Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βαβούρης Σταύρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βαβούρης Σταύρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2024

Σταύρος Βαβούρης, "Τα ακαριαία: Εμείς"





ΤΑΞΙΔΙ


Θα ταξιδέψω πάλι μες στα μάτια σου,
αν κι από λίμνες άλλοτε
μοιάζουνε τώρα επίφοβες
και όλο ομίχλη θάλασσες.

Ποιος ξέρει, τι τα κατοικούνε πια,
τι δράκοντες, τι δόκανα έχουν στήσει
για την τρελή μου διάθεση
τόσες φορές ναυαγισμένη μέσα τους
κι εν τούτοις πάντοτ’ έτοιμη
για μια καινούργια περιδιάβαση
                       στα σκοτεινά νερά τους.





ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΤΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ

                                     Στον Γιώργο Σαββίδη
                                               που το αγάπησε


Μ’ άλειβε απόψε το φεγγάρι όλη τη νύχτα
γαλάζια πίσσα και χρυσή,
όπως αλείβουμε ένα σώμα αγαπημένο
με λάδι στην ακρογιαλιά.
Συλλογιζόμουν: αύριο
θα μ’ έχει κάνει είδωλο
για ν’ αλωνίζω πια στην παραλία
κάτω από τον ήλιο, το πρωί.
Ώσπου με κάλυψε έτσι ολόγυμνο
από το πρόσωπό μου απάνω
ίσαμε τα νύχια των ποδιών.

Σε μια στιγμή μεσουρανώντας
έστρεψε το κρανίο του τάχα μου τυχαία
χαμήλωσε, με κάρφωσε
έτσι όπως έκλεινα τα μάτια, ανύποπτος
και μ’ ένα σπίρτο αστραπιαία
μου ’βαλε πυρκαγιά.
Λαμπάδιασα και κόρωνα ίσαμε την αυγή.


                                                                1982





ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΠΕΡΑΣΕΙ ΑΠΕΝΑΝΤΙ


Μη, μην περάσεις στην απέναντι μεριά.
Δεν είν’ αψίδες φωτεινές,
στημένες καρμανιόλες είναι
που υποδύονται αναμμένες τις αψίδες
για να περάσεις κάτω από τα τόξα τους
τάχα μου νικητής.
Πού νικητής και πώς;
Θα σ’  α - πο - κε - φα - λί - σουν.

Μείνε λίγο ακόμα
στη σχετική ασφάλεια της σκιάς.
Ένα κερί που θα σου φέρω
όσο μπορώ πιο γρήγορα
θα ’ν’ αρκετό, ώσπου να ξημερώσει.
Γιατί θα ξημερώσει, μην τ’ αμφισβητείς.
Κάποια μέρα ξημερώνει τέλος πάντων.
Για όλους μας. Ξημερώνει.





GIUDICI, AD ANNA, GIUDICI*


Σπρώξε τους τότε τους ανίδεους
τους χαμερπείς και ξέφυγε
για μια στιγμή, για λίγα δευτερόλεπτα
απ άρχοντες αστάθμητους κι αόρατους
αλλά και σταθμητούς
π’ άρον άρον θα σε σέρνουν
σαν την Άννα Μπόλεϊν στο δήμιο.

Ξέφυγέ τους κι ούρλιαξε:
«Δικαστές, για μένα δικαιοκρίτες, δικαστές».

Όχι για να σε βγάλουν λάδι δηλαδή·
όπως εσύ,
όλοι τις έχουν κάνει τις λαδιές τους
όπως και η Άννα φυσικά.
Αλλά
τα χρόνια που ’ρχονται τουλάχιστον Μετά
να σε δικάσουν έντιμα
κι έστω, να σε καταδικάσουνε Σωστά.


____________
Σημείωση:
Giudici, ad Anna Giudici: Δικαστές, για την Άννα, δικαστές.
Άρια από την όπερα «Anna Bolena».






Τα ακαριαία: Εμείς (1984).
Πηγή: «Σταύρος Βαβούρης, Πού πήγε, ώς πού πήγε αυτό το ποίημα [1940-1993]», εκδ. Ερμής 1998.

Στην εικόνα: Caspar David Friedrich «Seashore in the fog» (1807).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.


