Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βασιλοπούλου Φωτεινή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βασιλοπούλου Φωτεινή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 1 Μαρτίου 2024

Φωτεινή Βασιλοπούλου, "Χειμερινό πτηνολόγιο"





Καλλιεργητής άλατος


Τ’ απογεύματα επιστρέφει αργά
με χαρακωμένα χέρια.
Κόβει τη σάρκα της μέρας
σε παράγωνους
μαλακούς κύβους θλίψης.

Τους λιώνει στο μπρίκι του καφέ
βούτυρο
έτοιμο να πηδήξει στην άσπιλη λευκότητα
του αλατιού.
Εκείνου που κλέβει κάθε μέρα απ’ τη δουλειά
κρυμμένο κάτω απ’ τη γλώσσα.

Έχει φτιάξει μια σύζυγο
από αλάτι
δεμένη στο πόδι του κρεβατιού.
Όταν δεν αντέχει άλλο την πίκρα του
γλιστρά στα σπλάχνα της.
Την λέει Τουλώτ, της λέει
σ’ έχω ανάγκη, Τουλώτ.

Μα εκείνη τίποτα. Δεν αντιδρά όσες ικεσίες
κι αν της ψιθυρίζει
λόγια πρόστυχα
όσο κι αν της γλύφει τις μασχάλες, τα γόνατα.
Σιγοστάζουν μονάχα σταλακτίτες σιωπής.
Φοβάται την υγρασία. Τις βροχές.

Πάντα μπερδεύει τον κατακλυσμό με τα Σόδομα.



Από την ενότητα
«Ο κήπος των οδυνών»





Τα δάχτυλά του


Ακουμπά τα
όλο υποσχέσεις για ηδονή
δάχτυλά του στα πλήκτρα
και χαϊδεύει την αθωότητά της.
Η μουσική του υπνωτίζει τα κάδρα
τον καθρέφτη
τις υπηρέτριες που κρυφοκοιτάζουν
      απ’ την κλειδαρότρυπα.

Τώρα τα δάχτυλα μαγεύουν το κορίτσι.
Δεν ξέρει πως σκόπιμα την διάλεξε
κι ότι αυτά τα δάχτυλα
θα χάσουν την περιουσία της στα χαρτιά
θα εκθειάσουν το μισοάγουρο γυμνό κορμί της
στα λαίμαργα μάτια των δανειστών του.

Δεν ξέρει ακόμα πως αυτά τα δάχτυλα
ποτέ δε θα χαϊδέψουν τις πληγές της
τις ουλές της ζήλειας
την κοιλία του καρπού του.

Το ακροατήριο έχει πλήρη άγνοια των παραπάνω.
Μα ας το αφήσουμε λίγο ακόμα
στην άγνοια και
τη μαγεία των δαχτύλων του.





Artemisia absinthium Gentileschi

               Κα γένετο τ τρίτον τν δάτων ες ψινθον,
               κα πολλο τν νθρώπων πέθανον
               κ τν δάτων, τι πικράνθησαν.

                                            Αποκάλυψις Ιωάννου 8. 11



Αψέντι τα μαλλιά μου. Εκδίκηση.
Τον ύπνο τους ναρκώνει.
Ως τον θάνατο
κι ακόμα πιο πικρά.
Οι πίνακές μου έχουν τις πιο βαθιές πληγές
στα πρόσωπα γαλάζιο ασφυξίας.
Τινάζεται το αίμα ζωντανό
καθώς μπήγω με λύσσα το μαχαίρι.
Λάμπει
πορφύρα ο καμβάς.

Εγώ είμαι το μοντέλο, εγώ η καλλιτέχνις
η ατιμασμένη εγώ, εγώ το χέρι.
Η Ιουδήθ, η Ιαήλ εγώ.

Η βιασμένη, η προδομένη
εγώ
με αίμα κάρμινες
με δάχτυλα σπασμένα
εγώ
θα χτίζω το βασίλειο του ίσκιου.


Από την ενότητα
«Η σφαγή των χρωμάτων»





Προετοιμασίες ταξιδίου I

                           Μνήμη Γιώτας Αργυροπούλου


Έβαλε στη μικρή βαλίτσα
Καβάφη, Κάλβο, Σολωμό
προσευχητάρια Ποιητών και Αγίων Πάντων.
Τα διηγήματα επίσης.
Θα έκανε μικρές διορθώσεις στα διαλείμματα
      ανάμεσα στις χημειοθεραπείες.

Πήρε και τι δεν πήρε; Μαζί
ειλικρινείς πλην μάταιες ευχές φίλων
      για ταχεία ανάρρωση.

Σαχτούρης, Κάλβος, Σολωμός, Καβάφης,
      Κώστας Καρυωτάκης
τη συνοδεύουν τώρα στο ταξίδι της
στη νύχτα.

Στίχοι αστέρια μακρινά φώτα πορείας.
Διασχίζει η ταχεία το παγωμένο
άπειρο στερέωμα
καθώς αφήνει πίσω

αναπάντητα

τα πιο μεγάλα ερωτήματα της ύπαρξης.

Της Ποίησης, κυρίως.





Προετοιμασίες ταξιδίου II


Όταν την στείλαν άρον άρον στην Αθήνα
νοσοκομείον «Ο Άγιος Σάββας»
η πρώτη σκέψη στην υπέργηρη μητέρα.

Λες να μου φύγει πριν προλάβω να γυρίσω
κούφια η ώρα;

Συνεννοήθηκε με τη γυναίκα που την φρόντιζε
ποια ρούχα να της βάλει στο ταξίδι.

Αυτά να της φορέσεις, είπε κάπως λυπημένα
ανυποψίαστη
πως θα αντιστρέφονταν οι όροι.


Από την ενότητα
«Πτηνά αναρριχητικά»
 
 
 
 
 
Από τη συλλογή, «Χειμερινό πτηνολόγιο», εκδ. Κουκκίδα, 2024.

Εικαστική παρέμβαση: Φωτεινή Χαμιδιελή.


Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2021

Φωτεινή Βασιλοπούλου, "Φυτρώνει άγρια ζάχαρη"





Α. Πειραγμένος μύθος


ΓΥΝΑΙΚΑ ΑΡΑΧΝΗ

                                       Στον Γιώργο Μαρκόπουλο


Ένα βράδυ έσπασε τον αργαλειό
τον έκανε πλεούμενο, το υφαντό ιστίο
έκοψε τα μαλλιά, το ένα στήθος
έδωσε τον Τηλέμαχο σε ανάδοχη οικογένεια
με την καυτή της πόρπη το αριστερό έβγαλε μάτι
ήθελε να περάσει απαρατήρητη ανάμεσα στους Κύκλωπες
να βλέπει τη μισή ομορφιά της Καλυψώς
τα μισά νάζια στην αρχή
χάδια μετά του Οδυσσέα.

Πριν δεθεί στο μεσαίο κατάρτι
έσταξε στ’ αυτιά μελισσοκέρι
να μην ακούει τους οργασμούς της Κίρκης
αράχνη πάνω από την κλίνη τους υφαίνοντας εκδίκηση.

Κακό σφαλάγγι παραφύλαγε
πίσω απ τα βράχια
να κεντρώσει μ’ όλο το δηλητήριο
τον λευκό αστράγαλο της Ναυσικάς
καθώς έσκυβε να πιάσει το τόπι

τη στιγμή που εκείνος ξυπνούσε άντρας.





ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΟΝΟ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ


Κρεμόταν απ’ τον ουρανό
από μια κόκκινη κλωστή
από της Νύχτας το σπασμένο χέρι
πάνω απ’ το δάσος των ανθρώπων
χέρια κλαδιά και δόντια κοφτερά
αχ, και πώς την πεινούσαν!
 
