Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καρούζος Νίκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καρούζος Νίκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2024

Νίκος Καρούζος, "Πέντε ποιήματα για την Αθήνα"





ΑΘΗΝΑ, Η ΦΛΟΓΑ ΠΟΥ ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΤΗΣ ΕΙΝΑΙ ΓΑΛΑΖΙΟ


Ομορφιά στου δειλινού τον πλαγίαυλο
αργά που πάνε οι λυπημένοι μέσ’ στα φυλλώματα του Εθνικού Κήπου
κι όταν κάθονται
στα γαλανά παγκάκια ταξιδεύουν
σε καλύτερες ημέρες του μέλλοντος
ένας τινάζοντας τον ύπνο απ’ τα μαλλιά του
κ’ εκείνος κει στον τζίτζικ’ από κάτω
κι ο πιο πέρα
όλοι μοναχικοί
και συ το ίδιο
μόνος
εναγκαλίζεσαι τα δέντρα από έρωτα.
Ώρα επτά σφυρίζουν οι φύλακες
τελειώνει πια κ’ εδώ ο κόσμος.
Ύστερα στους δρόμους
πάλι κρατούν άδεια κλουβιά
γυρίζουν
χάνονται
οι λυπημένοι.
Στα σύννεφα κρέμονται πουλιά
κι αυτοί βλέπουν το κέρδος:
αμνό και τρόμο.
Ηλεκτροφόρα σύρματα φράζουν τα όνειρα
μα θα ’θελαν –
Κ’ ενώ δε σώνεται η φωνή στο μέσα μάκρος
ακούγονται καμπάνες
απ’ τα εκκλησάκια της ορθοδοξίας αιχμάλωτα.
Μα πώς κυματίζει ο ουρανός
στην ακοή των λυπημένων...
Ώρα επτά κ’ οι σοφέρ
με τα ραδιόφωνα ανοιχτά
για είκοσι λεπτά τραγούδι αθάνατο
«απόψε θα ’ρθει ο θάνατος να πάρει τους καημούς μου».

Πάνω τους η νύχτα παλαιό ρούχο
ο πλάστης
με την άσπρη αγάπη.





ΤΡΟΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΗΛΙΟΣ


Ανέζησε το καλοκαίρι
Ελένη σε μιαν Αττική απροσδόκητη.
Μέσ’ στην ψυχή μου είν’ ακόμη η ώρα
(πέρασαν μήνες ερωτικοί...)
οπού βρεθήκαμε κάτω απ’ τα πεύκα
μετά το μεσημέρι στην Ακρόπολη
ανάμεσα στους κίονες του ναού
κυμάτιζαν
γαλανά κομμάτια τ’ ουρανού απ’ την πύλη
του ναού θα ’λεγες έμπαινε κανείς στα ουράνια!
Ήλιος απάνω αλαλάζων
στη χυμένη πρωτεύουσα
κ’ εμείς βλέποντας τη σκοτεινή πέτρα
εκεί σ’ έν’ άγνωστο πεύκο.
Αλλά στον Υμηττό μάς απειλούσε μαύρη συννεφιά
με κεραυνούς που άνοιγαν τις φλέβες τους
ένας κατήφορος βροχής που χώρισε στα δυο τη φύση.
Μας άλλαζε η βροχή βαθαίνοντας το στήθος
κι αν τύχαμε στον ήλιο προς την καταστροφή
άγγιζαν τα μάτια.
Του κοριτσιού χαρούμενη λαλιά ώς το θέατρο Διονύσου
– λίγο νεράκι του θεού χύθηκε στις κερκίδες
που ο ήλιος το ’παψε γοργά –
σε ακολούθησα με τρόπον ώστε να ονειρεύομαι
εκ γενετής αιχμάλωτος.
Δεν είσαι πια στο παιδικό παράθυρο στον ήλιο προχωρείς
μονάχη με τη μνήμη της θαλάσσης απ’ τον ήλιο.
Κι απ’ την ορμή μου δε βγαίνει άλλη ματιά
μόνον αυτή που σε κοιτάζει φίλη και ρημαγμένη μέσ’ στην ίριδα
καθώς το ανυπόδητο πέλμα σου θαυμάσιο
με βροχή πλένεις
στη μικρή κοιλότητα του χρόνου
στο μαρμάρινο κάθισμα του Ιεροφάντη.
Εκβάλλουν απέναντι την οργή τους οι ξένοι κεραυνοί.





ΒΡΑΔΙΝΗ ΑΘΗΝΑ


Με τον ουράνιο Μπαχ
ερωτεύομαι νύχτες της πικρής Αττικής
ακούω γαλήνια κονσέρτα
που αναστρέφουν τον πόνο
σε χαλασμένα ραδιόφωνα χωρίς κουμπιά
σκονισμένα
συντριμμένα
των λυπημένων –
(βράδια μυρωμένα
η Αττική ανέβαινε ψηλά
κι ανέβαιναν
τα βάσανα κ’ οι έγνοιες...).
Είχα μιαν αγάπη
χάθηκε
την έφραξαν πάθη καιρικά
μα όμως κάποτε
λέω θ’ ανταμώσουμε ψηλά
μέσ’ στη γαλάζια σκόνη του αιθέρα.
Έχει άνθος στα μαλλιά
είναι τα μάτια της εφιαλτικά και σύρουν.
Άλλ’ εγώ με τη δύναμη του αθώου
στους κινδύνους
ανεβαίνω.
Είχαν μιαν αγάπη
τώρα ταξιδεύει μακριά
κ’ η σελήνη γέμισε κίτρινα πουλιά.
Έχει άνθος
και φέρνει
όνειρα στον ερειπωμένο μου
ύπνο.





ΤΟ ΕΑΡ ΜΕ ΘΥΕΙ Κ’ ΕΦΕΤΟΣ


Μέσα στην Άνοιξη ο Λυκαβηττός
άσπρα φώτα του Άι Γιώργη
εδώ που σχίστηκε με μια γαλάζια τύχη ο ουρανός –
και το μικρό κόκκινο φως απάνω απ’ τα δέντρα
εδώ που σχίστηκε με μια γαλάζια τύχη ο ουρανός
ερωτευμένους θα φορώ η Άνοιξη φωνάζει
σα να σχίστηκε
ο ουρανός απ’ τα γαλάζια χέρια των πηγών
και δείχνει ένα λίγο του Παράδεισου.
Μαρία δυσβάσταχτη των αγγέλων καμπύλη
και καρποί κρημνιζόμενοι
σε αναπνέω γυμνή με το πουκάμισο
και τη μαύρη γραβάτα μου ασθμαίνεις
όταν ο αέρας αιφνίδια μεταστάς
αφήνει τα ζεστά σου πόδια σε διάρκεια για μένα.
Κορίτσι του καημού της Αττικής
ουράνια βραδινά πάνω στα χείλη
ανάμεσα μας η ευθεία του θανάτου
τα πεύκα και τ’ αθάνατα σπιθίζουν –
φαρδιά φύλλα.
Έαρ η εποχή των εξουσιών
τη μοίρα διανύει κ’ εφέτος
αυτή την αρωματική δροσιά που συγχωνεύει
λουλούδια με τ’ αστέρια ώς μέσα στις χαρούμενες νύχτες.
Είναι φλόγα και με θυσιάζει
λάμψη Χριστού
και τα ορμητικά μάτια των κορασίδων
όπως ανοίγουν μοναχές τα στήθη.
Στους σπινθήρες των άστρων ολόσωμος εγώ
η ψυχή μου πατούσε το χώμα
κι άρχισα ένα τραγούδι
που με βύθιζε μητέρα στην καρδιά σου.
«Κλαίνε τα πουλιά γι’ αέρα
και τα δέντρα για νερό...».
Τι βαθύ ποτάμι κι ο ήλιος απ’ αιώνες
εκεί καρφωμένος βασανίζεται στον τροχό.
Αυτοθυσία είν’ η Άνοιξη κι ο χρόνος
μέσ’ στο ναό η σταύρωση και τ’ αθώα πετεινά.





ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ


Είμαστε πάντα το χώμα του καλού
έχουμε στην καρδιά μας ένα σήμαντρο.
Να ο Λυκαβηττός με τα ουράνια πράσινα
της χειμωνιάτικης μέρας η γλυκύτητα
του ανεβάζουν δέντρα μέσ’ στην καθαρή γέννησή του.
Εδώ πάλι εξαίσια ουράνια τυλίγουν κάτω απ’ τον Ιερό Βράχο
εμπρός στα μάτια τη γυμνή συκιά
ωσάν ανήσυχο σκελέτωμα
που κόβει την ανάσα –
γκρίζο λευκάζει
και τη θύρα της απελπισίας ανοίγει.
Ταξίδεψε σώμα γοερό μέσα στη μαύρη πόλη.
Οι σκουριασμένοι κίονες το σπήλαιο του Πανός
οράματα
πληγές
αίματα των πατέρων.
Ιδού ο Κήπος πέρα στην κίνηση των δρόμων
κρύβεται στα φυλλώματα της θλίψεως
κι ο ήλιος έμεινε στη μια πλευρά του δέντρου για πάντα
την κεντημένη κίτρινα φύλλα
ο ήλιος πόσων ημερών, αλήθεια, έχει κολλήσει
τις αχτίδες του πάνω στα υπάρχοντα φύλλα
και το νεκρώσιμο φεγγάρι βγάζει άσπρο...
Να θυμηθείς τον κόσμο πάλι
θυμήσου το παρόν
οι ξύλινες σκάλες που προσμένουν άλικα
τα μανταρίνια είναι κίτρινος Χριστός μέσ’ στις αυλές.
Αγνά παραθυρόφυλλα
κόκκινα σα βερνίκι
τα κεραμίδια χλοϊσμένα στις χοές του χρόνου
χωρίς λαλιά με ωχρό κερί ζητώντας τη δική σου
καθώς πίνεις της το μοναξιάς το ηδύποτο.





Από τη συλλογή «Ποιήματα» (1961).
Πηγή: «Νίκος Καρούζος, Τα ποιήματα Α΄ (1961-1978)», εκδ. Ίκαρος, 5η έκδοση, 2013.


Πέμπτη 28 Σεπτεμβρίου 2023

Νίκος Καρούζος, "Ερυθρογράφος"





ΕΓΚΑΡΣΙΟΙ ΣΤΙΧΟΙ


Καθώς απόσωνε η σελήνη ξημερώνοντας
τα πάντα κρέμονταν από μείζονα ελεατική σιγή
         και μοιραία γαλήνη
που παρατείνει μιαν αόρατη πράξη:
         της φύσεως την αυτοζωία.
Τότενες έβλεπα σε φανταστικά νερά μου
         να ξαναλάμπει μόνη της
η εικαστική προσδοκία του σώματος.
         Οίμοι λοιδόρησα την ηρεμία
                  και μ’ αρέσει ο φόβος.
Είμαι μόνον αυτός που έχει την τρελάρα του.
         τίποτα πιότερο·
αναβοσβήνει το χέρι μου όταν γράφω.





