Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2026

Θανάσης Κωσταβάρας, "Στο βάθος του χρώματος"





ΜΑΖΕΥΟΝΤΑΣ ΒΑΤΟΜΟΥΡΑ ΣΤΑ ΠΕΡΙΧΩΡΑ ΤΟΥ ΒΟΛΟΥ


Κατακαλόκαιρο, μεσημέρι, σε ασπρόμαυρο όνειρο.

Πέρα από τα περιβόλια και τους Μπαξέδες.
Πέρα από τʼ Αϊγιοργίτικα σπίτια.
Προς τα χωράφια που απλώνονταν ώς την Άλλη Μεριά.

Μαζεύοντας −παιδιά− κάτω από τον ήλιο, βατόμουρα.

Κι αντίκρυ, ο αδερφός μου, άσπρος όπως το χιόνι.
Μ’ έναν αιφνίδιο τρόμο κοιτάζοντας.
Βαθιά, στο μάκρος του δρόμου·
όπου μέσα από σύννεφο σκόνης
προχωρούσε το κάρο με τα τέσσερα κατάμαυρα άλογα.

Με τον καροτσέρη πάνω αδύνατο, σχεδόν οστεώδη.
Σχεδόν δίχως πρόσωπο.
Με το πρόσωπο λιωμένο
κάτω από την καυτή αντηλιά.

Και ψηλά, πολύ ψηλά, τα γεράκια.
Σκίζοντας αργά, σάμπως ακίνητα, τον αέρα.

Κι όλα βουβά πέρα ώς πέρα και σάμπως ρευστά και τρεμώδη.
Και σάμπως φανταστικά μέσα στο θάμπος της μέρας κι ασάλευτα.

Μα ούτε λύπη μέσα μου, ούτε φόβος.
Πάρεξ μια ομορφιά μόνο, αβάσταχτη, που μου κεντούσε τα μάτια.
Και μια ευτυχία που σμίγαμε πάλι, παιδιά.

Μακριά, στα χωράφια που απλώνονταν
πριν από την Άλλη Μεριά.

Μαζεύοντας, κάτω από έναν κάτασπρο ήλιο, βατόμουρα.





ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟ ΓΕΥΜΑ 
ΜΕ ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΥΣ ΣΤΟ ΥΠΑΙΘΡΟ


Στρωμένα τραπέζια στη σειρά, με τη λιακάδα, στον κήπο.
Άσπρα τραπεζομάντιλα, φαγητά και κρασιά και φρέσκα λουλούδια στα βάζα.
Και το γραμμόφωνο παίζοντας αποσπάσματα από όπερες.

Ξαφνικά, περνάει γρήγορα ένα κοπάδι πουλιά.
Κι ένα μαύρο σάλεμα στον αέρα, σαν προμήνυμα μπόρας.

Κι απ’ το βάθος
φαίνεται να προβαίνει αργά
ο απρόσκλητος επισκέπτης.

Παράξενος άντρας, φορώντας άσπρο κουστούμι ξεχειλωμένο
και το πρόσωπο αθέατο.
Κρυμμένο πίσω απ’ τα φύλλα.

Μοιάζει πάντως κανένας να μην τον γνωρίζει.
Ίσως μόνο ο πατέρας, που τον κοιτάζει μ’ έναν φόβο αόριστο.

Εκείνος τον πλησιάζει και του απλώνει το χέρι.
Σαν να του λέει κιόλα κάτι, σαν να τον καλεί για έναν περίπατο.

Κι όπως, τελείως απρόθυμος, ο πατέρας σηκώνεται
αρχίζουν να πέφτουν οι πρώτες σταγόνες.
Όχι δυνατή όμως βροχή, μια σιγανή ψιχάλα, περίπου αθόρυβη.

Παγερή σιωπή σφραγίζει τώρα τα χείλη.
Απ’ το γραμμόφωνο δεν ακούγεται παρά το ξύσιμο της βελόνας.
Όλος ο κήπος μυρίζει βρεγμένο χώμα, όλοι έχουν πια σηκωθεί.
Μερικοί ανοίγουν ομπρέλες.

Μια λύπη απλώνεται λίγο λίγο πάνω σ’ όλα τα πρόσωπα.





ΤΟΠΙΟ ΓΥΜΝΟ ΜΕ ΟΜΙΧΛΗ


Σαν να είχα κατέβει σε βαθύ κρύο πηγάδι.
Και σαν να είχα περάσει από κει στη ζοφερή χώρα της νύχτας.
Εκεί που ούτε λουλούδι ανθίζει
ούτε λαλεί ποτέ πουλί.

Παρά μόνο ένας αέρας, φτασμένος κάπου από τα βάθη, σφυρίζοντας.

Τότε είδα τον λυπημένο πάλι μπροστά μου.

