Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σφαμένος Νίκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σφαμένος Νίκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 14 Μαΐου 2023

Νίκος Σφαμένος, "Λυγμός"





Λυγμός


το αφιέρωμα
των παιδιών του σχολείου
στον Τσιτσάνη
είχε τελειώσει
τώρα χειροκροτήματα, χαμόγελα
ευχές και συναντήσεις
μεταξύ γνωστών
ήταν πια η ώρα
που θα επιστρέφαμε
στα σπίτια μας
οι περισσότεροι γελώντας
με την παρέα τους
μονάχα εκεί
στις άδειες πια καρέκλες
της αίθουσας
κάτι μυστήριες παρουσίες
−ξεχασμένοι καλλιτέχνες των αιώνων−
έκλαιγαν με παράπονο



                                                     Νίκος Σφαμένος



Πρώτη δημοσίευση

Η φωτογραφία είναι του Νίκου Σφαμένου.
 

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2023

Νίκος Σφαμένος, "Στο μπαρ του Μάικ"




Στο μπαρ του Μάικ


οι ώρες είναι χρόνια
πεθαμένες
τα κορίτσια, εκείνα τα όμορφα
κορίτσια
που κάποτε φεγγοβολούσαν
τι ν απέγιναν;
οι άνδρες που έκλαιγαν
για την ομορφιά τους;
τα σκαλοπάτια του τώρα
γερνάνε απάτητα
το λουκέτο μάταια περιμένει
την επιστροφή
τα κλειστά παραθύρια
ονειρεύονται ήλιους
κι εγώ
ξεκινώ πια
για την κάμαρα μου
και σκέφτομαι τα κορίτσια
εκείνα τα όμορφα κορίτσια του
που τώρα ταξιδεύουν
στο φως



                                                  Νίκος Σφαμένος
                                                            21/1/2023
                                                        Βαθύ Σάμου



Πρώτη δημοσίευση

Η φωτογραφία είναι του Νίκου Σφαμένου. 
 

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2020

Νίκος Σφαμένος, "Το ποίημα του όχι"





Το ποίημα του όχι


Αντώνη
τώρα πια θα ξεχαστείς
δεν γνώρισες γυναικείο χάδι
τα δωμάτια σου φτωχικά
όπως και τα δικά σου
Σπύρο
τα βιβλία σ’ είχαν πια
κουράσει
οι φίλοι χάθηκαν
μισούσες τις αμέριμνες
χωρίς νόημα ζωές τους
κι εσύ Θοδωρή
δεν ταξίδεψες ποτέ
μόνο τη θάλασσα
σ’ άρεσε να κοιτάζεις
Σταύρο
Γιάννη
Αποστόλη
τώρα πια που φύγατε
θα ξεχαστείτε
κι αυτό το ποίημα
λέει
όχι



Νίκος Σφαμένος



Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: Sergio Larrain, Trafalgar Square, London, (1958-59).

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2019

Νίκος Σφαμένος, "Αναπληρωτής"




αναπληρωτής


το δωμάτιο ξενοδοχείου
στη σκάλα της Πάτμου
η γκαρσονιέρα στο
Διδυμότειχο
ουρλιαχτά σκύλων
ουρλιαχτά σκύλων

οι κάμαρες στο Βαθύ και
στο Καρλόβασι
«από δω ξέρεις πέρασε ο Ρίτσος!»
μοναχικές βόλτες
μοναχικές βόλτες

οι συνάδελφοι και τα σκόρπια τετράδια
οι διδακτικές ώρες και οι βαρετοί σύλλογοι
σβήσιμο της μέρας που φεύγει
σβήσιμο της μέρας που φεύγει

και σ’ όλα αυτά
η καινούρια κάμαρα που
θα περιμένει
καθώς προχωράω στη νύχτα
−σκιά που πάνω της γέρνουν άνθη−



Νίκος Σφαμένος




Πρώτη δημοσίευση.

Στην εικόνα: Φωτογραφία της Sabine Weiss, 1953.

Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2019

Νίκος Σφαμένος, "Γραμμένο στη βροχή"




ΓΡΑΜΜΕΝΟ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ

Ποίημα σε φυλλάδιο


Τέλη Γενάρη, στο γνώριμο καφενείο μετά τη δουλειά. Λαϊκά τραγούδια, φωνές,
μυρωδιές.
Οι πελάτες εύθυμοι. Καθώς φεύγω ο Γιάννης μου λέει «κι αυτό το φετινό με τη βροχή
άλλο πράμα ε; δεν το ’χω ξαναδεί».
Τη νύχτα γράφτηκε άλλο ένα ποίημα.




