Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λειβαδίτης Τάσος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λειβαδίτης Τάσος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2024

Τάσος Λειβαδίτης, "Στίχοι γραμμένοι σε πακέτα τσιγάρα"




Πατρίδα

Πατρίδα
είσαι γεννημένη από χωριάτες
από φαρδειές σκληρές κοιλιές γυναικών
από τις ροζιασμένες φούχτες των σκαφτιάδων.
Είσαι γεννημένη μες από φωτιές, από κραυγές κ’ αίματα
απ’ αυτούς που πέσανε για σένα, χιλιάδες και χιλιάδες
και χάθηκαν για πάντα κάτω απ’ το χώμα σου.

Όταν ο περαστικός ξυλοκόπος κάθεται σε μια πέτρα
στην άκρη του δρόμου, την ώρα που βραδιάζει
δεν είναι μονάχος.
Ακούει κάτω απ’ το χώμα του δρόμου να τον φωνάζει το αίμα σου.

Πατρίδα, είσαι γεννημένη απ’ τους πεθαμένους.





Πλατύς δρόμος

Μητέρα
σε συλλογιζόμουνα πολύ τις μεγάλες νύχτες του χειμώνα
κάτω απ τ αντίσκηνο.
Όταν θα γύριζα καμμιά φορά
σκεφτόμουνα να σ αγκαλιάσω.
Μητέρα, δεν πειράζει που τα σεντόνια μας τρύπησαν
μυρίζει τόσο όμορφα η κρεμμυδόσουπα που μου ’τοίμασες
− έτσι σκεφτόμουνα να σου πω.

Μα βγάλε, λοιπόν, τα χέρια απ' το πρόσωπό σου
κοίταξέ με.
Ο κόσμος είναι ένας δρόμος πλατύς.
Μπορεί να τον διαβεί κανείς
και μ ένα ξύλινο πόδι
μητέρα.





Σε περιμένω παντού

Κι αν έρθει κάποτε η στιγμή να χωριστούμε, αγάπη μου,
μη χάσεις το θάρρος σου.
Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου είναι να ’χει καρδιά.
Μα η πιο μεγάλη ακόμα είναι όταν χρειάζεται
να παραμερίσει την καρδιά του.
Την αγάπη μας αύριο θα τη διαβάζουν τα παιδιά στα σχολικά βιβλία
πλάι στα ονόματα των άστρων και τα καθήκοντα των συντρόφων.
Θα θυμάμαι πάντα τα φιλιά σου που κελαηδούσαν σαν πουλιά
Θα θυμάμαι τα μάτια σου, φλογερά και μεγάλα
σα δυο νύχτες έρωτα μες στον εμφύλιο πόλεμο.

Αν μου χάριζαν όλη την αιωνιότητα χωρίς εσένα
εγώ θα προτιμούσα μια μικρή στιγμή πλάι σου.
Θα θυμάμαι πάντα που μ’ αγκάλιαζες και μ’ έριχνες πάνω απ’ το τρυφερό σου στόμα
κι ο έρωτάς μας βούιζε σαν τα πανιά ενός μεγάλου καραβιού.
Α! ναι, ξέχασα να σου πω, πως τα στάχυα είναι χρυσά κι απέραντα
γιατί σ’ αγαπώ.

Μη χάσεις το θάρρος σου. Εμείς πάντα το ξέραμε
πως δεν χωράει μέσα στους τέσσερις τοίχους το μεγάλο μας όνειρο.
Γιατί δική μας πατρίδα είναι όλοι οι δρόμοι που στα πλάγια τους κοιμούνται
οι σκοτωμένοι του αγώνα μας.

Κλείσε το σπίτι
δώσε σε μια γειτόνισσα το κλειδί
και προχώρα.
Εκεί που οι φαμίλιες μοιράζονται ένα ψωμί στα οκτώ
εκεί που κατρακυλάει ο μεγάλος ίσκιος των ντουφεκισμένων
σ’ όποιο μέρος της γης
σ’ όποια ώρα
εκεί που πολεμάνε και πεθαίνουν οι άνθρωποι για ένα καινούργιο κόσμο.

Εκεί −
θα σε περιμένω, αγάπη μου.