Λέξη δεν είπε, όπως τότε, μόνο πάλι μου έγνεψε.
«Τι θέλεις» του είπα «και γιατί με παιδεύεις.
Και γιατί φανερώνεσαι έτσι πάντα μπροστά μου;»

Δεν μου αποκρίθηκε αμέσως.
Ώσπου βρήκα το κουράγιο και γύρισα.

«Μη φεύγεις» μου είπε τότε, σχεδόν με ικέτεψε.
«Μα μείνε λίγο ακόμα κοντά μου.
Να μου θυμίζεις όλα εκείνα που έζησα.

Για λίγο, μείναμε πετρωμένοι κι αμίλητοι.

«Ω, να μπορούσα» πρόσθεσε ύστερα·
«να μπορούσα ν’ ανέβαινα μια ψίχα μαζί σου.
Να ξαναντίκριζα το φως του ήλιου.
και τις αμέτρητες χάρες τού πάνω κόσμου να ξαναζούσα».

«Έστω ας ήταν μόνο» κατέληξε και με κοίταξε με απόγνωση
«ας ήταν μόνο μέσα από των θνητών τα εφήμερα όνειρα
σαν φευγαλέος άσαρκος άνεμος να περνούσα».

Έτσι είπε, μα εγώ κινούσα να φύγω·
καθώς εκείνος χανόταν λίγο λίγο σε μια κίτρινη πάχνη.

Κι ούτε φωνή πια ακουγόταν
ούτε ίσκιος φαινόταν την ώρα που ανέβαινα.

Παρά μόνο ένας αέρας, ένας πηχτός κρύος αέρας
χτυπώντας με δύναμη πάνω στο φως.

Βγαίνοντας σκοτεινιασμένος
μέσα από το μαύρο πηγάδι του ύπνου
σφυρίζοντας.


Από την ενότητα: «Δώδεκα απόπειρες
χρωματικής απόδοσης του σκοτεινού»





ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΤΗΝ ΠΛΑΖ


Χλομά κορίτσια καθισμένα στην αμμουδιά.
Μακριά από τα παιχνίδια της θάλασσας.
Με τα φτερά του έρωτα μαραμένα.

Λυπημένα κορίτσια.
Αφήνοντας πίσω τα πικρά τους δωμάτια.
Χαράζοντας με τα λεπτά δάχτυλά τους
αγαπημένα ονόματα πάνω στην άμμο.

Εγκαταλειμμένα κορίτσια· απαρηγόρητα.
Με τα μεγάλα μάτια τους συννεφιασμένα.
Ψιχαλίζοντας κάτω από τον ήλιο τα σκοτεινά τους οράματα.

Πάντως περιμένοντας, περιμένοντας πάντα.
Περιμένοντας τη χάρη.
Περιμένοντας τον άγγελο της νύχτας να βγει από το κύμα.

Να τα πάρει πάνω στη μηχανή του και να ταξιδέψουν.

Πέρα από τη λύπη, πέρα από τη θάλασσα.
Εκεί που τα λόγια δεν είναι σκληρά
και τα όνειρα δεν είναι απελπισμένα.

Ξεχασμένα κορίτσια, καθισμένα παράμερα στην αμμουδιά.


Από την ενότητα: «Οι μεταμορφώσεις
μέσα στον καθρέφτη»





Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΑΠΛΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ
Ή
ΤΑΠΕΙΝΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ ΒΡΑΔΙΑΖΕΙ


Θεέ της ποίησης και των ποιητών
χάρισέ μου ένα ποίημα.
Ένα απλό, στρογγυλό, ευανάγνωστο ποίημα.
Γιατί τα βαρέθηκα όλα αυτά τα στρυφνά και τα δύσπεπτα.
Σαν τα θολά ποτάμια περνούν, βαριά κι ακατάδεκτα πηγαίνουν στη θάλασσα.
Κι ούτε το τραγούδι του νερού ακούει κανένας
ούτε τη δροσιά χαίρεται του καθαρού ρυακιού.
Παρά μονάχα αναρωτιέται πόσο σκοτεινά είναι τα χρόνια που έρχονται
και πόσο δύσκολα ήταν πάντα τα περάσματα.
Κι έτσι παίρνει το δρόμο πίσω
γυρίζει πάνω στα ταπεινά φυλλαράκια τα μάτια του
και τότε σκέφτεται πως η ζωή στο βάθος είναι ωραία
πως ακόμα κι αν είναι απελπισμένος
σκίζει σαν ένα αστραφτερό σαξόφωνο
το μαύρο ντέρτι του θανάτου, ο έρωτας.


Από την ενότητα: «Εικονογραφήσεις
βιβλίων με ποιήματα»





Από τη συλλογή «Στο βάθος του χρώματος», Νεφέλη, 1993.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου