Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δέξτερ Ρογήρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δέξτερ Ρογήρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 20 Μαΐου 2022

Ρογήρος Δέξτερ, "De paradoxis"






                       De paradoxis
                                 VII

           [ De Chorea Nympharum
                                 Ή
           De interpretatione recta ] 


από πέρακι αντίπερα
Στα γυάλινα πηγάδια•
Λες και τις σπέρνει ο βοριάς•
Φυσώντας•
Πέτρες στα κεραμίδια• και
Πέτρες στα παράθυρα• "πάλι
Περνά το νεραϊδόσογο"• θά 'λεγε
Η γιαγιά• που σχωρέθηκε στα 90•
Αδύνατη σαν οδοντογλυφίδα• και
"Σουτ• μην κρένετε"• ρίχνοντας•
Χοντρό αλάτι στη φωτιά• να
Κάνει παφ και κρότο• να
Φύγουν στον άνεμο τα ξωθικά•
Με την αλλόκοτη λαλιά τους•
"Σαν το ψαθί που το πάτησαν
Χάμω"• πέρασμα λοιπόν•
Από ξουθιές και ανερούσες•
Όπως τα γάργαρα νερά•
Που κελαρύζουν• ίσια κάτω στο ρέμα•
Δε θα σου βάσταγε να πας•
Τη νύχτα τραγουδώντας•
Ούτε κι "αργά τ' αποταχύ" • μήτε και
"Πάρωρα το γιόμα" • αυτά
Λαχαίνουν μία στις χίλιες• ή
Μήπως ξέσπασε
Κι άλλος πετροπόλεμος•
Στην απάνω γειτονίτσα• που
Μόνο οι κλήρες
Κατέχουν καλά•
Από πριν γεννηθούν• ένα ξέρω•
Ότι οι πέτρες πέφτουν πάνω μου•
Και δεν είναι• βότσαλα στη λίμνη•
Τουλάχιστον
Από έναν κύκλο στο νερό•
Να γύριζα πίσω•
Σε μια λιακάδα αλλιώτικη•
Σε κάτι τραγούδια ξεχασμένα• και
Όχι εδώ• γιατί•
"Αυτού που μπήκες νιούτσικε
Πίσω δε ματαβγαίνεις"•



                                       


            media vita in morte sumus


• έως πότε θα σέρνεσαι• ψιθύρισε•
Κουνώντας το κεφάλι του• κι αν 
Ζούσε σήμερα•
Τί πίκρα θά 'χε ο αδερφός μου•
Ο πατέρας μου λιώνει στο λάκκο του
Και οι ζωντανοί στο δικό τους• είπα•
Ν' απαντήσω•
Μήνες αργότερα
Πήγε κι αυτός από καρδιά στα 70•
Να συναντήσει τους προγόνους μας• ελπίζω•
Σπάζοντας τα δεσμά
Τής σάρκας και τής ύλης•
Τουλάχιστον νά 'φυγε χαρούμενος•
Αλλά και πάλι•
Ποιος ξέρει στ' αλήθεια•
Σε τί παλίμψηστο
Θα ξεπέσει στο μεταθάνατο•
Κι εγώ ακόμη εδώ•
Να σέρνομαι κάποτε•
Και άλλοτε να με σέρνουν
Από τη μύτη διάφορες•
Σκέψεις• θλίψεις• γυναίκες•
Μέχρι να βρούμε μαζί•
Τον βαθύ γκρεμό
Που μας ταιριάζει•



                                       


                        Verae Historiae


• η μία κόρη•
Έμεινε έγκυος νωρίς•
Σ' ένα ταξίδι μακρινό•
Στην ύπαιθρο• όπου και χάθηκε•
Κάπου• λένε• κοντά στο Ροδολείβο• η άλλη
Μετρούσε εκτρώσεις• μέχρι τα 40• ώσπου
Τη βρήκαν κόκκαλο• μ' ένα μπουκάλι χάπια•
Στο κρεβάτι της• η μάνα
Των κοριτσιών• έφυγε γρήγορα• από θρόμβωση•
Ενώ ο πατέρας
Τίναξε τα μυαλά του στον τοίχο•
Το βράδυ που έμαθε
Πως η αλήθεια
[Που νόμιζε ότι γνώριζε καλά]
Δεν ήταν•
Παρά ένα καλοστημένο ψέμα•
Μην μπορώντας ν' αντέξει•
Ότι και ο δικός του χάρτινος πύργος
Γκρεμίστηκε αύτανδρος• δεν
Ξέρω τελικά•
Αν κάποιος από τους τέσσερις
Είχε άδικο• ίσως κανείς•
Και αυτό είναι όλο• 