Γραμμένο στη βροχή


στα στενά
στην πλατεία
στα μαγαζιά της πόλης
συναντώ παλιούς γνώριμους
πρόσωπα κουρασμένα ή
ξένοιαστα
ζητώ να μάθω νέα τους
κι εκείνοι
με κοιτάνε στα μάτια
καθώς τα αυτοκίνητα περνάνε
ζητιάνοι περιφέρονται
και απαντάνε
«μόνο βροχή»



στη δουλειά
μετρώ τις μέρες
που απλά κυλάνε
οι συνάδελφοι σκυθρωποί
διορθώνουν γραπτά
έξω
παιδικές φωνές
ώρα να κοιτώ στην αυλή
απ’ το βρεγμένο παράθυρο
σηκώνουν το κεφάλι τους
και μου λένε
«μόνο βροχή»



στις συγκεντρώσεις τους
διαβάζουν δυνατά
χειροκροτήματα
γέλια
όλοι γνωστοί
αγκαλιάζονται μεταξύ τους
τα φώτα με τυφλώνουν
καθώς περνώ και
ένας άγνωστος μου ψιθυρίζει
«μόνο βροχή»



στα παλιά μου ποιήματα
ορμούν πάνω μου θολά όνειρα
η ανάσα τους τα μεσάνυχτα
τα κρύβω στο συρτάρι
ζωγραφίζω πάνω του έναν ήλιο
και το κλειδώνω
ανοίγω τη μπαλκονόπορτα
και κοιτώντας την πόλη σκέφτομαι
«μόνο βροχή»



στα καφενεία που αγάπησα
οι θαμώνες θα γερνάνε
ειδήσεις στην τηλεόραση
άλλο ένα ποτήρι
πρόσωπα βουβά
να κοιτάζουν τον ξένο που μπαίνει
η εφημερίδα της επαρχίας στο τραπέζι
με μεγάλα γράμματα στην πρώτη σελίδα
διαβάζω
«μόνο βροχή»



ανοίγοντας την τηλεόραση
νεκρά πρόσωπα παρελαύνουν
ημίγυμνες γυναίκες
ζητούν να τις καλέσεις
ταλέντα γυρεύουν αναγνώριση
χοροπηδάν
τραγούδια
μαγικά κουτιά
γλέντια
οι παρουσιαστές ουρλιάζουν
αλλάζω κανάλι και στο δελτίο καιρού
ο παρουσιαστής φωνάζει
«μόνο βροχή»



στα μέρη πού έζησα
στους δρόμους που τραγουδήσαμε
αργά μια νύχτα
νέοι γράφουν στίχους
η γεύση του κρασιού
η μοναξιά στα μάτια τους
κοιτάζουν τον ουρανό
και μουρμουρίζουν
«μόνο βροχή»



στα πλοία που ταξίδεψα
οι ναυτικοί κοιτάνε
παλιούς χάρτες
τι παράξενο
αναμνήσεις από μέρη
που δεν πήγαν ποτέ
ακυβέρνητα πλοία
σε μιαν άγνωστη θάλασσα
την ώρα που το κύμα
μουσκεύει τις μέρες τους
ψελλίζουν
«μόνο βροχή»



στα βιβλία που διάβασα
αρλεκίνοι πετάγονται
απ’ τις σελίδες
αιωρούνται στην κάμαρα
με δροσερά χέρια
χαϊδεύουν τα μαλλιά μου
φεγγάρια πέφτουν
απ’ τα χέρια τους
κρύβονται στα μάτια μου
και με νανουρίζουν
«μόνο βροχή»



και τι μένει
μια χαραμάδα φωτός
ένα λιβάδι που δεν πατήθηκε ποτέ
μια θάλασσα με ολοζώντανα αστέρια
για όλους εμάς
κοιτάξτε μας
όλους εμάς
που λουζόμαστε στη βροχή



Καρλόβασι, 29/1/2019





«Γραμμένο στη βροχή», Εκδόσεις Φωτοτυπικόν, 2019.

Στην πρώτη εικόνα: Vincent van Gogh, "Wheat field in rain", 1889.
Φωτογραφίες: André Kertész.

Δευτέρα 19 Φεβρουαρίου 2018

Νίκος Σφαμένος, "Δεν θα συμβεί τίποτα"




