Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοντός Γιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοντός Γιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

Γιάννης Κοντός, "Ανωνύμου μοναχού"




Το φαρμακείο


Είμαι ευτυχισμένος όταν ακούω μουσική και κατοικώ στο παλιό φαρμακείο, με τις πορσελάνες, τα φάρμακα, το λίγο φως. Κάθομαι και ζυγίζω ποσότητες φαρμάκων και λέξεων −εκτελώ πολλές φορές ανύπαρκτες συνταγές− όμως δουλεύω με συνέπεια και υπομονή υποδειγματική. Ακίνητος κοιτάζω πίσω από το θαμπό τζάμι τους περαστικούς. Περιμένω να ανοίξει η πόρτα, να ακουστεί το κουδουνάκι, να σηκώσω με κόπο το ημίπληκτο πόδι μου, να το σύρω μέχρι την είσοδο και να χαμογελάσω στον πελάτη. Όπως ανοίγει η πόρτα μπαίνουν μέσα άλλες εποχές – προηγούμενες και επόμενες− και χάνω για λίγο την ισορροπία μου. Τη βρίσκω αμέσως. Αρχίζω να παιδεύω πάλι τη ζυγαριά και το σώμα μου. Χρόνια διανυκτερεύω. Έχω να κοιμηθώ χιλιάδες ώρες. Πίνω όλα τα φάρμακα (ποιήματα) που φτιάχνω και δε λέω να πεθάνω. Μάλλον δυναμώνω. Φοράω το μαύρο παλτό, το μαύρο κεφάλι. Έξω χιονίζει, δεν ακούει κανείς.





Ο ηλεκτρολόγος του ποιήματος


Βρέχει στο τηλέφωνο και δε σ’ ακούω καλά. Βήχει ο καιρός στ’ αυτί μου. Σήμερα μιλούσες γαλλικά. Δεν καταλάβαινα τίποτα. Είτε γαλλικά όμως, είτε ελληνικά, τα φρούτα σάπισαν, η μουσική ξεράθηκε όπως την ξετύλιγες από το στόμα. Την άκρη της μουσικής κρατούσες, την τριχιά. Προχώραγες, χανόσουνα στον κόσμο. Έκανες κόμπους, έβαζες σημάδια −για να με θυμάσαι−. Έσπαγες το φεγγάρι-αυγό, έκανες ομελέτα: «τα τηγανητά πειράζουν το στομάχι». Εδώ φάγαμε όλα τα σίδερα της ζωής και για ένα φεγγάρι- ομελέτα θα βαρυστομαχιάσουμε; Ο άλλος εαυτός μου ο τυφλός σκοντάφτει στο σιελ χρώμα, στο όνομα Άννα. Αυτά σκέφτομαι και δεν αντιλαμβάνομαι τον κλέφτη με τα λαστιχένια παπούτσια, τον ηλεκτρολόγο που μπαίνει στην ιστορία και γίνεται βραχυκύκλωμα. Καίγονται οι ασφάλειες. Ένα τσαφ ακούστηκε, μύρισε κάτι καμένο, έπεσε το ατσάλι της νύχτας. Ψάχνω για κερί, ψηλαφώ τους τοίχους να βρω ένα πρόσωπο –έστω ένα ομοίωμα– να μοιάζει με άνθρωπο, να μιλήσουμε, να περάσει η νύχτα. Αν ποτέ περάσει αυτή η νύχτα με τα μεγάλα λευκά ποντίκια.





