Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική πεζογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική πεζογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 13 Μαΐου 2025

Κατερίνα Γαϊτάνου, "Σαμπάνια σουπερνόβα"




Ο όρος υπερκαινοφανής αστέρας ή σουπερνόβα (supernova) αναφέρεται σε διάφορους τύπους εκρήξεων που συμβαίνουν κατά τη διάρκεια των τελευταίων εξελικτικών σταδίων της ζωής των αστέρων, κατά τις οποίες παράγονται εξαιρετικά φωτεινά αντικείμενα, αποτελούμενα από πλάσμα (ιονισμένη ύλη) και των οποίων η αρχική φωτεινότητα στη συνέχεια αδυνατίζει μέχρι του σημείου της αφάνειας μέσα σε λίγους μήνες. Η έκρηξη των αστέρων είναι τεραστίων διαστάσεων, ξεπερνά την ενέργεια που εξαπολύεται από τον Ήλιο και κατ’ αυτό τον τρόπο «πεθαίνουν». Από τη γήινη ατμόσφαιρα και γενικά από τη γη ένας σουπερνόβα φαίνεται σαν ένα εξαιρετικά φωτεινό αστέρι που δεν βρισκόταν σε εκείνη τη θέση πριν κάποιες ώρες. Ο θάνατος του αστεριού, ο λεγόμενος σουπερνόβα, επέρχεται μετά από περίπου 10 με 20 εκατομμύρια έτη.
Wikipedia

Για ποιο λόγο αυτό το γαμημένο σύμπαν ενώνει δύο ανθρώπους όταν δεν υπάρχει καμία περίπτωση να είναι μαζί;
@robin_cru1614



Σε λίγα λεπτά από τώρα, το σώμα μου θα εκραγεί σε αναρίθμητα κομμάτια και το φως από την έκρηξη θα γίνει ορατό στη Γη, με τη μορφή ενός αστεριού που πέφτει. Θα το δει το νεαρό κορίτσι που εκείνη την ώρα θα έχει στραμμένο το βλέμμα στον ουρανό, ελπίζοντας σε ένα θαύμα που θα τη σώσει από τη μοναξιά της. Θα πιστέψει ότι είμαι το τυχερό της αστέρι και θα σπεύσει με όλο της το είναι να κάνει μια ευχή. Θα είναι μία ζεστή, σκοτεινή νύχτα στα μέσα του Ιουλίου, από εκείνες που σε κάνουν να πιστεύεις ότι το καλοκαίρι δε θα τελειώσει ποτέ. Εντελώς απρόσμενα θα νιώσει τυχερή που θα με βλέπει σε ελεύθερη πτώση, κυρίως γιατί θα το έχει ανάγκη. Θα κάθεται ολομόναχη στο μπαλκόνι του σπιτιού της, παρέα με τις άδειες πολυθρόνες, τις γλάστρες με τις μολόχες και το φως από τη λάμπα του δήμου, περιμένοντας ένα σημάδι από τον ουρανό. Θα κάνει τη λάθος ευχή φυσικά, γιατί η νιότη δεν ξέρει ποτέ τι πραγματικά χρειάζεται. Θα ευχηθεί επάνω στο άυλο κορμί μου να τον συναντήσει.
     Εκείνος θα έρθει στο δρόμο της σύντομα. Έτσι κι αλλιώς θα ερχόταν, διότι η ίδια τον ψάχνει καιρό τώρα μέσα στη φαντασία της. Όμως θα φανεί όπως και στα μυθιστορήματα, μοιραίο. Θα τον ερωτευτεί με την πρώτη ματιά, κι εκείνος το ίδιο. Θα είναι και για τους δυο η ευχή της ό,τι πιο συγκλονιστικό θα τους συμβεί για το υπόλοιπο της ζωής τους. Δεν θα μπορέσουν να είναι ποτέ μαζί – λίγο θα σμίγουν και περισσότερο θα χάνονται, διότι το κάρμα δεν χαρίζεται χωρίς βαριά ανταλλάγματα. Εκείνη δε θα σωθεί ποτέ από τη μοναξιά της. Η ανάμνηση της ευχής της θα την ακολουθεί μέχρι και το δικό της σώμα να γίνει δωρεά στο σύμπαν. Στη διάρκεια της ενήλικης ζωής της, θα πιστέψει, θα ματαιωθεί, θα συγκινηθεί, θα πονέσει, αλλά δεν θα ξεχάσει τι ευχήθηκε. Κάποτε θα χρειαστεί να κάνει ειρήνη με το πάθος της. Τότε θα είναι που θα γράψει μια ιστορία γι’ αυτό που της τρώει την ψυχή. Θα είναι ένα βράδυ φθινοπώρου, ακούγοντας το Blue Banisters της Lana del Rey. Ένα δειλινό με τη γεύση της ξεθυμασμένης σαμπάνιας και του ανεκπλήρωτου έρωτα. Θα την ονομάσει Σαμπάνια Σουπερνόβα. Και τα αστρικά τους σώματα θα ανταμώσουν στις λέξεις και τις σιωπές, εκεί όπου όλα γίνονται Ένα.

Κατερίνα Γαϊτάνου




Από τη συλλογή διηγημάτων «Μαχαίρι στην καρδιά», Εκδόσεις Γραφή, 2025.




Η Κατερίνα Γαϊτάνου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και αποφοίτησε από το Τμήμα Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΑΠΘ. Έχει γενέθλια στις 23 Δεκεμβρίου, συγκυρία αρκετά χαρμόσυνη λόγω της έλευσης των Χριστουγέννων. Το αγαπημένο της χρώμα είναι το κόκκινο, χειμώνα-καλοκαίρι. Έχει μια συνηθισμένη δουλειά όπως οι περισσότεροι άνθρωποι και την ψυχαγωγούν τα social media. Όταν οι άλλοι μιλούν, ακούει και πράγματα που δεν λένε. Αυτό το διάστημα ζει στη Γερμανία, αλλά είναι μόνιμος κάτοικος της φαντασίας της. Όλα τα υπόλοιπα για αυτήν, τα λένε οι ιστορίες της.


Πρόσκληση



Το βιβλιοπωλείο Mind the Book και οι εκδόσεις Γραφή
σας προσκαλούν
στην παρουσίαση της συλλογής διηγημάτων
της Κατερίνας Γαϊτάνου

ΜΑΧΑΙΡΙ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ

Παρασκευή, 16 Μαΐου 2025, 8:00μ.μ.
Βιβλιοπωλείο Mind the book - 25ης Μαρτίου 93, Εύοσμος
για το βιβλίο θα μιλήσουν:
η Κατερίνα Γαϊτάνου, συγγραφέας
και η Μαρία Δαμολή, επιμελήτρια


*


Δεκαεπτά ιστορίες που γεννήθηκαν από τα tweets ανώνυμων συγγραφέων της πλατφόρμας Χ, μας φέρνουν αντιμέτωπους με την αλήθεια της καθημερινότητας, την οποία πολλές φορές αποφεύγουμε να αντικρίσουμε. Οι ιστορίες είναι μικρές, αλλά γεμάτες ένταση και πάθος. Ωμές, ευαίσθητες, προκλητικές, νοσταλγικές και πάντα διεισδυτικές, σε αγγίζουν κατευθείαν στην καρδιά, με τον τρόπο που μόνο μια λέξη ή μια εικόνα μπορεί να το κάνει.


*


«Μαχαίρι ονομάζεται το κοφτερό εργαλείο που συναντάται σε πολλά σχήματα και ποιότητες, και αποτελείται πάντα από τη λεπίδα και τη λαβή.»
(Ορισμός από Wikipedia)

Ένα μαχαίρι μπορεί:
- Να κόψει
- Να σκοτώσει
- Να ξεβιδώσει
- Να απειλήσει
- Να καρφωθεί
- Να χαράξει
- Να αναδεύσει
- Να γράψει ιστορίες

«Κάθε ιστορία έχει και την ιστορία της» @Anast43.

Δεκαεπτά ιστορίες εμπνευσμένες από tweets των ανώνυμων συγγραφέων της πλατφόρμας Χ, έχουν την ίδια γεύση: ωμή, ευαίσθητη, προκλητική, νοσταλγική, μα πάνω απ’ όλα, αιχμηρή.

«Καπνίζω και διαβάζω στο πακέτο: το κάπνισμα σκοτώνει. Φυσάω τον καπνό και λέω περισσότερο από τις ανθρώπινες σχέσεις αποκλείεται» @marinanik7

Δεκαεπτά μικρές ιστορίες, μιλούν για σένα, κατευθείαν στην καρδιά.
Θα τις νιώσεις. Θα τις ζήσεις.
Αφού πρώτα νιώσεις το μαχαίρι.

«Και να θυμάσαι, καμιά φορά, ότι δε σε σκοτώνει,
καλύτερα να σε σκότωνε» @karalaik

Από το οπισθόφυλλο της έκδοσης

Τρίτη 29 Απριλίου 2025

Ελένη Καραγιάννη, "Το στρώμα το νυφιάτικο"