Φεγγάρι από πάνω της δρεπάνι
χλωμό ξεματωμένο διψούσε για κορίτσι.
 
Ήθελε να το πιει και να χορτάσει
αίμα και παραμύθια.





Β. Πικρό μέλι


ΙΧΘΥΟΣΚΑΛΑ


Μ’ ένα κρυμμένο ματζετάκι στο τσεπάκι
ανεβαίνεις τη σιωπή.
Αφήνεις πίσω σάρκα, οστά, όγκο
ψίθυρους.
Δεν έχει ήχο το δάκρυ.

Ανεβαίνεις τη σιωπή.
Αφήνεις πίσω
την ενήλικη ζωή
την παιδική ηλικία.

Τώρα θα χορεύεις τα στάχυα
θα θηλάζεις το γάλα της αρχέγονης συκής
στο ένα στήθος εσύ
στο άλλο πουλιά
βουβά πουλιά ευτυχισμένα.

Πιο κει γλάροι σε κυκλικούς χορούς
καθώς οι αλιείς του ουρανού
μαζεύουν τα γεμάτα δίχτυα τους
από το βάθος της φρέσκιας ψαριάς σκισμένα.





PLACEBO


Βάζει στη θέση της οξαλιπλατίνης
−στο τελευταίο στάδιο
ξέρει δεν κάνει τίποτα−
ένα πικρό κουκούτσι λεμονιού.

Θέλει την άνοιξη στο χώμα
τα βράδια
να μοσχοβολά λεμονανθός.

Παναγιώτα, θάλαμος 313, κρεβάτι 1





Γ. Flora Clandestina


ΝΕΡΑΝΤΖΟΥΛΑ

                                       Μνήμη Γιώτας Αργυροπούλου


Φλέβες φουσκώνουν φρικτά φραγμένες
νερά
νεράντζια και άνθη
δέντρα δίφορα, τρίφορα, παράφορα
πλέουν μνήμες, πνέουν χίμαιρες, χιονίζουν πέταλα.

Ένα νεραντζοκόριτσο παντρεύεται
το χώμα
μαλακό αλλάζει πλευρό
προς τη μεριά του χιονιού
πού ’ναι τ’ άνθη σου νεραντζούλα;

Μια πατρίδα σχεδιάζει την Έξοδο
με τρόπο αδέξιο, αδιέξοδο
η ελπίδα κλεισμένη σε κουκούτσια πικρά
χρόνια δίσεκτα, τρίσεκτα, μα η άνοιξη καλπάζει
στο μάρμαρο πέταλα.





ΣΤΑΓΟΝΕΣ ΣΤΟ ΧΙΟΝΙ


Σε κλαδιά
κρεμασμένα
στραγγίζουν η λύπη το ταξίδι
τα όνειρα.

Κορμιά
φωσφορούχα λιπάσματα λύκων
στεγνά
τους χειμώνες δίχως χυμούς
στο χιόνι θαμμένα

την άνοιξη μάρτη στο χέρι περνούν
βελάζουν αναστημένα.

Παπαρούνες μια κόκκινη θάλασσα
δεν είναι λουλούδια σπαρμένα
φυτρώνουν
μονάχα σταγόνες
κορίτσια
πικρά

τα όνειρά τους σφαγμένα.






Από τη συλλογή «Φυτρώνει άγρια ζάχαρη», εκδ. Κουκκίδα, 2021.
Έργο εξωφύλλου, εικαστική επιμέλεια: Φωτεινή Χαμιδιελή.

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2019

Φωτεινή Βασιλοπούλου, "Αμείλικτο νερό"




Μύγδαλα


Φρέσκα μύγδαλα με πράσινο φλούδι οι στίχοι.

