Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γκανίδου Αρετή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γκανίδου Αρετή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2020

Αρετή Γκανίδου, "Ένας ιδιαίτερα χρήσιμος σκύλος"




Ένας ιδιαίτερα χρήσιμος σκύλος


Ένα θηριώδες σκυλί εδώ και χρόνια ανοίγει με το γάβγισμα του δαιδαλώδεις σήραγγες στην συμπαγή ζωή του χωριού. (Όμορφα, κρυφά αναπαυτήρια ραθυμίας, με την ασφάλεια και την επικινδυνότητα των ορυχείων). Ακούγεται το σπηλαιώδες γάβγισμα του όταν κοπάζει ο θόρυβος, συνήθως το βράδυ. Άλλες φορές χωρίς προειδοποίηση, σαν ξαφνική κηδεία. Το χειμώνα ακούγεται πιο καθαρά.

Αυτή η ζωή κτίστηκε σταδιακά, από το εξήντα και δώθε, με ήχους που τέμνονται και στριμώχνονται. Από τον Μάρτη ώς τον Οκτώβρη μουγκρίζουν τα τρακτέρ σε δρόμους και χωράφια, πουλιά διασχίζουν ακατάπαυστα τον αέρα, νοικοκυρές χτυπάνε ή πλένουν χαλιά, σκουπίζουν βεράντες, απλώνουν ρούχα, ακούν ραδιόφωνο, νεαροί αγρότες μαρσάρουν τα μηχανάκια τους, παιδιά με ποδήλατα και γέλια κατακτούν τον κάμπο, πλανόδιοι πουλούν λαχανικά, ψάρια, γλάστρες, ηλικιωμένοι άντρες πάνε κι έρχονται στο καφενείο, νεότεροι διασταυρώνονται κουβαλώντας λιπάσματα, φυτοφάρμακα, βαμβακόσπορο, μασώντας τη μαστίχα μαζί με την αδημονία τους να τελειώσουν πριν χαλάσει ο καιρός. Κι όλοι αυτοί, μόλις δοθεί η ευκαιρία, πιάνουν τον καυγά για τα κομματικά ή μαζεύονται και πίνουν τσίπουρα και κρασιά τραγουδώντας. Επιπλέον, αυτή η συμπαγής ζωή τυλίγεται συχνά σ’ έναν αέρα δαιμονισμένο, έναν βαρδάρη που μέρες παλεύει με τα χλωρά κλαδιά, τα ζαρζαβατικά και τα μυρωδικά ακόμα και στις γλάστρες. Ή σε έναν πεισματάρη νοτιά. Τυλίγεται σε μια τούλινη βουή έτσι που γίνεται μπομπονιέρα, έτοιμη να πεταχτεί αφού φαγώθηκαν τα κουφετάκια της.

Σ’ αυτήν την μπομπονιέρα, τις ώρες που κοπάζει ο θόρυβος, ανοίγει σήραγγες ορυχείου το γάβγισμα του θεόρατου σκυλιού απ’ το μαντρί του Μίνου. Βαθιές και δαιδαλώδεις, ποτέ δεν έμαθα πού βγάζουν. Όλοι τις ξέρουν αυτές τις σήραγγες, αν και ποτέ δεν μιλούν γι’ αυτές. Κάποιοι μάλιστα χώθηκαν για τα καλά εκεί μέσα και δεν γύρισαν ποτέ, αλλά οι υπόλοιποι κάνουν σαν να μην υπήρξαν ποτέ αυτοί οι κάποιοι. Όλοι τις ξέρουν αυτές τις σήραγγες κι ας τις προσπερνούν σαν να μην τις βλέπουν. Και όλοι κάποτε χώνονται σ’ αυτές για να γλιτώσουν απ’ το δηλητηριώδες αέριο –λένε πως είναι στυρένιο– που διαρρέει συχνά από τον αγωγό ενέργειας. Απολαμβάνουν έτσι και την κρυφή τους ραθυμία.

Μνημειώδες το γάβγισμα, σπηλιά με τα σαγόνια της να ανοιγοκλείνουν, πλησιάζει πάλι από το μαντρί, αλλά ίσως και από κάπου αλλού, αφού τίποτα δεν δικαιολογεί το δάγκωμα της πραγματικότητας από έναν σκύλο, όσο θηριώδης και να ’ναι. Εκτός κι αν ο σκύλος είναι κάποιος καινοφανής εκσκαφέας του χωροχρόνου με τη μορφή μαντρόσκυλου.


Αρετή Γκανίδου



Πρώτη δημοσίευση.

Στην εικόνα: Edwin Henry Landseer, "Low Life".
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Τρίτη 8 Μαρτίου 2016

Αρετή Γκανίδου, "Δειγματισμός ημερών"





Λ.Δ. Κονγκό: Μαζικοί β…μοί
07/12/2007 .naftemporiki.gr
Η σεξουαλική βία χρησιμοποιήθηκε ευρέως ως «όπλο» πολέμου…


                                                          Καμιά φορά οι νοικοκυρές
                                                          σαν από τσεκουριά ανοίγονται
                                                          στην υποψία





Ευρώπη - Δειγματισμός ημερών


Δευτέρα

Στις ζωγραφιές που αγαπώ
το λευκό υπαγορεύει με ψιθύρους
μικρά σκουρόχρωμα πουλιά
Άλλοτε σκίζεται
για να φανερωθεί μια συλλαβή κενού



Τρίτη

Η ζωή ξεπερνά τις προσδοκίες μου
Στο μέσο της (ελπίζω)
για άλλη μια φορά στην ήττα εξασκούμαι
Στο μεταλλείο της τα λόγια μου οξειδώνονται
              −ενώ τα επαργύρωνε ως τώρα −



Τετάρτη

Λύθηκαν τα σκυλιά
Πεινάνε και γαυγίζουν
Οι ενοχές επίσης





Άπω Ανατολή…«γυναίκες αναψυχής» …πάνω από 100.000 γυναίκες και έφηβες στρατολογήθηκαν ως πόρνες από τον Ιαπωνικό Αυτοκρατορικό Στρατό… Β΄ Παγκόσμιο Πόλ…



                                                          Στα χείλη μου απλώνουν ρίζα
                                                                                  αγκαθωτά φιλιά
                                                          Φράχτης
                                                          να προστατεύει οπωροφόρα
                                                          στον ύπνο που στενεύει





Ευρώπη - Δειγματισμός ημερών


Πέμπτη

Κτίζεται η μέρα με κόκαλα κούφια
Αστράφτει το λευκό       Κάποιοι χειροκροτούν
Δεν βλέπουν το αλλόκοτο κοπάδι μες στη στίλβη
Σπίθες τινάζονται καθώς
κρυφά τροχίζει ο πόνος



Παρασκευή

Ο αέρας ξήλωσε τη νύστα που τυλίχτηκες
μέχρι την πρώτη της θηλιά





Η πορνεία των απαλών ονύχων
….τις αγοράζεις κατευθείαν από τον πατέρα τους. Εκεί η ηλικία δεν είναι πρόβλημα. Μπορείς να βρεις ακόμη και 12χρονες…BHMA: 15/11/1998  00:00

Βρυξέλλες 2009.
Οι …στατιστικές …Κομισιόν … άστεγους της Ευρώπης των 28 σε 4,1 εκατομμύρ…
…σότεροι από 20 εκατομύρια …Ε.Ε. πεινούν… συσσίτια…



                                                          Επίμονα κοτσύφια στην αυλή
                                                          ραμφίζουν των ημερών το δέρμα
                                                          που όσο πάει σκληραίνει
                                                          Καμιά φορά τις πετυχαίνουν
                                                                                       στο υπογάστριο
                                                          Κι ανοίγει η μεσημβρία τους και ρέει
                                                          ανάποδα
                                                          ως της ζωής τον θρίαμβο
                                                          Το έμβρυο





