Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γώγου Κατερίνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γώγου Κατερίνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2024

Κατερίνα Γώγου, "Το ξύλινο παλτό"





Πάνω μου θα περάσουνε
οι μπότες των καταχτητών
με το ρυθμό τους
της ντίσκο.
Μπέρτες θ’ ανεμίζουν ποιητές
και το κεφάλι θα μου λειώνουνε
φώτα χιαστί
σοσιαλφασιστικών αυτοκινήτων.
Φωνές θα με σκυλεύουνε.
Τα μάτια μου βασιλεμένα επάνω θα κοιτάν
ήλιοι θ’ ανεβοκατεβαίνουνε
στις πέρα συνοικίες
στιχάκια που δεν πρόλαβα
να κάνω για ζωή
αιμάτινη κλωστή
θα τρέχουν απ’ το στόμα μου
κι από την τρύπια τσέπη μου
χιλιάδες αποκόμματα της θύρας 13.



* * *




Είναι κάτι
μια σταλιά καραμελίτσες απ’ όλα τα χρώματα
που τις λένε θεάτρου.
Τις βάζουνε σε κάτι γυάλινα άχρηστα βάζα
στο πιο ψηλό το ράφι
γιατί δεν αγοράζονται πια.
Ήτανε κάποτε κάτι
μια σταλιά παιδία που κατεβαίνανε
από μακρινές συνοικίες
να διαγωνιστούνε στο ροκ.
Έκαψε η εποχή
το μυαλό και τη ζωή τους
και τα λεφτά τους σε γυάλινα άχρηστα βάζα
και δεν πουλάγανε πια.
Είναι κάτι
όλες οι νύχτες κι όλες οι στιγμές
έτοιμες
γυάλινα βάζα κι άνθρωποι
που πάνε πίσω πίσω μακριά
παίρνουνε φόρα από μακριά
βουτάν με το κεφάλι
τσακίζουν την απόσταση
τα τζάμια
σκληρό ναρκωτικό η μοναξιά
πηδάν απ’ τα παράθυρα απ’ τον 5ο
ανοίγουνε πανιά
και παν και καρφώνονται
στα καλώδια ψηλά
κι ατελείωτες παιδικές καραμελίτσες θεάτρου βρέχει από ψηλά
κι από κάτω περνάνε τα τρόλεϊ
κι από κάτω ο κόσμος
τα γλυκά
το Γκριν Παρκ
τα σινεμά
ο δρόμος
οι στενοί συγγενείς
στενό μαρκάρισμα η ζωή από κάτω τους
σικέ το παιχνίδι
κι από πάνω πέφτει πέφτει η βροχή
και μόνο τα παιδιά κι οι αλαφροΐσκιωτοι
τη βλέπουν
και σκύβουν και γεμίζουν τις τσέπες τους καραμελένια βροχή
και είναι η πρώτη κίνηση
αδερφική
στενή
που θα τους σηκώσει
που θα τους ανεβάσει
καρφωτούς στα καλώδια
κι από κάτω
τα τρόλεϊ
η στάση
μια σταλιά παιδιά
η προδομένη επανάσταση
και μακρινοί συγγενείς τα ίδια δηλαδή και τα ίδια…



* * *




Άσπρη είναι η αρία φυλή
η σιωπή
τα λευκά κελιά
το ψύχος
το χιόνι
οι άσπρες μπλούζες των γιατρών
τα νεκροσέντονα
η ηρωίνη.
Αυτά λίγο πρόχειρα
για την αποκατάσταση του μαύρου.



