίτι κι έβλεπε το πράσινο των ματιών της κι άκουγε το γέλιο των παιδιών του, ένιωθε να τον πλημμυρίζει μια πρωτόγνωρη γαλήνη, μια απλόχερη χαρά…
    Μα εκεί που νόμισαν πως η ζωή άρχισε σιγά σιγά να παίρνει το δρόμο της, ήρθε ο Απρίλης του ’41 και μπήκαν στη νέα τους πατρίδα οι Γερμανοί. Δυο χρόνια τώρα υπέφεραν από το φόβο, την αδικία και την ανέχεια. Μάζεψαν πάλι οι ψυχές των ανθρώπων, καμπούριασαν οι ώμοι, σκύψανε τα κεφάλια, καθώς ήταν αναγκασμένοι να ζουν  στο ζοφερό σκοτάδι της κατοχής, στον ίσκιο μιας εποχής θανάσιμα λαβωμένης...
    Ο Στεφανής κοίταξε την αγουροξυπνημένη γυναίκα του με κάποια τρυφερότητα καθώς σκεφτόταν πως δεν ήταν παιδούλα πια και η τελευταία εγκυμοσύνη της  την είχε κουράσει  περισσότερο απ’ τις άλλες. Στο μέτωπό του χαράχτηκε μια αδιόρατη ανησυχία και ένα δυσοίωνο προαίσθημα τον έκανε να σηκωθεί και να φορέσει πάνω απ’ τη μάλλινη σκελέα το πολυκαιρισμένο παντελόνι.
    - Τί συμβαίνει Στεφανή; Γιατί χτυπούνε τέτοια ώρα οι καμπάνες;
    - Πάω όξω να μάθω...Ακούω φωνές, για καλό δε θά ’ναι.
     Ο Στεφανής βγήκε στο στενό δρομάκι. Στα σπίτια είχαν ανάψει τα λαμπογιάλια και η γειτονιά ξυπνούσε βίαια. Μια γειτόνισσά του η Μαριγώ έσκουζε στο απέναντι σπίτι και καθώς ο Στεφανής πλησίασε βγήκε αλαφιασμένος ο άντρας της ο Πάνος και μόλις τον είδε του είπε:
    - Στεφανή, έρχονται οι Ιταλοί προς τα Σέρβια! Οι αντάρτες τους κρατούν στην Ελασσόνα μα δε θα αντέξουν για πολύ! Έστειλαν σήμα με μια δεκαρχία να φύγουμε ως το πρωί, να αδειάσουμε τα σπίτια... Τώρα πέρασαν από δω. Φοβούνται για αντίποινα επειδή οι αντάρτες έκαψαν τη γέφυρα το Φλεβάρη... Πρέπει να φύγουμε όλοι! Κάντε γλήγορα!
    “Αντίποινα!!!” Στο άκουσμα της λέξης πάγωσε το αίμα στις φλέβες του και τα πόδια του έμειναν καρφωμένα στη γη. Για μερικά δευτερόλεπτα δεν μπόρεσε να αρθρώσει λέξη! Στο νου του ήρθαν εικόνες κρεμασμένων στα δέντρα συμπατριωτών του και ομαδικών εκτελέσεων. Ήξερε καλά τι σημαίνουν τα αντίποινα σε τούτο τον πόλεμο... Έναν δικό τους έχαναν οι Γερμανοί, δέκα σκότωναν! Και τώρα που τους απόκοψαν την πρόσβαση με την καταστροφή της γέφυρας... ποιός ξέρει τι ετοίμαζαν πάλι! Κάλεσαν και για ενίσχυση τους Ιταλούς...
    - Φτουου! Αναθεματισμένοι! Φώναξε, που κακό χρονο να ’χετε! Άιντε πάλι να ξεσπιτωθούμε κυνηγημένοι. Πού να πάω μ’ ολάκερη φαμελιά; πού θα πάμε τόσοι άνθρωποι;
    Κοίταξε ένα γύρο τη γειτονιά που ήταν ανάστατη και αφουγκράστηκε το υπόκωφο βουητό των τρομαγμένων ανθρώπων που προσπαθούσαν να μαζέψουν ό,τι μπορούν ή να κρύψουν τα υπάρχοντά τους. Κάποιοι άρχισαν να σκάβουν στις αυλές μικρούς λάκκους για να θάψουν σιτάρι, προίκες και μικροαντικείμενα πολύτιμα γι’ αυτούς. Συνήλθε απότομα από το σοκ και βιάστηκε να μπει στο σπίτι για να ετοιμάσει την επώδυνη διαφυγή. Επτά ψυχές έπρεπε να προστατέψει! Μια γριά μάνα που έτρεμε, μια ετοιμόγεννη γυναίκα, μια αδερφή που δεν έβλεπε και τρεις κόρες, ενώ ο μόνος άντρας εκτός απ’ αυτόν, ο Γιώργης, ήταν μόλις επτά ετών! Κάρο και άλογο δεν είχε, τα είχαν επιτάξει οι Γερμανοί. Ένα γαϊδουράκι μονάχα του έμεινε, τα δυο του χέρια και μια δαρμένη ψυχή. Μ’ αυτά θα πάλευε! Μόνο να σωθούν...
    - Γυναίκες, είπε μόλις μπήκε, ντυθείτε καλά και μάστε όσα μπορείτε. Έρχονται οι άτιμοι να μας σκοτώσουν. Πάω να ετοιμάσω το ζώο για να φορτώσουμε. Ξυπνάτε τα παιδιά! Κάντε γρήγορα!
    Μέρες τώρα ήταν όλοι ανήσυχοι γιατί ήξεραν αφότου έκαψαν οι αντάρτες την ξύλινη γέφυρα του Αλιάκμονα ότι ήταν θέμα χρόνου η εκδίκηση των κατακτητών. Αλίμονο! Θα την πλήρωνε πάλι, όπως πάντα, ο άμαχος πληθυσμός...
    Οι γυναίκες άρχισαν έντρομες να μαζεύουν τα απαραίτητα και να βοηθούν τα μικρότερα παιδιά να ντυθούν. Οι μεγάλες, σα να το έκαναν αυτό κάθε μέρα βοηθούσαν με θαυμαστή ψυχραιμία. Η Φρόσω γκρίνιαζε γιατί την ξύπνησαν, κι ο Γιώργης άφησε τη θειά του τη Βασιλική να τον ντύσει. Ξαφνικά το χαμηλό φτωχικό σπιτάκι τους έπνιγε. Χάθηκε η θαλπωρή των οικείων πραγμάτων. Ο φόβος μήπως δεν προλάβουν να διαφύγουν, τους έκανε να βιαστούν. Η Αννιώ κοίταξε την κοιλιά της και σύγκρυο διαπέρασε το ταλαιπωρημένο της κορμί καθώς το ένστικτο της επιβίωσης κινητοποίησε μέσα της φόβους κρυμμένους στα βάθη του μυαλού. Τι θα έκανε με ένα μωρό στην αγκαλιά μέσα στη δίνη του πολέμου; Που θα πήγαινε να γεννήσει χωρίς σπίτι, χωρίς φωλιά;
    - Θεέ μου, γιατί να γεννηθεί κι αυτό; Ψιθύρισε.
    Πώς θα κατάφερνε να ακολουθήσει τους άλλους; Κι αν τους καθυστερούσε;
    Η Βασιλική την ένιωθε με τα μάτια της ψυχής της και ανησυχούσε πιότερο γι’ αυτήν παρά για τον αδερφό της. Χρόνια τώρα μαζί της, την αγάπησε αληθινά τη νύφη της και προσπαθούσε να ξεπληρώσει το βάρος της παρουσίας της, βοηθώντας στις δουλειές του σπιτιού και στο μεγάλωμα των παιδιών. Έγινε η δεύτερη μάνα τους. Αφού έντυσε το Γιώργη, έδωσε στα κορίτσια να φορέσουν διπλά ρούχα, έριξαν από πάνω τα τριμμένα πανωφόρια, έβαλε σκουφιά στα μικρά για το πρωινό αγιάζι και έπειτα ντύθηκε κι αυτή. Η Αννιώ με την πεθερά της πήραν για τον καθένα από μια κουβέρτα, κιλίμια φτιαγμένα στον αργαλειό απ’ τα κορίτσια και τα λιγοστά τους ρούχα με καναδυό αλλαξιές και τα έκαναν μπόγους που θα τους έπαιρναν στην πλάτη. Αυτά ήταν όλο τους το έχει. Η Αννιώ κοίταξε μελαγχολικά το μπαούλο με την προίκα των κοριτσιών και καταλάβαινε πως ήταν αδύνατο να το πάρουν χωρίς το κάρο. Μέσα της έκλαιγε στη σκέψη πως ίσως τα κορίτσια της να μη ζούσαν για να προλάβουν να παντρευτούν, κι αν ζούσαν ίσως να μην παντρεύονταν αν δεν είχαν προίκα..
    - Γιώργη, είπε στον μικρό, πάνε φώναξε τον πατέρα σου να με βοηθήσει με τούτο. Νά ’ρθει να το βάλουμε στο κατώι, μπας και σωθεί.
    Όταν τέλειωσε και μ’ αυτό, έβαλε τα πιο ζεστά της ρούχα, φόρεσε τη μαντίλα της και πήρε στην πλάτη της ένα μικρό μπόγο με τα μωρόπανα που είχε ετοιμάσει για το λεχούδι. Τελευταία ξεκρέμασε τα στέφανα που κρέμονταν πάνω από το κρεβάτι της και έριξε τη ματιά της γύρω στο σπίτι. Βγαίνοντας, ένας πόνος βαθύς, θαμμένος απ’ το παρελθόν βαθειά μέσα της, της έσκισε την καρδιά στη σκέψη πως είναι η δεύτερη φορά στη ζωή της που εγκαταλείπει το σπίτι της και φεύγει κυνηγημένη χωρίς να έχει φταίξει σε τίποτα. Ποτέ της δεν έβλαψε άνθρωπο... Το μόνο που ήξερε ήταν να χαρίζει απλόχερα τη ζωή...
    Ο Στεφανής φόρτωσε στο γέρικο γαϊδουράκι δυο σακιά αλεύρι, έβαλε στο σαμάρι και τη γριά μάνα του, φόρεσε την κάπα του από μαλλί που του χρησίμευε και σαν κουβέρτα και φορτώθηκε τα ταγάρια με το ψωμί και τα τρόφιμα για το δρόμο. Οι γυναίκες ζαλικώθηκαν στην πλάτη τους μπόγους, η Σέβω κράτησε τη Βασιλική για να βλέπει με τα μάτια της κι η Αννιώ πήρε από το χέρι τα μικρά που έσερναν δεμένες, μια κατσίκα και δυο κότες για να έχουν τουλάχιστο λίγο γάλα και κανένα αυγό.
    Έτσι, η Αννιώ κι ο Στεφανής ξεκίνησαν ξανά έναν άνισο αγώνα με το χρόνο, το κρύο και τις αντοχές τους κουβαλώντας ετούτη την πονεμένη οικογένεια στο δρόμο για το πεπρωμένο της...