Ευρώπη - Δειγματισμός ημερών


Μεσάνυχτα Σαββάτου

Τρίζει το παχνισμένο σώμα τους
Στον όρθρο των δαχτύλων τους λαλεί
                                     χωρίς φιλί η ήβη
Τα μάτια τους ασάλευτα βελάζουν

Παντού ανατέλλουν οι κυνόδοντες
                                      που έσπειρες
Δαγκώνει η νύχτα πλέον στα τυφλά



Κυριακάτικο γεύμα

Μέχρι η σειρά της να φτάσει
θάμπωσε το κουτάλι της
Σαν λάδι κόλλησε απάνω του η ντροπή




Από τη συλλογή «Χαράζει ο άλλος μου εαυτός», Μελάνι 2015

Η φωτογραφία είναι της Dorothea Lange

Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2016

Αρετή Γκανίδου, "Χαράζει ο άλλος μου εαυτός"




ΜΙΓΑΔΑ ΦΩΝΗ

Κάτω απ’ τον κάμπο της φωνής μου η Πολιτεία
αρδευτική           Mε σήραγγες κανάλια κι οδοδείκτες
Ωστόσο έξω στον αέρα ανατρέφω
                                            μιγάδες λέξεις
Στα σύμφωνά τους εντοιχίστηκαν λεπτές ανάσες
                                                           άλλων
τσέρκια που σφίγγουν τα φωνήεντα
να μη χυθούν σαν ποταμοί και πνίξουν κάθε νόημα
                                                           και μένα

Ουαί τοις ηττημένοις

Για ποιαν ελευθερία μού μιλάς
αν δεν προηγηθεί πατροφαγία;




Μαμά έχω κι εγώ μαύρη οργή;

Μικρή και ναρκωμένη μέσα σου θηλάζει
Όποτε όμως θεριεύει να θυμάσαι:
Να την κρατάς από τα κέρατα
              και να την οδηγείς
έξω από την ευγένεια που όρθωσες
Μη γελαστείς και την αφήσεις λάσκα
Είναι τυφλή και γίνεται αδηφάγα

Προπάντων μην της ψιθυρίσεις «όρμα»
Γιατί κοντά της  πρώτη είσαι συ
Εύκολα θα γυρίσει να σε φάει
που μια ζωή την είχες λιτοδίαιτη

Μαμά μυρίζει το σκότος;
Όχι         Μονάχα τον αχό του ακούς
Σηκώνεται αέρας στα βαθιά
Μανιάζει              Αναποδογυρίζει τα βουνά
Καρφώνονται στο χώμα οι κορυφές
Σκουληκιασμένο το φεγγάρι ξερνά  τα σωθικά του

Σκάψε με λύσσα μέσα σου
ώσπου να πιάσεις άστρο            Φυλάξου εκεί
Τέτοιος αέρας ξεκαρφώνει απ’ το χώμα
                               ως και τις σκιές




Από την ενότητα
Μες στο λευκό της Ιστορίας διάστιχο


Πακιστάν. …κοπέλας που λιθοβολήθηκε μέχρι θανάτου από την οικογένειά της είχε …
29/05/2014


                           Ματόφυλλα ταμπλαδωτά βαριά
                           Όταν ανοίγουν
                           πέφτει άλλο φως στο Βέρμιο
                           και στον κάμπο
                           χαράζει ο άλλος μου εαυτός



Υφήλιος

Καδοσδύο

Λαχτάρησε το στόμα μου μια κι έξω
Σκυμμένοι πάνω από την κούνια
μού έδωσαν φιλί σε κόψη μαχαιριού
Έσχισε αθόρυβα στ’ ακρόχειλα
χαμόγελο φαράγγι

Τσακίζεται κι ο ξένος ύπνος
μες στις χαρακιές
Γύρω τους ζουζουνίζουν οι χρυσόμυγες
Λάμπουν με το σμαράγδι στα φτερά τους
                              ως μέσα στο μυαλό μου
Μπερδεύονται με τις πυγολαμπίδες
                στα μάτια του πατέρα χρόνια πριν
Πράσινο φως φεγγοβολούν
κι αστράφτει λίγο το κατάμαυρο τριγύρω