Σάββατο 6 Νοεμβρίου 2021

Σταύρος Βαβούρης, "Τι άλλο μου είπε αυτό το ποίημα"

 



 Τι άλλο μου είπε αυτό το ποίημα


                                      * * *


Ήμουνα μια τρίλια μοναχά;
Ίσως, μα τώρα
στο άπειρο μέσα και στο χρόνο κάτι άλλο με καλεί

Δε μου άξιζες; Δε σου άξιζα;
Ίσως με τραγουδήσει τώρα άλλο πουλί.





                                      * * *


Μπορεί να ήμουν τίγρης
Μπορεί να ήμουν πάνθηρ
Μπορεί να ’μουν λεπίδα λαιμητόμου
π’ άστραφτε μες στο φως.

Μπορεί τ’ αλέτρι που θα σ’ όργωνε·
ποιος σου ’πε ότι ένα ποίημα
μπορεί να μην οργώνει;

Έπρεπε να ρισκάρεις
Να ’μπαινες στο κλουβί μου
σα γη να μου απλωθείς
να κάψω τα ζιζάνια που φύτρωναν στο χώμα της,
να ’σκυβες τον αυχένα στην εγκοπή του ξύλου
που θα ’πεφτε η λεπίδα πιθανόν.

Ποιος σου ’πε ότι ’ναι εύκολα τα ποιήματα;
Ποιος σου ’πε ότι ένα ποίημα
μπορεί να γίνει ο δίσκος της χρονιάς;





                                      * * *


Άσε τους −σου ’λεγα− να παίζουνε χαρτιά
να στοιχηματίζουν στο ιπποδρόμιο
τις ώρες τους τις μάταιες να περνούν
σε τυχερά, λογής λογής, παιχνίδια.
Εσύ,
ν’ ακολουθείς πάντοτε τ’ άστρο σου.

όσο κι αν σου φαίνεται μακριά
κι όταν ακόμα ούτε καν το διακρίνεις
είναι σκυμμένο πάν’ απ’ το κεφάλι σου

Εκεί, ψηλά θαν το ’βρεις.
Όσο κι αν φαίνεται άπιαστο
γεννήθηκε για σένα.
Κάποτε θα τ’ αγγίσεις.
Και μια στιγμή πριν ξεψυχήσεις
θα διασχίσει τ’ άπειρο διάπυρος διάττων
και θα εκραγεί βεγγαλικό
μες στην αιωνιότητα.





ΣΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥ


Μου λέτε – απολογήσου, απολογήσου, κύριοι συνήγοροι.
Αλλʼ αν μιλήσω για να δικαιολογηθώ
τα ίδια μου τα λόγια θα με καταδικάσουν
κι οι δικαστές
θα πούνε πάλι όπως συνήθως
ότι ήμουν ένα ποίημα επηρμένο.

Έτσι αγορεύετε Σεις λοιπόν.
Εγώ σωπαίνοντας θ’ ακούω από μακριά
υπόκωφα να φτάνουν οι καινούργιες συμφορές
που ήδη ξεκινήσανε για μένα.

Γιατί είναι εκ των προτέρων βέβαιο.
Ακόμα και γι’ αυτές
σα να ʼτανε κυρώσεις γι’ ανομίες δικές μου
όλοι θα ʼρθουν να καταθέσουν εναντίον μου
στις ενδεχόμενες καινούργιες δίκες μου.





Πού πάει, πού με πάει αυτό το ποίημα (1985).
Πηγή: «Σταύρος Βαβούρης, Πού πήγε, ώς πού πήγε αυτό το ποίημα [1940-1993]», εκδ. Ερμής 1998.

Στην εικόνα: J.A.G. Acke, «The Poet» (1911).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2020

Σταύρος Βαβούρης, "Ορφέας κατερχόμενος"




Η ΚΑΤΑΔΡΟΜΗ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

                                                      Στον Γιώργο Σαββίδη


Η θάλασσα χρόνια μετά σε κυνηγάει.
Μ’ ατέλειωτες βουβές παλίρροιες,
όσο βαθιά κι αν μετοικήσεις στα μεσόγεια,
εισχωρεί στις ημέρες,
στις ώρες σου,
ανοίγοντας στον ύπνο σου ρωγμές τις νύχτες
όσο στη λησμονιά βαθιά κι αν έχεις ταξιδέψει
όσα κι αν έχτισες ψηλά και στέρεα φράγματα,

με κύματα μεγάλου θυμού
η θάλασσα τα υπερπηδά και τα σαρώνει.
Όσες προσχώσεις κι αν παρεμβληθούνε −Θε μου!−
στο κουρασμένο σώμα σου
και στ’ ακοίμητο δικό της, ανάμεσα.
Η θάλασσα χρόνια μετά, σε φτάνει μια νύχτα.
Ανοίγει τα παράθυρα και σπάζει τις πόρτες
σε κατακλύζει με τυφώνες απρόβλεπτους
ή ανεπαίσθητα σε κατατρώει σε βράχο.





