Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζαγκλαρά Μαρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζαγκλαρά Μαρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 7 Αυγούστου 2022

Μαρία Ζαγκλαρά, "Τοπογραφία της νοσταλγίας"

 


ΠΕΙΡΑΙΑΣ


Υπάρχει ένα λιμάνι στα στενά του Πειραιά
Στον ντόκο δένουν κυρίως πουλιά
Λένε ιστορίες απ’ τα ταξίδια τους
καπνίζουν πίπες με άρωμα μπέρμπον
μα σταματούν σαν κάποιος κοιτάξει ψηλά
καταπίνοντας καπνούς γέλια και κλάματα
Μόνο όταν περνώ εγώ δε σιωπούν
Κοίτα την! λένε (μόνο αυτό)
Μια θλίψη κορίτσι δείχνουν, μπαλκόνι μικρό
Εκείνη γνέφει στα καράβια
Μα δεν υπάρχουν καράβια − μονάχα πουλιά

Γιατί μόνο εγώ σας ακούω,
                 ρωτώ κάποια μέρα
Α, μόνο για σένα ήμασταν εδώ,
                 λένε όλα μαζί

Πάμε τώρα στο επόμενο κορίτσι; κοιτάζονται

Και φεύγουν





ΜΕΔΟΥΣΑ


Σαν την μέδουσα φτύνω φίδια
Όποιον αγάπησα, έγινε πέτρα
Θεέ μου, ένας σωρός πέτρες όλη μου η ζωή
Κι έπεφτα πάνω τους με τόση φόρα!
Λες κι ήταν η αγάπη βαμβάκι

Ανόητη

Τώρα γεμάτη πληγές· βλέπεις;

Τώρα όπου και να μ’ αγαπήσεις − πονάω





ΣΤΟΝ ΑΓΝΩΣΤΟ ΠΟΙΗΤΗ


Όταν χτυπάει ο ήλιος τούς τοίχους
οι δρόμοι αποκτούν τη μορφή σου
Εισπνέεις με δυσκολία
Εκπνέεις λέξεις
Μια ριπή απ’ την ανάσα σου η ποίηση
Κρεμασμένη πασχαλιά να περιμένει ανάσταση
Μυρίζει απρίλη ο μάρτης
Μα εσύ στον λαιμό κουβαλάς καλοκαίρι
               – το ξέρω, το ένοιωσα
(πώς μπερδεύουν οι μυρωδιές τις αγάπες)
Όταν χτυπάει ο ήλιος τούς τοίχους
οι προδομένοι ανοίγουνε κουρτίνες και παράθυρα
Μια ευκαιρία να μπει μέσα το φως, η ποίηση
               – μια ακόμη είναι ευκαιρία

Ό,τι δικό σου αγγίζω πονάει
Μ’ έναν πόνο αμετάβατο κι οριστικό
Μ’ αυτό που μοιράζεσαι δίνει νόημα στα αύριο

Να τις γιορτάζεις τις αρνήσεις σου, ναι
Σημαίνουν μέσα ζωή
Μα μη μ’ αρνηθείς

(Μη με φοβηθείς)





ΣΤΟ ΧΑΝΤΑΚΙ


Η νιότη ραγίζει κάτω απ’ τις σόλες των παπουτσιών μου
Σκάμματα γύρω απ’ τα χείλη, χώματα στα μάτια
Χρόνια τώρα κλαίω λασπόνερα κι υποσχέσεις
Όχι, δε φοβάμαι − Φοβάσαι όταν ελπίζεις

Χρόνια παλεύω να αλλάξω τον κόσμο
Μάταιο
Το μόνο που κατάφερα, δε μ’ άλλαξε αυτός

(χάρισμά σας)





*  *  *

γράφουμε, μα κάποιοι δεν είμαστε φτιαγμένοι απ’ το υλικό
που γίνονται οι ποιητές·
κάποιοι είμαστε φτιαγμένοι απ’ το υλικό που γίνονται τα
ποιήματα − κατάλαβες;





Από τη συλλογή «Τοπογραφία της νοσταλγίας», ΑΩ Εκδόσεις, 2022.