Μονάχα να πιστέψω θέλω
στις πυγολαμπίδες
Στυλώνω εκεί τα μάτια για να με ναρκώσουν
Καθώς περνώ την πύλη
που οι χρυσόμυγες βόσκουν




Σιουδάδ Χουάρες       Η  πόλη των νεκρών γυναικών − Μεξικό

Το 1993,… στη Χουάρες… σειρά δολοφονιών… 500  νεαρές γυναίκες, με πρώτες τη 13χρονη Αλμα Τσαβαρία και τη 16χρονη Ανχέλικα Λούνα Βιγιαλόμπος, βρέθηκαν δολοφονημ... πεταμένες στην έρημο… εκατοντάδες αγνοούμ… συνεχίζοντ…  (ΕΞΑΝΤΑΣ)


                           Στο στέρνο μου χλωρή ασπίδα
                                                      οι καλαμιές του Βάλτου
                           Φύλλα των δέντρων με υπερασπίζονται
                                                      όταν με σημαδεύει το κακό
                           Κι όταν με βρίσκει
                           με φυγαδεύουν από παλιά περάσματα
                           ή
                           μου δίνουν το χειμέριο κλαδί τους



Λουδίας ( ή  Καρασμάκι* )


Το βοριαδάκι λέει να χαίρομαι
Μην παίρνω άλλου τη σειρά να κλάψω
Του λέω δεν κλαίω          Θλίβομαι και θυμώνω
Μη βιάζεσαι        επιμένει
Μες στη χαρά σου ανθίζει καρπερή
                                              η δυστυχία

Έφηβο πένθος ταξιδεύει από το Μεξικό
με άμμο από την έρημο Σονόρα
Πένθιμη γύρη από τη Σιουδάδ Χουάρες
γονιμοποίησε τον ανθισμένο ύπνο στον Λουδία

Από το λίχνισμα της άμμου
πέφτουν λευκές κοκάλινες φλογέρες:
Πρώτη απ’ το λεπτό χέρι της Άλμα
Δεύτερη απ’ την κνήμη της Ανχέλικα
Αριθμημένες φτάνουν οι υπόλοιπες
Έχασαν τ’ όνομά τους στη συνήθεια

Το βοριαδάκι λέει να χαίρομαι
Ο ζέφυρος μού φέρνει τις φλογέρες

Άλμα
δεν ξέρω ισπανικά
Πάψε να μου μιλάς
Ξάπλωσε μέσα μου και πάψε
Άκου τις καρακάξες
Κοίτα τις ντοματιές
Ή έστω  τρέξε στα τσαΐρια
με τα μελαχρινά σου πόδια
Άσε μου λίγο χώρο Άλμα

Το Καρασμάκι σου ’πιασε κουβέντα
κι εσύ δεν σταματάς να φλυαρείς
Δεκατριών χρονών κορίτσι
φαρσί την έμαθες τη γλώσσα των νεκρών




Από τη συλλογή «Χαράζει ο άλλος μου εαυτός», εκδ. Μελάνι 2015.
Πίνακας εξωφύλλου: Ειρήνη Χριστοφορίδου


Σημείωση:
Καρασμάκι-από το Καρα--ᾱσμακ = Μαύρο νερό, παλιά ονομασία του Λουδία

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2015

Αρετή Γκανίδου, "Ελλάδα 2013"




Eλλάδα 2013

                                Στη Μαριάννα

                             η Ελλάδα φθινοπώριασε
                             κι ο κόσμος έξω βουρκωμένο μάτι
                             Οι ομίχλες του με συγκρατούν στην όχθη του
                             περαματάρη των δακρύων σε μάγουλα μαρμάρινα

                             Νοέμβρισαν ωστόσο για τα καλά οι έφηβοι
                             Φέρνουν κρυμμένα στη σιωπή τους τα Χριστούγεννα
                             άηχα
                             Χώρια κουδούνια χώρια το γλωσσίδι τους