ΜΗ ΜΕ ΞΥΠΝΗΣΕΤΕ


Μη με ξυπνήσετε αν με βρείτε
να κοιμάμαι ακόμα.
Ίσως ονειρεύομαι και πάλι
ακριβώς όπως και τότε που με ξύπνησαν
                                                                  λέγοντάς μου
πως δεν είχα να κερδίσω τίποτ’ απ’ τα όνειρα.
Κι εν τούτοις ό,τι έζησα
κι εν τούτοις ό,τι κέρδισα
ήταν μέσα στα όνειρά μου μοναχά.





Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΠΟΥΛΟΥΣΕ ΛΑΧΕΙΑ


Εκείνη η ταπεινή πικρή γυναίκα
που περνούσε κάθε βράδυ κρατώντας
ένα κοντάρι με λαχεία απούλητα
ή μισοπουλημένα
ή έστω κι όλα πουλημένα σχεδόν

το βλέπω τώρα
πως ήτανε περισσότερο ένα μάθημα
μία επίπληξη αυστηρή,
μία προειδοποίηση απ’ τη Μοίρα
και διόλου μα διόλου
ένα πέρασμα τυχαίο
κάτω απ’ τ’ ανοιχτό
μ’ απόγνωση στους Έρωτες
παράθυρό μου.





ΣΕ ΧΡΟΝΟ ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟ


Αισθήματα και πρόσωπα σε χρόνο υπερσυντέλικο
Παρωχημένα ανέκαθεν
και τότε ακόμη που τα ενόμιζα, ενεστώτα.

«Είχα ζητήσει» λόγου χάριν − τόσο να σε βρω
δεν σ’ είχα βρει,
αν κι ισχυρίζεσαι πως πιο πολύ
μ’ είχες εσύ αναζητήσει,
γράφοντας γράμματα αναρίθμητα
θαμμένα τώρα
κάτω από την κάθετη ψυχρή βροχή της Δοτικής:

Εν Λαμία −θυμάμαι−
Εν Αθήναις −θυμόσαστε−
τη δωδεκάτη πρώτου, έτους
έτους… ποίου;
Δεν είναι δυνατό να ξέρω πια,

Πάντως, εκείνων των εντάφιων ημερών
παρωχημένα αισθήματα και πρόσωπα
σε χρόνο πάντα υπερσυντέλικο
κι όταν ακόμη τα επίστευα ενεστώτα.





ΕΥΡΥΔΙΚΗ


Έσερνες ένα σκέλεθρο στο φως.
Γι’ αυτό και σου ’χαν άλλωστε συστήσει:
                      Να μην στρέψεις.
Αλλ’ έστω, κι αν δεν είχες παραβεί τους όρους
δε θα ’φτανα ποτέ στο φως μαζί σου

Άσαρκα κόκαλα
δυο κόγχες δίχως μάτια
δόντια δίχως χείλη
ήταν ό,τι έσφιγγες στο χέρι σου ανεβαίνοντας,
όπως ήτανε στημένη επίσης κι η παγίδα
απ’ τη στιγμή που σου ’χαν επιτρέψει να διαβείς
την πόρτα που κανείς δεν πέρασε βαδίζοντας.

Όταν στο τέλος έκανες να στρέψεις
                                                   εξατμίστηκα.
Τίποτα δεν είδες
Τώρα όμως να το μάθεις.

Έσερνες ένα σκέλεθρο στο φως
                       απ’ την αρχή μαζί σου
κι ήταν απόφαση παρμένη τελεσίδικα:
Ήθελες δεν ήθελες:
                      Να στρέψεις.





ΟΡΦΕΑΣ ΚΑΤΕΡΧΟΜΕΝΟΣ


Κατεβαίνει τώρα.
Τα νέα ρεύματα ανεβαίνουν
Τα νέα πρόσωπα ανεβαίνουν
μ’ αυτός κατεβαίνει
με κάτι σαν προαίσθημα θριάμβου
που επίκειται αντιθέτως από στιγμή σε στιγμή.