Η ξηρασία των εποχών


Το μελαχρινό σου πρόσωπο ακουμπάει στο χώμα. Ο ουρανός πολλές φορές είναι μέσα στη γη, προσποιείται το σπόρο, τη ρίζα· από κει βγαίνουν παλιά τραγούδια και αγκαλιές −ας λένε ό,τι θέλουν οι μουσικολόγοι−. Άσπρο του δωματίου, άσπρο του ματιού. Σαν να μην είμαι εγώ, που τρίβω χρόνια την πλάτη μου στο φεγγάρι και ο καρυοθραύστης της νύχτας σου τσακίζει τις εικόνες και τα μάτια. Πόσο θα αντέξουν οι φλέβες τον πολιτισμό − τον τροχό; Φαντάσου να μην ήμουνα εντοιχισμένος, με το φαρμάκι στο στόμα, αλλά ελεύθερος όπως τα ποιήματα του Διονυσίου Σολωμού −ο ίδιος δεν το ήξερε και έλιωνε μες στα μαύρα ρούχα του−.

(Μετράω τα δάχτυλά μου και τα βρίσκω παρά πέντε.)





Μιλάει ο δράκος στον Άγιο Γεώργιο


Όλες οι αγιογραφίες δείχνουν ότι θα με σκοτώσεις. Είναι απόγευμα, τα λέπια μου λάμπουν. Τρώω μόνο χορτάρι του φεγγαριού. Αίμα δεν είδα ποτέ. Ζεσταίνω τα αυγά της πολιτείας, βλέπουν οι κάτοικοι μερικούς εφιάλτες. Αυτά είναι όλα που κάνω −τα άλλα είναι ψέματα−. Όσο για την κοπέλα και τα νερά που έχω φυλακισμένα, δες και μόνος σου: εδώ είναι κήπος με κοντές μηλιές και φράουλες που δε δοκίμασα. Τώρα μόνοι και αντικριστά. Είναι Παρασκευή, οι πορσελάνες των προσώπων μας νυχτώνουν απότομα. Βλέπω τη σκέψη σου αγκάθι στον ουρανό. Βλέπω ακόμα τη μαύρη μπέρτα σου να ανοίγει και να με σκεπάζει, όπως σηκώνεις το χέρι με το κοντάρι. Αν ήτανε διαφορετικά τα πράγματα, μπορεί να ήμουνα σκύλος στην αυλή σου. Στις ζωγραφιές έχω φτερά με πράσινες μεμβράνες. Δεν πέταξα ποτέ. Σέρνομαι με πρησμένη την κοιλιά στο χώμα μετατοπίζοντας τη θάλασσα προς το βουνό. Εκείνη τη στιγμή έσπασε στο τζάμι της φωνής σου μπήγοντας το κοντάρι στα πλεμόνια μου, φτάνοντας μέχρι την καρδιά. Πηχτό αίμα τινάχτηκε, έβαψε τα ασημένια παπούτσια των αγγέλων που στέκονταν πίσω από σένα σε δυο σειρές και γέλαγαν. Έβγαλα το τελευταίο σφύριγμα –σύρμα νίκελ του τρόμου−. Ωρίμασαν τα μήλα του κήπου και έπεσαν στα πόδια σου. Σήκωσες τα μάτια στον ουρανό και έγινες άγιος. Τα νύχια μου γαντζωμένα στο χώμα αναδίδουν μουσική και μύρο. Έκλεισα τα μάτια και είδα.





Πού τελειώνει το τσιγάρο


Όλα αρχίζουν με ένα φυτό, που σε φτάνει μέχρι το γόνατο. Στην αρχή το περνάς για μια ήσυχη μπαμπακιά, όπως χαϊδεύεται στα πόδια σου. Αμέσως όμως καταλαβαίνεις την απάτη. Γιατί σκύβοντας να το δεις πιο καλά σε δαγκώνει και κιτρινίζουν τα μαλλιά. Σ’ εκείνο το χρώμα ξεχάστηκες. Καίγεται αργά το θαυμαστικό στα δάχτυλα, με την κόκκινη τελεία της καύτρας και τη στάχτη της μέρας να γεμίζει τα νευρασθενικά σταχτοδοχεία. Το λευκό σιγαρόχαρτο ρυτιδώνει, χάνεται με τριγμούς, όπως το τρώει η ύπουλη φωτιά. Έχει μείνει το μισό. Τα πουλιά και τα μικρά ζώα του δάσους φεύγουν προς την τυπωμένη μάρκα, τη φίρμα του εργοστασίου, που παράγει την απόλαυσή σου. Δεν τα σώζει τίποτα. Πέφτουν στο φράχτη του φίλτρου όπου ψήνονται. Εσύ κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις τίποτα. Τραβάς μερικές ρουφηξιές ακόμη και το σβήνεις. Κοιτάζεις την ώρα. Είναι εφτά παρά πέντε. Με παίρνεις τηλέφωνο. Έχω ήδη ξεκινήσει για να σε βρω. Ανάβεις άλλο, ξαπλώνεις και περιμένεις. Το ποίημα προβάλλεται αργά στο ταβάνι και ο καπνός παίζει το ρόλο της μουσικής.