Το στρώμα το νυφιάτικο 


Πάνω στο κρεβάτι μια φουχτίτσα άνθρωπος. Κουβέντα ήθελε:
    «Όλο το χωριό στο πόδι. Μικροί μεγάλοι με δαδιά αναμμένα κίνησαν για τον βάλτο. Η νύχτα στην πιο σκοτεινή της ώρα. Το φεγγάρι άφαντο. Λες και το ρούφηξαν τα λασπόνερα του βάλτου. Για να λυθούν τα μάγια, τετράποδα ορμήνεψε να μαζώξουν στο πιο πηχτό σκοτάδι, σε βρώμικα νερά, η «γιάτρισσα». Η «γιάτρισσα» ζούσε σ’ ένα χαμόσπιτο έξω απ’ το χωριό. Μαντζούνια για τους πόνους έφτιαχνε κι ένιωθε τάχα από διαόλου πράματα.
    Σακί γεμάτο μπακάκια και νεροχέλωνες τής πήγανε οι χωριανοί και δέκα λίρες χρυσές απ’ τον πατέρα. Με το χρυσό τα έσφαξε. Κακόμοιρα ζωντανά. Στράγγιξε το αίμα τους και στον κόρφο έκρυψε τις ματωμένες λίρες τις χρυσές. Με το σφαγιασμένο αίμα το ακάθαρτο ράντισαν το τρίτο σκαλί και το στρώμα το νυφιάτικο. Μετά έσυραν το στρώμα στην αυλή. Φωτιά, να το κάψουν, έβαλαν. Λαμπάδιασε εκείνο στη στιγμή. Τριζοβολούσαν οι φλόγες. Άνοιξε το ύφασμα και ροβόλησαν καψαλισμένα τα βαμβάκια. Τριγύρω οι χωριανοί καρτερούσαν να ξεχυθούν τα δαιμόνια απ’ το πανί.
    Άδικα. Γιατί η «γιάτρισσα», αυτή η γριά, η ξεδοντιάρα, η αγύρτισσα, λάθεψε, κόρη μου. Τα μάγια δεν με μπόδιζαν να κατεβώ τη σκάλα, δεν ρίζωναν τα πόδια μου στο τρίτο το σκαλί, αλλά η ντροπή μου για τις πομπές του. Μαγεμένη δεν ήμουν. Ντροπιασμένη ήμουν. Γύρευα ανθρώπου μάτι να μη με δει. Ούτε το φως του ήλιου βάσταγα. Να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Να σκάψω τάφο με τα χέρια μου και μέσα να κρυφτώ γύρευα. Ούτε τον έδιωξαν απ’ τα στρωσίδια μας τα νυφικά μάγια. Τα λογικά του έχασε με το ξεπεταρούδι του φούρναρη, ο ξεσυλλόγιαστος. Χίλιες φορές χήρα να τον νεκροφιλήσω προσευχήθηκα γονατιστή μπροστά στα εικονίσματα-παρά ζωντοχήρα, ατιμασμένη νιόπαντρη.
    Το στρώμα έκαψε όσο έκαψε και με το πρώτο φως της μέρας ο πατέρας το κρέμασε στον στάβλο απ’ το τσιγκέλι σαν γδαρμένο ζώο, να ξερνοβολήσει τα στερνά του αποκαΐδια. Μεγάλωσα, γέρασα και λησμόνησα αν έχυσα δάκρυα περισσότερα για κείνον ή για το στρώμα το καψερό, το αδικοκαμένο. Τη μια μέρα καλοστρωμένο, στολισμένο με ρύζια και κουφέτα και την άλλη σαν σκιάχτρο ρημαγμένο να χάσκει στην αυλή. Κλείνω τα μάτια, συλλογιέμαι τα παλιά και κείνη η μυρουδιά απ’ το καμένο ύφασμα μου ‘ρχεται ακόμα στη μύτη και μου καίει τα ρουθούνια.
    Τον τρόπο μας τον είχαμε. Πέρα δώθε τα προξενιά στον πατέρα αλλά στεφάνι δεν ξανάβαλα. Μα την αγάπη τη γεύτηκα. Και μάνα έγινα. Για τα μικρότερα αδέρφια μου και για τα παιδιά τους και για τα παιδιά των παιδιών τους. Στην «γιάτρισσα» απ’ το χωριό δεν ματαπήγε κανείς.
    Πλησιάζω τα ενενήντα και τον Χάρο δεν τον σκιάζομαι. Καλώς να ορίσει. Αν όμως κοπιάσει απόψε, κρίμα να με ’βρει στο κοτρόνι πάνω», παραπονέθηκε.
    Χαμογέλασα κι απολογήθηκα για το άβολο, σκληρό στρώμα του νοσοκομείου, που έκανε το κορμί της να πονά. Έλεγξα το οξυγόνο και τη ροή του ορού στη φλέβα της και υποσχέθηκα, μόλις τελειώσω με τους ασθενείς του θαλάμου, να ψάξω στην ιματιοθήκη για ένα μαξιλάρι πιο άνετο, βαμβακερό και μαλακό, σαν το στρώμα της το νυφιάτικο.


Ελένη Καραγιάννη





Από τη συλλογή διηγημάτων, «Σαν βγω απ’ αυτή τη φυλακή», Εκδόσεις Γραφή, 2022.

Στην εικόνα: Jan van Goyen, «Landscape with a Peasant Cottage» (1631).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.


Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2025

Γιώργος Σιώμος, "Δελτίο θυέλλης"




Δελτίο θυέλλης


Ο ήλιος λούζει τα κεραμίδια της εκκλησίας της Αγίας Άννας, πέφτει στα κίτρινα φύλλα των δέντρων, στα πράσινα ακόμα, εισχωρεί στις φυλλωσιές και καταλήγει στις πλάκες, στους κυβόλιθους και στις φαλάκρες των θαμώνων των καφέ.
    Στο τσιρτσιβί της εκκλησίας δυο γριές, με γούνες, κινητά, τσιγάρα και τις μάσκες να κρέμονται από το αυτί, μιλούν, χειρονομούν, αδιαφορούν για τον ήλιο του Οκτώβρη, ακόμα κι όταν λούζει ολόκληρη μια νέα μαμά η οποία στο ένα χέρι κρατάει ένα μπαλόνι, στο άλλο την κούπα του καφέ, το μωρό κλαίει, σκύβει να το αγκαλιάσει κι από το V της άσπρης μπλούζας πετούν δυο ολόλευκα περιστέρια.
    Μεγάθυμος ο ήλιος, ως αυτός ο αληθινός θεός, συνεχίζει Νοέμβρη μήνα, να λούζει με το γλυκό του φως, εμάς, τα σπίτια μας, τους δρόμους, τα λιβάδια, τα λιγοστά κοπάδια με τα γίδια.
    Στο τσιρτσιβί της εκκλησιάς η γριά με τη μάσκα να κρέμεται στο αφτί, ανάμεσα σε άλλες δυο γριές, καπνίζει αρειμανίως, όλες μαζί καπνίζουν και μιλούν, χειρονομούν και λένε. Τσιγάρο, καφές πικρός και μαύρα γυαλιά. Άντρας δεν έχει θέση στο τραπέζι τους.
    Ωστόσο, μια ηλιαχτίδα χτυπάει στο πλατανόφυλλο, εξοστρακίζεται, κυλάει στο κεραμίδι, γλιστράει στον κόσμο της γριάς, κι αυτή γελάει, αστειεύεται, χτυπάει τη διπλανή στην πλάτη.
    Ενώ ο ήλιος κυλάει πάλι στα κεραμίδια αμέριμνος, ζεσταίνει ολοένα και περισσότερο με το ευεργετικό του φως τις συντροφιές των ανθρώπων περασμένης ηλικίας που πίνουν τον καφέ τους, καθώς η κληματαριά και τα τέσσερα δέντρα έχουν αραιώσει αρκετά τα φύλλα τους, η γνωστή κυρία στο τσιρτσιβί με τη μάσκα στο αυτί, ήρθε, παραμέρισαν, της κάναν τόπο οι φίλες της −θα ’ναι κάποια σημαντική− σε θέση μπρος στην πόρτα κι απέναντί της όλοι εμείς εδώ οι χαζολογούντες κι ενώ, λέω, όλα είναι στη θέση τους και τίποτα δεν προμηνά μεταστροφή καμιά, η ΕΜΥ ετοιμάζει δελτίο καιρού.
    Ο ήλιος θα κρυφτεί. Πυκνά σύννεφα θα γεμίσουν τον ουρανό. Νερά θα πέσουν με ορμή. Ξερά ποτάμια θα ξεχυθούν τυφλά. Φρεάτια θα φουσκώσουν και θα πετάξουν τα καπάκια. Θα ξεσπάσουν άνεμοι γυριστοί. Θα γκρεμιστούν καμινάδες, δέντρα με ρίζες αβαθείς και ό,τι δεν είναι καρφωμένο καλά στον τόπο του.
    Ενήλικες και υπερήλικες βιδωθείτε, στερεωθείτε κι εσύ κυρία στο τσιρτσιβί, με το αυτοκρατορικό σου ύφος, άλλαξε στέκι.

Νέο Δελτίο Θυέλλης. Πρώτα θα χλομιάσει ο ήλιος. Ησυχία θα απλωθεί σε όλη την πλάση. Ύστερα ο ήλιος θα κρυφτεί πίσω από σταχτιά και μαύρα σύννεφα. Θα βουβαθεί το στερέωμα. Ο Ουρανός θα κλαίει με αναφιλητά και οι βοριάδες θα σκούζουν σαν λύκοι τα μεσάνυχτα πεινασμένοι. Τα δάκρυα τ’ ουρανού βίαια θα χυθούν σε αυλάκια, σοκάκια, χαράδρες, ακόμα και μέσα στις λεωφόρους των μεγάλων πόλεων που κάποτε ήταν ποτάμια.
    Νέοι και ενήλικες σταματήστε να γυρνάτε σαν σβούρες, καθίστε στα σπίτια σας τις ώρες που θα λείπει ο θεός.
    Θύελλα δεν υπήρξε. Ο ήλιος κρύφτηκε για λίγο πίσω από ένα παντελόνι. Οι αέρηδες μας χάιδεψαν γλυκά τα αυτιά. Τη νύχτα που κοιμόμασταν έπεσαν πέντε έξι στάλες βροχής. Ακόμα πέφτουν μερικές αυτή την ώρα στον Σιδηροδρομικό Σταθμό της Έδεσσας. Ο φίλος ακόμα να φανεί. Στο σταυροδρόμι στέκομαι μήπως τον δω να έρχεται από καμιά μεριά. Κάπου κερνάνε κονιάκ και πικρό καφέ. Αργεί. Μάλλον δεν θα έρθει. Σίγουρα δεν θα έρθει. Το παίρνω απόφαση πως δεν θα τον ξαναδώ. Η μνήμη του ολοζώντανη γυρνάει στον Σταθμό, στην οδό Σαρανταπόρου, στους Καταρράκτες που πωλούσε τα βιβλία του, στο σπίτι του της οδού Γ. Σεφέρη τα τελευταία χρόνια.
    Ο ήλιος που κρύφτηκε και η απαλή βροχή πάνε γάντι με την ετήσια απουσία του.



Γιώργος Σιώμος



_______
Σημείωση
Τσιρτσιβί: η αστρέχα, η άκρη άκρη της κεραμοσκεπής, από όπου πέφτουν τα νερά της βροχής, καθώς και ο από κάτω χώρος.





Ο Γιώργος Ν. Σιώμος γεννήθηκε το 1949 στη Λόχμη Γρεβενών και ζει στη Βέροια. Έχει εκδώσει τις συλλογές διηγημάτων: «Ο κορυδαλλός» (Αλεξάνδρεια 2012), «Το παράπονο του Εμμανουήλ Παππά» (Γαβριηλίδης 2014), «Ο κόκκινος σπάγκος» (Αλεξάνδρεια 2017) και «Μικρά πεζά» (Ενύπνιο 2021). Το τελευταίο του βιβλίο, «Όμορφα χωριά» (Παρέμβαση 2023), απαρτίζεται από διηγήματα και ποιήματα.



Πρώτη δημοσίευση


Στην εικόνα: Βέροια, η εκκλησία της Αγ. Άννης (της Αγοράς), ανάμεσα στις οδούς Πρ. Ηλία και Αντ. Τσούπελη.

Πηγή για την εικόνα: Αρχείο Ποιητικού Πυρήνα.


Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2024

Αφροδίτη Φραγκιαδουλάκη, "Το ραντεβού" (απόσπασμα)



 
Το ραντεβού
(απόσπασμα)
 
 
Βιέννη
 


Ο νεαρός άντρας πήδηξε την τελευταία στιγμή από το τραμ και προσγειώθηκε μπροστά στο Ρατχάους. Χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά στα εξεζητημένα κτήρια γύρω του, χώθηκε στα στενά της πόλης. Δεν τον κυνηγούσε κανένας, όμως, οι σόλες των παπουτσιών του αντηχούσαν στο καλντερίμι. Μπήκε βιαστικά στο Καφέ Σεντράλ που μόλις είχε ανοίξει. Οι σερβιτόροι με τις κολλαριστές στολές και τα κέρινα πρόσωπα τακτοποιούσαν την επίπλωση. Κάθισε στο μέρος που συνήθιζε να κάθεται. Δίπλα στο μεγάλο μαύρο πιάνο, πλάι στις γυάλινες βιτρίνες με τα γλυκίσματα. Ήταν πολύ νωρίς γιατί δεν έβλεπε κάποιον από τους γνωστούς του. Το χιόνι που έπεφτε απαλά όλη τη νύχτα ίσως τους αποθάρρυνε να εγκαταλείψουν τα ζεστά τους σκεπάσματα.
     Εκείνος τι έκανε εκεί; Γιατί δεν ήταν στο κρεβάτι του και στην αγκαλιά της; Ποια δυνατή φωτιά τον έκαιγε και δεν τον άφηνε να ηρεμήσει;
       Παρήγγειλε καφέ μελανζέ και ζήτησε την εφημερίδα.
    Τα γκρίζα σύννεφα του πολέμου στο πρωτοσέλιδο σκίαζαν το θαμπό φως του πρωινού. Γύρισε φύλλο. Ισπανική γρίπη διάβασε στη δεύτερη σελίδα· ο πηχυαίος τίτλος τον τάραξε. Τι ήταν πάλι αυτό; Και γιατί πρόσθεσαν κι άλλη νευρικότητα στις κινήσεις του οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες με τους ανθρώπους που φορούσαν περίεργες μάσκες;
       Μια λαχτάρα να βρεθεί στο ατελιέ, μπροστά στο καβαλέτο του, τον κυρίευσε. Όμως έπρεπε να περιμένει να ανοίξει πρώτα το κοσμηματοπωλείο στη συμβολή των οδών Κόλμαρκτ και Γκράμπεν. Τον ειδοποίησαν πως η παραγγελία του ήταν έτοιμη. Δυο εξαίσια ρουμπίνια δεμένα με χρυσό θα στόλιζαν απόψε τα αυτιά της.
   Οι άμαξες άρχισαν να παρελαύνουν πίσω από τα κρύσταλλα των τοξωτών παραθύρων. Οι πόροι στην επιδερμίδα του ανασηκώθηκαν ώσπου το αίμα του να ανακτήσει πάλι τη θερμοκρασία του καυτού κορμιού της. Χθες πριν αποκοιμηθούν του ψιθύρισε πως είχε κάτι σημαντικό να του ανακοινώσει. Δεν ρώτησε. Τα μάτια της που έλαμπαν στο σκοτάδι την πρόδωσαν. Κυλούσε ήδη στις φλέβες του το μυστικό της.
       Ξαφνικά δεν άντεχε να περιμένει. Άφησε μερικά κέρματα στον ασημένιο δίσκο και ξεχύθηκε στον παγωμένο αέρα και στο πεπρωμένο του...




Από το μυθιστόρημα «Το ραντεβού», β' έκδοση, αναθεωρημένη, e-book, 2024: 
https://afroui.gumroad.com/l/rantevou




Βιογραφικό

Η Αφροδίτη Φραγκιαδουλάκη κατάγεται από το Ηράκλειο της Κρήτης και σπούδασε Ιστορία & Αρχαιολογία στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Το 2016 εκδόθηκε το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο Το ραντεβού. Το 2018 κυκλοφορεί η Κερασία και το 2019, το τρίτο της βιβλίο, Το πορτραίτο. Το 2020 εκδόθηκε το πρώτο της παραμύθι με τίτλο Το πεφταστεράκι. Την ίδια χρονιά συμμετείχε στη συλλογική ποιητική έκδοση με τίτλο Τα χαϊκού της Άνοιξης. Ακολούθησε το δεύτερο παραμύθι της, Η Κοκκινοσταλίτσα και η πρώτη ιστορία από μια σειρά παραμυθιών με τίτλο Οι περιπέτειες της Αξιοπαρέας. Κατόπιν, κυκλοφόρησε το πρώτο της θεατρικό έργο σε ebook με τίτλο Καφενείο να γελάς. Σε ebook κυκλοφορεί επίσης η συλλογή ποιητικών γρίφων Αστρίτσι, το κυνήγι του θησαυρού.
    Διηγήματα, άρθρα της, ποιήματα, μεταφράσεις ποιημάτων έχουν δημοσιευτεί στον ημερήσιο και τον διαδικτυακό τύπο. Διατηρεί ένα μπλογκ φωτογραφίας & τέχνης, το afroui me & myself, μια καλλιτεχνική στήλη σε λογοτεχνική ιστοσελίδα και μια βιβλιοφιλική σελίδα με τίτλο «Ραντεβού με το βιβλίο».
    Το 2024, επανακυκλοφορεί, αναθεωρημένο, Το ραντεβού σε ebook. Την ίδια χρονιά, με τίτλο Rendezvous with Egon κυκλοφορεί και στα Αγγλικά.



Κυριακή 16 Ιουνίου 2024

Ευσταθία Δήμου, "Λευκό τοπίο"






Ένας ποιητής κοιτά το ποίημα που, επιτέλους, κατάφερε μετά από μήνες να τελειώσει. Το κοιτά και το καμαρώνει. Αφήνει το βλέμμα του να το διαβάζει ξανά και ξανά και είναι σίγουρος, το νιώθει, πως το καλύτερο είναι έργο της ζωής του. Ξάφνου, εκείνο αρχίζει να του μιλά με λόγια ξένα κι όχι μ’ αυτά που οι λέξεις του δηλώνουν. Του θυμίζει όσα πέταξε δίχως να τα λυπηθεί, όσα εύκολα απέρριψε στο δρόμο, όλες εκείνες τις λέξεις που δεν ταίριαξαν, τους στίχους που δεν βρήκαν τον ρυθμό τους. Του λέει ακόμα πως είναι ένας αδίστακτος, ένας εγκληματίας που πάτησε επί πτωμάτων για να φτάσει στον σκοπό του.
    Κι όσο εκείνο του μιλά, αυτός το ξανασκέφτεται και πιάνει έναν έναν στίχο και τον τεμαχίζει, τις λέξεις τις χωρίζει, αλλάζει πτώσεις, καταλήξεις, αλλάζει το μέτρο, τη σειρά, και δεν αισθάνεται, δε νιώθει πως είναι ολότελα δοσμένος μες στο έγκλημα.


*   *   *
 
 
 
Αύριο κλείνει τριάντα χρόνια πεθαμένος. Είναι στην ακμή του θανάτου του. Σε λίγο μεσήλικας και, μετά, γέρος. Αγωνιά για αυτό που θ’ ακολουθήσει. Ακούει διάφορα να λέγονται για το περίφημο μετά. Εκείνο όμως που περισσότερο τον κάνει να ριγεί και να φοβάται είναι μήπως γυρίσει στην κόλαση της προηγούμενης ζωής του.


*   *   *



Είναι κάτι μικρές χαρές που περνούν σχεδόν απαρατήρητες. Κανένας δεν τις χαίρεται. Κι αυτό βαθιά τους προξενεί λύπη. Λυπούνται οι μικρές χαρές και, έτσι λυπημένες, μεγαλώνουν


*   *   *



Ένας μοναχικός περιηγητής, χαμένος σε λευκό τοπίο, ακολουθεί τα μισοσβησμένα ίχνη κάποιου πάνω σε άγνωστο δρόμο. Δεν πρόκειται για πατημασιές, αλλά για εκείνα τα στίγματα που αφήνουν πέφτοντας οι μαύρες πέτρες της φυγής. Γνωστά και ως λέξεις.


*   *   *




Τριάντα δύο στιγμιοτυπικές διηγήσεις που επιχειρούν να μείνουν στην όψη των πραγμάτων για να ανακαλύψουν εκεί την άλλη, την ανατρεπτική τους αλήθεια. Μέσα σε πλαίσια οικεία και γνωστά, άνθρωποι συναντιούνται με τον εαυτό τους και με τους άλλους για να αντιληφθούν τελικά πόσο εύκολα οι γέφυρες μετατρέπονται σε ρήγματα. Και το αντίστροφο.

(Από την έκδοση)




Ευσταθία Δήμου, «Λευκό τοπίο», Ενύπνιο, 2024.




Η Ευσταθία Δήμου γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Κλασσική και Νεοελληνική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου εκπόνησε τη διδακτορική της διατριβή με θέμα τις θεατρικές διασκευές πεζογραφημάτων. Εργάζεται ως φιλόλογος στη Δημόσια Μέση Εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Στη Σπορά των αστεριών (Νέος Αστρολάβος/Ευθύνη, 2011), Σονέτα (Gutenberg, 2016) και Απώλεια Λήθης (Οι Εκδόσεις των Φίλων, 2019), τη συλλογή διηγημάτων Κλέφτες Αστυνόμοι (Γκοβόστη, 2020), τα μελετήματα Η ποιητική της Άπω Ανατολής (Κουκκίδα, 2022), Κάτι απ’ το χνάρι τους… (Σμίλη, 2022 – από κοινού με την Χρύσα Φάντη), Από τη Σύγκριση στη Σύγκλιση (Η καταγωγική σχέση των Ωδών του Ανδρέα Κάλβου με τον Επιτάφιο Λόγο του Περικλή, Κουκκίδα, 2023), Η αφή της γραφής (Σύγχρονες προσεγγίσεις στην παλαιότερη λογοτεχνία, Εκάτη, 2023), καθώς και τη σχολιασμένη μετάφραση του Σημωνίδη του Αμοργίνου (Ίαμβος κατά γυναικών και άλλα ποιήματα, ΑΩ Εκδόσεις, 2023) και του Αρχίλοχου (Ο ποιητής του δόρατος και της αιχμής, Νίκας, 2023). Άρθρα, κριτικές, διηγήματα και ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά. Το 2011 ήταν υποψήφια για το βραβείο καλύτερου νέου ποιητή στο 32ο Πανελλήνιο Συμπόσιο Ποίησης. Από το 2021 είναι σύμβουλος έκδοσης του περιοδικού Καρυοθραύστις, υπεύθυνη ύλης στο περιοδικό Σταφυλή ενώ, από το 2023, συνδιευθύνει το περιοδικό Οδοντωτός και συμμετέχει στη συντακτική ομάδα του περιοδικού Μουσών.