    Η νύχτα είχε ακόμη βαθύ σκοτάδι όταν ξεκίνησαν την απελπισμένη πορεία της φυγής προς το βουνό. Ενώθηκαν με άλλες οικογένειες και προχωρούσαν όλοι μαζί προς τα ανατολικά. Γυναικόπαιδα και ζωντανά βάδιζαν με τα πόδια προς κάθε κατεύθυνση. Ανηφόριζαν σε μεγάλες ομάδες προς το Παλιογράτσανο, το Ματσκοχώρι, το Καταφύγι ή προς την Καστανιά. Άλλοι έφυγαν προς τα Ίμερα, το Βελβεντό ή το Ρύμνιο. Φωνές παιδιών και μωρά που κλαίνε δημιουργούσαν ένα παράξενο σύννεφο ήχων που ακολουθούσε το ανθρωπομάνι. Οι καμπάνες έπαψαν κάποια στιγμή να χτυπούν, σημάδι πως έφευγαν από τα Σέρβια κι οι τελευταίοι. Η σιωπή που ακολούθησε ήταν εκκωφαντική και απλώθηκε σαν αόρατη απειλή που δυνάμωνε το φόβο.
    Πίσω στα Σέρβια ομάδες ανταρτών γύριζαν στα στενοσόκακα και μπαινόβγαιναν στα σπίτια για να πείσουν εκείνους που δεν ήθελαν να τα εγκαταλείψουν. Σε κάποια από αυτά έβρισκαν γέρους κατάκοιτους, ανήμπορους που δεν μπόρεσαν να φύγουν. Αυτοί έμειναν πίσω. Ποιός θα τους κουβαλούσε; Τέτοιες ώρες προέχει η σωτηρία των νεότερων. Κάποιους που μπορούσαν έστω να σηκωθούν τους κουβαλούσαν τα παιδιά τους στην πλάτη.
    Η οικογένεια του Στεφανή ακολούθησε όσους τράβηξαν για την περιοχή Μύγα, μέσα από υγρά και δύσβατα μονοπάτια ανάμεσα σε καστανιές και οξιές. Έπρεπε να βαδίσουν μόνο κατά τη διάρκεια της νύχτας και με το ξημέρωμα να μην βγουν σε ξέφωτα, για να μην είναι ορατοί από μακριά. Έτσι έφτασαν τα ξημερώματα στου παπά το λάκκο, σε μια τοποθεσία δασωμένη μέσα σε μια χαράδρα του βουνού με τρεχούμενα νερά από φρέσκο απάτητο χιόνι. Οι περισσότερες οικογένειες έψαξαν να βρουν μέρη απάνεμα ή καμιά σπηλιά για να προστατευτούν από το κρύο.
    - Εδώ θα ξεκουραστούμε, είπε ο Στεφανής στη φαμελιά του και τράβηξε σε μια άκρη το γαϊδουράκι με την ταλαίπωρη μάνα. Οι μεγαλύτερες κόρες του βοήθησαν τη γιαγιά τους να ξεπεζέψει και έστρωσαν λίγα κλαδιά και φύλλα κάτω στο υγρό χώμα για να απλώσουν μια κουβέρτα να καθίσουν. Το ψιλόβροχο και ο παγωμένος αέρας τους ανάγκασε να μαζευτούν όλοι κοντά για να ζεσταθούν. Η Αννιώ που άντεξε την ταλαιπωρία της ανάβασης ένιωθε κατάκοπη. Κοίταξε στα μάτια το Στεφανή με νόημα σα να του έλεγε:
    - Πόσο θα αντέξουμε;
    - Τζιβαέρη ,είπε τότε εκείνος στην πρωτότοκη κόρη του, δώσε μας νερό και βγάλε το ψωμί με τις ελιές να φάμε. Αν δε σουρουπώσει δε θα φύγουμε από δω.
    Έριξαν πάνω τους τις κουβέρτες και περίμεναν να περάσει η μέρα. Η Βασιλική αποκοιμήθηκε δίπλα στα μικρά που κούρνιασαν κοντά της.
    Είχε πια μεσημεριάσει όταν ακούστηκαν κρότοι πολυβόλων και πυροβολισμοί από μακριά. Αν και δεν έβλεπαν κάτω τα Σέρβια μέσα στις πυκνές φυλλωσιές, μπορούσαν να φανταστούν την επίθεση των Ιταλών στρατιωτών. Έσπασε το μέτωπο της αντίστασης. Σε λίγο θα έρχονταν και οι Γερμανοί. Από κείνη τη στιγμή και μετά κανείς πια δεν μπόρεσε να κοιμηθεί. Όλοι έτρεμαν από το φόβο και το κρύο...
    Σα νύχτωσε πάλι νωρίς άρχισαν όλοι να μαζεύουν τα στρωσίδια και να φορτώνονται τους μπόγους για να ξεκινήσουν. Το σκοτάδι έκρυβε μέσα στον κόρφο του βουνού τους κατατρεγμένους.
    - Μάνα, πιάσου απ’ τις εγγόνες σου και περπάτα, τώρα θα βάλω την Αννιώ καβάλα. Φοβούμαι μη δεν αντέξει και μας γεννήσει στο δρόμο...
    - Δεν πειράζει Στεφανή, αντέχω ακόμα. Ας κάτσει η μάνα, είπε με συστολή η Αννιώ και ξεκίνησε πρώτη για να δείξει πως είναι καλά.
    - Ξεκουράστηκα τόσες ώρες, έχω κουράγιο.
    Έτσι πήραν πάλι το δρόμο προς τα πάνω έχοντας στο νου τους μόνο ένα πράγμα, τη φυγή, και κανείς δε λογάριαζε πια την κούραση όσο άκουγαν κάτω τη βοή του πολέμου. Ανέβαιναν τη δασωμένη πλαγιά μέσα από μονοπάτια, μα σε λίγο ανάμεσα απ’ τους ίσκιους των δέντρων άρχισαν να βλέπουν κάτω στο βάθος αναλαμπές φωτιάς και καπνούς. Τα πρώτα σπίτια των Σερβίων είχαν παραδοθεί στις φλόγες μιας απάνθρωπης εκδικητικής μανίας... Παγερή βουβαμάρα απλώθηκε στους κυνηγημένους καθώς βγήκαν σε ένα ξέφωτο και αντίκρυσαν ένα θέαμα που δεν θα ξεχνούσαν ποτέ στη ζωή τους. Τα σπίτια τους καίγονταν! Σπίτια φτιαγμένα με κόπο και πόνο, με θυσίες μιας ζωής... Σπίτια γεμάτα με τις προίκες των κοριτσιών και όλο τους το βιος... Σπίτια με αυλές, με κληματαριές, με πηγάδια και στάβλους για τα ζωντανά και το χειρότερο, με ανθρώπους ανήμπορους να υπερασπιστούν το εαυτό τους... Θεατές της πιο παράλογης μανίας, κοίταζαν αμίλητοι τη φωτιά που απλώνονταν σε όλη την πόλη. Οι γυναίκες έκλαιγαν σφουγγίζοντας τα μάτια τους στις μαντίλες και έσφιγγαν κοντά τους τα τρομαγμένα παιδιά. Οι άντρες τους στέκονταν βλοσυροί και γεμάτοι οργή κοιτώντας τα όνειρα και τον ιδρώτα μιας ζωής να γίνονται στάχτη...
    Βάρυναν κι άλλο τα βήματα από τη θλίψη, ασήκωτοι οι μπόγοι, απότομη η ανηφοριά. Πόσο πόνο μπορούν να αντέξουν οι άνθρωποι!... Αναρωτήθηκε η Αννιώ κοιτώντας τούτη την ανθρώπινη αλυσίδα που οι κρίκοι της δέθηκαν ξαφνικά κάτω από την απειλή του κοινού κινδύνου. Θυμήθηκε, με πόνο, τον πρώτο καιρό που ήρθαν πρόσφυγες στην περιοχή και οι ντόπιοι τους περιφρονούσαν και δεν καταδέχονταν να συναναστραφούν μαζί τους. Ούτε τα παιδιά τους δεν άφηναν να παίξουν με τα ξυπόλυτα παιδιά των προσφύγων. Ένα απ’ αυτά ήταν κι εκείνη... Και τώρα, ντόπιοι και πρόσφυγες μαζί ενώθηκαν σε μια κοινή πορεία προς το άγνωστο, σε μια κοινή μοίρα. Τώρα που χάνουν κι αυτοί τα σπίτια τους αρχίζουν να συνειδητοποιούν το μέγεθος της ψυχικής δύναμης που χρειάζεται ο άνθρωπος για να αντέξει την απώλεια των σταθερών σημείων αναφοράς της ζωής του...
    Οι οικογένειες συνέχισαν να ανεβαίνουν στις βουνοπλαγιές με πιο αργό ρυθμό από την κούραση και την αγωνία. Οι ώρες κυλούσαν με δυσκολία και κανείς δεν τολμούσε να σκεφτεί το μέλλον ή τον εαυτό του. Σημασία είχε μόνο το αβέβαιο παρόν, η ομαδική φυγή και η σωτηρία όλων. Είχαν επίγνωση του γεγονότος ότι οι ζωές τους εξαρτιόταν από τα απρόοπτα της τύχης και της ιστορίας. Η Αννιώ κοιτούσε αχόρταγα προς τα πάνω, μήπως φανεί η άκρη του χωριού και τελειώσει η εξαντλητική πορεία. Το κορμί της είχε αρχίσει να πονά φριχτά λες και την ειδοποιούσε να σταματήσει. Μα εκείνη ήταν αποφασισμένη να συνεχίσει με κάθε τρόπο. Αυτό που την ανησυχούσε όμως περισσότερο ήταν οι πόνοι της στη μέση γιατί ήξερε πως μπορεί να γεννήσει νωρίτερα από την ταλαιπωρία. Έφερε στο νου της την εικόνα του φτωχικού της σπιτιού με τις γωνιές του και τις κουρελούδες που είχε στρωμένες καταγής και πόνεσε στη σκέψη πως ετούτο το παιδί δε θα το γεννούσε στο κρεβάτι της σαν τ’ άλλα, αλλά έξω στο κρύο ή σε καμιά αχυρώνα. Πολλές γυναίκες σαν κι αυτή ήταν ετοιμόγεννες, πόσες θα τα κατάφερναν; Πόσα βρέφη θα πέθαιναν στο επόμενο διάστημα εκτεθειμένα σε κινδύνους χωρίς στέγη;
    Γύρισε προς τα πίσω και το βλέμμα της συναντήθηκε με το βλέμμα του Στεφανή που είχε την έγνοια της. Είχε παρατηρήσει πόσο δυσκολευόταν να περπατήσει και της είχε πάρει το μπόγο που κουβαλούσε. Του χαμογέλασε με δυσκολία και εκείνος την πλησίασε και της έδωσε το μπράτσο του να πιαστεί. Ίσα που να της δώσει κουράγιο. Κι ας μην του περίσσευε κι εκείνου... Έσφιξε τα δόντια της σε ένα νέο πόνο και κοίταξε το στερνοπούλι της το Γιωργή που περπατούσε δίπλα της χωρίς να παραπονιέται. Όταν τον γέννησε και επιτέλους απόκτησαν τον πολυπόθητο γιό, είχε πει πως δε θα κάνει άλλο παιδί. Έφταναν τέσσερα παιδιά. Φτωχοί άνθρωποι ήταν. Έλα όμως που η ζωή είχε άλλα σχέδια! Επτά χρόνια μετά περίμενε το πέμπτο της παιδί. Καινούρια γέννα, με φόντο τα σύννεφα του πολέμου και τις φλόγες της καταστροφής...