                                                     Ρογήρος Δέξτερ



Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: Egon Schiele, «Four trees» (1917).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons

Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2021

Ρογήρος Δέξτερ, "Τρεις σχεδίες"




                                        nocturne


φεγγάρι
από
φωλιά 
θαρρείς
τριζονιών•
με 
φτερά
χτενίζει
χαράς
μια
πεταλούδα
τη
φυλλωσιά• δεν
τραγουδάει (δε θα μπορούσε; )
αλλά
ο 
έχων 
ώτα 
ή
όποιος
θέλει
την
ακούει
μέσα στην καρδιά του•



                                               



                                 ένα παράθυρο


λοιπόν• απ' όπου θα μπορούσα να σε κοιτάζω
Χωρίς να παίρνεις μυρωδιά•
Να σου στέλνω μυριάδες φιλιά
Την ώρα που σκύβεις να μαζέψεις
Το κίτρινο φύλλο στο δρόμο
Ή το πράσινο φύλλο
Στις πέτρινες πλάκες τής αυλής• ένα
Φύλλο που θά 'χε
Το σχήμα τού χεριού σου
Με τις μακρόσυρτες γραμμές
Τής ζωής και τής τύχης
Και θά 'μοιαζε στα δάχτυλα
Που επιμένουν να κόβουν με χάρη
Τα κόκκινα τριαντάφυλλα των ξένων κήπων• και
Προπάντων το στήθος σου
Που το φαντάζομαι να λιώνει
Σαν καραμέλα μέσα στο στόμα
Στο παιχνίδισμα τής γλώσσας
Που το κεντρίζει• ένα παράθυρο λοιπόν
Που δεν υπάρχει
Και όμως ανοίγει
Στα όνειρα τού ύπνου μου•



                                               



                                  De paradoxis

                                           VI

                                            Ή
                                
                                        Νύχτα
        με προσομοίωση φεγγαριού σε πηγάδι


• φύσημα δυνατό στο βαρούλκο• γυρνάει
Και ανεβαίνει αργά το δεμένο
Ακόμη στο σχοινί
Άντλημα που σκουριάζει• αλλά ψυχή καμιά•
Αν πω ότι είναι στοιχειωμένο
Θα γελάσουν και οι πιο πικραμένες
Πέτρες που έπεσαν πάνω μου
Στη χαρά τού μεγάλου πετροπόλεμου• λένε
Όμως
Ότι εκεί μέσα στις βαθιές οργιές του
Πνίγηκε μια γριά
Που έβοσκε πάντοτε τα ζα της
Σε ξένες ράχες σε χωράφια αλλωνών• και
Σου φαινόταν
Ουρανοκατέβατη τα μεσημέρια
Αλλά προπάντων τα μεσάνυχτα• έβλεπες
Πρώτα
Το ροζιασμένο χέρι της
Με το κοντό ραβδάκι
Και ύστερα νά
Ολόκληρη μπροστά σου τρέμοντας
Με τσιριχτή φωνή να κλαψουρίζει
Για το χαμένο της αρνόπουλο•
Έτσι έχασαν τη λαλιά τους κάποιοι
Τη γλώσσα δηλαδή
Που πήγαινε ροδάνι• και άλλοι
Χτυπήθηκαν αλλιώτικα
Ίσως στο μυαλό
Που νερουλιάζει πιο εύκολα
Όταν οι αισθήσεις τρακάρουν με τ' αόρατο•
Οι περισσότεροι βέβαια
Προτιμούν το γνωστό βιολί τους•"δεν είδα
Ρε φίλε και δεν άκουσα"• μέχρι να πάνε
- Όσοι βρίσκουν τ' άντερα -
Σ' αυτό τ' ανάθεμα τής ερημιάς
Στο χωματένιο σταυροδρόμι
Και να σκιαχτούν μια και καλή
Όπως κι εγώ
Όταν με πήραν άσχημα τα τρόμαρα μια νύχτα•




Ρογήρος Δέξτερ
 
 
 
