Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρκόπουλος Γιώργος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρκόπουλος Γιώργος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 27 Μαΐου 2018

Γιώργος Μαρκόπουλος, "Πέντε κυριακάτικα ποιήματα"





Απόγευμα Μαΐου Κυριακής


Ένας άνθρωπος λιαζόταν στο ταρατσάκι.

Και βέβαια, έτσι που καθόταν,
έμοιαζε σαν να είχε πεθάνει εδώ και χιλιάδες χρόνια.





Απόγευμα Μαΐου Κυριακής, 2


Τι θλιμμένο απόγευμα!

Κι αυτός ο άνθρωπος χρόνια περνάει
με το παιδί του που δεν μεγαλώνει ποτέ.





Ένα ποίημα έλεγε ότι γνωρίζει τον Μήτσο

Κατόπιν, αφού την έδεσαν αμφότεροι εις τρεις καρέκλας ηνωμένας, και παραμείνας μόνος ο αρχιβασανιστής, ο επιλεγόμενος «Μήτσος ο επιλοχίας», εκτύπησε ανηλεώς τα πέλματά της με ρόπαλο. Της κατεβίβασεν το παντελόνιον, της απέσπα τρίχας εκ του εφηβαίου και ακολούθως της εμάλαξε τα στήθη επί τοσούτον ισχυρώς ώστε η παθούσα να καταθέτη ότι «τραβούσε να τα αποσπάση».

Προσέτι δε, γνωρίζομεν υμίν, ότι ο εν λόγω Μήτσος παρέμεινεν άγνωστος.

Βούλευμα Πλημμελειοδικών
Από τη δίκη των βασανιστών
14.7.75


Ο Μήτσος πήρε τη βαλίτσα του που είχε χαθεί
στο πρακτορείο λεωφορείων Πρεβέζης. Ήσυχα και μοναχικά.
Ύστερα μπήκε στην Αθήνα, Κυριακή απόγευμα,
Τόσο απλά και τόσο αθόρυβα, να σπουδάσει ηλεκτρονικός.
Πέρασε δίπλα από κλειστές μάντρες υλικών οικοδομής
στην Ιερά οδό, από χαλασμένα φορτηγά, τρίκυκλα
και κλειστά μηχανουργεία στο Αιγάλεω.
Ο Μήτσος είδε από μακριά την Πεντέλη, τον Κεραμικό…
Αυτή είναι η Αθήνα, είπε. Πέρασε από την έρημη Ομόνοια.
Είδε έναν πατριώτη του φαντάρο. Έκανε πως δεν τον πρόσεξε.
«Ρε συ δεν είσαι ο Μήτσος
Και ο Μήτσος απάντησε «όχι»
σκεπτόμενος πράγματα πολύ συγκεχυμένα,
όπως τα παιδικά ξυπόλυτα χρόνια του
με αυτιά του γαϊδάρου στο χωριό
καθώς και κείνη τη Στέλλα από τη Βέροια που την αγάπησε
και εντούτοις παντρεύτηκε ζωέμπορο στη Λιβαδειά.
Αυτή είναι η Αθήνα, ξαναείπε ο Μήτσος.
Έφαγε μακαρονάδα το βράδυ
σε ψητοπωλείο της οδού Βερανζέρου – έκανε βόλτα.
Τη νύχτα κοιμήθηκε στο ξενοδοχείο «Ωραία Ήπειρος»
της οδού Μενάνδρου.




Από τη συλλογή «Οι πυροτεχνουργοί» (1979).




~ *~


Σε μια παραλία το 1960


Σε μια παραλία το 1960 καθόταν μια οικογένεια.
Η μητέρα, ο πατέρας και το παιδί.
Ήταν Ιούλιος, Κυριακή πρωί,
και έτσι που το φως του ηλίου ήταν τόσο διάφανο,
το παιδάκι σηκώθηκε και προχώρησε προς τη θάλασσα
ώσπου χάθηκε.

Γι’ αυτό είναι που από τότε στο βάθος του ορίζοντα
επιπλέει ένα άσπρο καπελάκι με μαύρη κορδέλα
και ταξιδεύει, ταξιδεύει σαν βαρκούλα.





Στη μάντρα του ασύλου


Καθόμασταν μια Κυριακή
στην αντηλιά της μάντρας του ασύλου,
ώσπου ξάφνου σηκώθηκε ένας και είπε:
«Να μας πεις για εκείνη».