PRAXIS


Εσύ με τέτοιο πανικό νυμφόληπτος
         υέτιος ή όμβριος πού πας;
Αποκοιμήσου φουκαρά μου στα άμφια.
Ήσουνα μέγας ιερέας χρισμένος απ’ τη Σκοτία
         μητερούλα στα σωματίδια του Φωτός
ήξερες απ’ έξω κι ανακατωτά την Παρουσία
φόβος και τρόμος ήσουνα στην Ψυχολογία.
Σήμερα νιώθεις πληθύνοντας την Κωμωδία.
Πράγματι βρέχει και είσαι ολομόναχος, αποκοιμήσου,
         ανατριχιαστικά ανθρώπινος.





ΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΕΝΟΣ ΧΑΥΝΟΥ


Ευτυχώς χαμένος.
Αλίμονο αν είχα διανύσει κέρδος.
Θυμήσου διασκεδάζοντας το μυαλό σου
         θυμήσου τον αυτοκράτορα
                  της πάλαι ποτέ Βραζιλίας.
Εάν πεθάνω γλίτωσα· εάν επιζήσω γλίτωσα
         πάλι.
Κρεουργείς ακόμη με κοχλαστικό τσεκούρι
         σε χίασμα φρίκης
κι αναπηδούν αθώα ουρλιαχτά κατέρυθρες
οιμωγές που ξεστομίζουν έρεβος αγάπης.





ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ


Εγώ δεν τα βλέπω τα αντικείμενα όπως
         είναι· τα οραματίζομαι.
Βλέπω κρεμασμένη μια κόκκινη πετσέτα.
Εγώ δεν πρόκειται να πω αυτή την πρόταση.
Εγώ θα πω κάτι αστάθμητο· ίσως το αίμα
         του Θεάνθρωπου
         από σταυρό να χύνεται.
Πηγάζω από ηλιθιότητα· δυσφορώντας
να είμαι έξυπνος.
Τετέλεσται· μιλώ απ’ το υπερώο
         της Ελλάδας.





ΑΫΠΝΟΣ ΟΝΤΑΣ


ακούω απ’ έξω τους πρώτους
ορθρινούς βηματισμούς οι εργαζόμενοι
         πάνε.
Κι αποσώνει το φλόγισμα της νύχτας
         με καυσόξυλα-λέξεις
από στήθους όλως αποτεφρωμένα.
Τίποτα δεν εκφράζει αποκαθήλωση.





ΝΕΑΡΟΣ ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ ΑΚΑΡΙΑΙΟΣ


Μόλις που είχα μάθει τα χρώματα
φτερούγιζα στην άσφαλτο τους πανικούς μου
μόλις που είχα μάθει τον ήλιο ξημερώματα
τη θάλασσα τον έρωτα και τους απελπισμένους
μόλις που μόνος άρχιζα τους καημούς μου
φτερουγίζοντας ωσάν χαρταετού
κορδέλες τα διάτορα μαλλιά μου
τη νύχτα μόλις που την είχα διδαχτεί
με βεγγαλικά και λαϊκούς αγώνες
δεκάξι χρόνων κόπηκα στις εξετάσεις
κόπηκα στο άπειρο.





Από τη συλλογή «Ερυθρογράφος» (1988).
Πηγή: «Νίκος Καρούζος, Τα ποιήματα Β΄ (1979-1991)», 3η έκδοση, Ίκαρος 2007.

Πηγή για την εικόνα: https://www.ert.gr/

Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2022

Νίκος Καρούζος, "Συντήρηση ανελκυστήρων"




ΨΥΧΑΓΩΓΙΑ ΕΙΣ ΥΨΟΣ


Ευτύχησα μόνος μου.
Χωρίς ιερότητα χωρίς
      υγεία.
Μερίζοντας τρόμους
ανώφελα μεγάλα κομμάτια
      σήμερα πεθαίνω
      αύριο πεθαίνω.
Στον άγιο αριθμό των ανέργων
είμαι πάντοτε μέσα.
Διεθνής κι ακάθεχτος
      υποφέρομαι
στη θρησκεία του σκούληκα.
Επώνυμο: Πλήρης.





ΛΕΚΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΑΡΟΣ


Ας μαίνεται ο διχασμός μιας άρρωστης
      εννοιολογίας.
Καμιά θεόνυμφη δέσποινα τινάζοντας
      τα λαγόνια της έκφρενη!
Κι απόμεινε ο ταπεινός ληστής ο αγαθιάρης
      περίπου σε αποκρήμνιση
μ’ ένα πουλί που ράμφισε απάνω στο σταυρό
      ολάξαφνα το μάγουλό του
τίκτοντας αίμα για να φτερουγίσει αμέριμνα
      σε αστάθμητο ύψος.
Η θάλασσα όρμημα κ’ οι σκοτεινές μου εκείνες όψεις
      ανατέλλοντας αναγέννηση
στοιχήματα παιγμένα στο λιθόστρωτο μ’ αγριοφωνάρες
      τα υλικά φρονήματα της Κυρίας Πιλάτου.
Τι θόρυβος που γίνεται τι θάνατος λαλούμενος
      υπεράγαν...
Χρώματα συν αρώματα τοις αρχιερεύσι μα ο ιπτάμενος
      κακούργος ευλαβείται
            την πτήση με τρισύλλαβο μνήσθητι
χωρίς ελπίδα για βροχή χωρίς την ευωδιά να διαχέει
      χάρμα γαιώδες ο ληστής
διαθλώμενος από τέτοιαν ηδυπάθεια και τέτοια τύχη.
      Η μοναξιά δεν είναι αμαρτία στην Ελλάδα
            κι ο χρόνος
                  φραγγελώσας την αιωνιότητα
      με ξεκοκαλίζει.