Τετάρτη 29 Μαΐου 2024

Αλεξάνδρα Μητσιάλη, "Το Μάτι"




Το Μάτι


Τρυπάει το βλέμμα σου το τζάμι του παράθυρου. Στυλώνεται στο πεύκο τού πίσω κήπου, στον ψηλό κορμό όπου χάσκουν οι γρόμποι, κομμένα μέλη που επουλώθηκαν όπως όπως μετά τον τραυματισμό, στις βελόνες όπου ισορροπούν μαύρα πουλιά που κρώζουν κακόηχα.
      Μα εσύ δεν τ’ ακούς.
     Πίσω από το πεύκο πορτοκαλιές, δαφνόδεντρα και σπουργίτια που πηγαινοέρχονται αδιάκοπα φωνάζοντας ατέλειωτες ιστορίες του κόσμου και λίγο πιο πέρα η θάλασσα· ρωγμή ανάμεσα στ’ ακίνητα σώματα των σπιτιών τα κύματα που ταξιδεύουν βουίζοντας σ’ άλλες στεριές.
      Αλλά εσύ δεν τ΄ ακούς.
    Και δεν μπορείς να συγκεντρωθείς στο βιβλίο τ’ ανοιγμένο μπροστά σου. Διπλή σελίδα, προθέσεις και σύνδεσμοι, για αύριο. Η Κύριος καραδοκεί. Να τους ξέρεις απέξω σαν νερό που φεύγει από το στόμα σου και κυλάει ανάμεσα απ’ τα πόδια, τα θρανία, τις τσάντες στο μωσαϊκό κι ανεβαίνει στην έδρα του, στον ξύλινο χάρακα που πέφτει από καιρό σε καιρό στις παλάμες των άτακτων και των λιγότερο διαβασμένων, στα σφιχτοπλεγμένα του χέρια, στα χοντρά χείλη του. Στις άκρες τους μαζεύεται ένα άσπρο κολλώδες υγρό, που καθώς μιλάει γίνεται σιχαμένες κλωστές που ανεβοκατεβαίνουν. Τις παρακολουθείς.
      Μα δεν τον ακούς.
     Τρεις πόρτες, ξύλο και τζάμι, κλειστές στο ενδιάμεσο. Τραπεζαρία, κουζίνα και χωλ. Καρέκλες, καναπές και ντουλάπια. Οικιακές συσκευές για μαγείρεμα και καθάρισμα, χαλιά, κουρτίνες και η ξυλόσομπα όπου ολοένα μετακινούνται τα ξύλα πυρίκαυστα, αχολογώντας.
      Αλλά εσύ ακούς.
     Τους ακούς στο σαλόνι. Κρώζουν κακόηχα. Φωνάζουν τη γνωστή ιστορία. Βουητό και αχός. Κολλώδεις κλωστές που λίγο λίγο απλώνονται γύρω της, ιστός αράχνης. Κελί να την κλείσουν, υπόλογη κι ένοχη.
      Τη μάνα σου.
     Τους βλέπεις απάνω στο τζάμι του παράθυρου. Όρθιους εκείνους κι αυτήν καθιστή στο εδώλιο του σαλονιού, στο οικιακό δικαστήριο, χωρίς δικηγόρους δεινής υπεράσπισης, μόνο ο εισαγγελέας της έδρας και οι λοιποί συγγενείς, ένορκοι μιλημένοι, σύμφωνοι με την τελική ετυμηγορία.
      Για τη μάνα σου.
     Από το τζάμι φαίνονται όλα. Μικρή και ανήμπορη, παρείσακτη μέσα στην οικογένεια του άλλου, να ενοχλούν τα πάντα της· το φουστάνι, τα χαμόγελα, οι ερωτήσεις, οι απαντήσεις, η σιωπή της, προπάντων ο τρόπος που κοιτάζει, που δεν κοιτάζει, που καθαρίζει, που δεν καθαρίζει, που μαγειρεύει, που δε μαγειρεύει, που τον περιμένει· προπάντων ο τρόπος που βογκάει τα βράδια με την παλάμη στο στόμα της.
      Η μάνα σου.
     Τη βλέπεις να κοιτάει. Πότε τα μάτια, πότε τα στόματα, πότε τις λέξεις τους, κλεφτά την μπαλαρίνα με το σώμα της υποταγής στο καδράκι πίσω από την ανθοστήλη.
     Κοιτάει το χέρι που σηκώνεται. Του πεθερού της. Τρέχει να του ξεφύγει. Γύρω από το τραπέζι, καταδικασμένος αγώνας ταχύτητας σε δρόμο μπλοκαρισμένο. Φωνάζει. Η πεθερά τής πιάνει τα χέρια. Φωνάζει. Στο κλουβί, σαν το πουλί που χτυπιέται στα κάγκελα. Ο άλλος, βουβός, παρακολουθεί.
    Εξακολουθείς να τη βλέπεις, χρόνια μετά, πάντα στο τζάμι του παράθυρου. Το μαυρισμένο μάτι της ντροπής, το βλέμμα που δε στέκεται πάνω σου αλλά δραπετεύει στο πεύκο, στους γρόμπους του κορμού του που στάζουν υγρό, ακόμα, το τραύμα που δεν επουλώνεται, στο κέντημά της, όπως κάθεται δίπλα σου υπομονετικά, να μάθεις τις προθέσεις και τους συνδέσμους, για τον Κύριο αύριο, μήπως και σε σηκώσει στον πίνακα, μήπως καταφέρεις να τα πεις σαν νεράκι, μήπως μπορέσεις κάποτε να φύγεις εσύ, γιατί εκείνη δεν έφυγε.
      Η μάνα σου.




Από τον συλλογικό τόμο «Η φωνή της», Εκδόσεις Καστανιώτη, 2023.






Παρουσίαση του βιβλίου
Η φωνή της


Το Δίκτυο γυναικών συγγραφέων κατά της έμφυλης βίας και των γυναικοκτονιών «η φωνή της», η Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Βέροιας, οι λέσχες ανάγνωσης Γαλάτιστας, Λαγυνών και Ακυβέρνητος Βιβλιόπλους (Βέροια), το βιβλιοπωλείο Ηλιοτρόπιο και οι Εκδόσεις Καστανιώτη παρουσιάζουν τον συλλογικό τόμο

Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ

το Σάββατο 1 Ιουνίου 2024
και ώρα 12 το μεσημέρι
στην αίθουσα εκδηλώσεων
της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Βέροιας
Έλλης 8.

Για το βιβλίο μιλούν οι:
Αλεξάνδρα Μητσιάλη, συγγραφέας,
Δήμητρα Κουβάτα, ποιήτρια,
Νικολέτα Θούα, καθηγήτρια αγγλικής γλώσσας.
Την εκδήλωση συντονίζει ο ποιητής
Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου.

Αποσπάσματα διαβάζουν μέλη του Δικτύου και των λεσχών ανάγνωσης.

Παίζουν οι μουσικοί:
Σίσσυ Γεωργοπούλου (φλάουτο) και
Γιάννης Γεωργουδάκης (κιθάρα).
Στο τραγούδι η Φωτεινή Γεωργουδάκη.



ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

53 γυναίκες συγγραφείς της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας ενώνουν τις φωνές τους σε μία «Φωνή», θέλοντας να μιλήσουν για την πραγματικότητα της έμφυλης βίας, για τις δομές της έμφυλης κυριαρχίας, για τα βιώματα της καταπίεσης αλλά και του αγώνα για ενδυνάμωση, χειραφέτηση και αλληλεγγύη.

Τα διηγήματά τους συγκλονίζουν, καθώς αφηγούνται ιστορίες βίας και αντίστασης ταξιδεύοντας από τα πιο απόμακρα χωριά ώς τις μεγαλουπόλεις, από την Ευρώπη ώς τα βάθη της Αφρικής και τη Λατινική Αμερική. Με τον νου πάντοτε στις πρωτοπόρες Ελληνίδες συγγραφείς που ξεχάστηκαν από την επίσημη Ιστορία, οι συγγραφείς του βιβλίου, ζώντας κι αυτές την πραγματικότητα της έμφυλης βίας με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στο ένα ή στο άλλο πεδίο της καθημερινής ζωής, θέλησαν να δυναμώσουν τη φωνή των γυναικών και να ακουστεί η αλήθεια τους.

Οι συγγραφείς του τόμου είναι μέλη του Δικτύου γυναικών συγγραφέων κατά της έμφυλης βίας και των γυναικοκτονιών «η φωνή της».

Τα έσοδα από τα δικαιώματα του βιβλίου θα δοθούν στο Ευρωπαϊκό Δίκτυο κατά της Βίας.

Δευτέρα 29 Απριλίου 2024

Σωτηράκ Καράντζα, "Η Βιβλιοθήκη ή «Το ημερολόγιο ενός αναγνωστικού καταστρώματος»"




Η Βιβλιοθήκη
ή
«Το ημερολόγιο ενός αναγνωστικού καταστρώματος»
(αποσπάσματα)


[…]
Δεν είναι η ιστορία μιας ώρας, άρχισε τη διήγησή του ο Αόρατος Επισκέπτης, ούτε ενός μεγάλου γεγονότος. Δεν είναι ιστορία ταξιδιών στον κόσμο. Το αντίθετο: είναι μια ιστορία που εκτυλίσσεται μέσα σε ένα δωμάτιο. Ναι, ναι... μην εκπλήσσεστε... Είναι η ιστορία μιας βιβλιοθήκης, η οποία σήμερα ανήκει σε μένα. Είναι η ιστορία μιας ιδιωτικής βιβλιοθήκης, ενός καθηγητή της Αλβανικής Γλώσσας και της Παγκόσμιας Λογοτεχνίας. Είναι η Βιβλιοθήκη του πατέρα μου.
[…]
Κάθομαι μπροστά σε αυτήν τη βιβλιοθήκη σχεδόν κάθε μέρα. Την παρατηρώ, βγάζω ένα βιβλίο από κάποιο ράφι, διαβάζω μερικές σειρές, χαϊδεύω το βιβλίο και το ξαναβάζω πάλι στη θέση του. Έχω την εντύπωση ότι κάθε βιβλίο έχει τη δική του, μια sui generis, μυρωδιά. Κάθε βιβλίο έχει μια ξεχωριστή ιστορία να διηγηθεί, η οποία μπορεί να σε αρπάξει, να σε κάνει να ξεχάσεις πού βρίσκεσαι, να χάσεις την αίσθηση του χρόνου και η φαντασία σου να πάρει φτερά και, με τον Πήγασο της Ελληνικής Μυθολογίας, να πετάς πάνω στα σύννεφα, όπως οι θεοί του Ολύμπου. Μπορεί κάποιο βιβλίο να μοιάζει με τη ζωή σου, λες και γράφτηκε για σένα, μπορεί να σε κάνει να κλάψεις ή να γελάσεις.
[…]
Θα αναρωτιέστε ίσως: οι βιβλιόφιλοι, οι παλαιοβιβλιοπώλες, οι παθιασμένοι αναγνώστες βιβλίων –σε αυτήν την τελευταία κατηγορία κατατάσσω και τον εαυτό μου− ποιον κοινό παρονομαστή έχουν; Είναι τρελοί; είναι Δον Κιχώτες με ευγενική τρέλα; ή είναι κινητές βιβλιοθήκες που εξευγενίζουν και εξημερώνουν με την παρουσία τους την ανθρώπινη κοινωνία; Βεβαίως, είναι αυτό το τελευταίο. Σκοπός τους είναι να μεταδώσουν την αγάπη τους για τα βιβλία, να επικοινωνήσουν τις γνώσεις τους με άλλους αναγνώστες, να κληροδοτήσουν τα βιβλιοφιλικά τους «γονίδια» και να μεταδώσουν «γενετικά» την πληροφορία από τη μια γενιά στην άλλη. Αυτοί είναι οι φύλακες των βιβλίων.
    Ένας τέτοιος είναι και ο δημιουργός της βιβλιοθήκης που συζητάμε, ο πατέρας μου, ο οποίος μου μετέδωσε την αγάπη για τα βιβλία. Αμφιβάλλω όμως εάν θα σταθώ στο δικό του ύψος και εάν θα μπορέσω να κάνω το ίδιο και για άλλους. Αυτός, είναι ένας άνθρωπος παθιασμένος με την κλασική λογοτεχνία και με τα βιβλία. Με υπομονή και θυσίες δημιούργησε αυτή τη βιβλιοθήκη. Πάντα με εξέπληττε η ικανότητά του να επιλέγει βιβλία. Οι υπάλληλοι των βιβλιοπωλείων τον γνώριζαν και του κρατούσαν στην άκρη τις καινούργιες εκδόσεις, οι οποίες για την εποχή που μιλάμε ήταν λίγες, ενώ, αντιστρόφως, η ζήτηση ήταν μεγάλη. Υπήρχε μια σιωπηρή συμφωνία ανάμεσα στον βιβλιοπώλη και στον πατέρα μου. Όμως, δεν ήταν μόνο ο πατέρας μου που είχε πάθος με τα βιβλία. Είχε και πολλούς φίλους που μοιράζονταν το ίδιο πάθος. Κάποιοι από αυτούς έφυγαν πέρα από τον Ατλαντικό.