Και εγώ πήρα το λόγο και άρχισα:
«Σπίτι εξοχικό η ψυχή της, το χειμώνα,
όπου έβλεπες τα πορτοκάλια στην αυλή
και έλεγες κάποιος θα έρχεται,
κάποιοι κληρονόμοι θα τα κόβουν αυτά τα δέντρα.
Άνοιξα τότε και μπήκα. Πυροβολεία εγκαταλειμμένα στα βουνά
από μιαν άλλη κατοχή συνάντησα,
νεκροταφεία στην πτέρυγα των μωρών
με λαμπαδίτσες του Πάσχα
και μικρά στέφανα από λευκές και ροζ λεμονίτσες.
Και περνούσεν ο καιρός
κοινωνώντας πάντα μόνος τη βαθιά μοναξιά της
όπως τα θηρία το νερό στη δική τους πηγή,
ώσπου μετά από χρόνια βρέθηκα στο γάμο της.
Όλοι γελούσαν σ’ εκείνο το θλιμμένο πανηγύρι,
και αυτός ο πατέρας της διαρκώς έπλενε τα χέρια του
πριν παραδώσει τη σφαγμένη θέληση της
στο μεγάλο χρόνο πανδαμάτορα των επιθυμιών.
Έμεινα από τη γωνία να την κοιτάζω.
Ήταν κρυφά δακρυσμένη, με το στήθος γυμνό
και τα μαλλιά της λυμένα.
Ωραιότατη κοιμωμένη για τον τάφο της, φώναξα,
στον άλλο κόσμο θέλω να γίνω ποτάμι και αυτή πηγή,
ο σκοτεινός Αλφειός και η μακρινή Αρέθουσα,
για να σμίγουν τα νερά μας κάπου στα βάθη της θάλασσας.
Λεπτομέρειες δεν συγκρατώ πια. Την άνοιξη μόνο
στα φωτεινά μου διαλείμματα αμυδρά τη θυμούμαι».
Και μελαγχόλησαν όλοι μετά την αφήγησή μου αυτή,
και κανένας δεν μίλησε.
Το σούρουπο μόνο, εκεί που πάλευε ο ήλιος με τη νύχτα,
μου φώναξε ένας:
«Περνάει στον ορίζοντα εκείνη που μας έλεγες».
Γύρισα και κοίταξα πέρα μακριά.
Καραβάνι περνούσαν οι άνθρωποι,
γέροντες και νέοι του περασμένου κόσμου·
με παλτά. Σκισμένοι.
Με μια κομμένη ζώνη στη μέση. Εξομοιωμένοι.

Και στο τέλος εσύ. Μόνη.
Με το ραβδί ανιχνεύοντας το δρόμο, όπως οι τυφλοί.





Από τη συλλογή «Η ιστορία του ξένου και της λυπημένης», (1987).

Πηγή: η συγκεντρωτική έκδοση «Γιώργος Μαρκόπουλος - Ποιήματα 1968-2010 (Επιλογή)», εκδ. Κέδρος 2014.

Πέμπτη 23 Απριλίου 2015

Γιώργος Μαρκόπουλος, "Η θλίψις του προαστίου"



Τις Κυριακές το απόγευμα 


Τις Κυριακές το απόγευμα, οι πόρτες των πολυκατοικιών
μου θυμίζουν κάτι παλιά αρχοντικά μαυσωλεία
που τα ξέχασαν.
Αν τύχει και έχουν στην είσοδο και κανέναν κισσό
ή κανένα άλλο αναρριχώμενο, τότε πια είναι που είναι.

Εδώ κοιμήθηκαν οι φίλες μας, ανώνυμες και ξένες.

Δεν άντεξαν να διαλέξουν
ούτε και την τελευταία ευκαιρία που τους απόμενε:
να παραμείνουν συναισθηματικές.

Ανάβεις το φως. Σβήνεις το φως.

Θέλω να σε αγαπήσω όσο τίποτε άλλο.
Ανάβεις το φως. Σβήνεις το φως.
Μια γριά θρήσκα ταΐζει τα γατιά της στο φωταγωγό.
Παίζεις ανυποψίαστη. Μαλλιά μακριά, πόδια μακριά, γυμνά.

Παίρνει ο αγέρας το φουστάνι σου.