Λαϊκές ιστορίες

Τα σπίτια στην πατρίδα μου είναι χαμηλά
οι στέγες τους στάζουν, στην κουζίνα είναι ένας κουβάς
για τα βρόμικα νερά. Οι άνθρωποι κάθονται στο τραπέζι
όπως γύρω από ένα νεκρό. Απ’ τα σπασμένα παράθυρα
μπαινοβγαίνει η νύχτα, η βροχή κι ο χρόνος.
Τα παιδιά δουλεύουν στα μηχανουργεία και τα κορίτσια
μένουν ανύπαντρα.

Σ’ ένα τέτοιο σπίτι γεννηθήκαμε.
Σ’ ένα τέτοιο σπίτι μεγαλώσαμε, αγαπήσαμε, ονειρευτήκαμε.
Σ’ ένα τέτοιο σπίτι οχυρωθήκαμε
και πολεμήσαμε.

Αυτή είναι η ιστορία μου.





Ποιητική

Γράφω για κείνους που δεν ξέρουν να διαβάσουν
για τους εργάτες που γυρίζουνε το βράδυ με τα μάτια κόκκινα απ’ τον άμμο
για σας χωριάτες, που ήπιαμε μαζί στα χάνια τις χειμωνιάτικες νύχτες του αγώνα
ενώ μακριά ακουγότανε το ντουφεκίδι των συντρόφων μας.
Γράφω να με διαβάζουν αυτοί που μαζεύουν τα χαρτιά απ’ τους δρόμους
και σκορπίζουνε τους σπόρους όλων των αυριανών μας τραγουδιών
γράφω για τους καρβουνιάρηδες, για τους γυρολόγους και τις πλύστρες.
Γράφω για σας
αδέρφια μου στο θάνατο
συντρόφοι μου στην ελπίδα
που σας αγάπησα βαθιά κι απέραντα
όπως ενώνεται κανείς με μια γυναίκα.

Κι όταν πεθάνω και δε θα ’μαι ούτε λίγη σκόνη πια μέσα στους δρόμους σας
τα βιβλία μου, στέρεα κι απλά
θα βρίσκουν πάντοτε μια θέση πάνω στα ξύλινα τραπέζια
ανάμεσα στο ψωμί
και τα εργαλεία του λαού.




 
«Στίχοι γραμμένοι σε πακέτα τσιγάρα» (Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο, 1956).
Πηγή: «Τάσος Λειβαδίτης, Ποίηση [Τόμος 1]», εκδ. Κέδρος, 14η έκδοση 2003.

Παρασκευή 29 Οκτωβρίου 2021

Τάσος Λειβαδίτης, "Συμφωνία αρ. 1"




Συμφωνία αρ. 1

 

(αποσπάσματα)

 

 

Ι



Η μέρα πέθανε πάνω στις ραχητικές βρώμικες στέγες.

Πίσω απ’ τα τζάμια, θολά στριμωγμένα πρόσωπα κοιτάζουνε τον κόσμο να βουλιάζει

Ύστερα είδαμε πως δεν ήταν πρόσωπα

μα οι σιωπηλές χειρονομίες του ηλιοβασιλέματος

που σχεδιάζανε πάνω στα τζάμια της πολιτείας

λίγη ζωή. Κι ύστερα

τίποτα.

Τα τελευταία κάρα χάθηκαν στο βάθος του δρόμου

κουβαλώντας πέτρα κι ασβέστη. Μα όλες τώρα οι πέτρες της γης

δε θα μπορούσαν ν’ αναστήσουν πια αυτήν την πόλη

που κάθε βράδι γκρεμίζεται μες στις παλιές μεγάλες αναμνήσεις της.




Μια γρηά σήκωσε τ’ αδράχτι της κι έδειξε μακριά την πυρκαγιά

ο καπνός ανέβαινε φιμώνοντας τ’ ουρανού το στόμα

κάποιος σε μια πλατεία φώναξε: αργήσαμε, αργήσαμε

μα δεν ακουγόταν καλά, γιατί φυσούσε.




Ένα σκυλί ολομόναχο στον βραδιασμένο κάμπο. Βρέχει.

Ακούστηκε μακριά ο εσπερινός

σαν ένας θεός που τον ξέχασαν κι απ’ το βάθος του χρόνου

καλούσε βοήθεια.