    - Μάνα! Φώναξε η Τζιβαέρι που πήγαινε μπροστά απ’ όλους. Κοίτα! Τα κεφάλια όλων στράφηκαν προς την κατεύθυνση που έδειχνε το χέρι της και μέσα από τις συστάδες των δέντρων που άνοιγαν σε ένα σημείο διέκριναν από μακριά τα πρώτα σπίτια ενός χωριού ξαπλωμένου στην αγκαλιά του βουνού.
    - Άιντε, είπε ο Στεφανής, φτάσαμε στο Ματσκοχώρι! Σε λίγο θα μπούμε στο χωριό.
    Οι κυνηγημένοι οδοιπόροι αναθάρρησαν στη σκέψη πως σε λίγο θα σταματήσουν την πεζοπορία και θα ξεκουραστούν. Τάχυναν κάπως το βήμα τους και άρχισαν να μιλούν ζωηρά. Γέμισαν οι ψυχές με μια νέα ελπίδα. Όταν πια έφτασαν στην άκρη του χωριού, δεν είχε ξημερώσει ακόμα. Αντίκρυσαν με δέος το όμορφο χωριό με τα ασπρισμένα σπίτια που έλαμπαν στο φεγγαρόφωτο.
    - Τι όμορφος που είναι ο κόσμος Θεέ μου, όταν κοιμάται στην αγκάλη σου! ψιθύρισε έκθαμβη η Αννιώ και ένιωσε για πρώτη φορά μετά από μέρες μια παράξενη γαλήνη.
    Οι κάτοικοι ειδοποιημένοι από τους αντάρτες δεν είχαν κοιμηθεί τη νύχτα. Εξάλλου ήταν κι αυτοί ανήσυχοι από τις εξελίξεις και από τη θέα της φωτιάς που έκαιγε κάτω στα Σέρβια και φώτιζε με απόκοσμη λάμψη το σκοτεινό ορίζοντα. Είχαν συγκλονιστεί από το γεγονός του ολοκαυτώματος και υποδέχτηκαν με ανθρωπιά και συμπόνοια τους ξεσπιτωμένους Σερβιώτες. Βοήθησαν τις γυναίκες να ξεζαλικωθούν από τους μπόγους που κουβαλούσαν και ρωτούσαν να μάθουν τι είχε συμβεί. Όσοι είχαν γνωστούς ή συγγενείς στο χωριό έψαχναν να τους βρουν και σιγά σιγά χάνονταν πίσω από πόρτες που άνοιγαν τη φιλόξενη φτώχια τους στους κατατρεγμένους. Άλλοι βολεύτηκαν σε κατώγια, άλλοι σε αχυρώνες, άλλοι σε στάβλους ή αποθήκες και σε άλλους παραχωρήθηκαν δωμάτια μέσα στα σπίτια για να κουρνιάσουν στριμωχτά μέσα στη θαλπωρή των κλειστών χώρων. Λύθηκαν τα σφιγμένα πρόσωπα, άνοιξαν οι καρδιές των ανθρώπων και στρώθηκαν καταγής οι κουβέρτες για να ξεκουραστούν οι φόβοι.
    Ο Στεφανής και η Αννιώ δεν γνώριζαν κανένα στο χωριό, ούτε είχαν συγγένειες με τους Ματσκοχωρίτες. Τράβηξαν λοιπόν για την εκκλησία της Αγίας Παρασκευής που βρίσκονταν δίπλα στη μικρή πλατεία. Επτά πολυμελείς οικογένειες χώθηκαν όπως όπως στο κρύο και σκοτεινό εσωτερικό του ναού και έπιασαν από μια γωνιά για να απλωθούν. Άναψαν τα καντηλάκια για να φωτιστούν τα σκοτεινιασμένα πρόσωπα και έλαμψε στα μάτια τους η ελπίδα. Οι γυναίκες έβγαλαν στρωσίδια και κουβέρτες και οι άντρες βγήκαν να φέρουν ξύλα για να ανάψουν φωτιά να ζεσταθούν.
    Κάποιοι από το χωριό, τους έφεραν πατάτες, κρεμμύδια και μπομπότα και η Αννιώ έδωσε πρώτα στην πεθερά της να φάει και στη Βασιλική και μετά στα παιδιά της. Η ίδια ένιωθε πια αρκετούς δυνατούς πόνους κι όταν κατάλαβε πως ήρθε η ώρα της να γεννήσει βγήκε έξω να βρει τον άντρα της. Σε ένα πλάτωμα στάθηκε και κοίταξε κάτω τα Σέρβια που καίγονταν. Η φωτιά έκαιγε και τη δική της γειτονιά. Τώρα οι φλόγες θα έζωναν τους τοίχους του σπιτιού της… το κρεβάτι της, την καρυδιά στον κήπο. Έστρεψε τα μάτια της να μη βλέπει, δεν ήξερε αν οι πόνοι του κορμιού ή της ψυχής ήταν οι πιο δυνατοί… Γύρισε να φύγει και είδε το Στεφανή να έρχεται.
    - Αννιώ! Έλα! Βρήκα μέρος για να γεννήσεις, της φώναζε πλησιάζοντας.
    - Πού Στεφανή μου; Δείξε μου. Οι πόνοι δυνάμωσαν, πρέπει να βιαστώ.
    Σε λίγη ώρα είχαν βολευτεί στο κατώι του σπιτιού του κυρ-Ζαχαρία που συμπόνεσε την οικογένεια και την περιμάζεψε. Η γυναίκα του η Αγλαΐα έστρωσε δίπλα στο παλιό τζάκι που έκαιγε για την Αννιώ και στο άλλο δώμα έβαλαν τους υπόλοιπους. Η Βασιλική έμεινε κοντά στην Αννιώ να της παρασταθεί κι η Αγλαΐα έβαλε νερό να βράσει. Η Αννιώ έβγαλε τα χοντρά της ρούχα για να αναπνέει καλύτερα και ένιωσε τις μυστικές δυνάμεις της δημιουργίας να την κυριεύουν. Τίποτα άλλο δεν είχε πια σημασία. Ούτε το σπίτι της που καιγόταν, ούτε ο πόλεμος ούτε ο ξεριζωμός. Όλο της το είναι επικεντρώθηκε στους πόνους της γέννησης του νέου της παιδιού. Έσφιγγε τα δόντια της, μούγκριζε σιγανά και περίμενε. Δίπλα της πάντα η αφοσιωμένη Βασιλική της βαστούσε το χέρι και ένιωθε να τη διαπερνά μέσα απ’ αυτό όλο το μεγαλείο της γυναικείας φύσης που γεννά τη ζωή και δάκρυα έτρεχαν από τα θαμπά ματάκια της, μα δεν ήξερε αν έκλαιγε για την Αννιώ ή για τον εαυτό της που δεν θα ζούσε πια τούτο το φοβερό μυστήριο...
    - Κορίτσι! Να σου ζήσει παιδί μου! είπε η καλόκαρδη Αγλαΐα καθώς ξεπρόβαλλε το νεογέννητο και σ ε λίγο ακούστηκε το πρώτο του κλάμα. Τότε μόνο λύγισε η Αννιώ και όλη η αγωνία και η απελπισία που έπνιγε μέσα της έγιναν κλάμα που ξέσπασε άθελά της και το κορμί της τραντάχτηκε από τα αναφιλητά. Έκλαιγε για τη ζωή που άφησε πίσω στο σπίτι της μάνας της, για τον πόλεμο που της στερούσε ό,τι αγάπησε, για τα παιδιά της που δεν ήξερε αν θα ζήσουν και για τις φλόγες που έκαιγες τον κόσμο που γνώρισε ως δικό της.
    Η Βασιλική την αγκάλιασε και έκλαιγε μαζί της. Μια παράξενη μοίρα είχε ενώσει αυτές τις δυο γυναίκες για πάντα. Η Βασιλική ζούσε και έβλεπε μέσα από τη ζωή και τα μάτια της Αννιώς, και η Αννιώ είχε βρει στην αγκαλιάς της Βασιλικής τη μάνα που έχασε…
    Έξω σουρούπωνε. Άλλη μια νύχτα φόβου έκανε τους ανθρώπους να μαζευτούν νωρίς. Η μυρωδιά της καμμένης γης έφτανε πια στο χωριό. Λίγοι απόμειναν να κοιτούν το αποτρόπαιο θέμα. Ο Στεφανής είχε πάρει τους δρόμους για να μη μπλέκεται στα πόδια των γυναικών και τώρα επέστρεφε κουρασμένος. Μπήκε στο χαμηλό σπίτι και ο Ζαχαρίας του πρόφτασε τα νέα.
    - Άντε Στεφανή, κορίτσι σού ’κανε η κυρά. Ας είναι. Τράβα τώρα να τη δεις.
    Το στήθος του φούσκωσε από συγκίνηση και αγωνία για την Αννιώ που δεν έπρεπε να δείξει, Μπήκε και την είδε ξαπλωμένη με το μωρό κοντά στο τζάκι. Η φωτιά του φώτιζε το σκοτεινό δωμάτιο και το πρόσωπο της Αννιώς που είχε γαληνέψει. Κοίταξε το μωρό και του φάνηκε ίδιο με τ’ άλλα. Κάθισε δίπλα της και τη ρώτησε:
    - Πώς θα το πούμε τούτο το παιδί γυναίκα, αν ζήσει;
    - Θα ζήσει Στεφανή! Θα ζήσει! Θα το δεις. όλοι θα ζήσουμε, όπως, όπως, αλλά θα ζήσουμε… Και σαν τελέψει ο πόλεμος θα κτίσουμε απ’ την αρχή το χωριό και το σπίτι μας, και τα παιδιά μας θα παντρευτούν και θα παλέψουν κι εκείνα… Όσο για τούτο, το παιδί του πολέμου, σκέφτηκα πως θα το πω Στεφανή. Ειρήνη θα την εβγάλω για να ξορκίζει το κακό… Ειρήνη στη μάνα μου τη Ρηνιώ που την έχασα και θέλω να τη θυμούμαι… Και που ξέρεις! ίσως ετούτα τα παιδιά να χαρούν την ειρήνη πιο πολύ από μας που την ψάχνουμε μια ζωή…
    Ο Στεφανής κοίταξε βουρκωμένος τούτο το ευλογημένο πλάσμα που έφερε η ζωή στο δρόμο του και κατάλαβε πως η ζωή είναι πιο δυνατή απ’ το θάνατο. Έπειτα γύρισε το βλέμμα του στο τρεμάμενο φως της φωτιάς που σιγόκαιγε στο τζάκι και πήρε να ρίξει κι άλλα ξύλα για να κρύψει ένα δάκρυ οδύνης, γεμάτο φως…