Από στιγμή σε στιγμή
γιατί
στο πρόσωπό του δίχως να φυσάει κάτι χτυπάει.
Περνάει ένα φρίκιασμα στο δέρμα του:
Είναι του παραληρούντος όχλου οι επευφημίες
είν’ οι χλευασμοί που θα ξεσπάσουν;

Κατεβαίνει.
Γύρω του μια κίτρινη στεγνή πραγματικότης
στοιχειώνει σε παράθυρα που κλείνουν
πρόσωπα που κλείνουν
Μισογελούν, μορφάζουν:
Κύκλος που κλείνει και στενεύει σα θηλιά.

Κατεβαίνει.
Πίσω του ένας κόσμος μάτια στο σκοτάδι,
αναβοσβήνουν σα πυγολαμπίδες.
Σαρκάζουν, κλαιν, εκλιπαρούν
μέσα σε μια σιωπή που ξεκουφαίνει.
Τέλος τον αποχαιρετούν.
Αποχαιρετάει κι αυτός και κατεβαίνει.

Στις ρίζες των αυτιών του τύμπανα,
σάλπιγγες, φωνές:
μια μουσική εμβατήρια βουλιάζει
και πάλι έπειτα στεντόρεια ανεβαίνει.
Τ’ είναι επί τέλους; Τι συμβαίνει;
Είν’ η λαιμητόμος σε μια από τις
                                      επόμενες στροφές.
Είν’ οι μαινάδες γυναίκες της Θράκης.
Είν’ η στερνή του μεταμόρφωση σε φλόγα
σε μια μικρή κόκκινη φλόγα
που θα καίει και θα ρωτάει μες στις καρδιές μας

Στους αιώνες ίσως

Των αιώνων.





Από τη συλλογή «Ορφέας κατερχόμενος» (1971).
Πηγή: «Σταύρος Βαβούρης, Πού πήγε, ώς πού πήγε αυτό το ποίημα [1940-1993]», εκδ. Ερμής 1998.

Στην εικόνα: Jean-Baptiste Camille Corot, «Orpheus Leading Eurydice from the Underworld».
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2018

Σταύρος Βαβούρης, "Οι Ατρείδες της φωτιάς και της σιωπής"





Η ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ ΣΤΗΝ ΑΥΛΙΔΑ


Η θάλασσα θα ’χει δεχτεί
να πάρει τα καράβια στο ταξίδι τους
έπειτα απ’ το θρίαμβο της πληρωμένης Νύχτας
και τη φρίκη της Αυγής.
Επευφημίες.
Αδιάντροπες αφυπνισμένες άγκυρες.
Το αίμα. Το δέος. Σιωπή.
Μετά θ’ ανοίξουν τις κουρτίνες
κι ανέφικτη θα κατεβώ λίγα σκαλιά.
Βλέμμα οριζόντιο, λύπη οριζόντια.
Θα ’χω ανεβεί στο τελευταίο δάκρυ,
το δάκρυ που πετρώνει,
και γίνεται
αυτό που λεν οι ανήξεροι: φαρμακερή καρδιά.

Οι ακόλουθοι δε θαν το δουν,
θα βουλιάζουνε τα μάτια τους στις τύψεις·
θα βουλιάζουνε στη λίμνη των στιγμών,
όπως σε κάθε πίκρα τους
στηρίζουν κάτω από το θαμμένο τους πιγούνι την παλάμη
και με την εγκαρτέρηση νομίζουν πως θα στήσουνε
ό,τι ούτε ο θεός δεν μπόρεσε να φέρει δεξιά.
Έτσι, να εξευμενίσουνε τα βήματα της Μοίρας.
Μα το νόημα της ζωής μας δεν αλλάζει.
Το ύπουλο αυτό νόημα που προχωρεί
ατσάλινη στιγμή μες στους αιώνες,
και δεν το μαλακώνει ο πόνος μας
που διαφεύγει μέσ’ απ’ τις κινήσεις μας
που τις προετοιμάζει,
το σκοτεινό αυτό νόημα
που προχωρεί ακατάλυτο, αδιάφθορο και ριγηλό
μέσ’ απ’ τις επικλήσεις μας κι από τις προσευχές μας
δε θαν το δουν.
Θα βουλιάζουν στην ελπίδα του καιρού.
Μα εγώ, πέρα απ’ αυτούς, χωρίς αυτούς
δεν θα ’μαι πια αχιβάδα στην τρεχάλα της συρμής του.
Στο ’να πλευρό μου πάντοτε η Φωτιά
μα στ’ άλλο η φρίκη μου βουβή
θα ’χουμε δει στο ματωμένο σου κεφάλι
τη λιμασμένη Μοίρα μου χορτάτη.