Πρώτη δημοσίευση
 
Στην εικόνα: William Blake, «The Song of Los, [copy D, object 5 (Bentley 5, Erdman 5, Keynes 5)]»
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Πέμπτη 25 Νοεμβρίου 2021

Ρογήρος Δέξτερ, "Gesta in Eutopia"





                                 Gesta in Eutopia
                                           VIII


Δε θέλω άλλο να τους βλέπω
Να τύχει να τους ξαναδώ
Και να ακούσω
Για τα νεότερα να μιλούν
Ανταποκρίσεις από το μέτωπο τού Fuckingham•
Για την μπάλα που βρήκε δοκάρι
Και γύρισε πίσω
Αντί να μπει στα δίχτυα
Σαν μπούμερανγκ στις εξέδρες των ζητωκραυγών•
Για πόσους αιώνες θα βαστάξει το ψευτορωμαίικο•
Για εκείνον τον καυλομαγνήτη made in Russia
Που σέρνει τον κυρ-τάδε από τη μύτη
Των 110 κιλών λαχανιασμένης σάρκας
Ίσως μέχρι να τινάξει τα πέταλα μια νύχτα
Πάνω στην ερωτική πράξη
Και φύγει ευτυχισμένος
Μ' ένα παγωμένο χαμόγελο
Μέσα σ' ένα σύννεφο γλυκών στεναγμών•
Για το πόσο ωραία θα ήταν αλλού
Αρκεί να μην έρχονταν οι άλλοι
Οι ξένοι-οι διαφορετικοί-οι περίεργοι
Στον άγνωστο μακρινό παράδεισο
Κουβαλώντας μαζί τη μικρή τους κόλαση•
Για το γεγονός πως τους φαίνεται
Αστείο και αλλόκοτο
Και συνάμα αταίριαστο σε άντρες
Και φυσικά αδερφίστικο
Το να κάθομαι να διαβάζω με τις ώρες
[Ή να γράφω στιχάκια]
Αντί να τρέχω μέρα νύχτα
Πίσω από τον ποδόγυρο
Τη γλύκα που έχει το μουντζό
Τη γλύκα που έχει το άτιμο
Χρήμα και τα τριάκοντα αργύρια•
Να καταπίνω τόση βλακεία
Τόση σαπίλα
Τόση πίκρα
Και να μη λέω ακόμη να πεθάνω•


                                               



                                Gesta in Eutopia
                                              
IX


Το μάτι αφομοιώνει το χώρο
Και όσα τεκταίνονται μέσα του
Σαν ανάλαφρα μικρογεγονότα ή
Άλλοτε Gesta και κάποτε
Dicta memorabilia• λ.χ. εκείνος ο γλάρος
Που κρώζοντας στο θερισμένο χωράφι
Κατάπιε με ορμή
- Για να ξεράσει αργότερα -
Μια μικρή οχιά• η νεαρή καλλονή από το Cork
Καθώς επέμενε - και το στήθος της 
Ξεπρόβαλλε βγάζοντας μάτι
Σφιχτό μέσα από τα ρούχα - 
Μεταξύ τυρός και αχλαδίου στην μπάρα
Ότι η Βεσσαραβία βρίσκεται εκεί κάτω
Στην Αραπιά
Όπου οι κάτοικοι φορούν κελεμπίες
Και μιλούν μόνο γιαχαμπίμπι
"Αλλάχου Ακμπάρ"
Και λοιπά δαιμόνια λόγια
Στήνοντας σκηνές στην καυτή έρημο
Κάτω από τ' αστέρια τ' ουρανού• αλλά
Κι εσένα που ακόμη χτενίζεις
Αφού έτσι το θέλει η θύμηση
Τα μαλλιά σου μπροστά στον καθρέφτη
Όμοια νεράιδα στην ποταμιά
Με το χρυσό σου χτένι
Που αν μπορούσες - αν σε άφηνα
Θα μ' έπαιρνες στον αγύριστο
Μέσα σε γέλια και σε χάχανα• κάτι
Τέτοιες εικόνες από όνειρα 
Με ξυπνούν τα χαράματα
Και φτιάχνουν το σκελετό
Από τη μνήμη μιας νύχτας•



Ρογήρος Δέξτερ



Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: William Merritt Chase, «The Mirror» (1900).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 2021

Ρογήρος Δέξτερ, Από "Τα Χορικά Τού Δάσους των Ξωτικών"