Από τη συλλογή διηγημάτων «Τοπία της στοργής», εκδ. Παρέμβαση 2019.



Βιογραφικό σημείωμα

Η Ολυμπία Τσικαρδάνη γεννήθηκε και μεγάλωσε στα Σέρβια Κοζάνης. Η αγάπη της για τη γλώσσα την οδήγησε στο τμήμα της Κλασικής Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Ζει στα Σέρβια και διδάσκει στο Γενικό Λύκειο. Είναι παντρεμένη και έχει τρία παιδιά.
    Εδώ και λίγα χρόνια ασχολείται πιο συστηματικά με τη συγγραφή διηγημάτων, δοκιμίων, άρθρων και ποίησης. Έχει δημοσιεύσει κατά καιρούς έργα της στον τοπικό τύπο και σε περιοδικά λογοτεχνικού ενδιαφέροντος καθώς και στο διαδίκτυο. Επίσης γράφει κριτικές για το έργο άλλων λογοτεχνών σε λογοτεχνικά περιοδικά.
    Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών και έχει εκδώσει μία ποιητική συλλογή με τίτλο «Ανεμώνη» από τις εκδόσεις Εντύποις, μία συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Τοπία της στοργής» από τις εκδόσεις Παρέμβαση, και έχει γράψει και ένα θεατρικό έργο με τίτλο «Μικρές Πατρίδες» που ανέβηκε στη σκηνή του ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης ως μουσικοθεατρική παράσταση σε συνεργασία με το Νέο Ωδείο Music Art Κοζάνης. Επίσης συμμετέχει με έργα της σε διάφορους συλλογικούς τόμους.
 
    Το Σεπτέμβριο του 2015 το διήγημά της «Οδύνη και Φως» που αναφέρεται στο ολοκαύτωμα των Σερβίων, βραβεύτηκε με το 3ο βραβείο διηγήματος σε Πανελλήνιο διαγωνισμό που οργάνωσε η Κοβεντάρειος Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης.
    Τον Σεπτέμβριο του 2016, της απονεμήθηκε Έπαινος από το Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» στον ΛΒ΄ Πανελλήνιο λογοτεχνικό διαγωνισμό 2015 για τα έντεκα πρώτα ποιήματα της ποιητικής συλλογής «Ανεμώνη» που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Εντύποις το Δεκέμβρη του 2016.
    Επίσης απέσπασε το 2ο βραβείο στον Παγκόσμιο ποιητικό διαγωνισμό «Καζαντζάκεια 2017» για το ποίημά της «Το Χρέος», και 1ο βραβείο στον ΣΤ΄ Παγκόσμιο διαγωνισμό ποίησης της «Αμφικτυονίας Ελληνισμού» για το ποίημά της «Στα κάτεργα του αβέβαιου».
    Τον Ιανουάριο του 2018 απέσπασε το 3ο βραβείο στον 36ο Λογοτεχνικό διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών για το δοκίμιό της «Με λογισμό και μ’ όνειρο» και στη συνέχεια έγινε μέλος της. Την ίδια χρονιά, με το ποίημα «Οδυσσείς» κέρδισε το 2ο βραβείο στον 7ο Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Πνευματικής Συντροφιάς Λεμεσού.
    Το 2020, απέσπασε το Γ΄ βραβείο για τη συλλογή διηγημάτων της, «Τοπία της Στοργής» στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό Βιβλίου του Συλλόγου Μουσικής Τέχνης και Λόγου, «Λινός».
    Το 2021 απέσπασε Έπαινο στους 36ους Δελφικούς Αγώνες Ποίησης της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών με το ποίημα «Αείσκιωτοι Δρόμοι», και Α΄ Έπαινο στον 17ο Διεθνή Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Ένωσης Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος με το ποίημα η «Η Μνήμη Γονατίζει» που αναφέρεται στην Επανάσταση του 1821.
    Όπως λέει η ίδια: «Άφησα τη ζωή να γράψει επάνω μου και τώρα τη γράφω εγώ. Άλλοτε με στίχους κι άλλοτε με ιστορίες. Γιατί υπάρχει ποίηση σε κάθε ανθρώπινη ιστορία αλλά και μια ιστορία πίσω από κάθε ποίημα.»



Στην εικόνα: Άκης Σαββίδης, αεροφωτογραφία της πόλης των Σερβίων.

Πηγή για την εικόνα: https://kozani.tv/

Τρίτη 30 Αυγούστου 2022

Ολυμπία Τσικαρδάνη, "Δύο ποιήματα"




Οδυσσείς


Ερωτευτήκαμε το άγνωστο
που αναζητά ένα φως
μέσα σε νύχτες γυάλινες.
Σαλπάραμε σε θάλασσες γαλάζιες
ψάχνοντας την αχνή στεριά ανέγγιχτων σκιών
και ορκιστήκαμε,
πως δε θα κάψουμε τα κέρινα φτερά μας
με σμίλη αποτυπώνοντας το σχήμα τους
πάνω σε αιώνιες πέτρες.

Με Λόγο, ίχνη αφήσαμε του νου.
Κάποτε δε μας ταίριαζε η υποταγμένη σιωπή.
Στην ενατένιση του έναστρου ουρανού
ξοδέψαμε αιώνες
κι ανθίσαμε σε άνυδρα τοπία
αφήνοντας τον Αίολο αφύλακτο
να μας φυσά σ’ απόκρημνες ακτές.

Στο νόημα του τραγικού υψώσαμε το βλέμμα
σαν το χορό που ζει το δράμα με ρυθμό
και στους καιρούς σκορπίσαμε
τα Ευ, το Γνώθι και το Μέτρο.

Μας καταδίκασε η Οδύσσεια πορεία μας στο χρόνο,
να ψάχνουμε περάσματα μέσα σε Συμπληγάδες
κι έπειτα να μεθάμε με κρασί στα όνειρα του απείρου.

Λέξεις σκορπίσαμε παντού,
να πυρπολούν τα μονοπάτια του μυαλού
στα μήκη και στα πλάτη Νοημάτων.
Κι αν βολευτήκαμε στη λήθη
τρώγοντας τους λωτούς της λησμονιάς
ανοίγουν μες τη μνήμη μας οι λέξεις μονοπάτια
και απαιτούν,
μια νέα εμπιστοσύνη.

Δραπέτης του ελεύθερου
το Φως των Ιδεών
αμάθητο στους αριθμούς
παλεύει με σκοτάδια
και αργοσαλεύει στης απάτης τον καιρό.
Κι αν οι σιωπές
στο κύλισμα του αβέβαιου οδηγούν
ρόζους δεν πρόφτασε να βγάλει η περηφάνια…


                                                   Β’ βραβείο ποίησης
                                                   Πνευματική συντροφιά Λεμεσού 2018





Σαν παραμύθι


Μικρή σαν ήταν,
μάθαινε όλα τα παραμύθια.
Λάτρευε τη βροχή,
τη θάλασσα και τ’ ανθισμένα βλέμματα.
Της άρεσε,
να λύνει αινίγματα,
να ζωγραφίζει χρώματα
και στα παλιά σκοτάδια
να ρίχνει φως και ανεμώνες.
Ήξερε πάντα της,
κλειστά παράθυρα ν’ ανοίγει
σε σπίτια ερημωμένα απ’ την αγάπη.
Με ροζ κλωστές,
έμαθε να κεντά μεταξωτά,
και να στολίζει σπιτικά με καλημέρες.
Στόλισε τα μαλλιά με ρόδα
και ξέπλυνε με δάκρυα και κόπο,
αιώνιες του φύλου διαψεύσεις.
Της είπαν να φοβάται τον καιρό,
τα άγρια δάση και τον έρωτα.
Μα εκείνη,
πεισματάρα και αγέρωχη,
βγήκε για βόλτα σ’ άφεγγες γειτονιές,
λάμπρυνε Κυριακές,
φόρεσε επιθυμίες
και μάζεψε κοχύλια σε ακροθαλασσιές.

Μονάχα αυτά δεν έμαθε...
Πώς να γλυτώνει απ’ τα σημάδια του κραγιόν
σε χείλη λυσσασμένα.
Πώς να διακρίνει πίσω απ’ τα μαύρα τους γυαλιά,
τα μάτια που δεν κλαίνε.
Πώς να αρνείται τα δώρα της καρδιάς,
σε άκαρδες υπάρξεις.
Και πώς,
να μην αφήνει ενοχές να της φορτώνουν…
Γι’ αυτό συχνά τη βλέπεις,
μόνη της να θρηνεί το αεράκι της ζωής.
Άπειρη ερημία,
γεμίζει την ψυχή
των γυναικών που ζουν στο φόβο.



                                                             Ολυμπία Τσικαρδάνη





Στην εικόνα: J. M. W. Turner, «Ulysses deriding Polyphemus» (1829).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Κυριακή 24 Ιουλίου 2022

Ολυμπία Τσικαρδάνη, "Σκοτεινά μονοπάτια"





Σκοτεινά μονοπάτια


                                                                   Έχει μνήμη η ψυχή,
                                                                   και δεν ξεχνά ό,τι αγαπά.
                                                                   Έχει κραυγή η σιωπή,
                                                                   κι αποζητά
                                                                   ό,τι αφαιρεί η προδομένη εμπιστοσύνη.



