Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καλογεροπούλου Έφη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καλογεροπούλου Έφη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2025

Έφη Καλογεροπούλου, "Στο μονοπάτι των σκύλων"





ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΜΟΥ ΔΕΞΙΑ
ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑ ΔΕΝΤΡΟ


Τα δεμένα ζώα
που χάθηκαν με έναν τελευταίο καλπασμό
στα όνειρά τους
μια πυρακτωμένη στιγμή του χρόνου
τόση δα, στιγμή σφιχτά δεμένη
σε φράχτη που άρπαξε φωτιά

Τα δεμένα πόδια των δεμένων
ζώων
που καλπάζουν χρόνια
ασάλευτα και στέκονται όρθια
υπομονετικά σα δέντρα
μπροστά σε συμφορά
τα είδα
να με κοιτάζουν

Κι ήθελα στη θάλασσα το βλέμμα μου
να στρέψω άλλο να μη βλέπω
και γύρισα το κεφάλι
θάλασσα μόνο να δω

μα θάλασσα πια δεν υπήρχε





ΣΩΜΑ ΜΕ ΣΩΜΑ


Υπάρχουν ιστορίες ολόκληρες
που μοιάζουν με αμμόλοφους
πατάς πάνω τους και βουλιάζεις
σε αμίλητο παράπονο
Άλλες χάσκουν ανοιχτές, ερείπια
που τα ρήμαξε ο χρόνος
Κι άλλες κρεμασμένες στη ράχη
μιας λέξης μένουν εκεί μετέωρες
για πάντα

Να ζεις γενναία τη φθορά σημαίνει
να διασώζεις το άφθαρτο
μες στην αγάπη


Από την ενότητα «Χώμα»





ΙΟΥΛΙΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΘΥΜΙΑΣ


Έρχομαι απ’ τη χώρα που κανείς
δεν είναι για κανέναν
άγριο αίμα από χαρτί είν’ τα παιδιά μου
χαρά που με έσπρωχνε κοντά σου
λέξεις που δεν είχα κι άλλες που άνθιζαν

Άνοιγε τότε η αυλαία και ξεσπούσε
η ομορφιά σαν απειλή

— είμαστε ζωντανοί λοιπόν;





ΛΕΥΚΟ


Ν ύ χ τ α
Η λέξη αυτή έχει σκοτάδι
Τη δίπλωσε
μα δεν χωρά πια πουθενά

Έκλεισε τα μάτια

Χιονίζει
σε μια απόσταση που δεν μπορεί πια
να διακρίνει


Από την ενότητα «Νύχτες»





ΙΣΩΣ Η ΣΙΩΠΗ


Απόψε
Καθώς βαδίζει δίπλα στο ποτάμι
ρίχνει τα φύλλα της σα δέντρο

Η σιωπή της γλιστρά σαν λάμψη
πάνω στο νερό

Νιώθει ευτυχισμένη από τύχη
Χρήσιμη ίσως όσο μια καρδιά
ή όσο ένας μικρός
κόκκος σκόνης


Από την ενότητα «Ίσως η σιωπή»





Η έβδομη ποιητική συλλογή της Έφης Καλογεροπούλου επιχειρεί να συνδέσει —με υπαρξιακή ένταση και λυρικές αρθρώσεις— τα αιχμηρά θραύσματα της μνήμης, τις χειροπιαστές ψηφίδες της ζωής, τις αιφνίδιες αιωρήσεις του αοράτου. Πρόκειται για μια περιδιάβαση σε ό,τι διασώζει η μνήμη, για μια οντολογική περιπλάνηση στον χρόνο και τον χώρο, όπου η αβεβαιότητα και το τυχαίο κυριαρχούν σε έναν ορίζοντα διαρκούς μεταμόρφωσης.
Από την έκδοση




Από την ποιητική συλλογή «Στο μονοπάτι των σκύλων», εκδ. Περισπωμένη, 2024.