* * *




Τώρα
Ο Χίτλερ και ο Στάλιν
κάναν κατάληψη
στο τρίτο μάτι ζωής
τώρα οι άνθρωποι
μόνο στο φόβο ενωνόνταν
Τα όνειρά τους
χιλιάδες χρόνια πέφτανε χωρίς ήχο στο πάτωμα
σε μια χαραμάδα κρυβόντουσαν
γινόντουσαν αράχνες
από κει έβγαινε και μεγάλωνε και τρεφόταν
το μόνο πράγμα που τους ένωνε.
Τώρα οι άνθρωποι
μόνο στο φόβο ενωνόνταν
Τα όνειρά τους
λυπημένες κόλλες απ’ τα παράθυρα φτερούγιζαν
με ζωγραφιές από χιλιάδες καταστραμμένες εικόνες
καμένα δέντρα καμένες εικόνες ολικής καταστροφής
υπερπληθυσμός παραμορφωμένα πρόσωπα
από εικόνες καμένης άχρηστης γνώσης.
Τα όνειρά τους άσπρες κόλλες
ζωγραφισμένα σβησμένα πουλιά χωρίς φτερά
κυκλικές πολυθρόνες ιατρείων
βγαίνανε απ’ το στόμα τους μονάχα σύμφωνα λαρυγγικά
κ γ χ κ γ χ  βαθιά απελπισμένα
μ’ ένα παράπονο παιδικό μέσα στη λύπη σουρνόνταν
τους σκουπιδοτενεκέδες γεμίζανε
θα ξαναγινόντουσαν πολτός
να ξαναγράψουν άνθρωποι σ’ αυτούς
να τραφούνε μ’ αυτούς να τους ανακυκλώσουν
Τώρα οι άνθρωποι
είχανε άσχημο χρώμα πρασινοκίτρινο
και στο μέρος της καρδιάς
αναβόσβηνε συνεχώς
το κόκκινο φως κινδύνου…



* * *




Εδώ που έφτασα Εδώ
Με φριχτούς πόνους παντού
Στα διαμελισμένα και πρόχειρα βαλμένα μέλη μου
Στα τοιχώματα του ραγισμένου κρανίου μου
Στις εξόδους του μυαλού μου
Στην πεταμένη στο βόρβορο
Μέχρι θανάτου λυπημένη ψυχή μου
Ζητώ
Να μου δοθεί η Χάρις
Τα εγκλήματα όλων των δολοφονημένων να επωμιστώ
Το θρησκευτικό φανατισμό των οργισμένων
Την απόφαση για ζωή των θανατοποινιτών
Την απόφαση για θάνατο των αυτοκτονημένων
Των αγγέλων την πύρινη ρομφαία να μου δώσεις τα φτερά
Το εκδικητικό σκήπτρο των δαιμόνων
Να είμαι εκεί
Όπου δεν φτάνει ποτέ του ήλιου το φως
Να εκδικηθώ όλων των φυλακών τ’ ανήλιαγο σκοτάδι
Δαιμόνισσα με τους κακούς
Ταπεινή στους ταπεινούς
Θάνατος στους θανάτους
Γονυπετής, πρίγκιπα
Με φριχτούς πόνους παντού
Στο σώμα στην ψυχή και στο μυαλό
Στο όνομα της ζωής
Έτοιμη για πάντα να εκτοξευτώ
Σού προσφέρω κατάμαυρο ρόδο τη ζωή μου
Και ζητώ
Άτομο εγώ
Υπέρτατα εγωιστικό
Το υπέρτατο όραμα
Ζητώ να μου δοθεί
Της δύναμης του Αδυνάτου.



* * *




Ήχοι τώρα…
…βαλσαμωμένοι αετοί
απολιθωμένα φτερά ξεδιπλώνουνε
μου σπάνε τα τύμπανα τ’ αφτιά μου πονάνε
Ήχοι τώρα
περιστρεφόμενα κεφάλια σ’ άναστρο ουρανό
ψάχνουν αιώνες στη γη το ουράνιο σώμα τους
πίσω από ανεμίζοντα κρέπια έτη φωτός
μέσα από αγαλμάτων παγωμένα βλέφαρα
πετρωμένα δάκρυα τρέχουνε
με βλέπουν… με κοιτάνε…
’Ήχοι τώρα
καρφωμένοι σ’ αλόγων ποδοβολητά
κάμες δόρατα ξίφη σπαθιά σκαλιστά
ξανά
ξανά φτάνουν
ξανά
από τα πέρατα από τα βάθη της Ιστορίας
Ποιος;
Ποιος δεν ακούει;
Ποιος κάνει τώρα πως δεν τους ακούει;…
Φωνές. Παντού. Φωνές. Ψηλές στεντόριες αγκυλωτές
νεκρών παρθένων ιαχές σατανιστές πυρσοί
ρέκβιεμ προφήτες μεσσίες σταυροί
κατηφορίζουνε σηκώνουν αίμα βουνά από σκόνη
ανεμίζουνε αναμμένα κλαδιά τα υψωμένα χέρια τους
δοξαστικά αλληλούια θανάτου
Ήχοι τώρα μεσίστιοι στα επταπύργια ξεδιπλώνονται
βουές κουρελιασμένες διάτρητες δίνες μελανιασμένες
οι γερασμένες στρατιές λυγάνε
πέφτουνε μαζί με τις παντιέρες τους
γκράπα γκρούπ γκράπα γκρούπ με ξυλοπάπουτσα
οι καινούργιες τις παντιέρες σηκώνουνε
πάνω στις γερασμένες πατάνε περνάνε
σ’ ένα τούνελ κλειστό κυκλικό
που όλο και κλείνει
πουθενά προχωράνε…
Ήχοι τώρα λοστών
REX REX REX REX…
Τοπία ψοφιμιών
μολύνουν τα ύδατα
όρνεα καταστολής
ύαινες στην περίπολο
δεν αφήνουν
τα ιερά κόκαλα των νεκρών αδερφών μου
να θάψω
τα μάτια μού ράψανε
δεν βγαίνουν τα όνειρα
δεν μπορώ πια να κλάψω
Ένα πανέμορφο ξανθό κορίτσι λεπρό
γυρνάει τις νύχτες στα όνειρα των επιζώντων φίλων μου
γυμνή τούς δίνει το στόμα της
μολύνει τα τελευταία καθαρά ερωτικά όνειρά τους
μέσα στη νύχτα για να μην τελείως χαθώ
κρατάω στα χέρια μου ένα μικρό βιβλίο με ποιήματα
ένα βρεμένο κουτάκι με σπίρτα
σ’ όσους ακόμα αχνοφέγγουνε
πετάω με όση δύναμη μου απόμεινε
μια χάρτινη σαΐτα σ’ άναστρο ουρανό.






Από τη συλλογή «Το ξύλινο παλτό» (1982).

Φωτογραφία: Πετρουτσόπουλος Διονύσης
Πηγή για την εικόνα: https://www.documentonews.gr/.

Παρασκευή 1 Οκτωβρίου 2021

Κατερίνα Γώγου, "Ιδιώνυμο"




Κ
οίτα πώς χάνονται οι δρόμοι
μες στους ανθρώπους…
τα περίπτερα πώς κρυώνουνε
απ’ τις βρεμένες εφημερίδες
ο ουρανός
πώς τρυπιέται στα καλώδια
και το τέλος της θάλασσας
από το βάρος των πλοίων
πόσο λυπημένες είναι οι ξεχασμένες ομπρέλες
στο τελευταίο δρομολόγιο
και το λάθος εκείνου που κατέβηκε
στην πιο πριν στάση
τα αφημένα ρούχα στο καθαριστήριο
και την ντροπή σου
ύστερα από δύο χρόνια που βρήκες λεφτά
πώς να τα ζητήσεις
πώς τσούκου τσούκου
αργά μεθοδικά
μας αλλοιώνουνε
να καθορίζουμε τη στάση μας στη ζωή
από το στυλ της καρέκλας…




* * *


Να δώσεις μια και να βγεις όξω απ’ την πόρτα.
Πάρε φόρα και βρόντα την πίσω σου.
Στήσου απέναντι και δες το πατρικό σου να σωριάζεται
τα παιδικά σου χρόνια δες τα καλά
να τη φουντάρουν απ’ τους φεγγίτες μουγγρίζοντας
σαν τα βόδια που τους πατάνε πυρωμένο σίδερο
και τα μαρκάρουνε
θρησκευτικές τελετές ξόρκια χρυσά σταυρουδάκια
μποδίζουν στο κατάπημα
στήσου απέναντι και κοίταξε
πόρτες και παράθυρα έχουν το σχήμα του σταυρού
τίποτα δεν είναι τυχαίο.
Σάπιο η φωνή του αίματος
το κληρονομικό δίκαιο το κρατάει
την ώρα που θα πέφτει το τελευταίο καδρόνι
πέρα μακριά ανεμίζουν πουλιά
βάλε τα χέρια στις άδειες τσέπες σου
άνοιξε βήμα μη νοιαστείς για την ώρα
άνοιξε το στόμα σου ξύπνα τους ένοικους της γης
βάλε λόγια και δική σου μουσική
ξελαρυγγιάσου με την αγριοφωνάρα σου.
– Η ζωή
δεν είναι ένα κλειστό ταξίδι
που ήταν
α-α-αταξίδευτο.




* * *


Είναι επειδή ήμασταν παρέα με το παιδί
κι αμέτρητες φορές − αγκαλιά απ’ τη μέση
μετρήσαμε τ’ αμέτρητα τ’ άστρα
και κείνα που λέγανε για καλύτερα χρόνια
τα φάγαμε βγάζοντας κουβάδες με νερό
για να μπορούν να ταξιδεύουνε για πάντα
τα πλοία που δεν άραξαν
κι είναι επειδή μια και κάτω
κατεβάσαμε όλα τα ξινισμένα κρασιά
και βγάλαμε τα σωθικά μας τραγουδώντας
γεμάτα παράπονο − παιδιακίσα πράματα −
τον Ιούλιο κάποτε
γι’ αυτό άμα κάνει κανείς μια κίνηση έτσι
για να μας χαϊδέψει
κάνουμε εμείς μια κίνηση πίσω
σαν να μη φάμε ξύλο.
Γι’ αυτό αν τύχει και μ’ αγαπήσεις
πρόσεχε σε παρακαλώ πολύ πολύ!
πώς θα μ’ αγκαλιάσεις. Πονάει εδώ.
Κι εδώ. Κι εκεί. Μη! Κι εδώ.
Κι εκεί.




* * *


Πάει. Αυτό ήταν.
Χάθηκε η ζωή μου, φίλε
μέσα σε κίτρινους ανθρώπους
βρόμικα τζάμια
κι ανιστόρητους συμβιβασμούς.
Άρχισα να γέρνω
σαν εκείνη την ιτιούλα
που σου ’χα δείξει στη στροφή του δρόμου.
Και δεν είναι που δεν θέλω να ζήσω.
Είναι το γαμώτο που δεν έζησα.
Κι ούτε που θα σε ξαναδώ.