Από τη συλλογή «Ανωνύμου μοναχού», Κέδρος 1985.
Πηγή: «Γιάννης Κοντός, Τα ποιήματα (1970-2010)», Τόπος 2013.

Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2020

Γιάννης Κοντός, "Τα απρόοπτα"




Ανασκαφές 1972


Οι λέξεις κύλησαν από το στόμα.
Σβήσανε μες στο σκοτάδι.

Κοιτάζεις την άλλη μεριά του σήμερα
και

το άγαλμα του ποιητή σηκώνεται
ζεστό ακόμη, τινάζοντας το χώμα από πάνω του.

Τώρα κατεβαίνει τη Σταδίου
γελώντας δυνατά.

(Οι αρχαιολόγοι − οι τυμβωρύχοι
το ’βαλαν στα πόδια βρίζοντας.)





Η σκάλα


Όπως κατεβαίνεις σκάλα βαθιά
που τρίζει και το σκοτάδι
είναι υγρό και κολλάει πάνω σου.

Άξαφνα
παραπατάς.
Γκρεμίζεσαι.
Γύρω πορτοκάλια, ρολόγια και άλλα
είδη καθημερινής χρήσεως.

Ανάβουν φώτα και φωνές
από διάφορες μνήμες.

Μακριά ακούγεται σειρήνα.

Βέβαια δεν έρχεται κανείς.





Πάλι η βροχή


Εδώ μέσα δεν βρέχει.
Ο ουρανός είναι καλά καρφωμένος.

Πίσω από την παραπάνω τελεία
σας κοιτάζω που κλέβετε στο ζύγι.

Αυτός που περνά τώρα,
φοράει το κεφάλι του για καπέλο.

Ο καιρός το γυρνάει πάλι στη βροχή.
Ο ουρανός μπάζει νερά.

Έπρεπε να χρησιμοποιήσω ανεξίτηλη μελάνη.

Θα μείνει όμως ένα στεγνό τραγούδι
να σας τρομάζει.





Κίνδυνος στην πόλη


Απόψε δεν γράφονται ποιήματα.

Ο τρελός ξέφυγε μ’ ένα όπλο
και ρίχνει στο ψαχνό.
Όλα τον δείχνουν − αλλά
κανείς δεν βλέπει.

Τρέχω − τρέχουμε.
Σκοντάφτω στον εαυτό μου.

Ο ποιητής παριστάνει
το οπωροφόρο δέντρο για να
γλιτώσει τον ξυλοκόπο.





Η ουσία των πραγμάτων


Μισοφωτισμένοι διάδρομοι.
Χτισμένες πόρτες.
Κυνηγάς έναν άνθρωπο για να μιλήσεις.
Τσαλαβουτάς στα νερά.
Σκοντάφτεις σε δεμένα χέρια.
Ανάβουν εκατομμύρια φώτα
πάνω απ’ το κεφάλι σου.
Σβήνουν.
Μετά σημαδεύουν τον πλαϊνό σου
και πέφτουν πάνω του σαν κοράκια.
Ένας τρίτος προσπαθεί να κλάψει.
………………………………………………………….
Βέβαια ωραία είναι η φιλοσοφία
και τα καλοβαλμένα πάρκα, ακόμη και οι αρχαιότητες
− δε λέω − αλλά εδώ η ζωή βρίσκεται στα τελευταία της.
Όπως χάνεται μια λίμνη όσο προχωρούν τα αποξηραντικά
έργα.