Φτωχόπαιδο σε λαϊκή γειτονιά της Θεσσαλονίκης μεγάλωσε ο Δημητράκης. Ορφανός από μάνα από τα πέντε του χρόνια, με έναν πατέρα βιοπαλαιστή που δεν αγκομαχούσε ποτέ για τα φθηνά μεροκάματα που έπαιρνε σαν οικοδόμος. Ήταν αρκετό για κείνον να έχει δουλειά, κι ας μην πλήρωναν πάντα καλά οι εργολάβοι που μετά το ’70 έκαναν χρυσές δουλειές εξαφανίζοντας κάθε μονοκατοικία και κάθε άδειο οικόπεδο με το σύστημα της αντιπαροχής.
    Όλοι τον φώναζαν μαστρο-Βασίλη γιατί ήταν ικανός μάστορας κι άξιος στη δουλειά του. Έπιαναν τα χέρια του, με μεράκι και συνέπεια σπάνια, σε ένα χώρο επαγγελματικό που επέτρεψε σε πολλούς να κερδοσκοπήσουν εις βάρος ανίδεων ιδιοκτητών. Η εντιμότητά του τον έκανε να επιλέγει προσεκτικά με ποιους θα συνεργαστεί και ήξερε καλά πως οι περισσότεροι στην πιάτσα έκλεβαν, από τα σίδερα μέχρι τα κεραμίδια. Κάποιες φορές μάλιστα άνοιξε τα μάτια σε φτωχούς πελάτες δείχνοντάς τους τι πρέπει να προσέχουν για να μην χάσουν τις οικονομίες τους. Έτσι, χάρη στην εκτίμηση του κόσμου και με την οικιστική ανάπτυξη που γνώρισε η Θεσσαλονίκη μετά τη δεκαετία του ’70, δεν έμεινε ποτέ από δουλειά και δεν έλεγε ποτέ όχι όταν τον φώναζαν για μερεμέτια σε σπίτια φίλων και γνωστών. Γκρεμίσματα τοίχων, αλλαγή διαρρύθμισης, επέκταση δωματίων, καμιά κουζίνα, πλακάκια, σκεπές, κάγκελα, με όλα καταπιάνονταν. Είχε καταφέρει το πιο σπάνιο κατόρθωμα για έναν επαγγελματία, να τον αγαπούν όλοι, όχι μόνο στη Σταυρούπολη όπου έμενε, αλλά και σε άλλες περιοχές στις οποίες δούλεψε. Έτσι, με βλέμμα καθαρό, με λόγο που μετρούσε και με μια φυσική σχεδόν κοινωνική ευαισθησία, πορευόταν στη ζωή με έναν τρόπο που του επέτρεπε να διατηρεί τον αυτοσεβασμό του, σε μια εποχή που αλλοίωνε σαρωτικά πολλές συνειδήσεις στο βωμό του χρήματος.
    Μα και η δική του ζωή δεν ξέφυγε από την πικρή αλήθεια «όπου ο φτωχός κι η μοίρα του». Το καλοκαίρι του 72 έχασε τη γυναίκα του ξαφνικά από τροχαίο όταν ένας ασυνείδητος οδηγός την τραυμάτισε θανάσιμα καθώς γύριζε ένα απόγευμα στο σπίτι. Εκείνος ήταν μόλις τριάντα ετών. Εκείνη μόνο είκοσι επτά. Το χτύπημα της μοίρας τον σακάτεψε. Έμεινε μόνος, χωρίς τον ίσκιο του. Γιατί η Ελένη του ήταν ο εφηβικός του έρωτας, η ακριβή του χαρά, ήταν το βελούδο που τον σκέπαζε με  τρυφερή καλοσύνη σ’ έναν κόσμο τραχύ και άδικο. Γι’ αυτήν δούλευε τόσο σκληρά. Δεν ήθελε να της λείψει τίποτα. Της έκτισε κι ένα μικρό σπιτάκι, με δυο δωμάτια και κουζίνα σ’ ένα μικρό οικοπεδάκι που του έδωσε κάποιος για πληρωμή για τη δουλειά του. Μαζί το κτίσανε. Εκείνη δούλευε τη μπετονιέρα και έφτιαχνε το τσιμέντο και εκείνος έκτιζε με τούβλα και μεράκι το τσαρδάκι τους.
    Αχ! Τι ωραία που ήταν στο σπιτάκι τους! Επέστρεφε αργά το απόγευμα κουρασμένος, μα όταν έβλεπε την «ωραία Ελένη του» να τον περιμένει στο παραθύρι, με το μωρό στην αγκαλιά και το σπίτι να μοσκοβολά χαμόγελα και αγάπη αυθεντική, ένιωθε πως είναι ο πιο τυχερός άνθρωπος στον κόσμο!
    Πώς ξεπερνάει κανείς το θάνατο όταν είναι τόσο νέος; Φωτιά ο πόνος του χαμού! Μαχαίρι η μοναξιά! Και κείνα τα δακρυσμένα μάτια του μικρού Δημήτρη που έψαχνε για καιρό τη μάνα του και του ζητούσε να τη φέρει πίσω στο σπίτι, του ξέσχιζαν την καρδιά... Κι όταν βράδιαζε και άρχιζαν οι σκιές να χορεύουν στο λυπημένο σπίτι, νόμιζε πως ακούει το γέλιο της και τη φωνή της να του ψιθυρίζει γλυκά «Κουράστηκες Βασιλάκη μου;» Και ένιωθε ατέλειωτες τις νύχτες, απύθμενο το πένθος, αβάσταχτο τον πόνο...
    Ένιωθε... Μα έπρεπε να πάψει να νιώθει. Για χάρη του γιου του έπρεπε να βγει από το βυθό της απελπισίας που τον έριξε το ξαφνικό θανατικό και να πάρει ξανά αυτό που λέμε, το δρόμο της ζωής. Μάζεψε τα κομμάτια του, έδωσε τα ρούχα της μακαρίτισσας σε μια φτωχούλα της γειτονιάς και έβγαλε τη μαύρη κορδέλα από το μανίκι του. Του έφτανε το μαύρο της ψυχής του. Έκλαψε πολύ όταν ξεδιάλεγε τα ρούχα της κι η μυρωδιά της απλώθηκε πάνω του σα να ήταν εκεί. Τον τύλιξε τυραννικά η απουσία της και χάιδευε ώρα πολλή τα ασήμαντα μικροπράγματά της... Μα εκεί που λύγισε με σπαραγμό, ήταν όταν βρήκε στο βάθος της ντουλάπας το λουλουδάτο φόρεμα που φορούσε στο πανηγύρι της Αγιά Μαρίνας, όταν την είδε για πρώτη φορά και τον μάγεψε με το βλέμμα της. Αγκάλιασε το άδειο φουστάνι και έκλαψε με αναφιλητά ως το πρωί.. Έπιασε πάτο. Το πρωί το δίπλωσε και μαζί με τη βούρτσα των μαλλιών της και τη βέρα της τα έβαλε όλα μαζί σ’ ένα χάρτινο κουτί. Τα έκρυψε στο πατάρι της ντουλάπας και προσπάθησε να κρύψει απ’ το παιδί και την απόγνωση που φαινόταν στα πρησμένα από το κλάμα μάτια του...
    Όταν ήρθε ο Σεπτέμβρης έγραψε το Δημητράκη στο νηπιαγωγείο και ξανάπιασε δουλειά. Στην αρχή τον βοήθησαν οι γειτόνισσες με το μικρό. Τον κρατούσαν μαζί με τα δικά τους παιδιά μέχρι να επιστρέψει από τη δουλειά. Ο μαστρο Βασίλης κατάλαβε ότι έπρεπε επειγόντως να βρει έναν άνθρωπο εμπιστοσύνης να κρατάει το παιδί τις ώρες που έλειπε. Η μάνα του είχε πεθάνει πριν από μερικά χρόνια. Η πεθερά του ζούσε σε ένα χωριό των Σερρών και είχε κι αυτή τον καημό της. Του πρότεινε να πάρει μαζί της το εγγόνι της, μα εκείνος ούτε να το ακούσει. Αρκετά ερήμωσε η ψυχή του, να ερημώσει και το σπίτι του; Όλη του η φροντίδα και η αγάπη έπεσε τώρα σε τούτο το παιδί. Έγινε η παρηγοριά του, το κίνητρο για να σηκωθεί το πρωί από το άδειο κρεβάτι του. Η ελπίδα του για το μέλλον και η ζωντανή θύμηση της γυναίκας του. Της έμοιαζε κιόλας τόσο πολύ! Ήταν αποφασισμένος να τον μεγαλώσει με όποιο κόστος. Τότε σκέφτηκε την κυρία Μερόπη που νοίκιαζε ένα μικρό σπιτάκι πιο κάτω, κοντά στο ρέμα.
    Η Μερόπη κόντευε τα σαράντα πέντε πια και δεν είχε δικά της παιδιά. Είχε χάσει τον άντρα της πριν μερικά χρόνια σε εργατικό ατύχημα στο Βέλγιο όπου δούλευε σε ορυχείο στη «μαύρη χώρα» της πόλης Σαρλερουά. Μαζί με το μακαρίτη, η βιομηχανία μετάλλων όπου δούλευε της έστειλε μια μικρή σύνταξη και μια αποζημίωση για να ισορροπήσουν την απώλεια και να μην κινηθεί νομικά εναντίον της. Λες και θα μπορούσε η έρμη να τα βάλει με τα θηρία...
    − Λοιπόν Μερόπη, τι λες; Θα αναλάβεις να παίρνεις το Δημητράκη απ’ το σχολείο και να τον κρατάς μέχρι νά ’ρθω απ’ τη δουλειά; Θα τρως μαζί του ό,τι μαγειρεύεις στο σπίτι μου, θα τον φροντίζεις τις ώρες που λείπω και θα τον διαβάζεις. Κάθε Κυριακή θα έχεις ρεπό και στο τέλος του μήνα θα σου δίνω την πληρωμή σου…
    − Το σκέφτηκα κι εγώ Βασίλη μου ότι θα χρειαστείς βοήθεια. Δεν είναι τα λεφτά το ζήτημα. Με ξέρεις. Εμένα με πονάει που έφυγε η Ελένη και άφησε το παιδί ορφανό. Εγώ παιδιά δεν αξιώθηκα να κάνω... Ας γίνει ο Δημητράκης το παιδί που θα νοιάζομαι. Σου υπόσχομαι πως θα το φροντίζω σα να ήταν δικό μου. Εσύ όμως κοίτα να συνέλθεις καημένε μου, γιατί έφεξες! Έχεις μεγάλο αγώνα ακόμα μπροστά σου! Τι θα απογίνει αν αρρωστήσεις και συ απ’ τη στενοχώρια σου;
    Η Μερόπη αποδείχθηκε πραγματικός θησαυρός και για τους δυο. Η ορφάνια του Δημήτρη έγινε λιγότερο οδυνηρή και η άδολη αγάπη αυτής της γυναίκας έγινε βάλσαμο στην ψυχή του. Πρώτη πήγαινε έξω απ’ το σχολείο να τον περιμένει και άνοιγε την αγκαλιά της σα μάνα αληθινή όταν τον έβλεπε να έρχεται. Πάντα με ένα χαμόγελο, με μια γλυκιά κουβέντα, τους μαγείρευε, τους έπλενε, τους φρόντιζε και με το παραπάνω. Του έμαθε τα πρώτα του γράμματα, έγινε ο φύλακας άγγελός του στις αρρώστιες και στους παιδικούς καυγάδες και απόκτησε νόημα κι η δική της ζωή καθώς η αγάπη που ’χε μέσα της βρήκε κάπου να ακουμπήσει. Στο πρόσωπο του Δημητράκη έβλεπε το παιδί που της έλειπε κι ένιωθε μάνα κι αυτή κι ας μην τη φώναζε μαμά. Του μιλούσε συχνά για τη μάνα του κι ήθελε να ξέρει το παιδί ποια είναι η δική της θέση. Ο Βασίλης με τον καιρό άρχισε να συνηθίζει τη νέα κατάσταση και τον παρηγορούσε το γεγονός ότι ο γιος του ήταν σε καλά χέρια. Τελικά και οι τρεις, μέσα από τη συμβίωσή τους, άρχισαν να κλείνουν τις βαθιές πληγές τους.
    Καθώς περνούσαν τα χρόνια, ο Δημητράκης έδειχνε πως είχε πλήρως προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα της ζωής του και στο σχολείο ήταν από τους καλύτερους μαθητές. Ρίχτηκε με τα μούτρα στο διάβασμα, θες γιατί έψαχνε καταφύγιο, θες γιατί ταίριαζε στο μυαλό του. Ο μαστρο Βασίλης καμάρωνε κρυφά για την πρόοδό του και δε χόρταινε να ακούει τους καθηγητές του στο γυμνάσιο για τις εξαιρετικές ικανότητες του γιου του.
    Αριστούχος πια στο λύκειο, άρχισε να ξεχωρίζει από τα άλλα παιδιά της γειτονιάς με τα οποία έπαψε πια να συναναστρέφεται. Κρατούσε μια ανεξήγητη απόσταση από το μικρόκοσμο του πατέρα του και συχνά έδειχνε να τον περιφρονεί. Κάποτε μάλωσε μαζί του γιατί δεν πήρε λεφτά από ένα γείτονά τους για μια δουλίτσα που του πήρε αρκετές ώρες.
    − Και γιατί σε παρακαλώ του χάρισες το μεροκάματό σου; του είπε. Μας περισσεύουν μήπως τα χρήματα; Ή νομίζεις πως θα το εκτιμήσει; Καημένε πατέρα... Γι’ αυτό δεν έκανες προκοπή στη ζωή σου!