[…]

Δεν κατάλαβα πώς έφτασαν περασμένα μεσάνυχτα. Άνοιξα τα μάτια σα να ξυπνούσα από όνειρο μαγικό παρατηρώντας ότι το παράθυρο ήταν κάπως ανοιχτό, ενώ ο Αόρατος Επισκέπτης είχε φύγει χωρίς να το καταλάβω. Στο τζάκι η φωτιά είχε πέσει και κομμάτια από κάρβουνο έλαμπαν σα μεγάλα ρουμπίνια στο μισοσκόταδο του δωματίου. 
    Από το μισάνοιχτο παράθυρο έμπαινε καθαρός και κρύος αέρας. Σηκώθηκα και το έκλεισα. Ρίχνοντας μια ματιά έξω, παρατήρησα ότι το χιόνι είχε σταματήσει και τα κρύσταλλά του έλαμπαν από το φως του δρόμου. Το κλαδί της μηλιάς κεντημένο από το χιόνι, κουνιόταν ανάλαφρα σα να αποχαιρετούσε τον Αόρατο Επισκέπτη που έφυγε χωρίς να το καταλάβω όπως ο ήρωας ενός βιβλίου.
[…]
Οι μεταμεσονύχτιες ώρες έχουν τη μαγεία τους και το μυστήριό τους. Ας τις αφήσουμε ήσυχες, γιατί αυτές φέρνουν τα όνειρα. Αφήστε τα βιβλία για τέτοιες ώρες να νανουρίζονται στα ράφια τους και να ονειρεύονται για ανθρώπους που θα τα αγαπάνε, θα τα διαβάζουν και θα τα προσέχουν.
    Τα βιβλία έχουν πολλά να πουν· για τον κόσμο, για τον εαυτό τους και για τον ιδιοκτήτη τους. Θα σου επιστρέψουν στο πολλαπλάσιο την υλική αξία που ξόδεψες για να τα αγοράσεις, μεταστοιχειωμένη όμως τώρα σε αξία γνώσης και πολιτισμού. Αυτήν την ανταλλαγή, κανένα χρηματιστήριο του κόσμου δεν μπορεί να την πραγματοποιήσει.
[…]





Από το βιβλίο «Η Βιβλιοθήκη ή "Το ημερολόγιο ενός αναγνωστικού καταστρώματος"», εκδ. Κουκκίδα, 2023.
Επιμέλεια, πρόλογος: Κωνσταντίνα Χατζηϊωαννίδου.

Πέμπτη 4 Απριλίου 2024

Αριστούλα Δάλλη, "Το δέρμα της φώκιας"





ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ ME TO ΜΠΛΕ ΠΑΛΤΟ
 
 
Τέσσερις άνθρωποι τυλιγμένοι σφιχτά στα πανωφόρια μας περιμένουμε στην αίθουσα αναμονής για μία εξέταση τομογραφίας. Κοινό μας χαρακτηριστικό οι παράξενες φυσιογνωμίες μας.
    Ο πιο ηλικιωμένος από μας βουλιάζει αμίλητος στην πολυθρόνα του. Τα χείλη του είναι δύο οριζόντιες γραμμές και τα άχρωμα μάτια του σκιάζονται από πυκνά λευκά φρύδια. Ο νεαρός άνδρας που κάθεται στον καναπέ έχει υπερβολικά μεγάλα αυτιά. Πετιούνται δεξιά και αριστερά σαν φτερά αεροπλάνου. Η κυρία απέναντι μου είναι φαλακρή. Τα παχιά της χείλη έντονα βαμμένα κόκκινα. Δεν έχει ματοτσίνορα. Ψάχνω στην τσάντα μου για χαρτομάντιλο, θέλω να σκουπίσω και να κρύψω τη μεγάλη στραβή μου μύτη που δεσπόζει στο πρόσωπό μου, αλλά δεν βρίσκω τίποτε εκτός από τσιγάρα.
    Τότε ακούω το όνομά μου. Ακολουθώ τον γιατρό. Στο γυάλινο διαχωριστικό ανάμεσα στα δύο δωμάτια αντικρίζω την αντανάκλασή μου. Μία άγνωστη γυναίκα με μπεζ παλτό και άδειο πρόσωπο με κοιτάει με ύφος χαμένο.
    «Μην ανησυχείτε» λέει ο γιατρός. «Είναι μία τυπική εξέταση».
    Προχωρώ υπνωτισμένη. Πρέπει να μείνω ακίνητη μέσα στον τομογράφο έως ότου τελειώσουμε. Κλείνω τα μάτια μου και αφήνω τις εικόνες που έρχονται ελεύθερα στο μυαλό μου.
    Ένα κοριτσάκι μ’ ένα μπλε παλτό και σκούφο εμφανίζεται απρόσκλητο.
    Είμαι εγώ στα επτά μου χρόνια και ακτινοβολώ από χαρά. Ο πατέρας μου που λείπει συχνά σε ταξίδια, έχει γυρίσει και μου έχει φέρει ένα πολύ όμορφο βελούδινο παλτό και σκούφο. Όταν τα φορώ δεν βλέπω τη μεγάλη μύτη μου για την οποία με κοροϊδεύουν τα παιδιά στο σχολείο.
    «Αυτό είναι το αληθινό σου πρόσωπο. Είσαι όμορφη γιατί σ’ αγαπώ» μου έλεγε ο πατέρας καθώς με σήκωνε στην αγκαλιά του. Τούτο ήταν και το τελευταίο δώρο του πριν φύγει για πάντα.
    Με εγκλωβισμένο το κεφάλι και το σώμα μου στο κουβούκλιο του τομογράφου μιλάω σε κείνο το κοριτσάκι για πρώτη φορά. Και για πρώτη φορά αυτό γυρνά, με κοιτάζει στα μάτια και μου χαμογελά.
    Ακούω στ’ αυτιά μου τη φωνή του γιατρού.
     «Τελειώσαμε. Όλα καλά».
    Την ώρα που φεύγω, ρίχνω μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη του διαδρόμου. Το μπεζ μου παλτό έχει αλλάξει χρώμα, έχει γίνει μπλε.
Χαμογελώ ευτυχισμένη καθώς βλέπω από την άλλη όχθη του καθρέφτη μία όμορφη γυναίκα να μου γνέφει «σ’ αγαπώ».





ΤΟ ΓΑΛΑΖΙΟ ΜΑΤΙ


Η μητέρα με φώναζε Τζο. Όλη την ημέρα ήταν σκυμμένη πάνω από το καλάθι με τα χρωματιστά νήματα και έφτιαχνε για μένα ζακέτες, σκουφιά, κασκόλ. Όταν μεγάλωσα έπλεκε τα φορέματα μου. Αγαπημένο της χρώμα το κόκκινο.
    Μία μέρα μου χάρισε τον Άντι, έναν πολύχρωμο παπαγάλο, και όλα τα κοσμήματα της. Δεν αποχωρίστηκα τίποτε δικό της. Ούτε τα δύο διαφορετικά σε χρώμα μάτια που κληρονόμησα από αυτήν. Καστανό το αριστερό και γαλάζιο το δεξί. Μου άρεσε από παιδί να ζωγραφίζω. Αντί για μολύβι και τετράδιο κρατούσα πάντα πινέλο, τελάρο και χρώματα. Κανένας δεν ήξερε ότι τα μοντέλα στους πίνακες μου τα έβλεπα μόνο μέσα από το γαλάζιο μάτι μου, κλείνοντας το καστανό. Ήταν πάντα μία πύλη ανοιχτή στο κόσμο του θαυμαστού.
    Όλα άλλαξαν όταν η μητέρα έφυγε από την ζωή ξαφνικά. Τότε ο παπαγάλος, κατάσκοπος της μητέρας μου, κάθισε για τα καλά στον ώμο μου. Με φώναζε Τζο, μιμούμενος αυτήν. Πολλές φορές έσκυβε με περιέργεια μέσα στο γαλάζιο μάτι μου για να δει τι βλέπω. Μία φορά έσκυψε τόσο πολύ που με το ράμφος του έσπρωξε το μάτι μου πέρα από την πύλη. Όσο κι αν έψαξα δεν μπόρεσα να το βρω. Η πύλη έμεινε ολάνοιχτη στο κενό.
    Έτσι κατέβασα το βλέφαρό μου και την έκλεισα για πάντα. Για τιμωρία έκοψα τη γλώσσα του Άντι, και με το πινέλο και έβαψα τα πολύχρωμα φτερά του μαύρα. Πέταξα τα φορέματα. Φόρεσα παντελόνι. Από τότε αυτός είναι πια ένα μαύρο άσχημο κοράκι και εγώ ο άνθρωπος με το ένα μάτι.


*   *   *


Το δέρμα αποτελεί ζωτικό όργανο για τη βιολογική λειτουργία. Είναι όμως και το κατεξοχήν επικοινωνιακό μέσο, ο ενδιάμεσος χώρος μεταξύ του εσωτερικού σώματος και του εξωτερικού κόσμου.
    Ανάλογα με τα πρώτα ερεθίσματα που καταγράφει ο υποδοχέας δέρμα, άλλοτε διαμορφώνεται μία υγιής και άλλοτε μία κατακερματισμένη εικόνα του εαυτού.
Στην πρώτη της συλλογή διηγημάτων, η Αριστούλα Δάλλη δίνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στη γυναίκα ως Θηλυκή Αρχή, ως σχέση με την Αρσενική Αρχή, ως Αρχέγονη Μητέρα, ως πρωταρχική σκηνή της αίσθησης στον κόσμο.
    Οι ήρωές της –αρχετυπικές μορφές– πορεύονται ανάμεσα στην ορμή της ζωής και του θανάτου, στο σωματικό και ψυχικό Εγώ, στην προδοσία και στη δέσμευση, στο μίσος και στην αγάπη, ανιχνεύοντας την ταυτότητα και το πρόσωπό τους.
 