ΜΟΡΦΗ ΚΑΤΑΠΛΗΞΕΩΣ


Οι άρρωστοι ξεχωρίζουν αναμεταξύ τους
      οι υγιείς είναι ίδιοι·
περνώντας απ’ το γέλιο γνωρίζω αλάνθαστα
      και τους μεν και τους δε·
τείνω στην άπνοια του νου με λευκότητα
οι δυστυχίες διαφέρουν η ευτυχία είναι μία.





ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ


Νεκρός με τους νεκρούς
αγέλαστος μ’ αγέλαστους
αρουραίος μ’ αρουραίους
ο κ. Νέκυς ο διαχειριστής
κ’ η θυρωρίνα σε φραστική
      διασκέδαση
φερμένη απ’ την Πίνδο
συντήρηση ανελκυστήρων
      ερημότοπος.





ΕΛΚΗΘΡΟ ΔΙΑ ΒΙΟΥ


Στην ερήμωση του πάγου στις διαφωνίες
      φύσεως και λογικής
με όλα συγκρουόμενα με όλα διδάσκοντας
      ο μέγας αυταπατώμενος
             είν’ ο ποιητής
αποφεύγει τις εγκυκλοπαίδειες κι αναδύεται
      στη γειτονιά του τυχάρπαστος.
Αυτό ελκύει κι οδηγεί στο αχανές κι αναπόκριτο.
             Στην Αυλίδα ή στην Ταυρίδα;





ΞΕΦΡΑΓΟ ΕΙΝ’ ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ·


στο διπλανό μου σκύλο λέω πάντοτε
μαζί δυστυχούμε.





ΩΡΑΪΣΜΑ ΚΑΙ ΘΕΡΜΗ ΑΡΙΘΜΗΣΗ


Ραμφίζω οντολογία.
Τα χουγιαχτά της καταιγίδας μ’ αστραπόνερα
σε ποσότητες θάμβους ανήλιαγος Δίας.
Μεγάλη τύχη να ’χω πάντοτες εγώ ο μαύρος
ηλεχτρική επαφή με το τίποτα για να δικαιώνει
το υλιστικό μου πρόσωπο που ενοχλεί οποιαδήποτε
καλαίσθητη ποιητίζουσα μούρη.
Στη λησμονιέρα μου εγώ κι ας μην είν’ από πορσελάνη!





ΚΡΕΟΠΩΛΕΙΟ


Η εδώδιμη άνοιξη κι o απόμακρος Αμνός
      που μερίζεται
στην κατάμαυρη του θανάτου αγραμματοσύνη.






Από τη συλλογή «Συντήρηση ανελκυστήρων» (1986).
Πηγή: «Νίκος Καρούζος, Τα ποιήματα Β΄ (1979-1991)», 3η έκδοση, Ίκαρος 2007.


Στην εικόνα: Juan de Echevarría, «El paria castellano» (1917).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Τρίτη 28 Σεπτεμβρίου 2021

Νίκος Καρούζος, "Φαρέτριον"





ΚΟΝΤΑ ΣΤΟΝ ΚΑΘΕ ΗΛΙΟ


Εμείς τα μυθόβια όντα οι ποιητές
που βλέπουμε τις ράχες
που βλέπουμε τις κορφές και λέμε βουνοκύματα
δεν θα καταλαγιάσουμε.
Από αγάπη στο αδέκαστο κενό
από αλλοφροσύνη για ένα ξέφωτο
θα περιπολούμε.
Τη χαραυγή τις πιο πολλές φορές κοιμόμαστε.
Κι όταν καμιά φορά μάς τύχει
κατηφορίζοντας απ’ τις πολυκατοικίες
να πάμε κάπως μακριά να περπατήσουμε πέρα
και να κοιτάξουμε κανένα ηλιοβασίλεμα
το αποτέλεσμα τζίφος.
Έχουμε πρόχειρο το σκοτάδι
και έχουμε πρόχειρο το φως – ανάλογα.
Πιστεύουμε σ’ εκατομμύρια γητειές
αφιερωνόμαστε στους ίσκιους.
Έχουμε τη μανία να καρποφορήσουμε
κυριεύοντας τις λέξεις.
Τι κουφή ρουλέτα.
Και θέλουμε να ξεφουσκώσουμε τον ουρανό
σα να ’τανε παιχνίδι.
Τι είναι ρίγος;
Άντε να το πεις με λέξεις...
Ωστόσο πρέπει να προσγειωθεί κανείς
στη μεγαλόπρεπη κοινοτοπία του αέρα
να γίνει σαν την επανάληψη του χόρτου
κάτι σαν τα αστάθμητα και έξω κριτικής
δρασκελίσματα του πρώτου τυχόντος γάτου.
Είμαστε ακόμη στην προϊστορία του χιούμορ.
Είμαστε όμως τυχερά απελπισμένοι.
Έχουμε γαλάζιο αντικλείδι.
Έχουμε ξανά την Αττική.
Εκείνος που γράφει ποιήματα
είναι ακριβώς εκείνος
που περνά άφοβος από νεκροταφείο νύχτα.