                             Κι απ’ τις ζωές που κρέμασαν στις περιφράξεις
                             δίπλα από τη σακούλα σκουπιδιών
                             όρθρος φωνής καινούριας
                             τις νύχτες ξεκλειδώνει τις αυλόπορτες




Παρασκευή 25 Απριλίου 2014

Αρετή Γκανίδου, "Η Προβιά"


(Bartolome Esteban Murillo,
"The Young Christ as the Good Shepherd")


Η Προβιά

Φόραγε στο κορμί του δυο ραμμένες προβιές πάνω απ’ τη λερή φανέλα κι από μια στο κάθε του ποδάρι και δυο παπούτσια χάρβαλα, έτσι που ’μοιαζε μ’ ορθό τραγί, που ξέκοψε απ’ το κοπάδι. Απόφευγε ακόμα και τις καλημέρες μ’ όλους στο χωριό, περπατούσε με το κεφάλι σκυμμένο κι όλο παραμίλαγε. Κανείς δεν ήξερε τι έλεγε. Μια φορά μόνο, μεθυσμένος −είχε αρχίσει η συνήθεια να του γίνεται αρρώστια− ακούστηκε να μαλώνει τρυφερά με την Ανθούλα του, που δεν τον άφηνε να μπει στο σπίτι τους. Ούτε Ανθούλα ήξερε κανείς και φυσικά δεν είχε παντρευτεί, έτσι αλλόκοτος κι αμίλητος και, πια, μπεκρής. Μόνο το αμπελάκι του είχε πάντα φροντισμένο, το καλόπιανε που του ’δινε κρασί και τσίπουρο.
Ντυνόταν με προβιές από παιδί στα καρναβάλια, παραφρονούσαν, λυσσούσαν τα σκυλιά στο πέρασμά του, μα αυτός μάζευε έτσι λίγο χαλβά, λιαστά δαμάσκηνα και σύκα, καμιά φορά και καραμέλες ροζ, σαν λάστιχο, μαντζούνια.
Έγινε άντρας, ορφάνεψε απ’ τους σαλεμένους γονείς του, ακόμα ντυνόταν με προβιές, χωρίς να κάνει βίζιτες. Του κόλλησαν το παρατσούκλι «η Προβιά». Ψιθύριζε το χωριό πως ήταν σαλεμένος κι αυτός, όπως οι γονείς του. Άκακος όμως σαν αρνί.
Μέχρι που ’σφιγγε η ζέστη τον έβλεπαν πού και πού σε κάνα δρόμο για το μπακάλικο ή για τ’ αμπέλι. Το μισογκρεμισμένο σπίτι του στη μια γωνία του χωριού, πέρναγε από κει κόσμος πολύς για τα χωράφια. Τον βλέπαν έξω τις πιο πολλές φορές. Τον καλημέριζαν, τον πείραζαν καμιά φορά, μα ούτε πάσχιζε κανείς ν’ ακούσει το μουρμουρητό του, ήταν δεν ήταν μεθυσμένος. Τα μεσημέρια ξάπλωνε κάτω απ’ τις δυο του χαρουπιές, έπιανε δυο τρία ξυλοκέρατα κι αφού τ’ άνοιγε στα δυο έγλειφε από μέσα το στυφό τους μέλι. Κοντά του και το μπουκάλι με το τσίπουρο. Τον έπαιρνε ο ύπνος ξαπλωτό και τα μυρμήγκια ξεθαρρεμένα επέλαυναν στ’ απομεινάρια απ’ τα γλειμμένα ξυλοκέρατα, ως απάνω στο στέρνο του καμιά φορά.
Τον τελευταίο χρόνο παράτησε τ’ αμπέλι του. Καιρός για πότισμα και τσάπισμα, δουλειές να τρέχουν, οι άλλοι στο χωριό απ’ το χάραμα στο πόδι, μα αυτός με τις προβιές μισοβγαλμένες καθόταν θεριό ημερωμένο και νύχτα μέρα άκουγε, λέει, φωνές από έναν άλλο κόσμο. Το είπε στον παπά που του πήγε φαΐ μια Κυριακή του Μάη. «Για τα πεθαμένα σου λες;», τον ρώτησε ο παπάς. «Μπα, δεν λέω τους πεθαμένους μου». Και μετά από λίγο: «Ούτε κι εσύ παπά νογάς, ε;» είπε σχεδόν θυμωμένα. Αυτή ήταν η μόνη συζήτηση που έκανε ποτέ.
Στα τελευταία άρχισε να φωνάζει στους περαστικούς ή και μονάχος, χωρίς ακροατήριο: «Βαστάτε τ’ αστεία σας γερά, γιατί αλλιώς, σας έφαγε η μαρμάγκα. Σας ξεκρεμάει απ’ το τσιγκέλι σας ο Άφαντος, κι έτσι αλαφρώνει η γης∙ σας γελά, βρεεε! Βαστάτε τα, σας λέω, τα χερούλια σας γερά. Αυτό έμαθα, αυτό σας λέω».
Πρώτη φορά έβαζε δυο λέξεις στη σειρά. Ξαναψιθύρισε το χωριό πως του ’στριψε για τα καλά, πως… η Προβιά είχε και στα μνήματα κρυμμένο τσίπουρο κι έπινε εκεί τα βράδια ως τα βαθιά μεσάνυχτα.
Έβγαινε ο Αύγουστος −το «Βαστάτε τα χερούλια σας…» το λέγαν όλα τα παιδιά και ούρλιαζαν από τα γέλια στους δρόμους και στην πλατεία−,  όταν τον βρήκαν κρεμασμένο απ’ τη μια του χαρουπιά, ντυμένο με τις προβιές, με τη γλώσσα λίγο έξω από το στόμα του, πρησμένη. Σαν αρνί.




Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό δίοδος 66100 (ΕΝ ΔΡΑΜΑ),
Περίοδος Α΄, Τεύχος 6, Μάρτιος 2014

Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2013

Αρετή Γκανίδου, "Άντρας 3ος (Δημιουργός)"



Άντρας 3ος (Δημιουργός)

                                              στον Θανάση Μαρκόπουλο

Στην αρχή ένα αχνογάλανο χαμόγελο, ήσυχος φάρος κι ένα γύρω βράχοι κοφτοί. Άπλωσα τις κατηφοριές μου ως τα ριζά του, αθόρυβα, στρώνοντας βούτυρο τα όνειρα και τις λαχτάρες. Χρόνια και μάλλον ατελέσφορη συνήθεια ως τότε. Όταν όμως τον είδα ανέμελο πάνω τους να γλιστρά, φορώντας αστόλιστη την πιο παιδική στιγμή του, εκείνη που τον συμφιλίωσε με τη ζωή, τον σύστησα στον κόσμο, ήξερα πως μ’ έναν μειλίχιο παφλασμό θα σήκωνε χαμόγελα κυματάκια κοιμισμένα, κεντώντας το κρυμμένο βάθος με μια λέξη, με το κρόσσι από ’να όνειρο, την ευωδιά μιας άσηπτης πληγής, ένα ασαβάνωτο γελάκι περιηγητικό.
Φόρεσα για καιρό ατάραχη τη μικρή μου ανατολή.
Ύστερα ετοίμασα τη μέρα μου,
την άνοιξα αθόρυβα
κι όποιος γυρίζει σε κείνα τα μονοπάτια και τα ξέφωτα
βλέπει που βγάζω στο κατώφλι την αλήθεια μου,
να ξεκουράζονται τα αμετανόητα όνειρα,
οι πεισματάρηδες που αποδημούν μαζί τους
και εκείνοι οι ωραίοι μασίφ άνθρωποι.
Κι όλα τούτα
από ’να αχνογάλανο χαμόγελο,
μια μέρα βροχερή.