H Έφη Καλογεροπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα. Είναι φυσικός και θεατρολόγος και εργάζεται στην εκπαίδευση. Ποίησή της και θεατρική κριτική έχει δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά, σε ανθολογίες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και έχει μεταφραστεί στα αγγλικά, ισπανικά, γερμανικά και ιταλικά. Συμμετείχε στα 5ο και 7ο διεθνές φεστιβάλ ποίησης Αθηνών. Ήταν φιναλίστ του ευρωπαϊκού διαγωνισμού ποίησης Mediterranean Poetry Prize (Ρώμη, 2021). Είναι μέλος του Κύκλου Ποιητών.
Έχει εκδώσει της ποιητικές συλλογές:
Σκεύη ταξιδίου, Ενδυμίων, 2008.
Ήχος από νερό, Ενδυμίων, 2010.
Άμμος, Μετρονόμος, 2013.
Έρημος όπως Έρωτας / Desert as Desire, δίγλωσση έκδοση, μτφρ. Γιάννη Γκούμα, Μετρονόμος, 2015.
Χάρτης ναυαγίων / Chart of shipwrecks, δίγλωσση έκδοση, μτφρ. Γιάννη Γκούμα, Μετρονόμος, 2017.
Στην εξορία του βλέμματος / Banished look, δίγλωσση έκδοση, μτφρ. Γιάννη Γκούμα, Κουκκίδα, 2019.
Στο μονοπάτι των σκύλων, Περισπωμένη, 2024.


Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2020

Έφη Καλογεροπούλου, "Στην εξορία του βλέμματος"




ΤΟΠΙΑ
(Μικρή σύνθεση σε επτά μέρη)

1.

Ποια άγρια ανήμερη σιωπή μου ευλόγησε ο έρωτας
κι η μαθητεία της βάφει τώρα, της επιθυμίας μου
πράσινο βαθύ το ρόδο;

Ποιο σκοτάδι μαγικό, εξόρισε απ’ το αίμα της τον πόλεμο
και το κόκκινο της Μοίρας, γίνεται
πράσινο του Παράδεισου, που σιωπηλά
την αθωώνει;


7.

Εκεί μια μέρα φωτεινή που σπαρταρά σαν ψάρι,
στου ήλιου την αιώνια τρικυμία
θα ρθω κοντά σου συλλαβίζοντας
απ’ την αρχή ξανά, της παράδοσης
το ταπεινό αλφαβητάρι
ανάμεσα σε καταρράκτες χρωμάτων
και προσευχές κυμάτων μυστικών
αινίγματα
σε ρεύματα φωτιάς παραδομένοι
περιπλανώμενοι στης επιθυμίας
τον ευχετήριο τόπο

Για πάντα εσύ κι εγώ, πυρπολημένοι
     από ζωή





ΚΑΡΤ - ΠΟΣΤΑΛ


Από θάλασσα σε θάλασσα
με παρασύρει ο καιρός
να ξέρεις

Μονάχα
για έρωτα ή θάνατο
η επιθυμία αλητεύει





ΧΩΡΙΣ ΠΑΤΡΙΔΑ


Κι έγιναν λέξεις όσες
η επιθυμία μου δεν είχε συλλαβές
και συλλάβιζα σε γλώσσα που δεν ήξερα
παρά εκείνη μοναχά των άστρων
κι ήρθαν σκύλοι πολλοί τη νύχτα αυτή κοντά μου
αδέσποτοι όσο κανείς ξεσπώντας σε λυγμούς
όπως αποχωρίζεται η προσευχή ψυχή που φεύγει

κι έμαθα πως όνομα δεν έχει η αγάπη
ισόβια μόνο
ανάμεσα σε θύελλες και καταιγίδες
καταδικασμένη είναι να πορεύεται
αδοκίμαστη και σκόρπια
μόνη, δίχως όνομα
χωρίς πατρίδα





ΔΙΨΑ


Το νερό της μέρας απ’ το πρωί στερεύει.
Διψάω όσο χίλιοι Ήλιοι.
Μόλις ρούφηξα μια γερή δόση παγωμένου χρόνου.
Αυτή η φωτογραφία σου λέω είναι από ένστικτο
     περόνη
Μιλάω μαζί της, μιλώντας μαζί σου
Εξαργυρώνω την ιερότητα της στιγμής με κάτι που
     δεν υπάρχει
Ανυπόμονοι της Πτώσης συντηρούμε μικρούς
     θανάτους σε κονσέρβες
Ξυράφι ανθισμένο κόψε! Μοίρασε τη δικαιοσύνη σου!

Μόνον έτσι ευλογεί η αγάπη
σπάταλη σε σταυρούς και χειρονομίες.





Από τη συλλογή, «Στην εξορία του βλέμματος - Banished look», δίγλωσση έκδοση (μετάφραση στα αγγλικά: Γιάννης Γκούμας), εκδ. Κουκκίδα, 2019.

Δευτέρα 26 Ιουνίου 2017

Έφη Καλογεροπούλου, "Χάρτης ναυαγίων"





ΑΝΑΛΗΨΗ


Έγινε νησί απελπίστηκε
σωρός από σκοτάδι
ξεδίπλωσε τον εαυτό του έξω απ’ την πόρτα
τώρα μπορεί να τον δει ολόκληρο τον εαυτό του
φεύγει ψάχνει επιστρέφει
κρατά φακό φωτίζει το τρύπιο του καπέλο
βρίσκει το ρολόι, ρολόι τσέπης γίνεται χρόνος
πατά στη ζυγαριά μετρά θερμοκρασία
τον βρίσκει κι από χιόνι πιο ελαφρύ παράξενο
η θάλασσα γύρω του έχει δίχτυα ο βυθός
σφουγγάρια κι η νύχτα κόκκινους αγγέλους
μια σωματική ανάμνηση που λιώνει τον κυκλώνει
δελφίνια ψάρια στα βαθιά κι ένα άλογο λευκό
καλπάζει χρόνια
από πού ήρθε; Πού πηγαίνει;

Στον επόμενο τόνο η νύχτα πίνει οινόπνευμα
μασάει νικοτίνη
ντύνεται πουλί πετά
κλείνει τα μάτια
είναι παντού
βρέχει φωτιά
κι αστέρια





ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ


Για να συναντηθούμε
πρέπει να διακινδυνεύσουμε
την απόσταση του άλλου
μια απόσταση φωνών
ντυμένοι μυθιστόρημα
ξεχασμένοι από τρυφερότητα
παραδομένοι στην απόγνωση
έρποντας ή ακόμη και στα τέσσερα
δοσμένοι σ’ ένα ανομολόγητο παιχνίδι
πένθους
αφής
σφαγής








ΣΦΑΛΜΑ ΤΥΧΑΙΑΣ ΔΙΑΔΡΟΜΗΣ


Είμαστε η χαμένη δυνατότητα
οι λέξεις που δε γίναμε
τα παιδιά που πέφτουν απ’ τα όνειρά μας
ξημερώματα
οι δρόμοι τα αδιέξοδα και οι ατέλειωτες
χειρονομίες τους
οι άδειες θέσεις δίπλα στου τρένου
το παράθυρο

Είμαστε το λίγο
του χρόνου το ελάχιστο

Το ολομόναχο του κόσμου
είμαστε
η σκόνη του σκοτωμένου χρόνου





ΘΑΛΑΣΣΑ


Γιατί είναι η αγάπη μια θάλασσα ολόκληρη
βλέμμα πριν το βλέμμα
γη δίχως εξουσία
πόρτα ανοιχτή
σιωπή ξεκλείδωτη

Γιατί είναι η αγάπη
το ολόκληρο
το ανερμήνευτο
το καθαρό το αίμα της θυσίας
ο βυθός του Καλού
η γνώση της απώλειας
το πηγάδι που αναβλύζει
το τέλος του θανάτου








ΓΗΤΕΥΤΕΣ


Κι αφού σ’ αγαπώ οφείλω να είμαι κάτι περισσότερο
από σπασμένος καθρέφτης
ναι από απελπισία γίνονται τα θαύματα
και πίστη
γι’ αυτό κρεμασμένοι στη δική μας κόλαση
υπέροχα πλανημένοι
θα μεταμορφώσουμε το βαθύ της νύχτας φως
σε άσπρο λευκό χιόνι ελαφρύ
γητευτές πουλιών διάφανοι
θα ονειρευτούμε πως ονειρευόμαστε ακόμη
γιατί το θαύμα έχει μια μοίρα μυστική
και το συνήθειο να μυρίζει πάντοτε
θάλασσα ανάσταση κι αγάπη





Ο ΚΗΠΟΣ ΤΩΝ ΑΝΑΜΝΗΣΕΩΝ


Νύχτωσε
σκοτείνιασε αλλά στο βάθος
φέγγει πάντα ο κήπος όπου περπατώντας
ξεφυλλίζεις το ανεξήγητο

Πόσα
βλέμματα ρόδων ψηφίδες ζωής
κόπηκαν βίαια κι έπεσαν στη χλόη
φύλλων θροΐσματα κελαηδισμοί πουλιών
ανάλαφρα φτερουγίσματα ονείρων
δραπέτευσαν από εφιάλτη παιδικό
άστρων μικρές κραυγές σημάδεψαν
για πάντα το κενό

Κι ακόμη
δρομάκια λιγότερο επικίνδυνα
από κείνα που δε ζήσαμε ποτέ





Από τη συλλογή «Χάρτης ναυαγίων / Chart of shipwrecks», εκδ. Μετρονόμος,
σειρά Ποιείν, 2017.
Δίγλωσση έκδοση. Απόδοση των ποιημάτων στα αγγλικά: Γιάννης Γκούμας. 

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2016

Έφη Καλογεροπούλου, "Έρημος όπως Έρωτας"





*

Πιο μέσα απ’ το βλέμμα τι;

Φωνή ατίθαση χτύπησε στ’ αυτιά του
σκάλα στριφογυριστή με κουπαστή
φάνηκε στο μυωπικό του μάτι
όλα μικραίνουν, καθώς πέφτουν
τι μένει;

Πιο μέσα απ’ το βλέμμα τι;

Με ακρίβεια ωρολογοποιού −που σφίγγει το κομμένο
ελατήριο−
με την τελευταία βιδίτσα που απόμεινε
τράβηξε το τι απ’ την ερώτηση.

Πιο μέσα απ’ το βλέμμα ύλη
ύλη σιωπής,
πρόσθεσε.


*


Μια γη μέσα μας με ρευστό πυρήνα
ένας πλανήτης όμοιος μ’ αυτόν που κατοικούμε
μας κατοικεί και μας ορίζει
μας περι−στρέφει και τον περι−στρέφουμε.
Και η περιστροφή δεν σταματά ποτέ;
Σταματά όταν μας ξεπλύνει το αμέτρητο σκοτάδι.
Ή μήπως όχι;


*


Ποια μνήμη, λήθη, ποιος άνθρωπος − θεός
σ’ ελεύθερη πτώση γκρεμίζεται μέσα σου
τις νύχτες;
Δύναμη αρχαίου θεού απ’ άκρη σ’ άκρη
στο σύμπαν σ’ εκτινάσσει
και παίζει μαζί σου
μέχρι να σε καταβροχθίσει.


*


Η κυριαρχία του άδειου
του ακίνητου στο χρόνο·

το ανίκητο του χρόνου
τα μάτια είναι.


*


Ο δικός μου άγγελος είναι από σκοτάδι
σκύλος πιστός πάνω μου γέρνει τυλιγμένος σε σιωπή
−όταν η ρόδα της τρυφερότητας γλιστρά στην κατηφόρα−
βυθίζεται στη στάχτη της πόλης
και στον ύπνο του ονειρεύεται εκρήξεις.
Τότε βουλιάζουμε και οι δύο σ’ ένα μαξιλάρι λέξεις.

Η Μητέρα ντυμένη χιόνι
μπαίνει απ’ το παράθυρο.


*


Στο δρόμο
στην έρημο
στην όχθη μιας φυγής
σ’ ένα ταξίδι
χωρίς προορισμό
στην άμμο
στη θάλασσα
στον έρωτα
στην ελευθερία.

Ό,τι χάθηκε στο χρόνο ταξιδεύει
αινίγματα στάχτη
και κάρβουνο
όλα τα καταπίνει η νύχτα

όσοι έρχονται
κι όσοι ακολουθούν
τον ίδιο δρόμο ανεβαίνουν

κι όλες οι λέξεις
θραύσματα και ύλη
μαγικοί λαβύρινθοι
που κρύβονται στα πλήκτρα
μακρινοί απόγονοι
μιας ανεξάντλητης κραυγής.

Τόσοι ουρανοί
τόσοι γκρεμοί
κι ένα μηχανικό άλογο
που γελάει καλπάζοντας
μέσα στη φωτιά.

Όμως συνεχίζω
γιατί το πένθος μου
ένα ποτάμι δροσερό το σβήνει
κι η μοίρα
είναι θάνατος και γέννηση μαζί
και δίνεις το κομμάτι σου το φωτεινό
ατόφιο στο καιρό και ζωντανός ξανά
ανοίγεσαι στα ύψη.

Και θέλω να πω
και λέω

σήμερα είμαι μόνο
λέξεις και τριαντάφυλλα για σένα.




Από τη συλλογή «Έρημος όπως Έρωτας /Desert as Desire,» (δίγλωσση έκδοση), εκδ. Μετρονόμος-ποιείν, 2015.
Μετάφραση στα αγγλικά Γιάννης Γκούμας.