                                    Από
                                     Τα 
                                 Χορικά
                                    Τού
                     Δάσους των Ξωτικών


• βράχια που δεν κυλάνε 
Και βατράχια που κοάζουν ασάλευτα
Στο νερόλακκο• οξύνουν όμως αιχμές
Οι φωνές τους• και ύστερα πάλι εκείνη
Των εντόμων η σάλπιγγα
Που κάποτε γκρέμισε μέσα μας τα τείχη•
Αλλά και η τύχη
Ν' ακουστείς πέρα όταν τραγουδάς
Μήπως σ' ακούσουν στα πελώρια
Κύματα τής θάλασσας
Με τις Σειρήνες να ουρλιάζουν
Και άλλες να κάνουν πανδαιμόνιο
Σα να περνούν βιαστικά
Τη γέφυρα τού Αχέροντα
Πάνω σε ασθενοφόρα περιπολικά και•
Τελικά τί απομένει
Μόνο η ψευδαίσθηση ότι υπήρξαμε κάπως
Ένα φυλλαράκι στα δέντρα τής φυλλωσιάς [ερώτηση]
Ή ακόμη πιο μακριά
Εκεί όπου τα βουνά [απάντηση]
Αρχέγονους ήχους βαστούν όπως
Τραγούδια γλυκά των κοριτσιών
Που βελονιάζουν τα καπνά γελώντας
Και τις κραυγές αντρών
Που θανατώνουν
Στις όχθες τού Αξιού με τα δικέλλια τους
Έναν πράσινο δράκοντα μες στην ομίχλη•



                                         
                                             

Μια αφρισμένη κιθάρα το ποτά-
Το μικρό ποτά-
Μι [μου]
Που θα ήταν δικό μου και υπάκουο
Και πιο μουσικό
Σα στήθος Νύμφης ή Νεράιδας
Χωριού χαμένου στην ομίχλη των βουνών•θα 
Ήταν
Αν έριχνα βότσαλα
Όπως άλλοι ξέρουν
Να ρίχνουν τα βάσανά τους
Να τα πάρει μαζί του το νερό
Κυλώντας και μουρμουρίζοντας διάφορα
Μέχρι που ξαφνικά
Όλα μαζεύονται γύρω μας
Και γίνονται
Τραγούδια ανήκουστα• 



                                           


Και τί έγραψε - θα πουν•
Ό,τι είδε και άκουσε και
Ό,τι τού είπαν
Από την άλλη άκρη τής γραμμής
Που δένει και τριγυρίζει τον κόσμο
Σαν κλωστή• γι' αυτό
Σούταρέ μου τώρα μια δόση από τζαζ
Χτύπησέ με βαθιά μες στο μυαλό
Με τα πιο ξεχασμένα ατλαντικά μπλουζ
Ή τα άλλα που αφρίζουν ακόμη
Στο δέλτα τού Μισισιπή• ακούσματα
Για λίγους
Που ν' αντηχούν μέχρι να ξημερώσει• ενώ τώρα
Ένα τριζόνι επιμένει να τζαμάρει εκεί έξω
Μόνο του μέσα στη χλόη• γιατί είναι
[Το τριζόνι αλλά κι εκείνος χωρίς να το ξέρει]
Τ' απομεινάρια μιας χαλασμένης χορδής
Που άλλοτε αντηχούσε ψηλά στα σύννεφα• το
Ίδιο
Και η ψιλή βροχή•
Φτάνουν λίγες σταγόνες πέφτοντας
[ πλοπ - πλοπ - πλοπ ] κι ένα θρόισμα
Από το δάσος των πουλιών
[Ορθή επανάληψη] Από το δάσος
Των ξωτικών και των αισθήσεων
Σα σφύριγμα [ φςςςςςςς ] τού ανέμου που φυσάει
Ανάμεσα στα καλάμια
Για να σκεφτεί και να πιστέψει τελικά
Ότι / • 


                                         ◇◇◇


Ρογήρος Δέξτερ



Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: Gustave Doré, «A Midsummer Night's Dream» (1870).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Τρίτη 7 Σεπτεμβρίου 2021

Ρογήρος Δέξτερ, "Δύο ακόμη σχεδίες"





                              Quid aurora faciet ?
  