Σπάζω το σκληρό τους περίβλημα.
Τσακίζω τις λέξεις
να μείνει η κατάλευκη σάρκα.
Να μιλήσει σιωπή
η άσπρη ψίχα.
Γάλα αλήθειας που πάγωσε.
Κόκαλα που τριζάτα ασπρίζουν στον ήλιο.

Μα τι πήγε στραβά; Ποιο
σπασμένο κομμάτι, ποιος στίχος λειψός
στον λαιμό καρφωμένος
με πνίγει;





Αγιώργης Ι


Άφωνες οι γυναίκες
τη νέα αντίκρισαν
εικόνα στο προσκυνητάρι.
Τούτος ο Αγιώργης είναι αλλιώτικος
δε μοιάζει με κανέναν, είπαν.

Σταυροκοπήθηκαν τριπλά
φιλήσανε τον Άγιο σταυροδίμιτα
κάναν μετάνοια
έκλεισαν τα μάτια
θυμήθηκαν την πρώτη νιότη
την πρώτη τους φορά.

Και αναστέναξαν βαθιά.

−Θε ’μου, συχώρεσέ τες!





Αμείλικτο νερό

                       Μνήμη Παναγιώτας Μαρκαναστασάκη


Χαιρόσουν
όταν έριχνες τα Σάββατα
γάργαρο το νερό
επάνω στο μωσαϊκό και τα πλακάκια.
Απ το μπαλκόνι σου έτρεχαν καταρράχτες.
Στο μέτωπό σου κόμποι ιδρώτα.
Το σπίτι έλαμπε από καθαριότητα.
Εσύ από χαρά.

Γελούσες όπως πότιζες τον μυστικό σου κήπο
να βρουν οι πεταλούδες χρώματα
στις μαργαρίτες και τα φασολάκια.

Τώρα στο γκρίζο και ξερό δωμάτιο
λείπει η χαρά, τα έντομα, το χρώμα και το βλέμμα.
Δεν έχει ψυχανθή και λεπιδόπτερα στον θάλαμο.
Δυο πεταλούδες μοναχά
αμείλικτο νερό φαρμάκι
στάζουνε στις φλέβες

καθώς ο θάνατος
απ’ την περίσσια οξυγόνου μεθυσμένος
και τη νίκη του
καθάριος στον αέρα αιωρείται
πάνω απ’ το σταυρωμένο σώμα.





Χάρτινα βράδια


Σκουπίδια πήχτρα οι δρόμοι χιλιάδες μοναξιές.

Σε ποιο πολύβουο πεζοδρόμιο της πόλης
έστησες τη ζωή σου
χωμένος σε σωρούς αμέτρητων πραγμάτων;
Χαμένος σε σορούς απίθανων προσδοκιών.
Πώς να τα σπρώξει το καρότσι σου;

Ψάρι τη νύχτα κολυμπάς τον τρόμο.
Λύκοι
ασβοί, πιο κει νυφίτσες
θηλάζουνε το μαύρο αλεπούδες.

Τα πρωινά γλείφεις πληγές
βρίσκεις παραίτηση
σε βιτρίνα
την ιδιωτική σου εκθέτεις μοναξιά.

Ενώ πιο πέρα το πάρκο σε καλεί ν’ ανθίσεις.

Μια πεταλούδα.
Με λάμψη πρόσκαιρη
πουδράρουν τα φτερά της το απαίσιο.





Γυναίκα με μπλε ποδιά


Καθαρίζει πατάτες για το βραδινό.
Αφαιρεί με ξύστρα το ξεραμένο χώμα.
Σε κανέναν δεν αρέσει η γεύση χώματος στο στόμα.
Ειδικά όταν πέφτει η νύχτα.
Στη μπλε ποδιά της
ξεκουράζονται τα κύματα της Βαλτικής.
Ηρεμισμένα ψάρια
λουμώνουν στων ματιών τις κόγχες.
Από το δέρμα των σκελετωμένων της χεριών
τρέφεται η αγάπη.