Υποταγή


                                                                  Στην Ολυμπία



Θα ’ρθω κοντά σου πάλι
σαν παιδί που το αγαπούν οι γυναίκες.

Είσαι το πλατύ ποτάμι.


Στην ερημιά σου να ’ρχονται το απόγευμα οι βοσκοί

να πλένουν τη φωνή τους.



Καθώς θα φεύγεις



Καθώς θα φεύγεις,

παίρνοντας την καμπαρντίνα σου και το καπέλο σου
κάνοντας μια κίνηση αόριστη
όπως όλοι όσοι φεύγουνε για πάντα, 
η θλίψη σου θα μείνει σαν μνήμη μακρινή
υπαίθριου σινεμά του Σεπτεμβρίου
με την ψύχρα και τους μοναχικούς του πελάτες
− ο μουγκός, ο τρελός και ο εργένης 
ή σαν το «πανόραμα», που ο παιδικός συμμαθητής
μας άφησε να δούμε, χάρη, μια εικόνα. 




Πηγάδι


                                                       Εκεί κάτω είναι σκοτεινά...

                                                       Γιάννης Κοντός, Το χρονόμετρο


Υπάρχει ένα πηγάδι μέσα στο σπίτι σου
που ώρες ατέλειωτες στα βάθη του με πνίγει.

Δεν θέλω πια να ξαναρθώ τα Σαββατόβραδα.


Ούτε τις Κυριακές. Δεν θέλω πια να ξαναρθώ.


Υπάρχει ένα πηγάδι μέσα στο σπίτι σου.


Κι εσύ, που με αγνοείς,

ξεχνάς να με ανασύρεις στην επιφάνεια πάλι.






Από τη συλλογή «Η θλίψις του προαστίου», α' έκδοση, Κέδρος 1976, όπως αυτή ανθολογείται στην συγκεντρωτική έκδοση «Γιώργος Μαρκόπουλος - Ποιήματα 1968-2010 (Επιλογή)», εκδ. Κέδρος 2014.

Παρασκευή 30 Μαΐου 2014

Γιώργος Μαρκόπουλος, "Οι πυροτεχνουργοί"




Τραγούδι για τους μοναχικούς άντρες

                                                     Στον Κωστή Νικολάκη


Το βράδυ μαζεύεις ξύλα για το τζάκι.

Και το πρωί, α το πρωί,
τί πικρή που είναι η ζωή όλο με τις στάχτες.





Ο πατέρας μου ήθελε να φτιάξει ένα σπίτι


Ο πατέρας μου έφαγε μια ζωή για να φτιάξει ένα σπίτι.
Απογεύματα, γιορτές στο κουζινάκι
χωρίς ένα γλυκό ή ένα καφενείο.
Όταν πέθανε άφησε ένα χορταριασμένο στρατί,
ένα κτίσμα δίχως κουφώματα, δίχως σοφάτια, χρόνια...
Αλλάξαν οι καιροί, που λέει και ο λαός,
πράγματα διάφορα συνέβησαν,
χαθήκαμε με τον αδελφό μου,
μάθαμε πως έφυγε και ο πατέρας…

Γι’ αυτό λοιπόν το βράδυ σε κοιτώ τόσο βαθιά στα μάτια.
Είναι μήπως ζήσω εγώ την ταπεινή θαλπωρή
που εκείνος δεν έζησε.





Η μνήμη παλιώνει


Διψώ σαν το ποτάμι που στέρεψε.
Πέτρες αμετακίνητες ανάμεσα στα πόδια τα χέρια σου,
φράζουν την πηγή που ζητάω.
Ύπουλος, προσπαθώ να τα τραβήξω χρησιμοποιώντας αστεία,
ή ορμητικός άλλοτε, ακριβώς σαν το ποτάμι που κάποτε ήμουν.

Γελάς. Δυο ποτήρια που σπάζουν
σε ερημική παραλία τα γέλια σου.
Ύστερα πια θυμώνεις.
Μια ντουφεκιά πέρα μακριά στα χωράφια,
πέφτει με πάταγο η φωνή σου.