Και άρχισε να μας σκεπάζει ένα βουβό
λευκό χρώμα, σκληρό σαν πέτρα.





Από τη συλλογή «Τα απρόοπτα», (1975).

Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2019

Γιάννης Κοντός, "Το χρονόμετρο"





ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ


Μεταχειρίστηκα το κορμί σου
σαν τεφτέρι, για να κάνω
τους λογαριασμούς μου.
Σ’ ένα σπίτι
χωρίς πάτωμα, χωρίς ταβάνι.
Γυμνή, μόνο μ’ ένα δαχτυλίδι στον παράμεσο,
μου τραγουδούσες επίμονα το ίδιο τραγούδι:
«Σ’ αναζητώ κάθε πρωί στο περιβόλι».

(Εκτός αν εννοείς
τους πανσέδες που οργιάζουν
στην καμπύλη του λαιμού σου.)





ΜΙΚΡΟΣ ΖΩΟΛΟΓΙΚΟΣ ΚΗΠΟΣ


Τα δυο μικρά σου στήθη
χαμογελούν τ’ απόγευμα.
Τη νύχτα ανάβω σπίρτα
για να δω πώς κοιμούνται.

Τα δυο μικρά σου τρωκτικά
μου τρώνε τα δάχτυλα
μες στο σκοτάδι.

Το πρωί, φτερά πουλιών
στα χέρια μου.





ΤΟ ΧΡΟΝΟΜΕΤΡΟ

                                                     Της Ελπίδας μου

Όπως γυρίζει η νύχτα μέσα μου
φέρνει πνιγμένους στην επιφάνεια.
−Το στήθος κλείνει για να κρατήσει
ό,τι προλάβει−

Έρχεται η μέρα.
Αλλά τι μέρα − τυλιγμένη σαν μπαμπάκι
γύρω στα δένδρα, σε μια γη
κρεμασμένη από κλωστή που είναι
έτοιμη να σπάσει.





Ο ΜΙΤΟΣ ΤΗΣ ΑΡΙΑΔΝΗΣ


Χιλιάδες πεινασμένοι μινώταυροι
περάσανε μπροστά μας με φωτιές
γυρεύοντας έναν λαβύρινθο να ξαποστάσουν.

(Όσο για την Αριάδνη κοιμάται
πλάι στο τηλέφωνο και περιμένει.)





ΔΙΑΚΟΠΗ ΡΕΥΜΑΤΟΣ


− Το μεγάλο ποίημα είναι
σαν το σκοινί του κρεμασμένου.
Το μικρό ποίημα είναι σαν κομμάτι
χειροβομβίδας που σου παίρνει χέρι ή πόδι.
Είτε έτσι είτε αλλιώς δεν γλιτώνεις.

(Σλάβικα τραγούδια οι ώμοι μου
όταν σε σκεπάζουν.)

− Υπάρχουν βέβαια και τα πεθαμένα
ποιήματα που διψάνε σαν σκυλιά
το μεσημέρι.

− Γύρνα το διακόπτη να σε δω.
Τίποτα. Σκοτάδι.
Έχουμε λοιπόν διακοπή ρεύματος;

(Δάσος κομμένο οι λέξεις μου.)





Από τη συλλογή «Το χρονόμετρο», εκδ. Κέδρος, 1972.