Τα τρίβει και ανάβει το σκοτάδι
λίγο πριν του παραδοθεί
για πάντα.





Από τη συλλογή «Αμείλικτο νερό», Οι εκδόσεις των φίλων, 2019.

Έργο εξωφύλλου - εικονογράφηση: Φωτεινή Χαμιδιελή.

Παρασκευή 9 Φεβρουαρίου 2018

Φωτεινή Βασιλοπούλου, Γιώργος Γάββαρης, "Λάμψη λεπιδοπτέρων"






Κάθε ποίημα
ο αχειροποίητος
πόνος των θνητών.


~*~


Με κιμωλία
ζωγράφισα το μέλλον.
Έβρεχε πολύ.


~*~


Αγρύπνια λευκή.
Λεπιδόπτερες σκέψεις
πετούν στο μυαλό.


~*~


Μέσα στην πέτρα
αρχαίο χαμόγελο
παγιδεύτηκε.


~*~


Κέρμα στα μάτια.
Στον απέναντι πόνο
για να περάσεις.


~*~


Ηλιοτρόπιο
γίνομαι στο βλέμμα σου
κι ανατριχιάζω.


~*~


Άσπλαχνα λόγια
πετώντας θα έρθουνε
να μας θερίσουν.








Από τη συλλογή «Λάμψη λεπιδοπτέρων - 68 χαϊκού», Οι Εκδόσεις των Φίλων, 2018.
Το σχέδιο εξωφύλλου φιλοτέχνησε η Helena Μικέλη-Leggett.

Δευτέρα 16 Οκτωβρίου 2017

Φωτεινή Βασιλοπούλου, "Πρωσικό μπλε"




Πλάνης


Την τελευταία φορά που πέθανα
ξέχασαν να με θάψουν
και χρόνια τώρα
ανάμεσά τους τριγυρνώ

Πλάνης
ανάμεσα στους άλλους άταφους νεκρούς
που
ζωντανοί νομίζουν ότι είναι.





Μηνίσκος


Οποία αποκάλυψις στο λεξικό!
Μικρή σελήνη.
Ίσως γι’ αυτό όταν οδεύει προς την έκλειψη
ως και στο γόνατο βαθιά
φρικτά η απουσία σου με πονάει.
Το σώμα ενθυμείται
την απώλεια.
Επιτολή μηνίσκου σεληνιακού.

Επιτολή θλίψης ημισελήνου.





Σκόνη


Ξόδεψε χρόνια ολόκληρα
τινάζοντας απ’ το μπαλκόνι χαλιά, κουβέρτες, αναμνήσεις.
Και από κάτω παιδάκι η ίδια να μαζεύει τ’ άνθη
της νύφης που ονειρεύτηκε να γίνει.
Τότε που ακόμα δεν το ήξερε
πως μια ζωή θα πάλευε με ήττες και με σκόνη
με αναμνήσεις και με όνειρα
που σκοτωμένα ένα ένα θα ’ριχνε απ’ το μπαλκόνι.





Συναίσθημα αποδημητικό


H θλίψη έχτισε φωλιές στα μάτια σου.
Ως το φθινόπωρο
κάτω απ’ τα βλέφαρά σου θα επιδημεί.
Στα πρώτα κρύα θ’ ανοίξει τα φτερά της για τον Νότο
γι’ άλλες στεριές
για θάλασσες πιο μακρινές
για μάτια άλλα πιο ζεστά
πιο φωτεινά

Που τώρα ακόμη ανυποψίαστα κι αμέριμνα γελάν.





Άνοιξη


Τους πάγους λιώνω
των χρόνων που δε ζήσαμε μαζί.
Ρουφώ σταγόνες, ρύακες, ποτάμια.
Φουρτουνιασμένες θάλασσες
κατεβασιές.

Και στάλα να μη λέω να ξεδιψάσω!





Από τη συλλογή «Πρωσικό μπλε», Οι εκδόσεις των φίλων, 2016.