Κι οι οργανοπαίχτες στις γωνιές των καπηλιών

με τις φτωχές ωχρές κιθάρες σταυρωμένες πάνω στα λιγνά τους χέρια

παρηγορούσανε τη θλίψη και την καταφρόνια και τη λησμονιά.






Ένα ζευγάρι τουρτουρίζει κάτω απ’ το υπόστεγο

κοιτάζονται στα μάτια, γεράσανε

δεν πρόφτασαν ν’ αγαπηθούν νωρίτερα

πόλεμοι, φτώχια, δισταγμοί,

η δυστυχία σε κάνει πάντα ν’ αναβάλλεις −έφυγε η ζωή.

Τώρα κοιτάζονται στα μάτια και κλαίνε, τουρτουρίζοντας κάτω απ’ το υπόστεγο

και το νερό κυλάει κυλάει

κι οι σπόροι φουσκώνουν κι αναδεύονται και τρίζουν και σκάζουν μονομιάς

πνίγοντας σε μια πράσινη πλημμύρα και τα ζευγάρια και τα υπόστεγα και τα δάκρυα και τους δισταγμούς

και τις θυσίες και τα εγκλήματα και τις εποχές

αδιάφορο, αγέραστο, ασύγκριτο

κυλάει κυλάει…



 



ΙΙ



Ήταν ένα μεγάλο, αξέχαστο φθινόπωρο.

Δεν αγάπησα ποτέ άλλη γυναίκα τόσο πολύ.



Τραίνα, γεγονότα, χρόνια τρέχανε καταπάνω μας

παραμερίζαμε τρομαγμένοι

τρυπώνοντας στις παρόδους για να γλυτώσουμε

μπαίνοντας σε κείνα τα φτηνά, χιλιοτραγουδημένα συνοικιακά ξενοδοχεία

καταφύγια στους πλανόδιους έρωτες κι εύκολη έμπνευση στους ποιητές.




Χρόνια τώρα πηγαίνουν κι έρχονται τα ζευγάρια. Τα πόμολα στις πόρτες

φθαρμένα από ανήσυχα ταραγμένα χέρια

ξεφλουδισμένα τα κάγκελα των κρεββατιών από ερεθισμένα νύχια που σπάζαν

μια μυρουδιά θαμπή από πολλές περαστικές ζωές και παλιά ανήμπορα έπιπλα

απελπισμένες γυναίκες που δόθηκαν μονάχα για να ξεφύγουν τη μοναξιά

κι άλλες για να ξεχάσουν εκείνον, ή από εκδίκηση

ή για να μπορούνε ύστερα στη συντριβή και τη μετάνοια να βρίσκουν επιτέλους κάποιο προορισμό

κι άλλες, έτσι, γιατί η ζωή είναι λίγη και πρέπει να τη γλεντάει κανείς.

Κι άντρες, που όσο κι αν προσπάθησαν να δοθούν, δεν κατορθώσανε

παρά να συνεχίζουν την πανάρχαιη αρσενική τρέλλα τής απόχτησης.






Και πάντα ο χρόνος

από δυο ανθρώπους που αγαπιόντουσαν παράφορα

κάνοντας σε λίγο δυο αδιάφορους ξένους

που σ’ άλλα τώρα βαθειά κρεβάτια πάνε να πλαγιάσουν

και σμίγουν και χωρίζουν οι άνθρωποι

και δεν παίρνει τίποτα ο ένας απ’ τον άλλον. Γιατί ο έρωτας

είναι ο πιο δύσκολος δρόμος να γνωριστούν.






Μα όταν βραδιάζει πια και σκοτεινιάζει ο ουρανός και μακριά σφυρίζουν τα τραίνα

και μένουμε ανυπεράσπιστοι ξαφνικά, σαν ένα νικητή μπροστά στο θάνατο

ή ένα νικημένον αντίκρυ στην αιωνιότητα

και μέσα στη σιωπή, σαν ένα σιγανό τρίξιμο, ακούγεται το παράπονο των πραγμάτων

που πεθαίνουνε σιγά σιγά

αναζητάμε τότε ο ένας τον άλλον λαχανιάζοντας

όρκοι, αγκαλιάσματα, παροξυσμοί, φιλιά

δάκρυα πιο γλυκά απ όλες τις ευτυχίες

ρίγη, λόγια απίθανα, τρέλλες, πάναγνη προστυχιά

κι ερωτικοί εξευτελισμοί κατάστεροι σα δόξες.