Από το οπισθόφυλλο της έκδοσης





Από το βιβλίο «Το δέρμα της φώκιας», εκδ. Βακχικόν, 2024.




Η Αριστούλα Δάλλη γεννήθηκε στα Γρεβενά και ζει στη Θεσσαλονίκη. Εργάστηκε στη Δημόσια Υγεία ως φυσικοθεραπεύτρια. Είναι Εικαστική ψυχοθεραπεύτρια, Συστημική οικογενειακή θεραπεύτρια, υπεύθυνη συντονίστρια του Κέντρου Προσωπικής Ανάπτυξης και Ψυχοθεραπείας μέσω της Τέχνης Άκεσα, Θεσσαλονίκη. Είναι εικαστικός με συμμετοχή σε ομαδικές εκθέσεις και γράφει πεζά, ποιήματα, δοκίμια και βιβλιοπαρουσιάσεις. Έργα της έχουν συμπεριληφθεί στους συλλογικούς τόμους Φλέβες γραφής (εκδόσεις Ρώμη 2019), Η συμβολή των Ψυχοθεραπειών μέσω της Τέχνης στην Ψυχιατρική Θεραπευτική (εκδόσεις Βήτα 2019), Επιστολές από μια άλλη ήπειρο (εκδόσεις Ρώμη 2022) και Ο χρόνος που περνά και χάνεται (εκδόσεις Παρέμβαση 2023), ενώ έχουν φιλοξενηθεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά, όπως τα: Περί Ου, Παρέμβαση, fractal, frear, Culturebook, Θευθ και Καρυοθραύστις. Το δέρμα της φώκιας είναι το πρώτο της βιβλίο.

Κυριακή 28 Μαΐου 2023

Μαρία Κουγιουμτζή, "Ο χορευτής" (από τη συλλογή διηγημάτων "Forever")




Ο χορευτής


Όταν ο δημοσιογράφος Ρόουζ συνάντησε τον διάσημο χορευτή Γκένιους σκύβοντας με κάποιο θράσος πολύ κοντά στην ολόξανθη κεφαλή του, τον ρώτησε αν είναι αλήθεια πως είναι αρραβωνιασμένος με την αμφιλεγόμενης αξίας χορεύτρια Νεκρίνα που διέπρεπε στο θέατρο Άβατον ερμηνεύοντας την Σαλώμη. Ο Γκένιους χωρίς να γυρίσει προς το μέρος του σήκωσε με χάρη τους ώμους  ρωτώντας, από πού προέκυψε αυτό. Ο Ρόουζ κάπως απειλητικά και ταυτόχρονα δουλικά του είπε πως τον αναγνώρισαν να κάθεται στο θεωρείο που κρατούσε εκείνη για τους προσωπικούς φίλους της, προσηλωμένος στον χορό της τόσο, που δεν αντιλήφθηκε πως το θεωρείο είχε γεμίσει ασφυκτικά από τους θαυμαστές του που σπρώχνονταν, με υποκλίσεις και βγάλσιμο του καπέλου, ποιος θα του συστηθεί πρώτος.
       Ο χορευτής είπε τότε ήσυχα πως ήταν γνωστό ότι πολλοί μιμητές της εμφάνισής του κι όχι της τέχνης του απολάμβαναν ένα ψεύτικο θαυμασμό και μερικές ερωτικές νύχτες με αφελείς γυναίκες, πλαστογραφώντας το παρουσιαστικό, το ντύσιμο και μερικές απ’ τις ατάκες του. Απ’ όλους αυτούς έλειπε ο αέρας που δίνει η αυθεντικότητα, ενώ το πρόσωπο και οι κινήσεις τους είχαν κάτι το υπερβολικό και ταυτόχρονα κενό, όπως κάθε τι το ψεύτικο. Η ομιλία τους εκτός της ελαφρότητας των λόγων τους είχε ένα αξάν απωθητικό, καθώς άφηνε το ίχνος μιας εσωτερικής τσιρίδας. Ένα έμπειρο μάτι δεν χρειάζεται παρά μερικά λεπτά για να ξεχωρίσει την απάτη, ενώ για την τέχνη του και της χορεύτριας την οποία αγνοούσε, ίσως χρειαζόταν χρόνια για να εδραιωθεί ή να αποκατασταθεί ή να καταποντιστεί η αξία τους.
      Η τέχνη έχει τον χρόνο με το μέρος της ή εναντίον της. Όμως ο ίδιος ο χρόνος φαίνεται να αδιαφορεί παντελώς, στην καλύτερη δε περίπτωση κτίζει ένα μαυσωλείο και τους τοποθετεί εκεί ακίνητους και θαμπούς από τη σκόνη.
       Παρόλο που ο δημοσιογράφος έκανε μερικά βήματα προς τα πίσω, παρατηρώντας εκ νέου την κορμοστασιά και το πρόσωπο του χορευτή, δεν ήταν σίγουρος αν μιλούσε με τον ίδιο τον Γκένιους ή με κάποιον από τους μιμητές του. Ένιωσε μια τρομώδη απέχθεια σκεπτόμενος ότι κρατούσε το διπλό κλειδί, του σημαντικού και του ασήμαντου, άχρηστο και ταυτόχρονα απαραίτητο, για την προστασία που πιθανόν παρείχε στη θνητότητα και των τριών τους.


Τα λόγια, η ευφυής ασάφεια των προθέσεων, το λαμπρό περιτύλιγμα των ενδυμάτων του Γκένιους, η κομψότητα και η χάρη του, η πληθώρα των κουστουμιών της Νεκρίνας που η φαντασία των ειδικών μόδιστρων της παρείχε, ως προς τον χρωματισμό, τον όγκο των φορεμάτων που σάρωναν τη σκηνή, και των κοσμημάτων που στόλιζαν τα γυμνά μέρη του σώματός της, κάτι που εξωθούσε τους θαυμαστές της σε παραλήρημα, όλη αυτή η ζωντάνια, το πάθος, η ευεξία της συναναστροφής, η λάμψη που εξέπεμπε η ίδια η ανθρώπινη παρουσία, οι σαμπάνιες και τα πούρα που ακολουθούσαν μετά την παράσταση, οι δυνατές φωνές, ο σίφουνας του χορού πάνω στην πίστα με τις εκρήξεις των φώτων και της μουσικής, η επαφή των σωμάτων, έμοιαζε σαν ένα θέαμα και μια δημιουργία έργου, που έτσι κι αλλιώς έσβηνε, χανόταν, υποχωρούσε σε μια ανευθυνότητα του χρόνου που ακάματος την επαναλάμβανε αενάως με νέους πρωταγωνιστές και κομπάρσους.


Εντούτοις ο Ρόουζ παρηγορήθηκε σύντομα όταν στρίβοντας τη γωνία, είδε να πλησιάζει ένας νέος μιμητής, γεμάτος κομψότητα και χάρη, ή ο ίδιος ο υπέροχος Γκένιους διασχίζοντας με θάρρος και ορμή τον δρόμο και ήταν σαν να του πρόσφερε ένα πικρό καφέ που η πίκρα του κατέληγε σε απόλαυση, ή ίδια η ζωή του έβαζε στα χείλη ένα δυνατό ποτό που του έφερε ηδονική ζάλη.


Μαρία Κουγιουμτζή




Από τη συλλογή διηγημάτων «Forever», Εκδόσεις Καστανιώτη, 2023.

Τετάρτη 17 Μαΐου 2023

Γιώργος Ν. Σιώμος, "Όμορφα χωριά"





Τα καυσόξυλα


Μια στοίβα καυσοξύλων, σαν σαρακατσάνικο καλύβι ή σαν πυραμίδα μικρή των αρχαίων Αιγυπτίων φθαρμένη από βροχές κι αστροπελέκια, ή σαν αλβανικό πολυβολείο επί Χότζα, με στραμμένες τις κάννες προς όλες τις κατευθύνσεις -στη βάση της συκομουριάς, μοιάζει με σμήνος μελισσών που το ’σκασε απ’ την κυψέλη και τρυγάει με βουλιμία τη γύρη των ανθών ή μ’ ένα κοπάδι πρόβατα στον ίσκιο του μεσημεριού καθώς και με συνέλευση στοχαστικών ανθρώπων.


Από την ενότητα
«Ερημία»





Οι μπουσλίκες


      Τώρα πια που δεν μου μένει παρά να γυρίζω πίσω, βάζω τα χέρια μου στις τσέπες και βρίσκω παλιά απομεινάρια μνήμης. Σε κάθε τσέπη απ’ το σακάκι ή το αμάνικο που έχει και πολλές, πιάνω μια και δυο και τρεις μπουσλίκες. Έχουν σχήμα σφαιρικό μικρού οχήματος εξωγήινων πολιτισμών με μια λωρίδα εξογκώματα μικρά στη μέση που σκίζει, όπως η νοητή γραμμή του Ισημερινού τη γη. Μοιάζουν και με γράφημα ψηφιακό του κορονοϊού, αν του αφαιρέσουμε πολλές ακτίνες απ’ τους πόλους. Καρποί είναι των θάμνων της βελανιδιάς σαν στρόγγυλα μικρά καρύδια.
    Αντί για μπίλιες που δεν είχαμε, παίζαμε τις μπουσλίκες στα διαλείμματα των μαθημάτων. Ένας, ο πιο μάγκας, ο πιο έξυπνος, ο πιο πανούργος κι επιδέξιος, την είχε καψαλίσει τη μπουσλίκα του απ’ τη μια πλευρά, σημάδευε του αντίπαλου τη μπίλια και κέρδιζε συνέχεια. Είχε αποκτήσει δυνάμεις μαγικές, υπερφυσικές, γιατί και τα κορίτσια, πάνω στα πρώτα μας σκιρτήματα, τον έβλεπαν μ’ άλλο μάτι κι αυτόν και την μπουσλίκα του. Ακόμα κι εκείνη η πιο όμορφη, η πιο θελκτική, η πιο ελκυστική που όλοι επιζητούσαμε την εύνοιά της, εκείνη η κοπελιά η αμυγδαλομάτα που τώρα από κλινική σε κλινική γυρνάει και υποφέρει, μου την θυμίζει η μπουσλίκα που κρατάω στην απαλάμη μου και τη χαϊδεύω, όπως δεν χάιδεψα ποτέ εκείνη.


17/12/’21

_________________________________________
* μπουσλίκα= ο καρπός του θάμνου της βελανιδιάς


Από την ενότητα
«Ερημιά»





Το φύλλο


«Μακάρι να ήμουν φύλλο, να πετούσα.
Κι εσύ παππού, να ήσουν φύλλο
να πετούσαμε μαζί…»
είπε ο πεντάχρονος εγγονός μου,
καθώς έβλεπε τα φύλλα της βελανιδιάς
να τα παίρνει ο άνεμος.