    − Τι είναι αυτά που λες παιδί μου; Με τους ανθρώπους αυτούς έφαγα ψωμί κι αλάτι και μου σταθήκανε στα δύσκολα. Εγώ έκτισα τα σπίτια τους. Με έχουν ξεχρεώσει και με το παραπάνω! Για ένα μερεμέτι τώρα να πάρω λεφτά! Είσαι άδικος Δημήτρη. Κοίτα να αλλάξεις μυαλά και να μην ξεστρατίσεις από το δρόμο της καλοσύνης... Και όσο για την προκοπή που λες, λυπάμαι γι’ αυτό που ξεστόμισες... Δε νομίζω να σου στέρησα τίποτα... Για σένα αγωνίζομαι κάθε μέρα αλλά έχω κι εγώ τον τρόπο μου με τους ανθρώπους. Κάθε χάρη που κάνω, μου δίνει χαρά και είναι μνημόσυνο για τη μάνα σου... Πώς μπορείς να είσαι τόσο... τόσο παραδόπιστος; Ποιον έμοιασες;
    Ποιον έμοιαζε αλήθεια ο Δημήτρης; Καμιά σχέση δεν είχε με τον πατέρα του. Σα να ήταν ξένοι μεταξύ τους! Ούτε της μάνας του έμοιαζε στην καλοσύνη. Ήταν αλλιώτικο παιδί. Έξυπνος στα γράμματα, στεγνός στα αισθήματα. Παρά τις διαφωνίες τους πάντως, κάθε Κυριακή ο πατέρας του τον πήγαινε σε κανένα ταβερνάκι στην παλιά πόλη ή βόλτα με το αστικό πότε στη Μηχανιώνα και πότε στην Περαία για να περάσουν λίγο χρόνο μαζί. Έλπιζε πως θα μπορέσουν να έρθουν πιο κοντά. Η κυρία Μερόπη είχε προ πολλού αναλάβει μόνο τη φροντίδα του φαγητού και τα απογεύματα ο Δημήτρης έμενε μόνος με τα βιβλία του. Αυτό δηλαδή που ήθελε. Στα δεκαέξι του, ήξερε ήδη ότι στοχεύει ψηλά. Και ήταν διατεθειμένος να κάνει τα πάντα για να ξεφύγει από τον εργατόκοσμο...
    Ο Βασίλης πάλι δεν επηρεαζόταν από την κριτική του γιου του αλλά ένιωθε το χάσμα που τον χώριζε απ’ αυτόν. Έβλεπε τις δυνατότητές του αλλά τον απασχολούσε ο σκληρός χαρακτήρας του. Και μπορεί ο χρόνος να είχε σκεπάσει τον πόνο του για τη αδικοχαμένη γυναίκα του, δεν μπορούσε όμως να θεραπεύσει την μοναξιά του. Συχνά ένιωθε έναν αφόρητο πόνο για την κλεμμένη του ζωή. Κάποια βράδια με φεγγάρι, καθισμένος στο μπαλκονάκι μοναχός, άφηνε τη μνήμη του να γίνει όνειρο και αιωρούνταν στην αιωνιότητα. Ξαναζούσε την αγάπη που πρόλαβε να γευτεί, ξαναγνωρίζονταν με την Ελένη απ’ την αρχή και παρασύρονταν σε μια συμπαντική μελωδία. Της έλεγε τα παράπονά του και ένιωθε πως ο χαμός της ήταν ένα πικρό φονικό... Αργά τη νύχτα πια έμπαινε στο σκοτεινό σπίτι και κούρνιαζε στον καναπέ σπρώχνοντας όπως όπως τις ώρες μέχρι να ξημερώσει. Έτσι όπως έσπρωχνε τις μέρες και τα χρόνια, χωρίς χαρά, χωρίς αγάπη...
    Κι ο Δημήτρης μεγάλωσε. Μπήκε με επιτυχία στη Νομική Σχολή της Θεσσαλονίκης και όλοι έτρεξαν στη γειτονιά να συγχαρούν τον ευτυχή πατέρα. Όλοι χαιρόταν που ένα «δικό τους» παιδί θα γινόταν δικηγόρος μα πιο πολύ από όλους καμάρωνε η κυρία Μερόπη που σα δεύτερη μάνα, δέχονταν τα συχαρίκια για το «λεβέντη της». Και δώστου κεράσματα στο καφενείο ο Βασίλης και δώστου χαλβάδες πολίτικους στη γειτονιά η Μερόπη. Μόνο ο Δημήτρης ένιωθε άβολα με όλες αυτές τις επισκέψεις των γειτόνων στο σπίτι του και φερόταν παράξενα... Βγήκε όμως με τον πατέρα του να ψωνίσει καινούρια ρούχα και δερμάτινη τσάντα για το Πανεπιστήμιο, γιατί «πώς θα πήγαινε έτσι το παιδί στη σχολή» ;
    Τα χρόνια των σπουδών του ηρέμησε αρκετά και όλοι έβλεπαν πως κινείται επιτέλους στον χώρο που του ταιριάζει. Ντυνόταν σαν αστός, κυκλοφορούσε σε στέκια φοιτητών, διάβαζε συχνά στη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου και δε γύριζε νωρίς στο σπίτι τα βράδια. Γράφτηκε μάλιστα σε κομματική οργάνωση της Σχολής και απέκτησε νέους φίλους με τους οποίους μοιραζόταν τις ανησυχίες του για την πολιτική κατάσταση της χώρας και για το μέλλον. Οι διαφωνίες του με τον πατέρα του σε διάφορα θέματα συνεχίστηκαν αλλά ο Βασίλης άρχισε πια να μη μπορεί να τα βγάλει πέρα μαζί του. Δεν διέθετε εξάλλου τον πνευματικό οπλισμό του γιου του, ούτε την ρητορική του δεινότητα. Το μόνο που διέθετε πάντα, ακούραστα, ήταν η απέραντη αγάπη του για το μοναχογιό του και η ανεξάντλητη υπομονή στις επίμονες επικρίσεις του.
    Στην ορκωμοσία του όταν πήρε το πολυπόθητο πτυχίο του, κάλεσαν και τη Μερόπη που πανευτυχής αγόρασε καινούριο ταγεράκι και κάθισε στην πρώτη σειρά στην υπέροχη αίθουσα τελετών του Πανεπιστημίου και δε σταμάτησε ούτε για μια στιγμή να κλαίει από χαρά. Στο τέλος τον αγκάλιασε τρυφερά και δεν έλεγε να ξεκολλήσει από πάνω του ενώ ο Δημήτρης την έσπρωχνε διακριτικά... Του έδωσε μάλιστα για δώρο κι ένα φάκελο με ένα βιβλιάριο με τραπεζικό λογαριασμό που μάζεψε σιγά σιγά για «τούτη την ευλογημένη ώρα».
    − Αυτά, είναι το δώρο μου για σένα! του είπε. Να πας με το καλό και στο στρατό και να μη σεκλετίζεσαι για τίποτε! Να έχεις την ευχή μου παιδί μου!
    Ο Βασίλης που στεκόταν πιο κει και με το ζόρι συγκρατούσε τα δάκρυά του, προχώρησε και του έδωσε μια σύντομη αγκαλιά κι ένα ακριβό ρολόι.
    − Χαλάλι σου αγόρι μου! Με κάνεις πολύ περήφανο! Βγες με τους φίλους σου και γλέντα το! Αρκετά κουράστηκες!
    Ο Δημήτρης σε λίγο τους άφησε μόνους, χωρίς δισταγμό, όπως αφήνει κανείς το παρελθόν, και έφυγε με τους συμφοιτητές του γεμάτος αισιοδοξία για το μέλλον.
    Η πορεία του Δημήτρη Μακρή ήταν σχεδόν προδιαγεγραμμένη. Άνοιξε δικό του δικηγορικό γραφείο, έγινε εξαιρετικά καλός στη δουλειά του, αποτελεσματικός στην υπεράσπιση των πελατών του και εκμεταλλευόμενος την περίοδο της οικονομικής ανάπτυξης στις δεκαετίες του ’80 και ’90 και τις «υψηλές» διασυνδέσεις του από το χώρο της πολιτικής, έβγαλε χρήματα με ουρά. Αναλάμβανε και τις πιο δύσκολες υποθέσεις, οι φίλοι του προέρχονταν αποκλειστικά από τη μεγαλοαστική τάξη και δεν ασχολούνταν πια με μικροϋποθέσεις φτωχών πελατών ακόμα κι αν του το ζητούσε ο πατέρας του. «Αυτές οι υποθέσεις δεν έχουν ψωμί...» του απαντούσε «δεν μπορώ να χάνω το χρόνο μου για ψίχουλα.»
    Ο πατέρας του έπαψε τελικά να του ζητάει χάρες για φίλους του και σταμάτησε να τον επισκέπτεται στο γραφείο του γιατί ένιωθε πως δεν ήταν και τόσο ευπρόσδεκτος... Ούτε στο σπίτι του όμως πήγαινε συχνά γιατί η νύφη του, κόρη γνωστού χρυσοχόου της Θεσσαλονίκης με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, του φερόταν με υποκριτική ευγένεια και τον άφηνε να περιμένει στο σαλόνι σαν ξένος και δεν του επέτρεπε να πάρει τις εγγονές του για μια βόλτα στο πάρκο. Στο σπίτι τους, μια πολυτελή μεζονέτα στο Πανόραμα, είχαν οικονόμο, νταντά και κηπουρό. Σε τι να βοηθήσει, ο συνταξιούχος πια μαστρο Βασίλης, αφού κανείς δεν έδειχνε να τον χρειάζεται... Ούτε και να τον θέλει... Τους άκουγε να μιλούν για το εξοχικό τους στη Χαλκιδική και κανείς απ’ τους δυο δεν τον κάλεσε ποτέ εκεί για διακοπές. Μιλούσαν για μετοχές και επενδύσεις, για ακριβά αυτοκίνητα και για δεξιώσεις μα δεν είδε ποτέ τη νύφη του να μιλά τρυφερά στο γιο του, σαν ψυγείο στεκόταν μπροστά του, ούτε κι εκείνον να λαχταρά να τρέξει στο σπίτι τους να τη βρει ή να βρίσκει λίγο χρόνο να παίξει με τα παιδιά του και να γελάσει μαζί τους. Όλες οι συζητήσεις τους περιστρέφονταν γύρω από τα λεφτά. Όταν οι εγγονές του μεγάλωσαν και έφυγαν για σπουδές στο εξωτερικό, έπαψε εντελώς τις ανούσιες επισκέψεις του και προτιμούσε να πηγαίνει στο καφενείο της γειτονιάς του ή να μένει μόνος στο σπίτι παρέα με την τηλεόραση και τις αναμνήσεις του. Σιγά σιγά όμως άρχισε να ξεκόβει κι απ’ το καφενείο. Όχι γιατί δεν ήθελε να πάει, αλλά γιατί ντρεπόταν. Είχε πάρει το αυτί του, πολλές φορές, δυσάρεστα σχόλια για το γιο του που από τον καιρό που άρχισε η κρίση είχε ταχθεί με το μέρος των ισχυρών και το γραφείο του αναλάμβανε υποθέσεις υπεράσπισης εργοδοτών εις βάρος απολυμένων εργαζομένων και υποθέσεις εκτέλεσης εξώσεων ιδιοκτητών απ’ τα σπίτια τους επειδή δεν μπορούσαν πια να πληρώσουν τα στεγαστικά τους δάνεια... «Αχ Ελενίτσα μου» παραμιλούσε «πού είσαι να δεις τα μεγαλεία του γιου σου»! Και τόνιζε τη λέξη «μεγαλεία» με μια δόση ειρωνείας...
    Μια μέρα αποφάσισε να μιλήσει στο γιο του, για όλα αυτά που τον βασάνιζαν, έξω απ’ τα δόντια. Τον κάλεσε στο σπίτι να τα πούνε μονάχοι χωρίς την άγρυπνη παρουσία του ...ψυγείου. Ένα βραδάκι Σαββάτου λοιπόν, κατέφτασε με τη μερσεντές έξω από το μικρό σπιτάκι τους που είχε χαθεί πια ανάμεσα σε νεόκτιστες πολυκατοικίες. Γερασμένος και σκυφτός ο Βασίλης, με μια σκέπη θλίψης μόνιμα στα ρυτιδιασμένα του μάτια, άνοιξε την παλιά γνώριμη πόρτα στον ευθυτενή και καλοντυμένο Δημήτρη που φαινόταν −όπως πάντα− βιαστικός.
    − Καλώς τον. Έλα γιε μου, πέρασε.
    − Καλησπέρα πατέρα. Τι κάνεις; Όλα καλά;
    − Καλά, καλά... Είχαμε καιρό να τα πούμε και σκέφτηκα ότι θα ήταν καλύτερα να τα λέγαμε μόνοι μας. Κόπιασε, ετοίμασα κι ένα ουζάκι, για να κυλήσουν τα λόγια καλύτερα... Κάτσε.
    − Δεν καταλαβαίνω...
    − Θα καταλάβεις...
    Αφού μίλησαν για λίγο περί ανέμων και υδάτων και ρώτησε για τα κορίτσια, ο Βασίλης κοίταξε στοργικά το μοναχογιό του και τον αιφνιδίασε με την ευθεία ερώτηση:
    − Λοιπόν, πες μου παιδί μου, είσαι ευτυχισμένος με τη ζωή σου;
    Ο Δημήτρης δεν ήταν έτοιμος για μια τέτοια συζήτηση και καθυστερώντας λιγάκι απάντησε:
    − Μα ...φυσικά! τι ερώτηση είναι πάλι αυτή; Πώς σου ήρθε;