Φωτογραφία εξωφύλλου: Ειρήνη Ζαγκλαρά

 

Πέμπτη 4 Απριλίου 2019

Μαρία Ζαγκλαρά, "Η καρδιά ήταν μόνο το πρόσχημα"




ΤΟ ΜΕΤΡΗΜΑ


Έχτιζα μικρές ζωές στην άμμο,
μια μια το νερό τις διέλυε
Με κοίταξες σκεπτική
Βλέπεις;
Η ζωή δε χάνεται μια φορά, είπες
Τη ζωή τη χάνεις πολλές φορές από λίγο
Άρχισα να μετρώ πόση έχασα
Δεν έφταναν τα δάχτυλα
Γέλασες
Πόση ζωή έχασα;
Ακόμη περιμένω να αρχίσει
κι εσύ μου μιλάς για τέλος;
Πήρα να θυμώνω
Η ζωή δε χάνεται μια κι έξω, Μαρία,
ξαναείπες χωρίς καθόλου να γελάς
(σαν να μεγάλωσα ξαφνικά)
Κοίταξες τα χέρια μου,
άμμος γλιστρούσε απ’ τα δάχτυλα
Τη ζωή, είπες,
τη χάνεις λίγο λίγο
κάθε φορά που τη μετράς
Και τους ανθρώπους; ρώτησα
Αυτούς πώς τους χάνω;
Α, αυτούς δεν τους χάνεις! είπες
Απλώς μπερδεύεις στο μέτρημα
αυτούς που δεν είχες ποτέ





ΠΟΡΤΛΑΝΤ


Πώς πέρασαν τα χρόνια
Ο ένας Μάρτης μετά τον άλλο
Ο ένας κύκλος μέσα στον άλλο
Ομόκεντροι και φαύλοι
Στις δεκατρείς πεθαίνεις
Στις δεκατέσσερις γεννιέσαι
Οκτώβρης
Με πονάει το πόδι μου έλεγες κι έπιανες το κενό
Δεν είχες πόδι, μπαμπά
Μαρία, φώναζες
Δεν είναι εδώ
Έφυγε
(Γιατί έφυγα;
Λες κι ήταν πολλές οι στιγμές που μας έμεναν
κι είπα να χαρίσω κάμποσες στην τύχη)
Ποια τύχη;
Άτυχη στιγμή, θα έλεγαν μετά
Άλφα στερητικό και τύχη.
(Κάποια μέρα θα μετρήσω όλα τα στερητικά άλφα
       της ζωής μου. Κάποια μέρα.)
Μαρία, φώναζες
Τι την θέλεις, μπαμπά; Έφυγε.
Α! Έφυγε. Το ξέχασα.
Λίγο νεράκι. Μόνο λίγο νεράκι.
(Δε στο ’φερα ποτέ.
Ήθελες λίγο νεράκι. Κι εγώ δε στο ’φερα ποτέ.)
Έπειτα ήρθαν τα δάκρυα, μα ήταν γλυφά.
Κι εσύ είχες πια ξεδιψάσει.





~*~

Το θαύμα κρατά επτά ημέρες, είπε
Για όλες τις επόμενες θα πρέπει να παλέψεις





ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΛΩΣΤΗ


Λέξεις
Μολυβένιοι στρατιώτες
πέφτουν στο πεδίο μιας μάχης εκ προοιμίου χαμένης
Βρίσκω μια κοιλότητα στον κόσμο και κρύβομαι
Με τα γόνατα στο ύψος της καρδιάς
Χρόνια κυοφορώ ελπίδες,
μα αρνούνται τον κόσμο και μου γδέρνουν τα σωθικά
Είμαι αθώα, σπαρταράνε στον λαιμό μου, με πνίγουν
Τις καταπίνω
Τις στέλνω πιο βαθιά μέσα μου
Πνίγομαι

(Ησύχασε. Μείνε εκεί. Δε θα αφήσω να πειράξεις κανέναν.)

Αυτό το ποίημα θα με σκοτώσει.





ΠΑΡΑΒΑΣΗ


Μόνο τα κλειστά παράθυρα φοβάμαι
Τα παράθυρα που δε γεμίζουν ήλιο
Που δε σκορπίζουν μυρωδιές,
τα παρατημένα παράθυρα
Τα πρόχειρα σφαλισμένα με ασβεστόλιθο κι
αγκωνάρια σιωπή
Τα πρόωρα γερασμένα παράθυρα
Αυτά που κλειδώνουν μέσα τη λησμονιά
Αυτά φοβάμαι,

που άσπρισαν χωρίς να φταίξουν

(πώς άσπρισα χωρίς να φταίξω;)





Από τη συλλογή «Η καρδιά ήταν μόνο το πρόσχημα», εκδ. Κουκούτσι, 2018.