Δε θ’ απομένει πόνος πια.
Δε θα ’ναι πια μελωδικό τραγούδι κύκνου που πεθαίνει
δε θα ’ναι πια κλυδωνισμός τραυματισμένης νύχτας
κάτω από ρομαντικό φεγγάρι.

Θα μένει
μόνο αυτό το τραγικό άρωμα
η ανείπωτα πικρή εκείνη γεύση,
αυτή η στεγνή εντύπωση
που αν θες, την κάνεις σιδερένιο τραγούδι
−τσεκούρι, φωτιά−
αν θες την κάνεις λόγχη
−τσεκούρι, φωτιά−
που λησμονιά
ή μνήμη μουσική δεν γίνεται μονάχα.

Κι εδώ, δεν θά ’ρθει η θάλασσα να παίξει
με τις γυμνές νεράιδες του κρυφού μου κήπου,
δεν θά ’ρθει η θάλασσα να βρει φεγγάρι
δε θά ’ρθει μπάτης πια.

Στα ματωμένα βότσαλα τα βράδια
η αγρύπνια μου θα τριγυρνάει
αγέλαστη και μοναχή στους μόλους
με τη φωνή του πυρετού
για τα περαστικά θαλασσινά πουλιά
που αμέριμνα θα ’ρθουν
να φέρουν άνοιξη στο χώμα
που το στοίχειωσε η θυσία σου.

Θα ’χω μια λύπη που θ’ αγγίζει τ’ άστρα,
ψηλή, και κατακόρυφη.
Δε θ’ απομένει πόνος πια.
Αυτοί, μετά καθώς θ’ ανοίξουν τις κουρτίνες
θα βουλιάξουνε στη λήθη του καιρού.
Κι έπειτα
θα ’ρθούνε φαύλοι χρόνοι που θα πουν
ότι ήσουν τάχα ιέρεια στους Ταύρους,
θα ’ρθει να με λογχίσει η Ηλέκτρα.
Μ’ αν ήταν στο ’να μου πλευρό πάντα η Φωτιά,
αυτό το μέτωπο
δεν ήταν πάντοτε φωλιά
πικρών πουλιών που δεν λαλούν
δεν ήταν πάντοτε κυψέλη
για στείρες μέλισσες σιωπής και συμφοράς.

…Ότι σε πήραν σύννεφα
ότι είσαι τάχα ιέρεια στους Ταύρους.
Καρδιά οριζόντια. Λύπη οριζόντια,
για πάντα.
Ευθεία γραμμή, ατέλειωτη, χωρίς υποτροπή
ως την καρδιά του Χρόνου.
Εγώ
που κράτησα στα χέρια μου
το ματωμένο σου κεφάλι
μονάχα εγώ,
μπορώ να ξέρω την αλήθεια.





ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΗΛΕΚΤΡΑΣ


Αιφνιδίως με γοήτευε η ιδέα
πως μπορούσα να εξωθήσω
πρόσωπα και πράγματα σαν λόγχη·
πως ήταν δυνατό να πάρω σχήμα λαιμητόμου
πάνω από ένοχους αυχένες
ότι μπορούσα να υψωθώ,
σαν κυπαρίσσι σκοτεινή
σαν πεπρωμένο ανέφικτη.

Η ιδέα ότι μπορούσα να διασχίσω αδιάφορη
μ’ ένα σατανικό αδιόρατο χαμόγελο
πλήθη λυσσαλέα και μαινόμενα εναντίον μου
με διέλυε.
Με διαπερνούσε, με σπασμούς σχεδόν ηδονικούς, η σκέψη
πως μπορούσα
να βρεθώ στο τελευταίο σκαλοπάτι του ικριώματος
περιφρονητική
ενώ ένας όχλος θαμπωμένος
του κάκου θα περίμενε ως το τέλος
να ξεσπάσω σε λυγμούς.

Αιφνιδίως με γοήτευε
ναι, μ’ έκανε τρελή η ιδέα
πως ήταν δυνατό να πάρω μιαν απόχρωση
τεφρού αμετακλήτου
σκιάζοντας κι αφανίζοντας το φως του ήλιου
που τους είχε τόσο ανάψει και μεθύσει.





ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ ΑΤΡΕΙΔΗΣ


Η μυρουδιά από ’να πορτοκάλι
λησμονημένο πλάι στο προσκεφάλι του
θα του ’φερνε οπωσδήποτε στο νου
σκίζοντας την καρδιά του σα μαχαίρι
τους πορτοκαλεώνες του αργολικού κάμπου
που μόνο για μια μέρα στη ζωή του
πάλι θα ξανάβλεπε·

Όμως καλά να πάθει.
Μέσα στα λουτρά «οις ενοσφίσθη»
θα πρέπει να θυμήθηκε
για μια στιγμή ακαριαία
αργά και μάταια θα κατάλαβε,
ότι ούτ’ ένας βασιλιάς
δεν έχει το δικαίωμα να πικραίνει,
να εξευτελίζει αυτούς
που χρόνια −πώς και πώς− τον περιμένανε
γιατί τον αγαπήσανε πολύ
φέρνοντας παλλακίδα στο παλάτι του
χωρίς τη θέλησή της, συν τοις άλλοις
δούλα ταπεινωμένη την τρελή Κασσάνδρα
κόρη βασιλιά, όπως οι κόρες του
του Ίλου απόγονη
του Ίλου −υπογραμμίζω− του ήρωα
και πολυ-αγαπημένη ενός Θεού
του Φοίβου
του εκηβόλου Απόλλωνα.





ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΤΡΕΙΔΗΣ


Ναι μεν τα κίνητρά σας ευγενή
(κίνητρα δολοφόνου ευγενικά;
Pour ainsi dire· passons),
ο φόνος όμως φόνος
επέμενε διακριτικά μα σταθερά ο εισαγγελεύς.
Η Ηλέκτρα φρένιασε· (μαινόταν:
Κι η μοιχεία; Κι η σφαγή του βασιλιά;)
Επέσειαν απειλές και σχετικές κυρώσεις
στ’ ατέρμονό τους πηγαινέλα οι αυλικοί.
Παραιτήσεις, υποδείξεις, δικηγόροι
κομφούζιο στον Άρειο Πάγο·
και κατά την ολομέλεια φυσικά στο τέλος
συμφώνως τω άρθρω τάδε…
του νόμου, νόμου… (κάποιου νόμου τέλος πάντων·
(αν είναι δυνατό, κανείς να συγκρατήσει
παράγραφους κι εδάφια
νόμων σε τέτοιο κυκεώνα;)
έχετε απαλλαγεί λόγω συγχύσεως
«πλήρους» μάλιστα συγχύσεως
είν’ η διατύπωση του σχετικού εγγράφου.
Σύγχυσις πλήρης…
Ίσως, δηλαδή, λόγω βλακείας.
Όχι ίσως. Ακριβώς.
Τέλος στο παλάτι, κεραυνός.

Και τώρα, κατεβείτε πρίγκηψ,
κύριε, πολίτα, Ορέστη Ατρείδη,
(πώς προσαγορεύεται, άραγε, ένας έκπτωτος;)
Ορίστε το εισιτήριο, τ’ ανάλογο συνάλλαγμα
και τα λοιπά απαραίτητα χαρτιά.

Πυλάδη, σεις
με τις σοφές σας συμβουλές
βιαστείτε: τις αποσκευές.
Το πλοίο πρέπει ν’ αποπλεύσει το ταχύτερο.

Για την προσωρινή σας −πρώτον− απομάκρυνση
δεν εννοεί να υποχωρήσει ο εισαγγελεύς.
Όσο για το θρόνο σας και τη διαδοχή σας −δεύτερον−
Κανείς δεν ξέρει.
Παίρνουνε χρόνια αυτά τα πράγματα.
Ίσως γυρίζοντας με της θεάς το ξόανο,
προβάλλουμε το ευγενικό προσκύνημά σας
θα ’χει λησμονηθεί κι η πλήρης σύγχυσις...

Ίδωμεν τέλος πάντων.

Υπάρχουν, βλέπετε, αθωώσεις
που ’ναι, περίπου − σαν καρατομήσεις
σαν καταδίκες στην εσχάτη των ποινών.
Σε θάβουν ζωντανό
−πώς να σας το πω: σε Διαγράφουν
κι ίσως, Ορέστη Ατρείδη
ακόμα, πιο πολύ.





Από τη συλλογή «Οι Ατρείδες της φωτιάς και της σιωπής».
Πηγή: «Σταύρος Βαβούρης - Πού πήγε, ως πού πήγε αυτό το ποίημα (1940-1993)», εκδ. Ερμής, Αθήνα, 1998.