* * *


Έλα να σου πω…
Έλα πάρε με από δω. Πάμε να φύγουμε από δω μέσα.
Τα χέρια μου τρέμουν σπάω συνέχεια πράγματα
έχουνε σπάσει τα νεύρα μου
κι εσύ −το βλέπεις− όποτε έρχεσαι δω
δεν έχω να σου πω τίποτα.
Μας καβαλάν τα έπιπλα μ’ αυτή τη λογική
που είναι ταχτοποιημένα
εκτρώσεις μπουκάλια καθρέφτες προγράμματα
η ιδιωτική ζωή των φίλων μου
−ποιος θα κατεβάσει τα σκουπίδια.
Κάθε βράδυ ενώ βουλιάζω σε κάποια θάλασσα
εγώ φυλάγομαι με βρόχινη ομπρέλα. Σημαδιακά πράματα.
Σ’ όλες τις φωτογραφίες που τράβηξα στη γη
βγαίνει συνέχεια στον ουρανό
ένα κίτρινο άλογο που δεν προχωράει.
Είμαι πολύ λυπημένη σκοντάφτω συνέχεια
μπορεί… ε;… να φταιν και τα τακούνια
το μόνο που με δένει πια με τη μάνα μου είναι οι ενοχές μου
και τ’ όνομά μου Κατερίνα έτσι απλά που με φωνάζουνε
μου φέρνει δάκρυα δε θέλω να κλαίω
Πάρε με λοιπόν από δω.
Θέλω να σου δείξω τα καλοκαιριάτικα θέατρα
πώς ζούνε το χειμώνα.
Πόσο άδεια είναι τα σχολικά όταν έχουν αργία
κι όλους τους φίλους που φύγανε
και δεν μπορούν πια να με προδώσουν
πάμε από δω πάμε εκδρομή σε μέρος που δεν έγινε
αφού σ’ το χω γράψει σ’ το χω πει
όπου κι αν πάτησα άφηνα αίμα
γι’ αυτό δεν μπορώ ποτέ πού να σταθώ
κι όλο αλλάζω σεντόνια
φέρε κι ένα τρενάκι ψεύτικο
πρέπει να παίξω γι’ αυτό δεν μεγάλωσα
και λέω το φαΐ μαμ και τον ύπνο για νάνι
σκέψου δεν έμαθα τίποτα τίποτα
μοιάζω με τα ζώα
όποιος ηλίθιος κυνηγός βγει μπορεί να με σκοτώσει.
ξέρω μονάχα αντακλαστικά
το δρόμο που πηγαίνει στη δουλειά
αρχίζω να γερνάω
ποτέ κανείς κανείς δεν κατάλαβε
θα μου πεις καλύτερα έτσι
θυμάμαι μικρή…
όχι. Θυμάμαι αργότερα…
όχι. Μεγάλη. Μετά θέλω να πω…
Ψέματα. Τώρα… Ούτε…
Μίλα! Μίλα!
Πώς έζησα;
Θέλω να φύγω από δω!
Αρχίζω να ξεχνάω…




* * *


Θα ’ρθει καιρός που θ’ αλλάξουν τα πράματα.
Να το θυμάσαι Μαρία.
Θυμάσαι, Μαρία, στα διαλείμματα εκείνο το παιχνίδι
που τρέχαμε κρατώντας τη σκυτάλη
–μη βλέπεις εμένα– μην κλαις. Εσύ είσ’ η ελπίδα
άκου θα ’ρθει καιρός
που τα παιδιά θα διαλέγουνε γονιούς
δεν θα βγαίνουν στην τύχη.
Δεν θα υπάρχουνε πόρτες κλειστές
με γερμένους απ’ έξω
Και τη δουλειά
θα τη διαλέγουμε
δεν θα ’μαστε άλογα να μας κοιτάνε στα δόντια.
Οι άνθρωποι –σκέψου!– θα μιλάνε με χρώματα
κι άλλοι με νότες.
Να φυλάξεις μοναχά
σε μια μεγάλη φιάλη με νερό
λέξεις κι έννοιες σαν κι αυτές
απροσάρμοστοι-καταπίεση-μοναξιά-τιμή-κέρδος-εξευτελισμός
για το μάθημα της ιστορίας.
Είναι Μαρία –δεν θέλω να λέω ψέματα–
δύσκολοι καιροί.
Και θα’ ρθουνε κι άλλοι.
Δεν ξέρω –μην περιμένεις κι από μένα πολλά–
τόσα έζησα τόσα έμαθα τόσα λέω
κι απ’ όσα διάβασα ένα κρατάω καλά:
«Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος».
Θα την αλλάξουμε τη ζωή!
Παρ’ όλα αυτά Μαρία.





Από τη συλλογή «Ιδιώνυμο» (1980).

Πηγή για την εικόνα: https://www.imerodromos.gr/


Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2020

Κατερίνα Γώγου, "Τρία κλικ αριστερά"




~*~

Αυτός εκεί
ο συγκεκριμένος άνθρωπος
είχε μια συγκεκριμένη ζωή
με συγκεκριμένες πράξεις.
Γι’ αυτό και
η συγκεκριμένη κοινωνία
για το συγκεκριμένο σκοπό
τον καταδίκασε
σ’ έναν αόριστο θάνατο.