                                             Ή

                                 Το κομμένο αφτί
                                            τού
                                       Βαν Γκοχ


                                    Pseudo-Blues
                [ prose song "written on a toilet roll" ]


Θα μπορούσες να το βρεις
Κάποια νύχτα κραιπάλης και μέθης
Μέχρι τα χαράματα• να το βρεις
Ίσως κάτω από το κρεβάτι σου
Ν' αφουγκράζεται μυστικά
Όταν σ' έφτυσε η λεγάμενη
Η 1 & 80 παράλια θεότητα
Ίδια στη φωνή και ολόιδια στα μάτια
Η Λωρήν Μπακόλ
Λιμασμένη όμως να γαμηθεί
Μετά από έναν σκασμό
Σφηνάκια κερασμένα και χάχανα• ή
Να το ψάχνεις επίμονα
Ανάμεσα στα τσαλακωμένα
Σεντόνια και το μαξιλάρι
Δίπλα στο γράμμα
Εγκατάλειψης και συνεχόμενων αποχαιρετισμών
Που θυμάσαι ότι τέλειωνε
Κάπως έτσι "μικρό μου ψάρι
Μην ξαναβγείς από τη γυάλα"• μπορεί
Και σε μια
Μισοτελειωμένη σχεδία όπως αυτή
Που θα διαβάσουν οι ειδήμονες των μεγαπόλεων
Και οι poetae laureati τού μεγάλου κάμπου
Μονολογώντας
"Εντάξει τέτοια σου γράφω εγώ όσα θέλεις
Χωρίς να πιω ούτε σταγόνα
Jameson Black" •
Αλλά προπάντων
Να σ'τό
 δώσουν στο πιάτο
Σ' εκείνη τη μισοσκότεινη
Υψηλάντη & Ιερού Λόχου γωνία
Μόλις σε στρίμωξαν άγρια
Με την πλάτη στον τοίχο
Κάτι καλόπαιδα
Ζητάδες και Ζήτουλες
Βάζοντας μπροστά
Να μουγκανίζει η αγελάδα
Πάνω σε χάρβαλα Suzuki
Για να σε ψαρώσουν• ο ένας
Με γένια εβδομάδων στο χαραγμένο του πρόσωπο
Και ο άλλος με δύο τρία κομποσχοίνια στο χέρι•
Και γύρευαν
Για μερικά λεπτά τής ώρας
Να σκαρφιστούν τί να σου χώσουν
Στο δελτίο περιγραφής συμβάντος
Ωστόσο
Δε βρήκαν τίποτα και στράβωσαν• τότε λοιπόν
Το γλύτωσες το μουσικό αφτί σου• όχι όμως
Σήμερα και όχι απόψε
Ημέρα Σάββατο και 8 τού Μάη
Μιας Άνοιξης που καλά καλά δεν είδες να φτάνει
Τού δύο χιλιάδες είκοσι τόσο
Και οι απέναντι τυρόβλαχοι
Σκυλιά καρφιά και χαμαντράκια
Θυμήθηκαν τα παλιά τους γενέθλια στο κωλάδικο
Κάνοντας ν' αλυχτούν
Στη διαπασών τα σκυλοτράγουδα• κι ακόμη
Να ξημερώσει
Κι ακόμη να δείξουν έλεος οι θεοί• quid
Aurora faciet ? • 



                                               



                                       TENDER 
                                          VIII


 - Αφού το βλέπεις - ή μήπως δεν
Ότι το στέκι δε σε σηκώνει πια...
Τού έλεγε ορθά κοφτά ο μπάρμαν
Κοιτώντας τον λοξά σα νά 'χε πρόθεση
Να τον μαχαιρώσει για τα χρωστούμενα
Τα δανεικά κι αγύριστα
Ίσως ακόμη και για τα ποτά
Που οι άλλοι - θαμώνες παλιοί
Στα σωληνάδικα - τον κερνούσαν τα βράδια•
Έμενε σε μια καλύβα δίχως φως
Και περπατούσε
Μέχρι να δει καπνόν αναθρώσκοντα
Και φώναζε στο πάσο
Πως ήταν χρόνια στα καράβια
Καιρούς και καιρούς που θαλασσοπνιγόταν
-Τα κόλλυβα στο ζωνάρι-
Όταν κάμποσοι βολεμένοι το φυσούσαν• μισή ζωή
Και άλλη τόση
(Αφήνοντας στην άκρη τα κορίτσια σε κάθε λιμάνι
Στις σκάλες τού έρωτα)
Θα πρέπει να ήταν μόνος του
Όπως και τώρα
Που λιώνει
Δυο οργιές κάτω απ' τό χώμα •



Ρογήρος Δέξτερ



Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: Vincent van Gogh, «Self-Portrait With a Bandaged Ear» (1889).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Δευτέρα 12 Ιουλίου 2021

Ρογήρος Δέξτερ, "Δύο σχεδίες"





                      ] Μετρώντας κενές θερμίδες
                              στα fortune cookies
                                   με ασπαρτάμη [
             
             

......ξάπλωσε στο λιβάδι ] στον τόπο
Όπου πέφτοντας κάποτε
Έσπασε ο παππούς το πόδι του• σ' ένα
Με στάχυα ψηλά χωράφι αγύριστο
Πόσο χρονών
Και με ποια γυναίκα στην καρδιά
Μετά ή λίγο πριν 
Τον μεγάλο πόλεμο
Την πείνα και την απειλή τής εξορίας
Τους αμέτρητους θανάτους
Γλιστρώντας για να χαθεί
Για να γυρίσει
Εκεί που δε βρέθηκε ποτέ του
Μέσα στον αιώνιο χρόνο• ξαπλωμένος στο λιβάδι]
Με την ελπίδα ότι
Εκεί θα πεθάνει - εκεί θα τον βρουν
Κάποιο μεσημέρι
Με τα πουλιά και τα έντομα
Να λένε τα τραγούδια τους
Και τα άγρια άνθη ολοένα
Να χτυπούν κόκκινες σάλπιγγες• στο λιβάδι
Ξάπλωσε &
Αντί για όπως τον φανταζόταν 
Έναν παρόμοιο θάνατο
Ξαναβρήκε τη διάθεση για ζωή
Μέσα σ' εκείνο το μακελειό
Φωνών και χρωμάτων
Και θυμήθηκε
Τί άσχημα παιχνίδια παίζει η μνήμη
Όταν μόλις χτες βράδυ
Ενώ τσίριζαν τα νυχτοπούλια στα δέντρα
O immensa gula
Έφαγε μόνος του τα τυχερά κουλουράκια
Χωρίς να βρει ούτ' ένα μαγικό χαρτάκι
Δίχως να λύσει ούτ' έναν γρίφο
Από όλους αυτούς που ρίχνουν κρώζοντας
Οι οιωνοί τις νύχτες μες στο κεφάλι του •



                                                



                                         Γύρισμα
                         Από ένα ρεμπέτικο παλιό
         
                                    Pseudo-Blues
             
 [ prose song "written on a toilet roll" ]


Χαμένος λες στα πιο ψηλά βουνά
Γράφοντας ίσως για παραλίες
Κάπου στη μακρινή Παραγουάη
Και για "λουόμενες
Καλλονές" που κυνηγούν
Πορτοκάλια κυλώντας -γελώντας- στον κατήφορο
Εκεί στα ανθισμένα μέρη τού κόσμου
Με μιαν ευωδιά καθώς από σώμα
Νεάνιδας σε οίστρο
Ή από φυλλωσιά που πρασινίζει στη λιακάδα
Στις πεταλούδες τυλιγμένη και τις μέλισσες•
Γράφοντας
Για τόπους που δεν υπάρχουν
Και η φαντασία τούς γεννάει μες στο μυαλό
Όπως σ' ένα μουρμούρικο παλιό
Τού '
30 και κάτι
Που θά 'παιζαν ρεμπέτες
Φτιαγμένοι με διπλοπενιές βαθιά στο "γόνατο"
Όχι σαν τώρα οι δικοί μας σκύλοι
Που δε νογάνε γρυ από τραγούδι
Μόνο κάνουν γαργάρα με ξυλόπροκες
Στα ξενυχτάδικα• γράφοντας
Διάφορα στο πόδι
Και ας τα φάει αύριο ο χρόνος
Ή σα μαρμάγκα κάποια άλλη φρίκη• εξάλλου
Πόση πίκρα να ροκανίσει
Μια σεληνιά ή μια μέρα• μια σκέψη λοιπόν
Που να φυσάει
Να πάμε πιο μπροστά στην ουτοπία
Στων ανθρώπων τα ανύπαρκτα
Που φανταστήκαμε
Αφήνοντας πίσω μας το μέλλον •



Ρογήρος Δέξτερ



Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: Henri Rousseau, "Exotic Landscape"
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.