Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χαμπίδης Παντελεήμων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χαμπίδης Παντελεήμων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2022

Παντελεήμων Χαμπίδης, "Γνωστικά Κεφάλαια"





Νερό στο αυλάκι


Ο υετός ραβδώνει το χώμα στον κήπο της
καρδιάς, βαθαίνει το πιο γλυκό ροδόνερο, να
ποτιστείς.
Έτσι φαντάζει το ιδανικό·
φλοισβίζει στους βράχους της άρνησης, της
μάχης, της μοναξιάς.
Ρέει στην αλέα της καθημερινότητας.
Κάθεται σε αγκαλιαστές φούχτες, για να
απλωθεί σε απελπισμένες ρίζες,
ρίζες απελπισμένες από την ξεραΐλα της
απιστίας.
Και τότες εκείνες παίρνουν το χρώμα του
ουρανού.





Nenia noctis (Το νανούρισμα της νύχτας)


Το χώμα στην αρχαία γη, όταν ο ήλιος πέφτει
σε φίλους καταπατητές στο αυτί τους ψιθυρίζει.
Κάποτε απάρθενο, πια τα λογικά τους κλέβει
με θρύλους ανιστόρητους την ησυχία λυγίζει.

Μουγκρίζουν τα ξερόκλαδα στο πέρασμα του αγέρα
και λύκοι απ’ τις κορφές ακράτητα ουρλιάζουν
σε αλαργινές μορφές από τα δέντρα πέρα
που με το σεληνόφωτο την όψη τους αλλάζουν.

Στοιχειά, νεκροί και τέρατα στο κάλεσμα της όφνης
τα μαύρα αγρίμια της νυκτός περνούν και συνοδεύουν
να πάψουν κάθε ερχομό της ανελέητης νιότης
τη θράψη της ακοίμητοι αχόρταγα γυρεύουν.

Σκιάδες γέρνουν σιωπηλά μπροστά σε κάθε ξένο
μικρό, μεγάλο, άρχοντα, φτωχό, άντρα, γυναίκα,
στις βλάσφημες τις ερημιές με τη ψυχή χαμένο.
Εξαπατούν καρτερικά με θανάτους δέκα.


Μικρό μη κλαις, μα πρόσεχε τα μαυρισμένα δάση
ή τις ξερές κι ολόχρυσες ασφοδιλένιες στέπες.
Η μέρα πάλι μίκρυνε και θέλει να χλομιάσει.
Η νύχτα αδέκαστη έρχεται και τιμωρεί τους ψεύτες.





Από τη συλλογή «Γνωστικά Κεφάλαια», εκδ. Έμβρυο, 2021. 

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2020

Παντελεήμων Χαμπίδης, "Άσκηση ποιητικής"




Σταυρωμένος έρως



Μπροστά από την Αφροδίτη του Μποτιτσέλι
στη Φλωρεντία μαζώχτηκαν οι ποιητές των
αιώνων για να υμνήσουν τον έρωτα.
Ο ένας τραγούδησε ρομαντικά άσματα,
ιπποτικά.
Ο άλλος μοιρολόγησε την επαλήθευση της
μοναξιάς.
Κάποιος έβαλε μετάνοια στον χάρτινο πίνακα,
εικονολάτρης.
Εικονοκλάστης άλλος πήγε να τον σχίσει,
βλαστημώντας.
Ο πονεμένος έστρεψε τα μάτια στον
σταυρωμένο έρωτα
της ματωμένης άμμου της Αιγύπτου,
της Βασιλεύουσας,
της αφιλόξενης, βορεινής στέπας.





Αντίο


Σα ταξιδεύω με το τραίνο ψαχουλεύω με το
βλέμμα
τις σιδηρογραμμές απ’ το τζάμι
και αναρωτιέμαι…

Πόσα βαγόνια έχουν στηρίξει αυτά τα σίδερα;

Βαγόνια από Ασίες, Ευρώπες, Αφρικές,
Αμερικές.

Βαγόνια με μανάδες, πατεράδες, γιους και
κόρες,
αγαπημένους και αγαπημένες,
που οι γραμμές φέρνουν τα χείλη τους να
σμίξουν,
για να αποκολληθούν,
τα χέρια τους να τυλιχτούν σταυρωτά
στις πλάτες του άλλου
για να λυθούν σ’ ένα πονεμένο, μα χαμογελαστό
αντίο.

Το αντίο της ελπίδας, της προσμονής,
της αλησμόνητης ανάμνησης,
που κυλά σε ασκούριαστες ράγες.

Το αντίο, που περιμένει το καλώς όρισες,
χορεύοντας κυκλικά, θα έλεγες
και περιμένει να σπάσει κάποτε τον κύκλο,
για να ανοίξει η γραμμή,
που θα έχει αρχή
και τέλος.-





Από τη συλλογή «Άσκηση ποιητικής», εκδ. Έμβρυο, 2020.