Από την ενότητα Ορυκτά, της συλλογής «Ορυκτό φως», Μελάνι 2011

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2013

Αρετή Γκανίδου, "Ορυκτό φως"




Καλόγερος


Καθόταν στο μισοσκόταδο χαμηλοτάβανου κελιού κι άναβαν γύρω του δώδεκα φλόγες σε άφαντα καντήλια (μύριζε η καπνιά τους ψαλμωδία). Ο ήρεμος καλόγερος τακτοποιούσε τις πτυχές του ράσου του, με τα μακριά λευκά του δάχτυλα. Έκλινε το κεφάλι του αριστερά κι ύψωσε θαλασσινό αέρα τη ματιά του. Τι ομορφιά, σκεφτόμουν, και πόσο πένθιμη.
Σβήστηκαν τότε οι δώδεκα προσευχές κι ένιωσα μες στο σκοτάδι πως ήθελα πολύ να πιστέψω.
Μα έξω απ’ το κελί – και στην ψυχή μου – έλαμπε ο ήλιος αδιάντροπος κι ο σκονισμένος δρόμος ανέβαινε στο βουναλάκι με τις οχιές και τα κυπαρίσσια.
Ο αέρας μύριζε ρίγανη και λεβάντα,
τα μελισσάκια προσπερνούσαν τις καυτές πέτρες της άσπρης παραλίας
κι ανέβαιναν,
ολοένα ανέβαιναν,
σαν τη λαχτάρα μου να ζήσω στις αγέννητες λέξεις
διαβάζοντας το δέρμα που γλυκαίνεται στο χρόνο,
πιο πέρα απ’ αμαρτία κι αγιοσύνη. Μεθόρια.



(Από την ενότητα Ορυκτά)





III

Χειμώνας
Μεσάνυχτα τρυφερά.
Το φεγγάρι κοιτούσε χαμηλά, λίγο πιο πάνω απ
 τα φώτα της πόλης. Σιγοέσβησαν στον βραδινό νοτιά οι καληνύχτες και τα γέλια,
αλάφρωσαν τα φιλιά.
Χάθηκαν στο σκοτάδι τα βήματα των φίλων.
Η σάρκα τους άνθιζε πρόθυμη στο στόμα μου.
Ιδού η μετάληψη.



(Από την ενότητα Φιλοξενία)





I

Τραγανίζω την ψίχα από πράξεις κι ανεπαίσθητες χειρονομίες.
Τους άνοιξα το κέλυφος, όπως ανοίγεις το μισογινωμένο αμύγδαλο.
Τρέφομαι με ό,τι κι ο δροσερός αέρας στο νυχτωμένο πέλαγος.



V

Ζώστηκα κατάστηθα σελίδες
που οικοδομούσαν το σύμπαν κι εμένα.
Θριαμβευτικές εικόνες, πρωτοφανείς,
διόρθωναν την ιστορία της Ελλάδας,
καθαγίαζαν τον άνθρωπο

Και μ’ άφησαν με μια καινούργια θλίψη.

Διέσχισα το πένθος μου
με την κορδέλα που έδεσα στα παιδικά μου χρόνια.
Είχαν το πείσμα αιχμηρό κι επίμονα τα όνειρα.



(Από την ενότητα Η μικρή μου βδομάδα)





Απογευματινός καφές - Διοικητήριο


Δίπλα απ’ το φλιτζανάκι του καφέ στο μάρμαρο,
ξεμύτιζαν επίμονα
Πέμπτες υφαντές και Σάββατα λινά,
ξύλινες σκαλιστές αγάπες-τέμπλα
και θηλυκές αιωνόβιες πορσελάνες,
μπλε-γαλάζια φυλλαράκια
κι ένα κόκκινο
βαθύ όσο η επιθυμία μου.
Χέρια χιλιάδες μουρμούριζαν μες στα δικά μου δάχτυλα
κι εκμυστηρεύονταν πως δεν είμαι μονάχη,
αν και δεν είχες φτάσει ακόμα.
Όπως όπως μάζεψα
τους ζωηρούς ψιθύρους σε μια χαρτοπετσέτα.