Δεν θα συμβεί τίποτα


«Δεν θα συμβεί τίποτα», σκέφτηκε εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα όταν βγήκε απ’ την κάμαρα του. Περπάτησε όπως πάντα αρκετά, χαιρέτησε κάνα δυο γνωστούς και σταμάτησε για κάμποση ώρα στο γνώριμο σημείο κοιτάζοντας τη θάλασσα.
    Οι γάτες ήρθαν και τριβόταν στα πόδια του, άρχισε να τις μιλάει −λες και ήξεραν τα μυστικά όλου του κόσμου. «Εμείς κάποια στιγμή φεύγουμε χωρίς να έχουμε μάθει σχεδόν τίποτα», σκέφτηκε.
    Έπειτα από λίγο βρήκε μια καφετέρια, ήταν η μέρα που οι παρέες συγκεντρωνόταν και έβλεπαν τους ποδοσφαιρικούς αγώνες. Φωνές, καβγάδες και βλέμματα καρφωμένα στην οθόνη. Του άρεσε να τους παρατηρεί. Χτύπησε το τηλέφωνο του.
    «Αγαπητέ και αυτό το καρναβάλι είναι υπέροχο! Σε δύο μέρες επιστρέφουμε και ανυπομονούμε να σε ξαναδούμε. Να γράφεις ε; Μη σταματήσεις ποτέ.»
    «Κι εγώ ανυπομονώ.»
    Υπήρχε γύρω μια γλυκιά θλίψη, ίσως πράγματι να ζούσε σ’ ένα όνειρο. Πόσοι και πόσοι είχαν γράψει γι’ αυτό. Γλυκιά θλίψη. Ναι.
    Επέστρεψε αργά τη νύχτα. Άνοιξε το παράθυρο και λίγο πριν κοιμηθεί έγραψε αυτές τις γραμμές. Δεν είχε συμβεί τίποτα. Περίπου.



Νίκος Σφαμένος



Στην εικόνα:
Pablo Picasso, «Harlequin with Glass», 1905.

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2016

Νίκος Σφαμένος, "Αντιηρωικό"




έι, Κάφκα!

κοίτα πως
τα ποιήματα
τρυπώνουν κάτω
από την πόρτα
αγγίζουν το
δέρμα μου
χορεύουν στο
κεφάλι μου
με πυρπολούν
με καταδιώκουν
τούτο το κρύο βράδυ
πάνε εφτά χρόνια
που ξεκίνησαν όλα
φίλε μου
κι εσύ να έρχεσαι σκυφτός
και να μου ψιθυρίζεις:

πάλι κοιτάς μονάχος
απ’ το παράθυρο
− όπως και τότε −




ο Παπαδιαμάντης μετέφραζε πίνοντας κρασί
το «έγκλημα και τιμωρία»

και ο Σαχτούρης είναι
νεκρός
η Έμιλι Ντίκινσον
με παράνοια
χτυπά τις νύχτες
την πόρτα μου αλλά
δεν είμαι εκεί
περπατώ σ’ ένα παγωμένο
ποτάμι
κυνηγώντας πεταλούδες
όταν επιστρέφω κουρασμένος
ο ύπνος έρχεται καθώς
διάφανα βατράχια
πετάγονται απ’
τα μαλλιά μου
χορεύουν στη κάμαρα
και την αυγή
εξαφανίζονται

τι κρίμα
να μην είσαι εδώ
κι απόψε
να χαϊδέψεις
έστω και ένα




ποιητές

εκείνος που χρόνια τώρα
πασχίζει ν’ ανοίξει την πόρτα με λέξεις

εκείνος που τις νύχτες
μαζεύει χρυσάνθεμα απ’ τους τοίχους

κι εκείνος που τόσο αγάπησε
και μίσησε την ανάσα σου

ένας ένας
στριφογυρίζουν στο κεφάλι μου




Από τη συλλογή «Αντιηρωικό», Ιανουάριος 2016

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2015

Νίκος Σφαμένος, "Τέλος"




Τέλος

τώρα τελευταία
όλο και συχνότερα
ο ουρανός ανοίγει διάπλατα
χέρια απλώνονται στις σκιές
που χορεύουν
οι τοίχοι εκπέμπουν
εξαίσιες μελωδίες
τα σκονισμένα βιβλία
εκτοξεύονται στο φως
βγαίνω στο δρόμο απορώντας και
στην προκυμαία
ο Καρυωτάκης με χαιρετά
βγάζοντας το ψάθινο
καπέλο του
τα ψάρια πετάγονται
απ το νερό
μπλέκονται στα μαλλιά μου
ένας περαστικός τα μαζεύει
και τα ρίχνει πίσω
«γεια, με λένε Ρεμπώ!»
περπατώ βιαστικά
σ ένα απόμερο ανθοπωλείο
η Γώγου μου κλείνει το
μάτι της
βαριανασαίνω και τότε
ο Μπωντλαίρ
− πλανόδιος ζωγράφος −
με κυνηγά γυρεύοντας
λίγα κέρματα
ξαποσταίνω κάτω απ’
ένα δέντρο αλλά
τρομακτικές μορφές με
λιθοβολούν
«οι χαμένοι σου έρωτες, χα!»
η τρέλα
η τρέλα
τώρα τελευταία
όλο και συχνότερα νιώθω
πως τα ποιήματα υπήρξαν
μάταιος κόπος
και το χειρότερο
άλλο ένα γράφτηκε μετά
από μήνες απραξίας
πρώτα να πυρπολήσει εμένα
και μετά τον αναγνώστη:
μείνε μακριά του





Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Θράκα, Περίοδος Β', τχ 5-6, Καλοκαίρι - Φθινόπωρο 2015.
Στην εικόνα: λεπτομέρεια από το εξώφυλλο του τεύχους.