ΤΡΟΙΑΣ 35Α


Το σπίτι μου όπως και το δικό σας
μπαίνει στα σπίτια των άλλων ανθρώπων
έτσι στενοί που ’ναι οι δρόμοι
έτσι πολλοί που ’ναι οι άνθρωποι.
Είναι φορές κολλητά όπως ζούμε
που θαρρώ πως κοιμόμαστε στο ίδιο κρεβάτι
πλένουμε τα δόντια μας με το ίδιο βουρτσάκι
και τρώμε το ίδιο φαΐ.
Μόνο που όταν φεύγετε
αφήνετε τα πιάτα σας άπλυτα
δεν εξηγείται αλλιώς
έτσι βρόμικος που είναι πάντα ο νεροχύτης.
Δεν πειράζει όμως.
Και κάνω ό,τι μπορώ
για να σας δείξω πόσο σας αγαπάω.
Γι’ αυτό κολλάω το μουστάκι
και βγαίνω με τη βεντάλια στη βροχή.
Για να γελάσουν τα παιδιά σας.
Μονάχα σας παρακαλώ μη μας κουτσομπολεύετε.
Κι αφήστε τη δική μου τη Μυρτώ ήσυχη.
Έτσι γεννήθηκε.
Λυπημένη.





ΕΤΩΝ 9


Όταν ξυπνήσεις το πρωί
και δεν θα βρεις στο πάτωμα
χαπάκια πουλόβερ και σουτιέν
και χτυπήσεις με δύναμη την πόρτα
χωρίς ν’ ακούσεις πίσω σου το υστερικό μου «σκασμός»
μη βάλεις τα κλάματα και πας για να με βρεις
στην παιδική φωτογραφία μου που σε κοιτάει. Ποτέ
       δεν έβλεπα.
Ούτε στα ηλίθια γραφτά μου. Σου ’χω πει ψέματα.
       Πάντοτε σου ’λεγα
πως είναι όμορφοι οι άνθρωποι τα χρώματα κι η
       μουσική.
Μέτρησε μόνο τα μεροκάματα που έκανα
μ’ αυτό θα μάθεις πως έζησα.
Μέτρησε έπειτα το νοίκι μας
ποτέ δεν φτάνανε να το πληρώσω.
Και πόσο φως έκαψα
ψάχνοντας να βρω τρόπο.
Τράβα μετά και γύρεψε απ’ τον πατέρα σου
για τελευταία φορά χρήματα
και δώσε τα χρέη μου.
Ύστερα πλύνε τα μούτρα σου
και μην αφήσεις κανέναν να σου πει
τι απόγινε με τη μάνα σου.
Μόνο κάτω απ’ αυτές
τις ηλίθιες αποδείξεις
φτιάξε έναν ήλιο απ’ αυτούς που μόνο εσύ έχεις στο
       νου σου
και κάτω απ’ αυτόν
γράψε με τ’ αστεία παιδικά σου γράμματα
ΞΟΦΛΗΣΕ! ΞΟΦΛΗΣΕ! ΞΟΦΛΗΣΕ! ΞΟΦΛΗΣΕ!





ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ


Που λες, γυρίζω ξυπόλυτη σ’ έναν κόσμο
που θέλω ν’ αλλάξω αφήνοντας
ματωμένα χνάρια στο πέρασμά μου.
Χάνω δυνάμεις αργά και σταθερά
και σήμερα Τρίτη ώρα 5 ξανά νυχτώνει.
Οι δικλίδες ασφαλείας στο μυαλό μου
λασκάρισαν, άσ’ τα. Νομίζω πως είμαι ακόμα 8 χρονών
και ταξιδεύω με τη σκούνα στην Τήνο
για το θαύμα.
Ορθογώνια σίδερα, μπετά και φλοκάτες
κλείνουν στεγανά ανθρώπους που φοβούνται
να ελπίσουν και κλείνονται στους καμπινέδες
και κλαίνε. Πρέπει ν’ αντέξω.
Κι αυτά που θέλεις να πεις κάθεσαι και τα μετράς
λέξη λέξη και φτάνεις ωχρός
κι αποφασισμένος στη συνέλευση
περιμένοντας την κατάλληλη ευκαιρία
και φτάνεις σου λέω, αδερφέ μου
κι οι ευκαιρίες τέλος – χάνεις την ψυχραιμία
κι ακούς τον εαυτό σου να ουρλιάζει:
Προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε!
– και όλοι να σε κοιτάνε όπως κοιτάνε
στα γουέστερν, το καπέλο του καμπόι
που δεν πέφτει με τίποτα, κι εσυ τρακαρισμένος
να προσπαθείς να το βγάλεις ξέροντας πως ποτέ
δεν αγόρασες καπέλο κι έπειτα να σκύβεις
και να κοιτάς ντροπιασμένος τις μύτες των
       παπουτσιών σου
χαμένος στην αποτρόπαιη μοναξιά
της γενικής συνέλευσης.
Έτσι που λες. Έστω κι ένας…





ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ


Τώρα είναι ήσυχα...
Η θάλασσα λείπει μακριά
και τα κοράκια δεν τρώνε
σάπια συκώτια απ το ουίσκι.
Μπορούμε να κοιμόμαστε ήσυχοι.
Το κόμμα διασπάστηκε στα χίλια
κι ο Μπερλίγκουερ
έπλεξε με το βελονάκι κουβέρτα
να κουκουλώσουμε τις ταξικές ανησυχίες μας.
Ησύχασε. Με λίγη ρέγουλα θα τη σκαπουλάρουμε.
Η τάξη που θα ’φερνε την αλλαγή αποκοιμήθηκε.
Μπορούμε κι εμείς να παίξουμε την ηγεσία.
Κοιμήσου... τώρα είναι ήσυχα. Η εποχή μας.
Νάνι φαΐ και πήδημα.
Οι τραμπούκοι προσεύχονται στο μαξιλάρι μας
κι οι δολοφόνοι δουλεύουν για μας.





Από τη συλλογή «Τρία κλικ αριστερά», 1978.

Σάββατο 14 Ιουνίου 2014

Κατερίνα Γώγου, "Εμένα οι φίλοι μου"





Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
που κάνουν τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών
Εξάρχεια Πατήσια Μεταξουργείο Μετς.
Κάνουν ό,τι λάχει.
Πλασιέ τσελεμεντέδων και εγκυκλοπαιδειών
φτιάχνουν δρόμους και ενώνουν έρημους
Διερμηνείς σε καμπαρέ της Ζήνωνος
επαγγελματίες επαναστάτες
παλιά τους στρίμωξαν και τα κατέβασαν
τώρα παίρνουν χάπια
και οινόπνευμα για να κοιμηθούν
αλλά βλέπουν όνειρα και δεν κοιμούνται.
Εμένα οι φίλοι μου είναι σύρματα τεντωμένα
στις ταράτσες παλιών σπιτιών
Εξάρχεια Βικτόρια Κουκάκι Γκύζη.
Πάνω τους έχετε καρφώσει εκατομμύρια σιδερένια μανταλάκια
Τις ενοχές σας αποφάσεις συνεδρίων
δανεικά φουστάνια
σημάδια από καύτρες περίεργες ημικρανίες
απειλητικές σιωπές κολπίτιδες
ερωτεύονται ομοφυλόφιλους
τριχομονάδες καθυστέρηση
το τηλέφωνο το τηλέφωνο το τηλέφωνο
σπασμένα γυαλιά το ασθενοφόρο κανείς.
Κάνουν ό,τι λάχει.
Όλο ταξιδεύουν οι φίλοι μου
γιατί δεν τους αφήσατε σπιθαμή για σπιθαμή
Όλοι οι φίλοι μου ζωγραφίζουνε με μαύρο χρώμα
γιατί τους ρημάξατε το κόκκινο
γράφουνε σε συνθηματική γλώσσα
γιατί η δικιά σας μόνο για γλείψιμο κάνει.
Οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά και σύρματα
στα χέρια σας. Στο λαιμό σας.
Οι φίλοι μου.




Πηγές:
http://staxtes.com/2003/?p=3910
http://www.sarantakos.com/kibwtos/gogou.htm



MAGIC DE SPELL - ΕΜΕΝΑ ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ
(Στίχοι: Κατερίνα Γώγου, μουσική: Νίκος Μαϊντάς)