Τι τα θες;
Ενδοτική ανέκαθεν στη ρέμβη…





Η φωτιά


Ώρες την κοιτούσα και την άκουγα
Με κείνα τα κοφτά της κάπα και τα πι
τα γάργαρά της ρο και τα χρυσά της σίγμα
τ’ αέρινά της φι που τα ’σερνε ένα λάμδα κι ένα ταυ
μες στο λαμπρό κι απόκρημνό της στόμα.
Κρατούσε μακριά τα άγρια ερωτήματα
μόνο τα μάτια τους γυάλιζαν στο σκοτάδι.



(Από την ενότητα Αδέσποτα)





Από τη συλλογή «Ορυκτό φως», Μελάνι 2011.

Κυριακή 21 Απριλίου 2013

ΑΡΕΤΗ ΓΚΑΝΙΔΟΥ



Εικόνα του ’48

Πήραν τις στάμνες τα τρία μεγαλύτερα αδέρφια –δυο κοριτσόπουλα γύρω στα δεκαπέντε η μια, η άλλη δεκατρία και το αγόρι ακόμα πιο μικρό– και κίνησαν για την κτιστή μεγάλη βρύση, καμιά τρακόσια μέτρα έξω απ’ το χωριό. Το σπίτι τους τελευταίο. Καλό για το νεροκουβάλημα. Χιονιάς και το νερό θα βγαινε παγωμένο. «Μήπως πηχτό;» ρωτούσε ο μικρός. Άρχιζε άγριος ο χειμώνας του ’48.
Δεν έφτασαν στην κτιστή σα σπιτάκι βρύση. Ήθελαν καμιά τριανταριά μέτρα ακόμα. Είδαν πρώτα πίσω απ’ το τοιχαλάκι να ανεμίζει σαν χαιρετούρα μια ουρά. Στύλωσαν τα μάτια να ξεκρίνουν μην τους ξεγέλασε ο χιονιάς. Σχεδόν αμέσως όμως ξεπρόβαλαν τρεις λύκοι, που τις μουσούδες τους τις ένιωθαν στη μύτη τους –σχεδόν τους έκαιγε η άχνα τους.
Παράτησαν ήσυχα οι κοπελούδες τις στάμνες καταγής και μαζί με το αγόρι –που το χέρι του είχε αγκιστρωθεί στη στάμνα– άρχισαν να πισωπατούν κοιτάζοντας σα μαγεμένα τους λύκους. Τα ζώα έκαμαν δυο-τρεις δρασκελιές διστακτικά και ακινήτησαν στο χιόνι. Τους κοίταζαν κι αυτά. Κι ύστερα πάλι δυο-τρεις δρασκελιές και πάλι ακινητούν. Τους μετρούσαν και πάλι προχωρούσαν. Πισωπατώντας πάντα τα παιδιά έφτασαν δίπλα στην αυλή και τότε μόνο γύρισαν τη ράχη τους στους λύκους.
Κανείς δεν ξέρει ποιες ανατριχίλες και σουρσίματα και πνιχτά βογγητά κι άλαλες προσευχές κι ανερμήνευτα ουρλιαχτά και παγωμένα «αμάν» σχεδίασαν μέσα τους τη σφραγίδα που σκοτεινιάζει ως τώρα τη φωνή τους –κοντά στα ενενήντα η μεγαλύτερη.
Πάντως η μάνα τους τα ξαναέστειλε για τις παρατημένες στάμνες και το νερό αμέσως «Θα σκοτιδιάσει ύστερα» είπε. Βλέπεις είχε τα πόδια της ανήμπορα κι ο πατέρας τους μέτραγε τέσσερα χρόνια σκοτωμένος. Τρεις ήταν που τον σκότωσαν. Κι εξαφανίστηκαν κι αυτοί όπως οι λύκοι.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ - ΠΑΛΙΑ ΠΛΗΓΗ


(Το κείμενο "Εικόνα του '48" της Αρετής Γκανίδου, δημοσιεύεται για πρώτη φορά)