ΑΡΝΗΣΙΚΑΚΟΣ


Θα πεθάνω ζητώντας έναν ήλιο
στα μεγάλα χρονικά μυστήρια
κομματιάζοντας τη νύχτα μ’ ένα σμήνος από γαλαξίες
αιωρούμενος δίχως τη μητρυιά μας
την αλύγιστη Βαρύτητα
δίχως τα δάκρυα που μας επιβάλλει η Ελλάδα
τούτ’ η χώρα που παιδεύει τα δροσερά ελληνόπουλα
κι ανεμίζει τους αμέτρητους γραικύλους.





ΤΟ ΑΚΤΙΣΤΟΝ


Ευχαριστήρια στους δασώδεις ανέμους.
Διπλοπενιά ο κόσμος της φιλοσοφίας
σκονάκια θεότητας και σίγουρης ευτυχίας
μέριμνα είν’ αυτό το βλέμμα ή οίστρος ακολασίας;
Προς θεού ω Κορίνθιοι παραγίνηκε πια
         η τροπική σας υλοφροσύνη.
Καταφερτζήδες του πνεύματος και των στίχων
         ευκλεώς στοιχηθείτε...





ΚΡΑΣΠΕΔΟΝ


Όποιος λέει πως είναι νικητής
διαπράττει ένα ανιαρό λάθος·
όποιος λέει πως είναι νικημένος
διαπράττει ένα σπαραχτικό λάθος.





ΚΩΜΑΖΟΝΤΑΣ


Θα πάω σήμερα μοιραία πάλι στις ίδιες προελεύσεις·
        με διυλίζει η επ’ άπειρον ερήμωση
− τι να κάνω όμως; να πιάσω να αραδιάζω
αρχαίες λέξεις απ’ το σάπιο λεξικό μου στην τύχη;
Αχ πόσο θυσίασα την ανάσα μου στο κάπνισμα
τι καφέδες ασυλλόγιστοι κι αλκοόλ ανενδοίαστο
δεν έχω καταλάβει ωστόσο /τι ακριβώς/ πώς οδηγιέμαι
        προς το θάνατο...
Μήπως έπρεπε να ’χω γίνει δικηγόρος; να συντάσσω ευχάριστα
        προτάσεις πριν απ’ την τηλεόραση
καληνυχτίζοντας τα παιδιά μου στα κρεβατάκια τους;
Μήπως έπρεπε να αγορεύω στα ποινικά δικαστήρια
        γεμίζοντας την τσέπη μου με φοβερά χιλιάρικα;
Δεν ξέρω
        δεν γίνεται τώρα
                 να ξανανακατέψω την τράπουλα.





ΗΧΟΜΟΝΩΣΗ


Χάραζε τώρα ξάστερα ιερογλυφικά·
βγες και λυτρώσου /να μια γελοία προσταχτική/
        στο Ασύνεχο.
Η μια μου λέξη ας κοροϊδεύει πάντα την άλλη
στο υπόγειο της γλώσσας η λαλέουσα μαύρη αιθάλη.
Τα κύτταρά μου είναι πλασμέν’ από απελπισία.





ΕΧΟΥΜΕ ΚΑΘΕ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΚΟΙΜΟΜΑΣΤΕ


ή μήπως όχι;
για σκέψου να ανήκε στο κράτος
        ο ύπνος
τα πράγματα θα ’τανε δύσκολα
θ’ αγοράζαμε ύπνο με δελτίο; ή ελεύθερα; και πόσο;
κι αν είχε παραχωρηθεί στην ιδιωτική πρωτοβουλία; ποια
        η τιμή του σήμερα;
θα πεθαίναμε από εγρήγορση χωρίς χρήματα;
οι πάσχοντες από αϋπνίες τυχερότεροι λιγάκι
        − δεν είν’ έτσι;

για σκέψου να μη μας ανήκε ο ύπνος.





Από τη συλλογή «Φαρέτριον» (1981).
Πηγή: «Νίκος Καρούζος, Τα ποιήματα Β΄ (1979-1991)», 3η έκδοση, Ίκαρος 2007.

Στην εικόνα: Vincent van Gogh, «Starry Night Over the Rhone» (1888, Arles)
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Τετάρτη 18 Αυγούστου 2021

Ποιήματα για τον Λόρκα



Νίκος Καρούζος

ΜΟΥΛΕΤΑ


Δωρεάν η ζωή Φεδερίκο
Γκαρθία Λόρκα δωρεάν ο θάνατος.
Αυτό το άλικο πανί δεν έχει πάντοτες
αγαθή βεβαιότητα.
Είν’ ο Θεός που αμιγής εκτείνεται στο μαύρο
πλήρως απών ή ανεικόνιστος.
Όμως εσύ μυρόεσσα Ισπανία − της Ευρώπης θερμότητα
τι δόξα πρόσθεσες απ’ τη λαλιά του
την άσπιλη
σ’ ανελέητο ήλιο σ’ έναν ουρανό
που πυραχτώνει διαμπερής αθωότητα…
Ισπανία εσύ αυθεντία στο θάνατο!
Δωρεάν η όραση Φεδερίκο
Γκαρθία Λόρκα δωρεάν η τυφλότητα.