Κι άλλα πιο φοβερά κι ακατανόμαστα που όλοι τα ζούμε

και κανένας δεν τολμάει να τα εξομολογηθεί.






Συμφωνία αρ. 1 (1957).

Πηγή: «Τάσος Λειβαδίτης, Ποίηση [Τόμος 1]»,

εκδ. Κέδρος, 14η έκδοση 2003.


Στην εικόνα: Carl Spitzweg «Old tavern near Starnberger See», 1865.

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2020

Τάσος Λειβαδίτης, "Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα"




Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα
(αποσπάσματα)

1


Σελήνη 20 ημερών



Γεγονότα και πρόσωπα της πιο ωραίας μου ζωής, της φανταστικής,

που δεν την έζησα ποτέ και θα την κληροδοτήσω ανέπαφη στους μεταγενέστερους.



Λοιπόν, τι κάνουμε εδώ και πότε θ’ αλλάξει ο κόσμος, γιατί όπως όλοι μας

έζησα κι εγώ αφηρημένα – βέβαια αγάπησα τα ιδανικά της ανθρωπότητας

αλλά τα πουλιά πετούσαν πιο πέρα (κι αλήθεια κάποτε παιδιά

αφήναμε στη μέση τις υπερπόντιες εκστρατείες μας για ν’ ανεβάσουμε έν’ άρρωστο πουλί στο δέντρο)

και τις νύχτες σχεδίαζα έκτακτα δρομολόγια τραίνων για κείνους που άργησαν

ή ονειρεύομαι να ζήσω υπέροχα, απερίσπαστος από προσωπικές ευδαιμονίες

και στάθηκα πάντα ανυπεράσπιστος μπροστά στους άλλους όπως οι νεκροί

έτσι έμαθα τι θα πει αιωνιότητα.



Α, έχασα τις μέρες μου

                                           αναζητώντας τη ζωή μου.



Ώσπου σιγά σιγά όλα σωπαίνουν και μόνο το χαλασμένο πάτωμα

τρίζει δυσοίωνα – συλλογιέμαι τους δρόμους έρημους κατά κει που φύγαν τα χρόνια

τα θρανία να σαπίζουν κάτω απ’ τα παλιά υπόστεγα και το ρολόι πάνω στον κομό

χτυπούσε σα μια πληγή, αλλά γιατί να μας παιδεύουν πράγματα που τα ’χουμε ξεχάσει

ενώ τα βράδια η σελήνη έβγαινε απαλά απ’ τα σύννεφα

φωτίζοντας τα χλωμά χέρια των παιδιών που θα πεθάνουν σε λίγο και τα όνειρα των τρελών

που είναι ίσως αθάνατοι – στιγμές που ανοίγεις ένα παράθυρο σα να λύνεις ένα αίνιγμα

ή κλείνεις μια πόρτα σα να συνοψίζεις μια ζωή.



Κι αλήθεια πόσοι δε χάθηκαν σε μια κάμαρα που δεν τους περίμενε κανείς

και κοίταξα πίσω απ’ τις κουρτίνες μήπως και ξαναβρώ τα παιδικά μου χρόνια

ή τα βήματα ενός μοναχικού διαβάτη αργά τη νύχτα μου θύμιζαν πάντα

πόσο εφήμεροι είμαστε… Κι η ποίηση είναι σα ν’ ανεβαίνεις μια φανταστική σκάλα

για να κόψεις ένα ρόδο αληθινό.