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2015

Έφη Καλογεροπούλου, "Άμμος"





Από την «Πρώτη νύχτα»


Η επίμονη μνήμη κρυμμένη
σε τόσα υλικά περίφραξης
πάσχουσα
δυο τρείς κομμένες λαμαρίνες
σύρματα, γλάστρες σπασμένες
χώμα νωπό, παγωμένα σίδερα
να ζεσταθεί πασχίζει, χώνεται ανάμεσα
πάσχουσα
ταΐζει τα σκυλιά της  εικόνες
μισομαγειρεμένες.

Η επίμονη μνήμη  περπατά με δυσκολία
ισιώνει τα μαλλιά της με τα χέρια της
μουσκεύει ψωμί,  το μοιράζει
συλλαβίζοντας ακατάληπτα
στο φράχτη δένει το άλογό της.

Η επίμονη μνήμη
πρόσφυγας είναι
σε λάθος πατρίδα.




Από την «Δεύτερη νύχτα»


Έσερνε φωνές  ο αέρας
σε μυστικά περάσματα.
Κραυγές άνοιγαν κι έκλειναν
τρύπες στο σκοτάδι.

Σιωπές έπαιρναν φωτιά.

Έστρεφε το κεφάλι τότε
στη φορά της φλόγας.

Τίποτα κανείς.

Φόνοι πολλοί
πολλά φαντάσματα




Από την «Τρίτη νύχτα»


Χάθηκες μάνα
χάνεσαι
σε φύσηξε ο αέρας
σε παίρνει
και φεύγεις νύχτα, μια φλόγα
τόση δα φλογίτσα που ανεβαίνει
και σβήνει στον αέρα.
ένα φωτάκι σα κι αυτό που βλέπεις
στο απέναντι μπαλκόνι.
Όχι δεν είναι φωτιά μάνα
που κατεβαίνει από το βουνό
πρόσεχε θα σε καταπιεί
μη το κοιτάς!
Και οι σκιές στο ταρατσάκι
αυτά τα πλυμένα καθαρά πουκάμισα
κρεμασμένοι άνθρωποι,
κορμάκια που δροσίζονται
ας είναι μάνα.
Αν σκαρφαλώσεις στο πεύκο απέναντι
πόσα μέτρα απέχεις απ’ το Θεό;
Είναι πολλοί εκεί σκαρφαλωμένοι απόψε
ποιος ξέρει, μια φορά το χρόνο ανεβαίνουν
θα το χουν τάμα  φαίνεται.

Μαύρο ποτάμι ο κόσμος, μάνα
«Την καλοσύνη του ήθελα, πίστεψέ με»
σ’ ακούω  να μου λες
«μα πνίγηκα όμως, πνίγηκα».




Από την «Τέταρτη νύχτα»


Τη νύχτα
αδειάζει το δωμάτιο
χαράζει κύκλο από σιωπή
και σέρνει την καρέκλα του στο κέντρο.
Από την τσέπη
Βγάζει ένα αόρατο κάτοπτρο
και του μιλά.
Κι είναι φορές που σπάζει αυτό
σκοτεινή άμμος τινάζονται οι λέξεις
και πέφτουν
και πέφτει.

Η νύχτα παίζει το παιχνίδι της άμμου.




Από την «Πέμπτη νύχτα»


Βλέπει διαρκώς τον εαυτό της
μόλις να φεύγει.

Κυλά σε κατηφόρα
ποτάμι με τα νερά πλημμυρισμένα.

Φυσάει
ο ουρανός είναι λευκός
τα πουλιά πετούν χαμηλά
ξεχωρίζει ένα.

Μιλά
και τη φωνή της ακούει σε επανάληψη.

- Με βρίσκει αργά το απόγευμα
ό,τι άφησα στο δρόμο.




Από την «Έκτη νύχτα»


Είδα νερό να γκρεμίζεται  και φως
να διπλώνει σα τσακισμένη εφημερίδα.
Ασπρόμαυρες εικόνες ψηλά να σηκώνει ο αέρας
είδα το χρόνο, σκύλου κεφάλι
ανάμεσα στα  δυο  μου χέρια να κοιμάται.
Είδα χαράδρες κατοικημένες με βροχή από λέξεις
και φίδια φωνήεντα στην άσφαλτο να συσπώνται από φόβο.
Μας είδα εμάς ανάμεσα σε γλάρους και πουλιά μαύρα
ψηλά  να πετάμε στον αέρα
εσένα
κι εμένα
λίγο πριν η ξέφρενη οπλή του πλήθους
μας προφτάσει.




Από τη συλλογή «Άμμος» εκδ. Μετρονόμος, σειρά ΠΟΙΕΙΝ, 2013