                                                             Ερυθρογράφος, 1988





Δώρος Λοΐζου

ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΠΑΛΙ


Έρχονται πάλι…
Έρχονται, Φεντερίκο…
Μαύρα μάτια, μαύρες καρδιές, μαύρες κάννες…
Έρχονται να σε ξανασκοτώσουν, Φεντερίκο.
Θα σε ξαναθάψουν με τους άλλους,
τους πολλούς,
τον κοσμάκη.
Κι ύστερα θα πούν ότι σε σκότωσαν κατά λάθος,
πως ήταν ατύχημα,
τυχαίο περιστατικό…
Άβε Μαρία, άβε Μαρία
προσευχήσου για μας…
Όλους εμάς τους αθώους Φεντερίκους…
Εμάς που μας σκοτώνουν τυχαία,
κατά λάθος…


                                                             Ψωμί και Ελευθερία, 1972





Χρήστος Μπράβος

ΣΟΝΕΤΟ ΤΟΥ ΣΚΟΤΕΙΝΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ


Της νύχτας και του ανέμου Federico
Garcia Lorca, πέφτει  π έ ν τ ε  η ώρα.
Τ’ άλογο πάει μιαν άδεια νεκροφόρα·
στ’ αλώνι πολεμά ταύρος με λύκο.

Σε παίρνει η δημοσιά, για να σε βγάλει
κει που η αστραπή κλωσσάει την αστραπή της.
Του φεγγαριού το πέταλο, μαγνήτης,
σέρνει το ματωμένο σου κεφάλι

κουρέλια φασκιωμένο της παντιέρας.
Φυσάει σκοτεινού θανάτου αέρας −
και πού να είν’ εκείνο τ’ άσπρο σάλι
που σού ’ριξε, όταν σ’ έπαιρναν, η νύφη;

Σκυλί τρελό τα κόκαλά του γλείφει
και σ’ άλλον κόσμο αρχίζει καρναβάλι.


                                                             Μετά τα Μυθικά, 1996 (πρώτη δημοσίευση 1986)





Κυριάκος Χαραλαμπίδης

ΣΙΜΑ ΣΤΗ ΓΡΑΝΑΔΑ (ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΟΥ 1936)


Μες στα βαθιά σαλόνια ο θάνατός του
ποθεί να κοιμηθεί, μα δε βολεί − τα βόλια
χύνουν χυμό ροδιού κι ο μαύρος κύκνος
μεθά τη θάλασσα με τα φτερά του.

Κι είπε στο Λόρκα ο Φεδερίκο: “Φίλε,
μη σκιάζεσαι κι εγώ θα σε σκεπάσω.”


                                                             Στη γλώσσα της υφαντικής, 2013





Στρατής Τσίρκας & Λάνγκστον Χιούζ

ΟΡΚΟΣ ΣΤΟΝ ΔΟΛΟΦΟΝΗΜΕΝΟ ΠΟΙΗΤΗ ΛΟΡΚΑ *


Στ’ όνομά σου, Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα,
που σκοτώθηκες στην Ισπανία για τη λευτεριά
του ζωντανού λόγου,
Εμείς, ποιητές απ’ όλες τις χώρες του κόσμου,
μιλώντας και γράφοντας στις διάφορες και ποικίλες
γλώσσες μας
παίρνουμε εδώ τον όρκο τον κοινό,
τ’ όνομά σου να μην ξεχαστεί ποτές πάνω στη γης,
κι όσο υπάρχει τυραννία και καταπίεση,
στ’ όνομά σου
να τις πολεμούμε
όχι μονάχα με το λόγο
μα και με τη ζωή μας.


____________________
* Γράφτηκε στο πλαίσιο του Β΄ Διεθνούς και Παγκόσμιου Συνεδρίου Συγγραφέων για την Υπεράσπιση της Κουλτούρας ενάντια στον πόλεμο και στον φασισμό. Υπογράφτηκε από την πλειονότητα των συνέδρων και διαβάστηκε από τον Λουί Αραγκόν.






Πηγές:
Περιοδικό Δίοδος 66100, τεύχος 20, Ιούνιος 2021 (Από το αφιέρωμα στον Φ. Γκ. Λόρκα)
https://antonispetrides.wordpress.com/2013/08/19/lorca/

Στην εικόνα: "Federico García Lorca. Huerta de San Vicente, Granada".
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.



Το τεύχος 20 της Διόδου



Στο ιστολόγιό μας μπορείτε επίσης να διαβάσετε:

Τάκης Βαρβιτσιώτης, «Στο Federico Garcia Lorca»
https://ppirinas.blogspot.com/2014/01/federico-garcia-lorca.html
 
Νίκος Εγγονόπουλος, «Νέα περί του θανάτου του Ισπανού ποιητού Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα στις 19 Αυγούστου του 1936 μέσα στο χαντάκι του Καμίνο ντε λα Φουέντε»
https://ppirinas.blogspot.com/2014/10/blog-post_21.html
 
Νίκος Καββαδίας, «Federico García Lorca»
https://ppirinas.blogspot.com/2013/08/blog-post_4.html

Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2019

Νίκος Καρούζος, "Λευκοπλάστης για μικρές και μεγάλες αντινομίες"




ΑΙΦΝΗΣ


Αυτό που λέμε όνειρο δεν ειν’ όνειρο
και η πλατειά πραγματικότητα δεν είναι πραγματική.
Κάπου γελιέμαι μα εκεί κιόλας υπάρχω απόλυτα,
σαν το σύννεφο π’ αλλάζει στα νωθρά δευτερόλεπτα
όντας μονάχα η ακάλεστη μεταμόρφωση.
Κανένα λιοντάρι δεν παραγνώρισε το θήραμα
και η πάπια δεν έπαψε να πιπιλίζει τη λάσπη.
το χταπόδι βγαίνει απ’ το ρηχό θαλάμι του με γαλαζόπετρα
στα ξέφωτα η τίγρη λησμονιέται ανεπίληπτα.
Νυχτώνει και σήμερα. Η αγωνία
λέει πάλι: θα βοσκήσω το μαύρο.





Η ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΠΕΙΛΗΣ


Έχουν αρχίσει να με κυκλώνουν επικίνδυνα οι ώρες.
Ακούω τα φυλλώματα σήμερα
γινήκαν ανήσυχα χορικά.
Πρέπει να ζήσω τις αντίστροφες δυνάμεις.
Ω καρδιά μου − τρομαχτικότερη σελήνη!





ΡΩΜΑΪΚΗ ΟΠΤΑΣΙΑ

                        εν τω τηρείν τον ένδον δαίμονα ανύβριστον και ασινή
                                 ΜΑΡΚΟΣ ΑΥΡΗΛΙΟΣ, Εις Εαυτόν, βιβλίο Β 17


Ωραιότερος απ’ τα ναυάγια των ήλιων
ο απλός αυτοκράτορας ενώ
τα μάτια του σχεδόν ερωτευμένα
και πρόθυμα στον άσχετο κίνδυνο μιας εκστρατείας
κερνούσαν έξω απ’ τη σκηνή του
τη μοίρα δίχως τάραχο και την αθώα σκέψη
να μην τον εύρει σε μικρότητα ο θάνατος
όπως οι άγγελοι διαγράφονταν παγεροί μεσ’ στον κόσμο
χωρίς άλλο ένδυμα, μονάχα την αυγή φορώντας
− εκείνη τη σοβαρότητα εκείνο το χρώμα!
μιλούσε με τα λίγα δάκρυα του κι όπως
ο ήλιος ανέβαινε στην καμπύλη
σιγά-σιγά τα στέρεψε.
Η Ρώμη γινότανε μέσα του σαν ένα σβωλαράκι
τα χρόνια μάζευαν οδυνηρά
καθώς τα στρείδια στο λεμόνι.
Ποτέ δεν τον ένιωσαν, αλήθεια,
οι λεγεωνάριοι που ’χαν συνηθίσει
τόσον καιρό στη σφαγή και στον πονόδοντο
με σκονισμένα μάτια
με σπασμένα νεύρα.
Αίφνης ένας παλιός αριστοκράτης απ’ του Βρούτου το σόι
μ’ άσπρο κουστούμι και μια κόκκινη βαλίτσα
τον πλησίασε ήρεμα και διαιρώντας
με το χέρι του σηκωμένο ψηλά
την αυγινή σελήνη που ξεθύμαινε
του είπε: «Πώς να γίνει, αγαπητέ μου, διχάζομαι και συ
μου λες πως έχω το παρόν και μόνο.
Μα εκείνος ο γαλάζιος σκαντζόχοιρος
ο ουρανός όταν βρέχει
τα δέντρα που τρομάζουν ολόγυρα
η άκακη χλόη κι αποπάνω τα πτηνά
τούτο το βάρβαρο ρυάκι πλάι μας
τα ξίφη των αγγέλων
η μουγγαμάρα που σχηματίζει τη λάμψη –
κάθε λαχτάρισμα του υπαρκτού με αφυπνίζει
για το μισό που καταπίνει τ’ άλλο του μισό.
Δεν είμαι θάλασσα να λιώσω με νύχτα τη σελήνη
και να την κάνω κομμάτια στα νερά
με νεκρώσιμη γαλήνη περίγυρα
ή με κύματα γοερά
με θρήσκευμα τον πόνο...
Το έαρ είναι άλυτο.
Πώς να διδάξω τη φλόγα στη σταγόνα;
Η αγωνία υπερβαίνει τη ζωή,
γι’ αυτό και αχρηστεύει τις απολαύσεις.
Αχ, τι λάκκος από σκοτάδι που κάποτε
μ’ έναν κόκορα στο κεφάλι για να τρελάνω τη νύχτα
ούρλιασα ξαφνικά σα να μου φύτεψαν βόλι:
− Μια τριανταφυλλιά στο φεγγαρόφωτο!
Τι φρίκη, την τρώνε τα δευτερόλεπτα! –
Πώς να κρατήσουμε απείραχτο το δαίμονα;
Μ’ αν δεν μπορούμε – τότε λέω πως αρκεί
για λίγη βλόγηση κ’ ίσως ίαση
κείνος ο σκύλος όνειρος, κείνος ο γκρίζος τύφος...
Χαίρε Καίσαρα!
Τα μάτια μου ειν’ ευρήματα του θανάτου».






Για χρόνο μοναχά εκλιπαρούσα
(Δημήτριος Καπετανάκης: Emily Dickinson)
στον Ε.Χ.Γονατά, που μετάφρασε το στίχο


Σαν τους αθόρυβους αϊτούς που με ποικίλα χρώματα
σωριάζονται στ’ αποκριάτικα σκουπίδια
νεκροί που δεν τους πρόλαβε η λύσσα των δευτερολέπτων
εκείνη που σκαρώνει τη διάρκεια, τους μήνες και τα χρόνια,
η τρομερή φαγέδαινα η κουτσομύτα Πλάνη
που δίχως έναστρα φτερά δίχως μικρόβια
τρώει και τρώει την Ανυπαρξία –
πεθαίνουν έρημοι της γης οι κάτασπροι αγγέλοι.
Φτωχέ Καπετανάκη κι όμως όλβιε
στη φράση που ’γραφες αναπνέουμε ολοένα
παγιδευμένοι σε πιθανά γεράματα
μ’ ένα ερώτημα που πρέπει να χαράξω:
Πώς θα γλιτώσουμε απ’ το Σύμπαν;





ΜΙΚΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ


Στα έρημα χαράματα των κήπων αραιά
πέφτουν τα δάκρυα των άστρων.
Αναλάμπει ο αρχαίος υμέναιος
η ολκή του θανάτου.


Την ώρα που τραβιέμαι απ’ την κόλαση
τίποτα δεν κατορθώνω.


Συνήθισα να κλονίζομαι.
Στις πικρές θάλασσες το νερό υποφέρει.


Ξόδεψα μακρινούς περίπατους για να καταλάβω:
Η ζωή δεν έχει τόση ζωή μέσα της·
όλο το ζήτημα είναι, να δούμε μονάχα
πού βγάζει τις φλόγες.
Τότε προσεχτικά πλησιάζουμε
κρατώντας μια χαρτοσακκούλα
και τη γεμίζουμε.


Όταν παιδέψεις τώρα δα μια πεταλούδα δεν το βλέπεις
αλλ’ αργότερα κάπου θα πονέσει ο πολιτισμός.
Όταν τα δέντρα μεσ’ στους κήπους
πλέκουν το αεράκι του θέρους
ο άνθρωπος που διαιρεί με πληγώνει.


Στον ήλιο τώρα εξαφανίσου. Μέχρι πότε
θα παίζει ο σκοπός με τα εμπόδια;
Μέχρι πότε θα βλέπεις τη μύγα
να σεργιανίζει απάνω στη ζάχαρη;
Σε ονόμασα βήματα για ν’ αστράφτει
ανήλιαγος ο νόμος
που συχνά θυμίζει στην αφή
πως ο δρόμος δεν υπάρχει.


Σύμβολο και πραγματικότητα − η ίδια φτώχεια.
Στον ήλιο τώρα εξαφανίσου για φανέρωση.


Όταν δίνεις ένα φιλί στο εικονοστάσι
φιλάς τη ζωή
κι αυτό φτάνει.





ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ


Κομμένος όπως το λουλούδι μεσ’ στο βάζο
θα ζούσε το απόλυτο κι ο άνθρωπος χωρίς να ζει.
Θα ’τανε χιόνι απάτητο
βροχή που πήρε άλλη απόφαση
και δε θα πέσει.
Θα ’τανε μια πασίλευκη
και ώριμη σιγή που ξεσκεπάζει
πως η γαλήνη ειν’ ο θεός λέξη προς λέξη
δίχως να περισσεύει τίποτα.
Έτσι μιλούσα βλέποντας
εξαίσια ρόδινες ορτανσίες άσπρες και γαλάζιες
ωσάν κομμώσεις θεαινών,
χρυσαφικές αλλόφρονες
μπετίνες και ελισαβέτες
με τα ωραία σκήπτρα τα αναρριχώμενα
μιλούσα βλέποντας
τα χιονόσφαιρα και τα μπαλέτα
τις ανοιγμένες ταϊτές τούς μπακαράδες
όταν ουρλιάζει τρυφερά στην ομορφιά της η κλοξίνια
και ξεθυμαίνουν από κίτρινα μικρά καμώματα
χαώδεις οι πρασινάδες
με τους ατλαντικούς απόκοσμες ασκληπιάδες
και τους φιλάδελφους στην ίδιαν αποκάλυψη
στον ίδιο φανερωτικό βωμό της Δήμητρας
όπως η μοβ εκείνη κληματίδα που μ’ εκπλήττει
μόνη της
ανασκευάζοντας τη νύχτα και τ’ αστέρια
η μοβ εκείνη του αέρα κρύπτη.
Βρισκόμαστε ποτέ πιο πάνω απ’ τ’ αστέρια;
Χαιρόμαστε ποτέ το φως απ’ τη μαυρίλα;
Ή μήπως είδαμε για ένα έστω δευτερόλεπτο
τη σιωπή σωστά καθισμένη;
Θρήνος που είναι τ’ άνθη στα δάχτυλά μας
κι άχραντο σκοτάδι!
Λαβωμένος απ’ το φεγγάρι με μάλαμα
βλέπω καλύτερα πόσο
φθονούμε την καθαρή θνητότητα
που ’χει βαθειά και τόσο ξάστερη
κομμένο το λουλούδι μεσ’ στο βάζο...
Νεάνιδες θροΐζουν ευγενικά
στην απεραντοσύνη του έρωτα
και τι γοργά χαράματα όταν φυσήξει ο χάρος!
Πολύχρωμοι
στην υψωμένη τους ερημία
θροΐζουν οι γλαδίολοι.





Από τη συλλογή «Λευκοπλάστης για μικρές και μεγάλες αντινομίες» (1971).
Πηγή: «Νίκος Καρούζος - Τα ποιήματα Α΄ (1961-1978)», εκδ. Ίκαρος, 5η έκδοση, 2013.

Στην εικόνα: Peter Paul Rubens & Erasmus Quellinus II, «Caesar’s Triumph».
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.