4


Ίνα πληρωθή το ρηθέν…


Θυμάσαι που περιμέναμε με αγωνία την επιστροφή της μητέρας από κάποια επίσκεψη

κι αργότερα περιμέναμε στη στροφή της σκάλας τη Μαρία του πάνω πατώματος

ύστερα, άντρες, περιμέναμε ένα μήνυμα, δεν ήρθε ή ίσως ήρθε παραποιημένο, πού να καταλάβεις μέσα σε τόσα ψεύτικα πράγματα μια τόσο απλή αλήθεια −

δεν υπάρχει λοιπόν κανείς άλλος μέσα στη ζωή μας, γιατί τόση μοναξιά;

αλλά, ευτυχώς, μόλις βρεθώ στην κάμαρά μου έχω φαεινές ιδέες: φορώ το σακάκι του πατέρα κι έτσι είμαστε δυο

ανοίγω την ομπρέλα μου και είμαι σ’ ένα ωραίο πάρκο, βράδυ, ενώ βρέχει και τα πουλιά τρέχουν να κρυφτούν

μέσα στον ύπνο των παιδιών. Τ’ αγάλματα μιλούν τη νύχτα. Κι ας λένε οι άλλοι ότι παραμιλώ.



Ήμουν τόσο λυπημένος,

που οι άγγελοι μου τραγουδούσαν στον ουρανό, άρχιζα τότε να τραγουδάω κι εγώ

για να μην καταλάβουν οι γείτονες, έτσι απέκτησα τη φήμη ξένοιαστου ανθρώπου

εξάλλου ο ρόλος μου πάντα ήταν να κρατάω ξύπνιο αυτό το ηλίθιο φάντασμα

μιας παλιάς ευτυχίας, και καμιά φορά η μητέρα με ρωτούσε δακρυσμένη «γιατί σ’ αρέσει να ταπεινώνεσαι;» «θέλω να καταλάβω, μητέρα».




Και κάθε τόσο απ’ το μεγάλο ρολόι του τοίχου ακούγονταν οι θλιβεροί ήχοι των επιζώντων

στο ίδιο σπίτι μέναμε πολλοί:

ο γέρος με το φλάουτο

ένας τρελός χωρίς ηλικία

ένα φάντασμα απ’ την Οδησσό

εγώ με τα χειρόγραφά μου εγκαταλελειμμένα στον ουρανό −

τ’ απογεύματα κάθομαι στο παράθυρο και κοιτάζω ν’ ανάβουν ένα ένα τ’ άστρα

έτσι έμαθα την πικρή μοίρα των θνητών.




Μεγάλα όνειρα της νιότης μας, δεν πραγματοποιηθήκατε ποτέ

όμως εσείς είναι που δώσατε αυτό το βάθος στη ματαιότητα, ενώ η μητέρα

κλειδωνόταν στην κάμαρα κι έκλαιγε σιωπηλά − νευρασθένεια, έλεγαν οι γιατροί, όμως εγώ ήξερα ότι είχαν περάσει τα χρόνια

κι έπρεπε τώρα να κλάψει και για εκείνα που δεν έγιναν ποτέ

κι ίσως αυτά να ήταν η αληθινή ζωή μας.




Αλλά κι όταν τελειώνει η μέρα, γίνεται άξαφνα μια παράξενη ησυχία από πολλά πράγματα που ξεχάσαμε,

ο αέρας μυρίζει παλιούς μενεξέδες − το γέρικο νοσοκομείο με τα μικρά κίτρινα φώτα του τη νύχτα μοιάζει σα να ’ναι

από μιαν άλλη εξωπραγματική ζωή − εκεί έζησα, άρρωστος από χαμένες ευκαιρίες αιώνων,

όταν γύρισα σπίτι δεν ακούγονταν πια τ’ ανάλαφρα βήματα των κοριτσιών

ή των επισκεπτών το βράδυ. Και κάθε φορά που έβαζα ένα δίσκο στο γραμμόφωνο, καταλάβαινα ότι δεν ξαναρχίζει ποτέ κανείς δυο φορές

και μόνον ο χρόνος είναι γενναιόδωρος μοιράζοντας σε όλους τη σκοτεινή λησμοσύνη του −

λοιπόν ποια πράξη μας βαρύνει την ημέρα της Κρίσεως; Ποιος θα σηκωθεί να μας υπερασπιστεί ή έστω να κάνει μια μικρή αναφορά στ’ όνομά μας;

Έρημα βράδια και νυχτερινοί δρόμοι που συναντήσαμε τις σκιές εκείνων που τόσο θέλαμε να ξεχάσουμε!