Τα δέντρα ανθίζουν ερήμην μας


Πρώτα οι αμυγδαλιές και οι κορομηλιές.
Έπειτα, οι κερασιές και οι αχλαδιές.
Κατόπιν, οι κυδωνιές και οι μηλιές.
Α και οι πασχαλιές… οι πασχαλιές!
Από κοντά, οι συκιές και οι καρυδιές
σκάνε πράσινα μπουμπούκια.
Εμείς μπορεί να είμαστε εδώ
ή να λείπουμε μακριά
-στη Γερμανία, στην Αυστραλία-
ή μπορεί ακόμα να είμαστε και μακαρίτες.
Μπορεί τα σπίτια μας να έχουνε ρημάξει,
όμως τα δέντρα στις αυλές μας ανθίζουν.
Ερήμην μας ανθίζουν.




Από την ενότητα
«Το κέλυφος της πλήξης»





Από το βιβλίο «Όμορφα χωριά» (27 Πεζά | 38 Ποιήματα), εκδ. Παρέμβαση, 2023.

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2022

Ιγνάτης Χουβαρδάς, "Ο Θεόδωρος"





Ο ΘΕΟΔΩΡΟΣ


Όταν ο Θεόδωρος μπλέχτηκε μαζί της, δεν υπήρχε καμία αμφιβολία για την ορθότητα της επιλογής του. Η Μάρω ήταν πολύ γλυκιά, του άρεζε υπερβολικά, το βλέμμα της, το σώμα της, η φωνή της. Εκείνο που μέτρησε ακόμα πιο πολύ ήταν ο χαρακτήρας της, ζεστός, γενναιόδωρος, γεμάτος αισθήματα. Ένιωθε πως η Μάρω τον αγαπά. Κι εκείνος είχε δεθεί μαζί της. Την παντρεύτηκε σε ένα μικρό κι απόκρημνο μοναστήρι, με ελάχιστους συγγενείς και φίλους. Τα πρώτα χρόνια δεν υπήρχε ούτε ένα ψεγάδι, μόνο αγάπη. Επιστέγασμα της συζυγικής σχέσης ήταν ένα μωράκι, που τους έκανε ακόμα πιο ευτυχισμένους. Το άλμπουμ γέμιζε με φωτογραφίες, ένας κήπος όλο χαμόγελα.
      Πρέπει να ήταν η κορούλα του τρεισήμισι χρονών, όταν συνάντησε αναπάντεχα τη Ρίκα στην αγορά. Ήταν μια γυναίκα που είχε λατρέψει πριν γνωρίσει τη Μάρω, ήταν όμως κι εκείνη που τον πρόδωσε. Έκανε δύο χρόνια για να συνέλθει από την ιστορία της. Μίλησαν για λίγο και δεν της έκρυψε ότι έχει παντρευτεί, ότι έχει ένα κοριτσάκι. Ήταν σίγουρος και για τη δική της ευτυχία, αλλά εκείνη τον διέψευσε. Η Ρίκα μια μέρα έστειλε ένα μήνυμα. Συναντήθηκαν κι ήταν σαν να μην πέρασε ούτε ένα λεπτό. Δεν μπορούσε ούτε κι ο ίδιος να εξηγήσει γιατί δεν μπόρεσε ν' αντισταθεί, γιατί αναίρεσε τόσο εύκολα τις αρχές του.
    Σύντομα εγκατέλειψε τη Μάρω και την κόρη του. Εγκαταστάθηκε στο σπίτι της Ρίκας. Ένα διαζύγιο γεμάτο πόνο και δάκρυα. Νέος γάμος με τη Ρίκα. Τρία χρόνια μαζί της ηδονικά κι έπειτα η έλευση ενός μωρού, κοριτσάκι κι αυτό. Ο Θεόδωρος περίμενε ότι θα ζούσε μια ανάλογη κατάσταση οικογενειακής ευτυχίας αλλά η Ρίκα άλλαξε απότομα. Όσο ερωτική ήταν, άλλο τόσο άπιστη αποδείχθηκε για μια ακόμη φορά. Τον έδιωξε. Κι έμεινε μόνος, να πληρώνει ανατροφές για τις δύο κόρες.
      Τώρα ο Θεόδωρος ζει σε μια γκαρσονιέρα. Μετάνιωσε πικρά. Πληρώνει τα λάθη, τον πόνο που προκάλεσε. Η ηδονή, δυστυχώς, είναι κάτι περίεργο, ανεξέλεγκτο, καταιγιστικό, μεθυστικό, θανατηφόρο. Οι αισθήσεις μπερδεύονται, η λογική σταματά. Οι φίλοι του εξακολουθούν να τον αγαπάν, υπερβολικά. Οι γονείς του έφυγαν από τη ζωή. Με τον αδελφό του οι σχέσεις απόμακρες. Γυναίκες διάφορες, όλα επιφανειακά, καμιά συγκίνηση, να περνούν οι μέρες, να γεμίζουν.


Ιγνάτης Χουβαρδάς




Από το βιβλίο «Γδύνομαι, ντύνομαι, γδύνεται», εκδ. Μπιλιέτο.

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2022

Κατερίνα Γαϊτάνου, "Μνημόσυνο"



 
ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ


    Το σαλόνι λουζόταν από άπλετο φως, χρυσές λωρίδες οκτωβριάτικου ήλιου στο απόγειό του. Έπαιζαν με τις σκιές πάνω στην κουρτίνα, με τα τυχαία σχήματα άλλοτε να μακραίνουν κι άλλοτε να γίνονται μικρά, το γνωστό παιχνίδι. Με κανένα νόημα, κανέναν συγκεκριμένο σκοπό, κοιτάζεις ακολουθώντας την κίνηση, μέχρι να βαρεθείς.
     Αυτά όμως είναι και τα αληθινά παιχνίδια. Δε χρειάζονται διαφημιστή ή χορηγό για να πουλήσουν. Έχουν ρυθμό, δεν έχουν συγκεκριμένο περιεχόμενο, τα κάνεις εσύ ό,τι θέλεις με τον νου σου. Αντίπαλος μπορεί να είναι μόνο ο εαυτός σου. Μεγαλώνει το σχήμα στην κουρτίνα; Νικάς εσύ. Μικραίνει; Σε προσπερνά ο εαυτός σου. Μεγαλώνει πάλι; Ορίστε, ξανά εσύ μπροστά. Μίκρυνε; Τσουπ, πάλι μπροστά ο άλλος. Για όση ώρα αποφασίσεις εσύ. Αναλόγως με το ποιος θέλεις να νικήσει.
    Προς το παρόν κερδίζω, γιατί τα μεγάλα σχήματα είναι πιο πολλά από τα μικρά. Κοιτάζω προσπαθώντας να εντοπίσω αν παίζει και κάποιος άλλος το ίδιο παιχνίδι, όμως κανείς δε φαίνεται να ασχολείται με την κουρτίνα. Έξω από το παιχνίδι μου απουσιάζει κι ο ρυθμός. Πορσελάνινα φλυτζάνια που ακουμπούν στο πιατάκι του καφέ, πού και πού κανένα σχόλιο για τα καθημερινά, βήματα που πλησιάζουν κι απομακρύνονται. Σε τυχαία όμως σειρά. Εδώ έξω μάλλον κερδίζει η σιωπή, μιας και επικρατεί τον περισσότερο χρόνο.
    Η σιωπή προσφέρει ασφάλεια. Κι οι άνθρωποι χρειάζονται να νιώθουν ασφαλείς, ειδικά σε ένα μνημόσυνο.
    Ξαφνικά θυμάμαι ότι έχω αφήσει τα παράθυρα του δωματίου μου ανοιχτά πολλή ώρα, κι η σκέψη με διακόπτει προσωρινά από το παιχνίδι. Εδώ, χωρίς τις κουρτίνες, το φως κι ο αέρας προδίδουν την εποχή. Κάποτε ονειρεύτηκα ότι είχε πηδήξει μέσα από το ακριανό παράθυρο ένα μικρό γυφτάκι από το απέναντι σπίτι. Πώς τα κατάφερε; Τι ήθελε; Τα όνειρα δε δίνουν απαντήσεις.
    Επιστρέφω στο σαλόνι. Η θέση μου είναι πιασμένη από κάποιον μακρινό συγγενή που μπήκε πριν λίγο. Με θυμάται μικρή, εγώ πάλι όχι. Όμως είναι πάντα κάπως παρήγορο να σε θυμούνται άνθρωποι που εσύ νομίζεις ότι τους βλέπεις για πρώτη φορά, βεβαιώνει ότι υπήρξες και στο πριν. Με ρωτάει κάτι για τη δουλειά, του απαντώ με δυο-τρεις φράσεις. Xαμογελά βουρκωμένος. Ή μπορεί να είναι τα μάτια του υγρά λόγω ηλικίας. Από μια ηλικία και μετά τα μάτια είναι μονίμως υγρά, έτσι δεν είναι;
    Ακούω τη θεία Καίτη να περιγράφει τη συνταγή για βασιλόπιτα. Θυμάται όλες τις λεπτομέρειες απ’ έξω, πόση ζάχαρη, πόση ώρα στο φούρνο, το σωστό ταψί. Η μαμά πάντα έλεγε ότι η ζαχαροπλαστική είναι πολύ πιο δύσκολη από τη μαγειρική. Λίγο να κάνεις λάθος στη δόση ενός υλικού και το γλυκό καταστράφηκε. Οι γυναίκες της μάζωξης παρακολουθούν με προσοχή, βρίσκουν τη συνταγή ενδιαφέρουσα.
   Έχει περάσει ένας χρόνος. Όλοι λένε, «ω, μα πότε πέρασε ένας χρόνος!» και πράγματι μοιάζει λιγότερο. Πολύ λιγότερο. Η αλήθεια δε βρίσκεται κάπου στη μέση εδώ. Η αλήθεια είναι ότι ο χρόνος δεν πέρασε καθόλου από τότε. Σταμάτησε εκεί, στο σημείο που συνέβη ο θάνατος. Πάντα εκεί σταματάει, και γι’ αυτόν που πεθαίνει και για εμάς που είμαστε μάρτυρες της αποχώρησής του. Κλειδώνει όλα τα πριν και τα μετά σε μία μόνο στιγμή, την τελευταία. Και σου δίνει την εντύπωση ότι συνεχίζει να κυλά κανονικά απλά και μόνο επειδή οι μέρες και οι νύχτες επαναλαμβάνονται με τον ίδιο ρυθμό.
     Αυτά σκέφτομαι καθώς οι άνθρωποι γύρω μου προσπαθούν να πείσουν τους εαυτούς τους ότι δεν κινδυνεύουν στο εδώ και στο τώρα.
    Στο παιχνίδι με την κουρτίνα αποφασίζω τελικά ότι είμαι με τον άλλον κι έχω ηττηθεί.


Κατερίνα Γαϊτάνου




Από τη συλλογή διηγημάτων «Κάμερα», εκδ. Ελκυστής, 2021.

Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2022

Ασημίνα Λαμπράκου, "...που λες κυρ επίσημέ μου..."




...που λες κυρ επίσημέ μου...