Πηγή για την εικόνα: https://www.tanea.gr/

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2015

Γιάννης Κοντός, "Ο αθλητής του τίποτα"




Πρόκες στα σύννεφα


Ξετυλίγω την ιστορία μου,
και σε κλείνω σπίτι, σε κοιμίζω.
Τα φώτα του δρόμου χαμηλά.
Μια εφημερίδα πεταμένη δείχνει
τη διάθεση της στιγμής.
Μυγδαλιές ανθίζουν απότομα,
οι αδελφές σου δακρύζουν.
Εσύ αγέρωχη κοιτάζεις
τα καθημερινά θαύματα.
Και τι πεταλούδες μέσα στο σπίτι
– τα θαύματα του Θεού μας αγγίζουν.
Υποψιάζομαι ότι αυτά τα πολύχρωμα
λεπιδόπτερα, αυτές οι ψυχές
είναι οι λέξεις μας.
Πάλι βρέχει και με φιλάς αδιάφορα
κοιτάζοντας πίσω απ’ την πλάτη μου
τις επόμενες μέρες να συνωστίζονται
στην πόρτα. Μαζί έρχεται και ένα άλογο,
ένα παράλογο, λευκό κι αγριεμένο.
Ο καιρός χειροτερεύει, οι τηλεοράσεις παίζουν
στο φουλ. Σε άλλο πλάνο είμαι ποδοσφαιριστής.
Με χιόνι, τρέχω κλωτσάω
τη σκέψη μου, τη στέλνω στα δίχτυα.
Κλαίνε, ουρλιάζουν οι φίλαθλοι.
Για εκείνη την παρεξηγημένη Πέμπτη,
την άχρωμη, που σε περίμενα,
και συνέβησαν αυτά τα μαγικά,
είδα το πόδι του χρόνου.





Ο αθλητής του τίποτα


Τρέχει. Τρέχει με αντίθετο άνεμο.
Περνά βουνά, λίμνες, πόλεις. Δυσκολίες
και δυσκολίες. Φωτιές, πολέμους, γκρίνιες, οικογένειες.
Λίγες ομορφιές όταν σταματάει να πιει νερό.
Τις βλέπει για λίγο, τις πιάνει, ξεχνιέται.
Και πάλι το κυνηγητό, η κομμένη ανάσα,
οι αποσπασματικές εικόνες, τραίνα που περνάν
με χαρούμενους ανθρώπους. Και αυτός
σαν κυνηγημένος να προσπαθεί ταυτόχρονα
και άλλα αθλήματα. Να έρχεται τελευταίος
με την ψυχή στο στόμα, να μην τον βλέπει
κανείς, γιατί οι θεατές έχουν ήδη διαλυθεί.
Με βροχές, με χιόνια, με ήλιους, το σώμα
αντέχει, το μυαλό πετάει. Άλλοτε ξεχνάει –
άλλοτε θυμάται. Σε μια στάση για να δει
το φεγγάρι, συνέχεια σκέπτεται: το βιολέ
απόβραδο, τα χάδια και τις υποσχέσεις.
Και τρέχει, τρέχει, ενώ οι άλλοι συναθλητές του
έχουν τερματίσει και σάρωσαν βραβεία
και ιαχές. Αυτός μόνος τον κύκλο
του χρόνου τρέχει. Χρόνος σε ευθεία
ή τεθλασμένη ή σπείρα. Δεν κοιτάζει
πίσω το ποίημα, γιατί τον ακολουθούν μύγες, ακρίδες
και μολυσμένος αέρας του πολιτισμού.
Περνώντας βλέπει δέντρα και ουρανό,
βλέπει πουλιά, χαμογελά και λέει
να δραπετεύσει, να πετάξει.
Αλλά δεν γίνεται, είναι προγραμματισμένος
γι’ αυτόν το ρόλο. Το ρόλο του δρομέα
με το άγνωστο τέρμα.
Νύχτα και μέρα αναβοσβήνουν.
Τα μάτια του συνήθισαν σ’ αυτό το
λυκόφως. Ήρωας του Σάμουελ Μπέκετ
δεν το φαντάστηκε ποτέ ότι θα γίνει.
Τώρα πλησιάζει σε ένα σκοτάδι
που αυτός το βλέπει άπλετο φως.
Φουσκωμένα τα μάγουλα από την προσπάθεια,
είναι σαν να φουσκώνει τα πανιά της
Αργοναυτικής Εκστρατείας. Πάει και πάει.
Το πέλμα θυμάται το πριν και το
μετά αμετάκλητα. Γίνεται τροχός,
βγάζει σπίθες και πείσμα του έρωτος.
Το τέρμα σφίγγεται βίδα
στο άπειρο ή στην κάθε μέρα.
Ένας διασκελισμός και χάνεται
στην αβεβαιότητα του τέλους.