    − Έχω καιρό τώρα που θέλω να σου μιλήσω αλλά δεν έβρισκα ευκαιρία... Άκουσέ με για λίγο γιέ μου, γιατί τελευταία βασανίζομαι πολύ... Χρόνια τώρα σε παρακολουθώ να προοδεύεις στη δουλειά σου και να πετυχαίνεις κάθε σου στόχο... Κανονικά δε θα έπρεπε να έχω παράπονο... Μα όλα αυτά που πέτυχες θαρρώ πως τα απέκτησες με αντάλλαγμα την ψυχή σου... Αυτήν ψάχνω απεγνωσμένα να βρω μα δεν τη βρίσκω... Δε μίλησα όταν παντρεύτηκες γιατί νόμιζα πως κάτι θα νιώθεις για τη γυναίκα σου, μα απ’ την αρχή φάνηκε πως έκανες ένα γάμο από συμφέρον... Δεν σας είδα ποτέ να λαχταράτε να είστε μαζί ούτε να κοιτάζεστε με αγάπη... Ξέρεις τι πα να πει αγάπη; Να τρέχεις τα βράδια όταν γυρνάς στο σπίτι για να κερδίσεις λίγα λεπτά ακόμα μαζί της. Να ξυπνάς τη νύχτα και να ακούς κρυφά την ανάσα της, και να μη θες να κοιμηθείς για να μη χάσεις τη θέα του προσώπου της... Να προσφέρεις αγάπη και ποτέ να μη σου φτάνει... Αγάπη, όχι λεφτά... Δε μίλησα όταν στο γάμο σου δεν κάλεσες την έρμη τη Μερόπη που σε μεγάλωσε σα μάνα σου και ντράπηκα όταν ήρθε να σου φέρει το δώρο σου κι έκλαψε πικραμένη που την ξέχασες τόσο εύκολα... Δε μίλησα χιλιάδες φορές όταν ερχόμουν σπίτι σου και ένιωθα σαν ξένος ή όταν έβλεπα πως δεν αφήνατε τις εγγονές μου να έρχονται μαζί μου… Νομίζεις πως δεν καταλάβαινα πως ντρέπεστε για μένα; Όλα όμως τα κατάπια, γιατί αφορούσαν εμένα. Τώρα όμως οι πράξεις σου άρχισαν να αφορούν και τρίτους κι ο κόσμος ψιθυρίζει πίσω απ’ την πλάτη μου και έφτασα εγώ να ντρέπομαι για σένα...
    Ο Δημήτρης που τόση ώρα τον άκουγε συνοφρυωμένος του έριξε ένα βλέμμα αμηχανίας και φάνηκε να χάνει για μια στιγμή την έπαρση που τον χαρακτήριζε συνήθως. Μέσα του βαθειά η φωνή μιας ξεχασμένης συνείδησης που ξυπνούσε, τον έκανε να ακούσει με προσοχή τον πατέρα του. Δεν τον σταμάτησε ούτε τον διέκοψε. Του ενέπνεε πάντα ένα βαθύ σεβασμό για το ήθος του κι ας μην το έδειχνε. Θα τον άφηνε να μιλήσει κι ας πονούσαν τα λόγια του σαν μαχαιριά.
    − Λοιπόν; τον ενθάρρυνε.
    − Λοιπόν, μαθαίνω πως εκμεταλλεύεσαι ακόμη και την κρίση για να βγάλεις χρήματα από κείνους που καταστράφηκαν οικονομικά. Τους αποτελειώνεις... Εξώσεις οικογενειών από τα σπίτια τους, εξώδικα σε εμπόρους, κατασχέσεις, μεταφορές περιουσιών από αυτούς που χρωστάνε στις τράπεζες... και πάει λέγοντας. Ντρέπομαι πια να βγω απ’ το σπίτι... Στο δικό σου κύκλο μπορεί να σε θαυμάζουν. Στο δικό μου όμως σε κατηγορούν. Κι εγώ δεν το αντέχω... Εμένα λίγα είναι τα ψωμιά μου, το νιώθω. Θα φύγω και δε θα βλέπω τις ατιμίες σου· εσύ όμως πώς θα συνεχίσεις να ζεις, πατώντας επί πτωμάτων...;
    Η σιωπή του Δημήτρη τον έκανε να σταματήσει. Φτάνει, σκέφτηκε. Πονούσε με όσα του είπε μα έπρεπε να τα βγάλει από μέσα του...Περίμενε υπομονετικά κοιτώντας τον που είχε χαμηλώσει το βλέμμα. Έξω πήρε να σκοτεινιάζει μα κανείς δεν σηκώθηκε να ανάψει το φως. Δυο φιγούρες καθισμένες αντίκρυ μες το σούρουπο αναμετριόταν με τον εαυτό τους. Ο ένας γεμάτος πίκρα για την κατάντια του γιου του κι ο άλλος έτοιμος να υπερασπιστεί το δίκιο του. Ή μήπως το άδικο που το έκανε να φαίνεται δίκιο; Μετά από λίγο ο Δημήτρης αποφάσισε να μιλήσει.
    − Πάντα διαφωνούσαμε πατέρα, σε πολλά πράγματα... Δεν είναι η πρώτη φορά... Είναι όμως η πρώτη που με επικρίνεις τόσο σκληρά. Πρέπει να ξέρεις πως όταν επέλεξα να πάω στη Νομική μέσα μου είχα ένα όραμα: να υπερασπίζομαι τη δικαιοσύνη και τους νόμους. Αυτό κάνω και τώρα. Απλά οι εποχές άλλαξαν. Τώρα οι νόμοι είναι με το μέρος των ισχυρών και η δικαιοσύνη είναι άδικη με τους αδύναμους. Η κρίση παρέσυρε τα πάντα στο διάβα της. Τι φταίω εγώ αν κάποιοι δανείστηκαν χρήματα που δεν μπορούν να ξεχρεώσουν; Τι φταίω αν έκτισαν σπίτια με δάνεια που δεν μπορούν να αποπληρώσουν; Ή αν έπεσαν έξω οι επιχειρήσεις και απολύεται κόσμος; Εγώ απλώς εφαρμόζω την υπάρχουσα νομοθεσία. Και στην εφαρμογή της δεν επιτρέπεται η συναισθηματική εμπλοκή... Στη δουλειά μου για να είσαι αποτελεσματικός πρέπει να είσαι αμέτοχος και ουδέτερος...
    − Αμέτοχος ή απάνθρωπος; Εμείς διαλέγουμε με τίνος το μέρος θα πάμε. Δε σου φτάνουν τα χρήματα που έβγαλες; Πρέπει να υπερασπίζεσαι το άδικο; Υπάρχουν δικηγόροι που τάσσονται με το μέρος των αδύναμων… Κι αυτά που λες, εγώ τ’ ακούω βερεσέ. Όραμα θα είχες αν κοιμόσουν ήσυχος τις νύχτες κι αν μπορούσες να κοιτάς στα μάτια τους ανθρώπους και ...μένα. Κοίτα με λοιπόν! Μπορείς;
    Οι ματιές του γιου και του πατέρα αναμετρήθηκαν για λίγο με πείσμα κι όταν ο Δημήτρης σηκώθηκε και άνοιξε την πόρτα να φύγει, ο πατέρας του, του έδωσε το τελευταίο χτύπημα:
    − Πρόσεξε γιε μου! Εκείνο που δεν αντέχεται είναι το σιγανό κουρέλιασμα του εαυτού σου μπρος στα μάτια σου! Κι αν μπούκωσες την ψυχή σου με την απάτη του χρήματος , θα έρθει η στιγμή που θα σου ζητήσει το μερτικό της στην αγάπη. Και τότε δε θα έχεις κανέναν δίπλα σου για να σου τη δώσει... Ούτε και μένα...
    − Όσο για την αγάπη, απάντησε δεικτικά ο Δημήτρης, δεν ξέρω αν εσύ έκανες καλά που αγάπησες τόσο... Νομίζεις πως δεν σ’ άκουγα τις νύχτες που έκλαιγες ή δεν καταλάβαινα πόσο πολύ πάλευες με έναν πόνο αθεράπευτο σπαταλώντας τη ζωή σου στην ανάμνηση ενός εξιδανικευμένου έρωτα, αρνούμενος το δικαίωμά σου να ζήσεις στην πραγματική ζωή; Ε λοιπόν, ανάμεσα στην αγάπη και στη ζωή, εγώ διαλέγω τη ζωή...
    Ακίνητος για λίγο από τη σκληρή εξομολόγηση του γιου του, βρήκε γρήγορα τη δύναμη να του πει με ήρεμο τόνο:
    − Κι εγώ τη ζωή διάλεξα... Ξέρεις πόσο κουράγιο χρειάστηκα για να συνεχίσω να ζω;... Μερικές ψυχές όταν συναντηθούν είναι αδύνατο να ζήσουν η μία χωρίς την άλλη. Ζουν μαζί, ακόμα κι αν δεν είναι μαζί... Για μένα δεν υπάρχει ζωή χωρίς το θαύμα της αγάπης. Κι αυτή που έζησα αρκεί για δυο ζωές...
    Συγκλονισμένος από την ίδια του την αλήθεια κάθισε πίσω στην πολυθρόνα με όλο το βάρος της σπαρακτικής παραδοχής. Κανείς πια δεν είχε κάτι άλλο να πει. Μια βιαστική καληνύχτα και η εξώπορτα έκλεισε αφήνοντας και στους δυο ένα αφόρητο κενό. Η νύχτα είχε σκεπάσει τις θυμωμένες ψυχές με το σκοτάδι της. Μα δεν ήταν αυτό το σκοτάδι που φοβόταν ο κουρασμένος πατέρας.     Τον τρόμαζαν πιότερο τα σκοτεινά μονοπάτια της ψυχής του γιου του, που δεν ήξερε με ποιο τρόπο να φωτίσει...
    Η επόμενη μέρα τον βρήκε να κάθεται άυπνος στο μπαλκονάκι όταν ο διαπεραστικός ήχος του τηλεφώνου τον έβγαλε από τις μαύρες σκέψεις. Ήταν η ανιψιά της Μερόπης που του ανήγγειλε με έναν κόμπο στη φωνή ότι η θεία της είχε πεθάνει τα ξημερώματα στο νοσοκομείο, ήσυχα, μες τον ύπνο της. Έκλεισε το τηλέφωνο με μια πικρή αίσθηση ματαιότητας και λίγο αργότερα τηλεφώνησε στο Δημήτρη. Τον ενημέρωσε για την ώρα της κηδείας χωρίς κανένα σχόλιο και μάταια περίμενε να αισθανθεί μια ελάχιστη ένδειξη συγκίνησης. Δεν είχε νόημα να αρχίσει τις συμβουλές. Όσα έπρεπε να ειπωθούν είχαν ήδη ειπωθεί. Τώρα θα έβλεπε αν έπιασαν τόπο.
    Το απόγευμα, έφτασε νωρίς στο ναό που θα γινόταν η νεκρώσιμη ακολουθία και έψαξε με το βλέμμα του ανάμεσα στους παρισταμένους τη μορφή του Δημήτρη. Δεν τον είδε πουθενά. «Ίσως να έρθει κατευθείαν στο νεκροταφείο», σκέφτηκε. Κοίταζε λυπημένος το χλωμό πρόσωπο της νεκρής Μερόπης και έφερε στο νου του εικόνες από την κοινή τους ζωή και ξεχείλισε μέσα του η αγάπη για αυτή τη γυναίκα που αν και ξένη, τους στάθηκε καλύτερα κι από συγγενής. Με πόση λατρεία μεγάλωσε το γιο του! Με πόση αυταπάρνηση και αυτοθυσία! Δε λογάριασε ποτέ της ούτε κόπο ούτε ξενύχτι... Και κείνος, το ξεπλήρωσε με απόρριψη και αδιαφορία... «Αν δεν έρθει και σήμερα, δε θα του το συγχωρήσω ποτέ»... αποφάσισε.
    Και η κηδεία έγινε, απλά και ήσυχα. Και ο Δημήτρης ήταν και πάλι απών από το χρέος του σ’ αυτή τη γυναίκα που τόσο τον αγάπησε. Αμέτοχος στην αγάπη ακόμα και τούτη την ύστατη ώρα. Κι ο μαστρο Βασίλης πήρε το δρόμο του γυρισμού με κεφάλι σκυφτό και βήμα βαρύ, όχι για το αναπάντεχο του θανάτου της Μερόπης, μα για την αχαριστία και την αγνωμοσύνη του γιου του που δεν ήρθε έστω και τώρα, έστω για αυτόν... Πλάνταξε η ψυχή του, πόνεσε και ένα κλάμα βουβό ξεχείλισε μέσα απ’ τα σωθικά του για όλα όσα του στέρησε η ζωή, μα πιο πολύ γιατί τούτη δα τη στιγμή ήξερε πως έχασε για πάντα όση εκτίμηση του είχε απομείνει για το ίδιο του το παιδί... Πώς να ζήσει δίχως αυτή;
    Μπαίνοντας το βραδάκι στο έρημο σπίτι, πήρε στα χέρια του τη φωτογραφία της Ελένης και ξάπλωσε όπως ήταν με το μπλε κοστούμι στο κρεβάτι του. Απαρηγόρητος έκλαψε για τη λεηλασία των ονείρων του. Ο πόνος στο στήθος του έκοψε την αναπνοή, μα εκείνος ατάραχος έσφιξε πάνω του το μόνο χαμόγελο που τον θεράπευε... Και η Ελένη του, που ήξερε τι θα πει αγάπη, του έπιασε το ροζιασμένο χέρι, του σκούπισε τα τελευταία δάκρυα και τον πήρε μαζί της στο μονοπάτι της λησμονιάς για να πάψει πια να πονά... Στο παραθύρι αχνόφεγγε η καινούρια μέρα και οι πρώτες αχτίδες του ήλιου χάιδευαν το περήφανο, ακίνητο βλέμμα...