...τι είμαι ’γώ; Μια γυναίκα είμαι, μια απλή γυναίκα είμαι κομματάκι αλλοπαρμένη βέβαια, να το παραδεχτώ. Γιατί τι άλλο μπορεί νάναι ένας άνθρωπος που πλένοντας τις κατσαρόλες και τα ταψιά του εμπνέεται στίχους και γράφει ποιήματα και ιστορίες;
     Να, που λες, εκεί, τ’ απογέματα όπως πλησιάζω το νεροχύτη με το βαρύ του φορτίο, κάνω μια κλατς κι ανοίγω και το ραδιοφωνάκι πίσω μου, πάνω στο τραπέζι. Αναλογικό το ραδιόφωνο, μη φανταστείς τίποτε μεγαλεία ψηφιακά κι άλλα τέτοια των σύγχρονων τεχνολογιών. Αναλογικό και χάνει τον σταθμό στο πρώτο σκούντημα. Σε δουλειά να βρίσκονται τα δάχτυλα να ψάχνουν, μην πάθουν κι αγκύλωση από τη μονομέρεια στις κινήσεις του πληκτρολογίου…
     Μια από ’κείνες τις φορές, που λες κυρ επίσημε, όπως ξεσάλωνε η σκέψη μου πάνω από τα ταψιά κι έστηνα τον στίχο, πάει και χάθηκε ο σταθμός που έπαιζε από καιρό στα ερτζιανά μου. Πάει κι η φωνή του Οδυσσέα μαζί. Πάν’ κι οι εμπνεύσεις. Μαύρη μοναξιά έπεσε εντός μου. Σώθηκε το κέφι μου. Μαυρίσανε οι σκέψεις. Το ’ριξα στις αναλύσεις ξεχνώντας τις ποιήσεις. Έτσι λοιπόν, όπως καθάριζα μια μέρα κρεμμύδια για τα φασολάκια μου, σιγά μην τα φάνε!, εγώ πάντως τα μαγειρεύω..., μια σκέψη καλοκάθησε στο μυαλό μου. Πως και καλά η οικονομία είναι σαν το ντιβάνι της θειας της Μαριγούλας.

Πάνω στον ενθουσιασμό, παρατάω τα κρεμμύδια και το γράφω στον φίλο μου τον Σωτήρη. Πώς σιγά τον φίλο, κυρ Παπακωνσταντίνου; Καλύτεροι νομίζεις είναι οι …απέξω;
     Του το λέω λοιπόν για το ντιβάνι της θειας της Μαριγούλας και την οικονομία, κι αυτός τι μου απαντάει θαρρείς; Πως θεωρεί ανεπίτρεπτο για τον  ίδιο να γνωρίζει το ντιβάνι της θειας της Μαριγούλας και τι θα πει ο μπαρμπΑλέκος άμα μάθει πως γνωρίζει το ντιβάνι της θειας;… Όχι! Όχι! Δεν είναι θεια του Σωτήρη, μήτε δική μου θεια η Μαριγούλα. Έτσι φωνάζαμε τους μεγάλους στα χωριά μας, κυρ της οικονομίας μας. Καλά! εσύ χωριό δεν έχεις; Εμ, τότε τι ρωτάς;
     Είπε αυτά που λες ο Σωτήρης μα έπειτα απόσωσε να κάνει την πάπια κι είπε πως εικάζει [είδες λέξη ο φίλος μου, κυρ Παπακωνσταντίνου; Εσύ θα την σκεφτόσουν;], εικάζει που λες, πως θα έχει επάνω του μια κουρελού χιλιομπαλωμένη, που η θειά αλλά και οι γειτόνισσες κάνουν ότι δεν βλέπουν τα μπαλώματα και τις τρύπες και θέλουν να την παρουσιάσουν για πράγμα “τεφαρίκι” και θέλουν να παίρνουν όλο και μεγαλύτερο κομμάτι για να σκεπαστούν και ξεχνάνε πως κάθε που παίρνουν αυτές κομμάτι, ο μπαρμπΑλέκος μένει ξεσκέπαστος και πιο πολύ ο …απαυτός του, με αποτέλεσμα να βλέπει αντί για όνειρα, εφιάλτες!!

Εφιάλτες δεν έβλεπε ο μπαρμπΑλέκος, κυρ επίσημέ μου, αλλά τι να πει κι αυτός στη Μαριγούλα που κάθε που έσερνε αεράκι από την σκεβρωμένη πόρτα του σπιτιού και τον ακουμπούσε στον απαυτό του, νόμιζε ο δόλιος πως ήτανε χάδι απ’ το χεράκι της Αγγέλως του μανάβη, της κόρης του μπαρμπα-Μήτσου να σε χαρώ, που την έβλεπε ο θειος τα μεσημέρια να νίβεται στη βρύση της αυλής και να περνά τα δάχτυλα βαθειά στο ντεκολτέ να δροσίζεται κι ύστερα να γυροφέρνει τις πλεξούδες της να τις δροσίζει κι αυτές με το νερό απ’ το βρυσάκι, όμοιο με τα βρυσάκια απ’ τα μάτια της, σαν τις ελιές μαύρα, όμοια κι η ίδια με την Μαριγούλα του όταν νιά τον πιλάτευε με τα νάζια και τα καμώματά της να τόνε φέρει κοντά της. Και πως πεθυμούσε ο μπαρμπΑλέκος ν’ απλώσει το χέρι ν’ αγγίξει τις πλεξούδες της Αγγέλως, νιος να γίνει πάλε όπως στ’ όνειρά του, κύριος και νοικοκύρης, στητός κι υπερήφανος, με το βιος και τα καλά του, κανείς δε θα το μάθει. Γι’ αυτό, ούτε που τον ένοιαζε που το ντιβάνι του είχε κουρελού χιλιομπαλωμένη και την σέρναν οι γυναίκες, κ’ η δικιά του μαζί, να σκεπάσουν το στρώμα το τρύπιο κι αυτός κρύωνε. Αρκεί μ’ όλα τούτα να κερδίσει τη νια, την κόρη του μπαρμπα-Μήτσου.

Αυτά είχε κατά νου ο θειος κι ούτε που τα μαρτύραγε μόνο που έκανε τα σχέδια του να τα φτάσει.
     Κύλαγε όμως ο καιρός, η Αγγέλω μεγάλωνε, κι ο θειος κι η Μαριγούλα μεγάλωναν κι αυτοί αλλά από ηλικία. Η Αγγέλω όχι μόνο από ηλικία.
     Ψηλομύτα γινόταν η Αγγέλω καθώς μεγάλωνε· αυστηρή και ακατάδεχτη. Μα πάνω απ’ όλα εύθικτη. Κι όπως όλα τα χρόνια καταλάβαινε τα βλέμματα του μπαρμπΑλέκου, σαν έβγαινε τα μεσημέρια να δροσιστεί στη βρυσούλα της αυλής, θέλησε μια μέρα να τον εκδικηθεί για την ντροπή που την έκανε να νοιώθει κι ας ήταν το θηλυκό πρώτο που τον προκαλούσε με τις κινήσεις που γινόντουσαν επίτηδες για να κερδίζει τον θαυμασμό του γέρου.
     Μπούκαρε, που λες κυρ Παπακωνσταντίνου μου, μια μέρα των ημερών η Αγγέλω στο σπιτάκι του θειου και της Μαριγούλας, απροσκάλεστη όπως συνηθίζεται στα χωριά. Απόσωσαν τις καλημέρες, τα λόγια τα πολλά, τις καλοσύνες, ρίχνει η Αγγέλω μια ματιά τριγύρω σα να επιθεωρεί κι αρχίζει την κουβέντα για το ντιβάνι της κάμαρης. Πως και καλά δεν είναι στρωμένο εντάξει και πως έτσι κι όχι αλλιώς κ’ η κουρελού και που τη βρήκαν, τα μπαλώματα και πώς τα κάναν και δίνει μια η Αγγέλω και τραβά την κουρελού κι ορμήσανε οι τρύπες απ’ το στρώμα να χάσκουν έτοιμες να τους φάνε με στόματα ξεδοντιάρικα στραβά. Αποπληξία της ήρθε της Μαριγώς, ο μπαρμπΑλέκος ένοιωσε τα γόνατά του να λύνονται. Καρδιακό νόμισε του ήρθε.
     Μη φανταστείς όμως από ντροπή μ’ απ’ την αγωνία μη κι η Αγγέλω δει τις λύρες πο’ ’χαν κρυμμένες στο στρώμα. Γιατί κυρ επίσημέ μου, τα χούγια συνοδεύουν τον λαό κι ο λαός τα τιμά και τράπεζα πιο καλή απ’ το σπιτικό και το στρώμα του, ο κόσμος δε θα βρει. Τα ξέρεις…
   Μα η Αγγέλω, παρά το μεγάλωμα, την εξυπνάδα μισή την είχε, κι ούτε που παρατήρησε τίποτα, μόνο απ’ ανάγκη να τον προσβάλει τον μπάρμπα, κοίτα μπαρμπΑλέκο, τούπε, την άλλην την φορά που θάρθω, νάχεις βάλει την καλή την κουρελού στο ντιβάνι. Εκείνη που σου χάρισε ο μπάρμπας μου ο Μήτσος να σε χαρώ, στο γάμο σου, είπε και βγήκε από την σκεβρωμένη πόρτα σέρνοντας απειλητικά τις παντούφλες της στο μωσαϊκό.

Γύρισε ο μπάρμπας ο Αλέκος κι αγκάλιασε τη Μαριγούλα κι ένοιωσε μια ζέστα να τον διαπερνά πούχε ξεχασμένη. Άφησε μισή την κουβέντα του πώς και τι θα κάνανε να βρουν την κουρελού, το δώρο του γείτονα στο γάμο τους, –την είχαν πουλήσει βλέπεις,– κι έμεινε να χαϊδεύει το γερασμένο πρόσωπο της Μαριγώς του αναριγώντας στ’ αεράκι πο’ ’μπαινε από την σκεβρωμένη πόρτα του "αρχοντικού" τους.




Από τη συλλογή διηγημάτων «θα αγαπήσεις κι εμένα σήμερα;», Αθήνα 2022.


Έτος πρώτης γραφής: 2010
Αφορμή μια ανάρτηση του Σωτήρη Κανελλόπουλου στο δικό του blog που, πάντα και κυρίως, πάλευε με τα της οικονομίας
Υπουργός Οικονομίας, τότε, ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου
Πιάστηκα λοιπόν από τα του Σωτήρη κι άνοιξα κουβέντα με τον κυρ επίσημο… Από κοντά κι ο Σωτήρης
Πρώτη δημοσίευση στο blog: filoumena.blogspot.com
Εδώ και στη συλλογή με λίγες διορθώσεις

Αφιερωμένο με τιμή και σεβασμό, στη μνήμη του Σωτήρη Κανελλόπουλου του Χρήστου, ότι εκείνος ήταν που έδωσε το έναυσμα, αλλά και για την χρόνων στήριξη και φιλία στο διαδίκτυο.

Ασημίνα Λαμπράκου