Ώσπου στο τέλος κερδίζει μόνο όποιος χάνει: πανάρχαιη, ανεξήγητη ανταμοιβή.






9

 

Ενθύμημα



Μέσ’ από έρημους δρόμους βρέθηκα κάποτε στην γκρίζα συνοικία των χαμένων καιρών, στάθηκα σ’ ένα καφενείο, ήπια κονιάκ, απ’ τη μεριά του ήλιου κάθονταν δυο γέροι, δε με θυμήθηκαν, τα χείλη τους τρεμόπαιζαν σα να μουρμούριζαν κάποιο μυστικό που μόλις είχαν μάθει και που θα το ξεχνούσαν σε λίγο για πάντα κι αυτό

εδώ γεννήθηκα, ανάμεσα σε πολύτεκνες οικογένειες που κοιμόντουσαν όλοι στο πάτωμα, τα χέρια των αγοριών ψαχούλευαν τα κορίτσια σα να ξεφύλλιζαν το πρώτο τους αναγνωστικό −

συνοικία των μικρών διαβόλων που πέθαιναν αναμάρτητοι στα 5 ή στα 17 τους χρόνια

σκοτεινά μικρομάγαζα όπου γυναίκες αγόραζαν φουρκέτες, οι άντρες καπνό και τα παιδιά όνειρο σε χρωματιστά χαρτάκια

στο δρόμο προς το σταθμό ύποπτα ξενοδοχεία, όπου οι καμαριέρες άκουγαν τόσους ερωτικούς στεναγμούς που ξεχνούσαν να γεράσουν

τ’ αγόρια τραγουδούσαν στις γωνιές − λαρυγγισμοί παιδιών που δε θα υπήρχαν του χρόνου

οι γυναίκες τ’ απογέματα έβγαιναν στις ξώπορτες κι άκουγαν τη ρομβία ή μιλούσαν για κάποιο ταξίδι τους, νιόνυφες, στην Τήνο

θυμάμαι τα βράδια που γυρίζοντας από μια σταυροφορία στο άγνωστο προφταίναμε πάντα το τέλος του δείπνου: φακές ή τηγανητά αυγά − σα δυο μικρά ηλιοτρόπια

κι ύστερα ο θόρυβος απ’ το πλύσιμο των πιάτων έφτανε σβησμένος μες στον ύπνο μας σαν ένα σύντομο χαίρε της ατέλειωτης μέρας

θυμάμαι τα χειμωνιάτικα απογέματα μ’ ένα χιόνι από παλιά παραμύθια

θυμάμαι τ' ανοιξιάτικα πρωινά που οι ραπτομηχανές κελάρυζαν σα ρυάκια

κι αργότερα, έφηβος, χορεύαμε στις αυλές, φωνογράφος με χερούλι, γρατζουνισμένα ταγκό, κι όπως σφίγγαμε πάνω μας τα κορίτσια, εκείνα κοίταζαν σα μαρμαρωμένα το κενό ή μας έσπρωχναν κι έφευγαν πανικόβλητα −

αμέτρητες σελίδες που δε γράφτηκαν ποτέ − ποιος ποιητής θα σε τραγουδήσει, φτωχή λυπημένη συνοικία, ή ποιος θα μιλήσει για κείνα τ’ άλλα που συμβαίνουν λίγο πιο εκεί απ’ την πραγματική ζωή

ω, αν μπορούσα να ξαναρχίσω απ’ την οδό Κεραμέων, τότε που περιδιάβαζα κάτω απ’ τις πιπεριές μ’ έναν Σοπενάουερ στην τσέπη

σ’ εκείνον το ρομαντικό ρόλο που «έπαιζα» τότε, ανακαλύπτω τώρα ότι υπήρξε ο πιο αληθινός εαυτός μου

απ’ το λόφο φυσούσε έν’ απαλό αεράκι που σου ’φερνε δάκρυα κι ουρανός την άνοιξη ήταν τόσο γαλάζιος, που ήθελες να πεθάνεις

γιατί ο θάνατος είναι πάντα συνέχεια ενός μεγάλου ονείρου −

συνοικία με τις παιδικές ψείρες που δε μας ταπείνωναν γιατί μας θύμιζαν τις ωραίες διηγήσεις του θείου που είχε κάνει αιχμάλωτος στη Μικρά Ασία