Από τη συλλογή «Ο αθλητής του τίποτα» (1997).
Πηγή: «Γιάννης Κοντός, Τα ποιήματα (1970-2010)», εκδ. Τόπος 2013.


Αφροδίτη Μάνου - Πίσω από τα καθημερινά
Μουσική: Νίκος Καλλίτσης - Στίχοι: Γιάννης Κοντός


Οι στίχοι του τραγουδιού «Πίσω από τα καθημερινά», βασίζονται στο ποίημα του Γιάννη Κοντού «Πειραματόζωο», από τη συλλογή «Στη διάλεκτο της ερήμου». Περισσότερα ποιήματα: http://ppirinas.blogspot.gr/2013/11/blog-post_8.html

Πέμπτη 19 Ιουνίου 2014

Γιάννης Κοντός, "Τα οστά"




6
Πολλοί άνθρωποι άσπρισαν
γύρω μου. Γίνανε ασβέστης.
– Με την κιμωλία τους
γράφω ποιήματα –



8
Τα ρούχα μας μπερδεμένα
στην καρέκλα, μοιάζουν
φίδια σε οργασμό.



9
Αυτές οι βυζαντινές κοπέλες
που βλέπω κάθε μέρα
επαληθεύουν τους εσπερινούς
και τα κυπαρίσσια.



21
Πρωί πρωί χιλιάδες μικρά κορίτσια
με ποδήλατα τρέχουν σε κατηφόρες
ανεμίζοντας ποιήματα του Ανδρέα Εμπειρίκου



40
Τυλιγμένη στην εσάρπα σου
μοιάζεις με ψάρι σε δίχτυ.
– Από τα τελευταία της αποξηραμένης
λίμνης, με τα πράσινα νερά –



51
                                              στον Γιώργο Χειμωνά

Τρέχεις, σε κυνηγάνε εικόνες πήλινες.
Σπάζεις τον καλαμένιο φράχτη
και βρίσκεσαι σε άλλη χώρα.
Όπου άλλοι άνθρωποι, άλλα
ονόματα, άλλη γραφή –χάλκινη.



66
Θα κόψω αρχαίο νόμισμα
με το κεφάλι σου, Μετά
στα εργαστήρια θα ψάχνουν
για δυναστείες, χρονολογίες και τα συναφή.
Φαγωμένες όλες οι ενδείξεις από το χώμα,
από το θειάφι – μόνο το ένα μάτι
κάτι θα θυμίζει από τα παλιά –
Εγώ δε θα ζω για να δώσω εξηγήσεις.
Έτσι στη βιτρίνα θα μείνεις μεταλλική
κραυγή αναπάντητη.



93
Ξύπνησα με κοντά παντελονάκια.
Κρατούσα με σπάγκο τον ουρανό
και πήγαινα και έκλαιγα.



121
Τα λόγια μου αρνιά
που γίνονται πέτρες
βόσκοντας το χόρτο
της επιθυμίας σου.





Από τη συλλογή «Τα οστά» (1982).
Πηγή: «Γιάννης Κοντός, Τα ποιήματα (1970-2010)», εκδ. Τόπος 2013.
Στην εικόνα: πορτραίτο του Γιάννη Κοντού από τον Γιάννη Ψυχαπαίδη.

Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2013

Γιάννης Κοντός, "Στη διάλεκτο της ερήμου"




ΠΕΙΡΑΜΑΤΟΖΩΟ


Πίσω από τα καθημερινά πράγματα
υπάρχει ένα καθημερινό όνειρο:
να πάρεις το λεωφορείο, να πιείς καφέ,
να αποστρέψεις τα μάτια από ψεύτικους
ουρανούς, πολιτικές εξουσίες.

Εξουσίες-ξυράφια.

Η λέξη στο μαχαίρι.

Τα μυστικά στους δρόμους.

Γυρνάς την τσέπη σου ανάποδα
και έρχεται το βράδυ καυτή πίσσα.
Βρίσκεσαι σπίτι. Προσπαθείς να στηρίξεις
το ταβάνι με τους καπνούς του τσιγάρου
και την έρμη την ποίηση.





ΙΣΤΟΡΙΚΟ (ΙΙΙ)


Ο στρατάρχης έφερε κονσέρβες
και σφαίρες να φάει ο κόσμος.
Έγιναν μια-δυο εαρινές ασκήσεις
με πραγματικά πυρά και στόχους.

Μετά εκλογές Βουλή και Δικαστήρια

Μετά, χρόνια ένας μεγάλος ήλιος
μας έφερε καπάκι και μας τσιγάρισε.
Ακολουθούμε πιστά την επιταγή:
όλοι πρέπει να χαίρονται στη Μεσόγειο.

Άνεμοι και συμφέροντα κουβάρι





ΝΕΚΡΗ ΖΩΝΗ


Κάθε πρωί με πονάνε οι ώμοι.
Είναι που κωπηλατώ στον ύπνο μου
για να σε φτάσω. Η ιστορία είναι
πάντα η ίδια. Αλλάζει η λίμνη
πηγαίνω στον πάτο, στη λάσπη.
Βγαίνουν αλλεπάλληλα εκμαγεία
της λύπης μου. Με σημαδεύουν
ελεύθεροι σκοπευτές στο κεφάλι.
Περνάνε χρόνια. Επιτέλους σε πιάνω.
Γυρίζεις το πρόσωπο, δεν έχεις μάτια.
Κανονικά έπρεπε να με καταλάβει μέγας φόβος
αλλά γελάω, γιατί βλέπω ένα ζαρκάδι
στην άσφαλτο να μηρυκάζει την ομορφιά του.

– Στα όνειρά σου, υπάρχουν ακόμα
υπολείμματα τροφών –





Η ΛΥΠΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ


Σ’ ακούω με όλους τους πόρους μου
να τρέχεις σε ξένες πόλεις, με ρούχα
χάρτινα κάνοντας ένα θόρυβο
που προμηνύει μεγάλη θάλασσα.

Επιστρέφω στο κλειστό κύκλωμα
της ζωής μου. Στο κανάλι σιωπή.

Ταριχευμένες κινήσεις:
μια καρέκλα μετακινείται χωρίς λόγο,
ένα κρεβάτι κυλάει στο δρόμο.
Στον τοίχο προβάλλεται η ίδια
μαγική εικόνα – δεν μπορώ
να ξεχωρίσω τον κυνηγό –

Κοιμάσαι με στόμα γεμάτο
μυστικά και βροχές.






Από τη συλλογή «Στη διάλεκτο της ερήμου», εκδ. Κέδρος
δ΄ έκδοση 1997 (α΄ έκδοση 1980).
Σχέδια και εξώφυλλο Δημήτρη Μυταρά
Το ποίημα «Πειραματόζωο» είναι από την ενότητα «Αποξηραντικά έργα», το ποίημα «Ιστορικό (ΙΙΙ)» από την ενότητα «Το ρήγμα», τα ποιήματα «Νεκρή ζώνη» και «Η λύπη του έρωτα» από την ενότητα «Στη διάλεκτο της ερήμου».