Αν είχα πεθάνει, δεν θα με είχες γνωρίσει.
Αν δεν είχες ξεχάσει τα σπίρτα σου εκείνο το απόγευμα
στο σταθμό ή στο τραίνο, επίσης δεν θα με είχες γνωρίσει.
Και αν δεν είχες φύγει από το σπίτι μας στη συνέχεια,
για πάντα εκείνο το βράδυ,
φορώντας βιαστικά χωρίς εσώρουχα το φουστάνι,
δεν θα ήμουν τώρα ο άνεμος που από ζήλια γκρεμίζει.

Έτσι είναι λοιπόν οι άντρες. Άλλος βουνό κι άλλος μαχαίρι.
Και όλα εδώ τελειώνουν.
Και τα απρόοπτα είναι για να γίνονται.

                                 ≈

Ανάμεσα στο τελευταίο τσιγάρο και στη νύχτα
η μνήμη παλιώνει, η φωνή του φίλου χάνεται
και η παρεξήγηση παίρνει ένα τέλος.





Θάλασσα του χειμώνα

                                                     Στον Νίκο Μαρκομιχελάκη


Θάλασσα του χειμώνα αφημένη από τους ανθρώπους.

Εδώ ας καθίσουμε μια στιγμή στην ησυχία.
Όπως καθίσαμε παιδιά στη σχολική εορτή.
Όπως κάθισαν οι καλεσμένοι στην αυλή
στους αρραβώνες της γιαγιάς μας, Κυριακή Ιουλίου του 1930.
Όπως κάθισαν οι δυο ξένοι στο σταθμό της Κορίνθου
και αγαπήθηκαν ύστερα πίσω από άδεια κιβώτια μπύρας
και τον εγκαταλειμμένο φωνόγραφο,
μισή ώρα πριν έρθουν τα τραίνα, και ύστερα χάθηκαν για πάντα.

Θάλασσα του χειμώνα αφημένη από τους ανθρώπους.

Εμείς που ποθήσαμε τόσο πολύ τη γαλήνη
γυρνάμε τώρα στις λεωφόρους δίχως κρεβάτι
και με τα μάτια κόκκινα από την αγρύπνια.





Από τη συγκεντρωτική έκδοση: «ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1968-2010 (Επιλογή)», εκδ. Κέδρος 2014. (Τα ποιήματα περιλαμβάνονται στη συλλογή «Οι πυροτεχνουργοί»).



Τρίτη 30 Ιουλίου 2013

Γιώργος Μαρκόπουλος, "Κρυφός κυνηγός"



                  Νοσοκομείο, εν υστερογράφω


-Πάλεψαν και νικήθηκαν. Γιατί εγώ θα νικήσω;

-Ένα πράγμα, απ' το κρύσταλλο της πόρτας,
φαίνεται στο βάθος να διαβαίνει.
Σκιά νοσηλευτών να είναι ή κάτι που μόνο εγώ βλέπω;

-Δεν ήταν αποκριά αυτή, δεν ήταν γλέντι.
"Το χάρο τον αντάμωσαν", έπαιζε το cd στο μηχάνημα
και κλοτσούσαν τα πόδια
και διαβεβαίωναν με αποφασιστικότητα
της παντόφλας οι φτέρνες στο πάτωμα
και διαδήλωναν τα χέρια στον αέρα, και απειλούσαν
και απειλούσαν μαζί τους μερακλωμένοι οι οροί.

-Περνούν επιμελητές και βοηθοί μαζί
και σε ένα λεπτό φεύγουν.
Τι να σημαίνει άραγε αυτό;
Είμαι απολύτως καλά ή δεν έχω καμιά μα καμιά ελπίδα;
-Τα δάχτυλα του γιατρού στο λαιμό μου.
Σκύλοι της Ασφάλειας που ψάχνουν το φονιά.
-Θύμησες με κατακλύζουν συνεχώς
και πρόσωπα, δεκάδες πρόσωπα
που βουβά, αμίλητα, με κατοικούν.
Χαμηλώστε, χαμηλώστε αυτά τα φώτα.
Πατρίδα μου είναι πλέον η μνήμη
και περιουσία μου όσοι αγάπησα και όσοι με αγάπησαν.

-Κλείνω τα μάτια και με πλημμυρίζουν
άηχες ουράνιες μελωδίες.
Χιόνι.
Και στη χαράδρα της ψυχής μου μια υπέρλαμπρη πτώση.





Από τη συλλογή  "Κρυφός Κυνηγός", Κέδρος 2010. Κρατικό Βραβείο ποίησης 2011.