με τα «Μικρά Μυστικά» των κοριτσιών, που εξαφανίζονταν μυστηριωδώς μόλις γίνονταν γυναίκες

ή τον Ιούλιο Καίσαρα που διάβαινε καμιά φορά στο βάθος, ξεφεύγοντας το ανιαρό μάθημα της Ιστορίας

και τ’ ωραίο κορίτσι της οδού Νηλέως που πλάγιαζα μαζί της έφηβος, όταν έμεινε έγκυος τη χτύπησα, εκείνη απελπισμένη πήγε σ’ ένα σκιτζή γιατρό και πέθανε από αιμορραγία. Αλλά τώρα έρχεται κάθε νύχτα φέρνοντας μαζί της μια ολόκληρη χορωδία αγγέλων − ίσως γι’ αυτό δεν μπορώ τις νύχτες να κοιμηθώ.

Συνοικία, που απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα των καπηλειών ερχόταν η μυρουδιά του κρασιού σαν θεία συγχώρεση.



Όμως, ακόμα δεν μπόρεσα να καταλάβω

γιατί δεν πραγματοποιούνται τα ανθρώπινα όνειρα.






13


Περιπλανήσεις


Αλλά τι σημασία έχει;

αφού μόνο το ανεξήγητο είναι που δίνει κάποτε στα λόγια μας τη μαγεία ενός χαμένου δειλινού,

ώρες νοσταλγίας, που μας κάνετε να ζήσουμε τρεις ζωές σ’ ένα μοναχικό απόγευμα

και συχνά στο διάδρομο συνάντησα πρόσωπα άγνωστα όπως όταν έχεις χάσει το δρόμο

ή μας συμβαίνουν γεγονότα που μας φαίνονται τόσο γνώριμα, πότε τα ξαναζήσαμε; πού;

Ίσως για αυτό κλαίω σε ώρες ακατάλληλες.

Ω ανεκπλήρωτο, που ακόμα κι όταν όλα μας εγκαταλείπουν εσύ αφήνεις έξω από την πόρτα μας

                                                                   ένα μικρό γιασεμί.



Ανείπωτη στιγμή του κόσμου που δε θα τη ζήσουμε ποτέ εδώ στη γη και τρέμει στον ουρανό με κάθε αστέρι

κι οι ερωτευμένοι τα βράδια παίρνουν καθένας ένα μονοπάτι έξω απ’ το χρόνο, μα ώσπου να γυρίσουν έχει περάσει ο καιρός κι έχουν ξεχάσει ο ένας τον άλλον…






15


Ιστορίες για το χειμώνα


Κανείς δε μιλούσε στη μεγάλη σάλα. Είχαμε μαζευτεί λίγοι παλιοί φίλοι.

Άξαφνα η πόρτα άνοιξε και κάποιος μπήκε. «Είμαι ο Νικόδημος, είπε. Έρχομαι απ’ το Ευαγγέλιο. Σύντομα θα με χρειαστείτε.» Και τότε για πρώτη φορά ένιωσα ένοχος

σα να ’ταν δικό μου σφάλμα η θνητότητά μας. Και μην ξέροντας τι να πω, έκανα πως κοιτάζω τους τοίχους με τις πεθαμένες μύγες του φθινοπώρου

σαν τις σελίδες που διαβάζουμε τα σκοτεινά ρήματα του Θεού…



Τώρα τα βράδια κάθομαι σε μισοσκότεινα καφενεία και πίνω με πεθαμένους φίλους

αλλά κι όταν έφυγα απ’ τα παιδικά μου χρόνια κρατούσα ένα γράμμα που δεν έμαθα ακόμα πού πρέπει να το πάω

και για κακή μου τύχη οι άνθρωποι που αγάπησα ήταν κι αυτοί θνητοί.





Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα, (1987).
Πηγή: «Τάσος Λειβαδίτης, Ποίηση, (Τόμος τρίτος, 1979 - 1990)», εκδ. Κέδρος 2003, 6η έκδοση.

Στην εικόνα: Ο Τάσος Λειβαδίτης εξόριστος στον Άη Στράτη, 1951.