Από τη συλλογή διηγημάτων «Τοπία της στοργής», εκδ. Παρέμβαση 2019.





Βιογραφικό σημείωμα

Η Ολυμπία Τσικαρδάνη γεννήθηκε και μεγάλωσε στα Σέρβια Κοζάνης. Η αγάπη της για τη γλώσσα την οδήγησε στο τμήμα της Κλασικής Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Ζει στα Σέρβια και διδάσκει στο Γενικό Λύκειο. Είναι παντρεμένη και έχει τρία παιδιά.
    Εδώ και λίγα χρόνια ασχολείται πιο συστηματικά με τη συγγραφή διηγημάτων, δοκιμίων, άρθρων και ποίησης. Έχει δημοσιεύσει κατά καιρούς έργα της στον τοπικό τύπο και σε περιοδικά λογοτεχνικού ενδιαφέροντος καθώς και στο διαδίκτυο. Επίσης γράφει κριτικές για το έργο άλλων λογοτεχνών σε λογοτεχνικά περιοδικά.
    Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών και έχει εκδώσει μία ποιητική συλλογή με τίτλο «Ανεμώνη» από τις εκδόσεις Εντύποις, μία συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Τοπία της στοργής» από τις εκδόσεις Παρέμβαση, και έχει γράψει και ένα θεατρικό έργο με τίτλο «Μικρές Πατρίδες» που ανέβηκε στη σκηνή του ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης ως μουσικοθεατρική παράσταση σε συνεργασία με το Νέο Ωδείο Music Art Κοζάνης. Επίσης συμμετέχει με έργα της σε διάφορους συλλογικούς τόμους.

    Το Σεπτέμβριο του 2015 το διήγημά της «Οδύνη και Φως» που αναφέρεται στο ολοκαύτωμα των Σερβίων, βραβεύτηκε με το 3ο βραβείο διηγήματος σε Πανελλήνιο διαγωνισμό που οργάνωσε η Κοβεντάρειος Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης.
    Τον Σεπτέμβριο του 2016, της απονεμήθηκε Έπαινος από το Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» στον ΛΒ΄ Πανελλήνιο λογοτεχνικό διαγωνισμό 2015 για τα έντεκα πρώτα ποιήματα της ποιητικής συλλογής «Ανεμώνη» που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Εντύποις το Δεκέμβρη του 2016.
    Επίσης απέσπασε το 2ο βραβείο στον Παγκόσμιο ποιητικό διαγωνισμό «Καζαντζάκεια 2017» για το ποίημά της «Το Χρέος», και 1ο βραβείο στον ΣΤ΄ Παγκόσμιο διαγωνισμό ποίησης της «Αμφικτυονίας Ελληνισμού» για το ποίημά της «Στα κάτεργα του αβέβαιου».
    Τον Ιανουάριο του 2018 απέσπασε το 3ο βραβείο στον 36ο Λογοτεχνικό διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών για το δοκίμιό της «Με λογισμό και μ’ όνειρο» και στη συνέχεια έγινε μέλος της. Την ίδια χρονιά, με το ποίημα «Οδυσσείς» κέρδισε το 2ο βραβείο στον 7
ο Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Πνευματικής Συντροφιάς Λεμεσού.
    Το 2020, απέσπασε το Γ΄ βραβείο για τη συλλογή διηγημάτων της, «Τοπία της Στοργής» στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό Βιβλίου του Συλλόγου Μουσικής Τέχνης και Λόγου, «Λινός».
    Το 2021 απέσπασε Έπαινο στους 36ους Δελφικούς Αγώνες Ποίησης της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών με το ποίημα «Αείσκιωτοι Δρόμοι», και Α΄ Έπαινο στον 17ο Διεθνή Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Ένωσης Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος με το ποίημα η «Η Μνήμη Γονατίζει» που αναφέρεται στην Επανάσταση του 1821.
    Όπως λέει η ίδια: «Άφησα τη ζωή να γράψει επάνω μου και τώρα τη γράφω εγώ. Άλλοτε με στίχους κι άλλοτε με ιστορίες. Γιατί υπάρχει ποίηση σε κάθε ανθρώπινη ιστορία αλλά και μια ιστορία πίσω από κάθε ποίημα.»