Πέρα από τʼ Αϊγιοργίτικα σπίτια.
Προς τα χωράφια που απλώνονταν ώς την Άλλη Μεριά.
Μ’ έναν αιφνίδιο τρόμο κοιτάζοντας.
Βαθιά, στο μάκρος του δρόμου·
όπου μέσα από σύννεφο σκόνης
προχωρούσε το κάρο με τα τέσσερα κατάμαυρα άλογα.
Σχεδόν δίχως πρόσωπο.
Με το πρόσωπο λιωμένο
κάτω από την καυτή αντηλιά.
Σκίζοντας αργά, σάμπως ακίνητα, τον αέρα.
Και σάμπως φανταστικά μέσα στο θάμπος της μέρας κι ασάλευτα.
Πάρεξ μια ομορφιά μόνο, αβάσταχτη, που μου κεντούσε τα μάτια.
Και μια ευτυχία που σμίγαμε πάλι, παιδιά.
πριν από την Άλλη Μεριά.
Άσπρα τραπεζομάντιλα, φαγητά και κρασιά και φρέσκα λουλούδια στα βάζα.
Και το γραμμόφωνο παίζοντας αποσπάσματα από όπερες.
Κι ένα μαύρο σάλεμα στον αέρα, σαν προμήνυμα μπόρας.
φαίνεται να προβαίνει αργά
ο απρόσκλητος επισκέπτης.
και το πρόσωπο αθέατο.
Κρυμμένο πίσω απ’ τα φύλλα.
Ίσως μόνο ο πατέρας, που τον κοιτάζει μ’ έναν φόβο αόριστο.
Σαν να του λέει κιόλα κάτι, σαν να τον καλεί για έναν περίπατο.
αρχίζουν να πέφτουν οι πρώτες σταγόνες.
Όχι δυνατή όμως βροχή, μια σιγανή ψιχάλα, περίπου αθόρυβη.
Απ’ το γραμμόφωνο δεν ακούγεται παρά το ξύσιμο της βελόνας.
Όλος ο κήπος μυρίζει βρεγμένο χώμα, όλοι έχουν πια σηκωθεί.
Μερικοί ανοίγουν ομπρέλες.
Και σαν να είχα περάσει από κει στη ζοφερή χώρα της νύχτας.
Εκεί που ούτε λουλούδι ανθίζει
ούτε λαλεί ποτέ πουλί.
«Τι θέλεις» του είπα «και γιατί με παιδεύεις.
Και γιατί φανερώνεσαι έτσι πάντα μπροστά μου;»
Ώσπου βρήκα το κουράγιο και γύρισα.
«Μα μείνε λίγο ακόμα κοντά μου.
Να μου θυμίζεις όλα εκείνα που έζησα.
«να μπορούσα ν’ ανέβαινα μια ψίχα μαζί σου.
Να ξαναντίκριζα το φως του ήλιου.
και τις αμέτρητες χάρες τού πάνω κόσμου να ξαναζούσα».
«ας ήταν μόνο μέσα από των θνητών τα εφήμερα όνειρα
σαν φευγαλέος άσαρκος άνεμος να περνούσα».
καθώς εκείνος χανόταν λίγο λίγο σε μια κίτρινη πάχνη.
ούτε ίσκιος φαινόταν την ώρα που ανέβαινα.
χτυπώντας με δύναμη πάνω στο φως.
μέσα από το μαύρο πηγάδι του ύπνου
σφυρίζοντας.
Από την ενότητα: «Δώδεκα απόπειρες
χρωματικής απόδοσης του σκοτεινού»
Μακριά από τα παιχνίδια της θάλασσας.
Με τα φτερά του έρωτα μαραμένα.
Αφήνοντας πίσω τα πικρά τους δωμάτια.
Χαράζοντας με τα λεπτά δάχτυλά τους
αγαπημένα ονόματα πάνω στην άμμο.
Με τα μεγάλα μάτια τους συννεφιασμένα.
Ψιχαλίζοντας κάτω από τον ήλιο τα σκοτεινά τους οράματα.
Περιμένοντας τη χάρη.
Περιμένοντας τον άγγελο της νύχτας να βγει από το κύμα.
Εκεί που τα λόγια δεν είναι σκληρά
και τα όνειρα δεν είναι απελπισμένα.
Από την ενότητα: «Οι μεταμορφώσεις
μέσα στον καθρέφτη»
Ή
ΤΑΠΕΙΝΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ ΒΡΑΔΙΑΖΕΙ
χάρισέ μου ένα ποίημα.
Ένα απλό, στρογγυλό, ευανάγνωστο ποίημα.
Γιατί τα βαρέθηκα όλα αυτά τα στρυφνά και τα δύσπεπτα.
Σαν τα θολά ποτάμια περνούν, βαριά κι ακατάδεκτα πηγαίνουν στη θάλασσα.
Κι ούτε το τραγούδι του νερού ακούει κανένας
ούτε τη δροσιά χαίρεται του καθαρού ρυακιού.
Παρά μονάχα αναρωτιέται πόσο σκοτεινά είναι τα χρόνια που έρχονται
και πόσο δύσκολα ήταν πάντα τα περάσματα.
Κι έτσι παίρνει το δρόμο πίσω
γυρίζει πάνω στα ταπεινά φυλλαράκια τα μάτια του
και τότε σκέφτεται πως η ζωή στο βάθος είναι ωραία
πως ακόμα κι αν είναι απελπισμένος
σκίζει σαν ένα αστραφτερό σαξόφωνο
το μαύρο ντέρτι του θανάτου, ο έρωτας.
Από την ενότητα: «Εικονογραφήσεις
βιβλίων με ποιήματα»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου