Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μίχας Σταύρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μίχας Σταύρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 25 Απριλίου 2024

Σταύρος Μίχας, "Το άπειρο της σιωπής"





Πιο πέρα


Μες στη διάφανη σιωπή
αναπαύεται ο χρόνος

Η σιωπή ανταλλάσσεται με σιωπή

Αν κλείσεις τα μάτια σου
ένας πελώριος ήλιος
σε πλημμυρίζει από μέσα
μουσκεύει τις μέσα όχθες σου

Αν τ’ ανοίξεις
τα νερένια μάτια σου πνίγουν
τον κοιμισμένο κόσμο.

Πιο πέρα απ’ τον εαυτό μας
η σιωπή μας διεκδικεί

Πιο πέρα απ’ τη νύχτα
καθρέφτες του νου παλεύουν.

Προσεύχομαι για τη συντριβή
κάθε μου σκέψης
μια ολοσχερή συντριβή
μέσα στο κενό
μες στη διάφανη σιωπή.

Στολισμένος με αδιαφορία
σε μια αιθέρια ελευθερία
να διαπερνά το αυγινό μου δέρμα

Ανοίγομαι στον εαυτό μου
κι αφουγκράζομαι
το φως στο άυπνο αίμα.





Μέσα στη νύχτα κοιμάται μια φωτιά από πάγο


Η νύχτα ανοίγει τη μεγάλη σιωπή
βλασταίνει ο ύπνος
Η γλώσσα αιμάτινη δεν έχει τι άλλο να πει
γκρεμισμένη γρατζουνάει την πόρτα των ονείρων.

Το σώμα της νύχτας γεμάτο χέρια
ψάχνει το κλειδί να ξεκλειδώσει τον ακίνητο κόσμο.
Ο κήπος του μυαλού ξεμακραίνει
στο παγωμένο φως του φεγγαριού
τα δέντρα
                τα σπίτια
                               τα νερά
                                             κοιμήθηκαν
στους μικρούς κρυστάλλινους ανέμους.

Ο κόσμος είναι από πέτρα
το φεγγάρι ακουμπισμένο σ’ ένα κλαδί από πάγο
ζυγιάζει το μαχαίρι του στα βλέφαρα της σιωπής.

Ένα ποτάμι από διαμάντια λαμπυρίζει μες στα μάτια σου
πετρωμένη ξυπνά στο μέτωπό σου
η ομιλία της νύχτας.

Σε τρώει το φεγγάρι
Η πέτρα φωνάζει
Σε πίνει η νύχτα
Όλοι οι κόσμοι χύνονται στη νύχτα
Η νύχτα μπαίνει σ’ όλα τα πράγματα
Ανάμεσα σε γη και ουρανό
η νύχτα είναι ανοιχτή παλάμη
για να διαβάζεις τη μοίρα των ανθρώπων.

Μέσα στη νύχτα κοιμάται μια φωτιά από πάγο
Η νύχτα τραγουδάει για όλους.





Από τη συλλογή «Το άπειρο της σιωπής», Εκδόσεις Μανδραγόρας, 1998.




Ο Σταύρος Μίχας γεννήθηκε στη Λαμία το 1953. Έζησε στην Αθήνα 25 χρόνια, για να επιστρέψει στη γενέτειρά του το 1989. Εργάστηκε ως διοικητικός υπάλληλος των ΕΛΤΑ. Συγκαταλέγεται στους στενούς συνεργάτες του περιοδικού "Μανδραγόρας" από την ίδρυσή του. Έγραψε κείμενα για το ραδιόφωνο και τις ποιητικές συλλογές, "Έξοδος" (Σμυρνιωτάκης, 1985), "Εσταυρωμένος σκύλος" (συλλογική έκδοση με τον Δημήτρη Κολτσίδα πάνω σε έργα καλλιτεχνών της Art Due Gallery, Λαμιακός Τύπος, 1991), "Το δέντρο" (Μανδραγόρας, 1996), "Χελώνα στο βυθό του κόσμου" (Φθιωτικές εκδόσεις, 1997), "Το άπειρο της σιωπής" (Μανδραγόρας, 1998), "Θηρευτής εκτός ορίων" (Μανδραγόρας, 2000), "Δυτικά ο κήπος" (Μανδραγόρας, 2004) και "Ραβδοσκόπος του κενού" (Μανδραγόρας, 2023). Ποίησή του έχει δημοσιευθεί στα περιοδικά: "Νέο Επίπεδο", "Αυλός", "Εμβόλιμον", "Προσωπείο", "Ελίτροχος", "Παρέμβαση" κ.ά., και έχει περιληφθεί στις ανθολογίες "Σύγχρονη ελληνική ποίηση/ Ποιητικά τετράδια φθινοπώρου" (Μανδραγόρας, 2000), και "Ποιητές για ποιητές-χειραψία πάνω απ την άβυσσο" (Καστανιώτης, 2002).

Τρίτη 19 Μαρτίου 2024

Σταύρος Μίχας, "Θηρευτής εκτός ορίων"





Η ΕΥΩΔΙΑ ΕΝΟΣ ΡΟΔΟΥ


Η ευωδιά ενός ρόδου
μεσ’ στη νύχτα που τρέμει

ο κραδασμός των άστρων
σμιλεύει τη γη

παιδιά παίζουν
με μεγάλα σμαραγδένια μάτια

παράθυρα ανοίγουν μέσα μας
κι αναδύονται χιλιάδες πεταλούδες.





ΜΙΑ ΖΩΗ ΣΤΗ ΓΥΜΝΟΤΗΤΑ

                         στον Μιχάλη Κατσαρό


Πάντα
μια ζωή στη γυμνότητα
ταιριάζοντας εξαρχής
με το τίποτα
έτσι ελεύθερα και άγρια
σ’ αυτό το μηδέν του όλου
ανακαλύπτοντας τα πράγματα
πάλι σαν την πρώτη φορά.

Έτσι κινείσαι και στέκεις
μες στον πανάρχαιο χρόνο
αφού είσαι η μπίλια
κι η στέκα μαζί του μπιλιάρδου
βλέποντας κι από μακριά το παιχνίδι.

Μπορεί να γίνουν τα πάντα εδώ
μπορεί και τίποτα
καθόλου δε σε νοιάζει.

Κοιτώντας το τίποτα
είναι σα να τα βλέπεις
                                        όλα.





ΔΙΑΦΑΝΟΣ ΟΠΩΣ ΤΟ ΦΩΣ


Ντυμένος με την επιθυμία του ήλιου
μπαίνεις στο κορμί της μέρας
διάφανος όπως το φως.
Βαδίζεις μες στους ήχους τ’ ουρανού
μαζεύεις τα κομμάτια σου
ένα ένα
και δίχως μάτια προχωρείς
στη φλόγα του μεσημεριού.

Ένας κατοπτρισμός σε σβήνει
γεννιέσαι σ’ έναν άλλο.

Είσαι του δέντρου και του σύννεφου η υπομονή
ρωγμή φωτιάς πάνω στο βράχο
λουλούδι αναστάσιμο.

Όλος ο κόσμος είσαι
σε μια μόνο στιγμή.





Από την ενότητα
«Ανατολικά του φωτός»



ΜΕΙΝΕ ΚΡΥΜΜΕΝΟΣ ΣΤΟ ΖΕΣΤΟ ΒΥΘΟ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΣΟΥ
 
                                                              στον Θανάση Κουτλή


Όταν γυρίσεις ξανά
ο δρόμος για το ποτάμι θα ’χει γεμίσει σαπισμένα σπίτια.
Κανείς δεν θα σε περιμένει πια εδώ
μόνο γιγάντιοι πυλώνες της ΔΕΗ
και οι κεραίες της τηλεόρασης να μεγαλώνουν
εκεί που για τελευταία φορά
είδες το καλαμπόκι να φυτρώνει.
Τίποτα δεν θα ’ναι το ίδιο
παρά μόνον η βουή του νερού στο μυαλό
και στα βράχια της μνήμης σου.
Οι άνθρωποι του ποταμού
έπαψαν πια να μιλούν ο ένας στον άλλον
με φωνή μικρών πουλιών.
Τώρα τα πρόσωπά τους γυαλίζουν
σαν λεπίδες ξυραφιού
καθώς περνούν με πέτρινα μάτια
στο μαύρο φως.
Μείνε κρυμμένος στο ζεστό βυθό
του εαυτού σου
μέχρι να φύγεις πάλι.





H ΚΟΡΗ ΚΑΙ Τ’ ΟΝΕΙΡΟ

                              Μνήμη Ανδρέα Εμπειρίκου


Είχε η χλομή κόρη
στο στόμα χρυσό ποίημα
και τα μαλλιά λυτά
είχε στην πλάτη.

Καθόταν γυμνή στο μαύρο πιάνο
που ’χε ρόδες κόκκινες
παίζοντας σεληνοηλιοτράγουδα
κι αυτό κυλούσε στις ρίζες των δέντρων
στριφογυρνώντας απαλά μέσα στο μαύρο δάσος.

Ξαφνικά γιγάντιοι Μυρμιδόνες
βγήκαν τρέχοντας μέσα απ’ την Οίτη
κρατώντας τσάπες , φτυάρια και αξίνες
κι έσπαζαν το φεγγάρι σε μικρά διαμάντια.

Τότε η χλομή κόρη
έβγαλε απ’ το στόμα της το χρυσό ποίημα

και το κρέμασε στον ουρανό.





Από τη συλλογή «Θηρευτής εκτός ορίων», εκδ. Μανδραγόρας, 2001.


Τετάρτη 7 Φεβρουαρίου 2024

Σταύρος Μίχας, "Δυτικά ο κήπος"

 



ΑΚΙΝΗΣΙΑ 1


Ήχος νερού
πάνω στο νερό
σκιά φύλλου
πάνω σε φύλλο.

Σσστ!

Αν κάνεις θόρυβο
ο χρόνος
θα ξαναρχίσει.




ΑΚΙΝΗΣΙΑ 2


Οι άνθρωποι είναι χρόνος.
Ο χρόνος γίνεται πέτρα
πέφτει πάνω στη μέρα
και την κάνει χίλια κομμάτια.

Τώρα ο ουρανός περπατάει στη γη
δεν υπάρχουν αστέρια
όμως λάμπουν τα μάτια.





ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΙ Τ’ ΟΥΡΑΝΟΥ

                                           Στον Τόλη Νικηφόρου


Να γιορτάζεις το φευγαλέο πέρασμα των στιγμών
την κάθε ώρα που έρχεται
όταν το φεγγάρι σιωπά
κι η νύχτα χαμογελάει τυφλή
την ώρα του ρεμβασμού και των ονείρων
η αύρα και τα λόγια δε διαφέρουν
το τοπίο που βλέπεις είναι μια γλώσσα
μόνο η κίνηση των χεριών
μπορεί να επαναλάβει τη γεωγραφία ενός πουλιού
και τη ντροπαλότητα των γαλάζιων ίσκιων.

Παρ’ όλο που γεννηθήκαμε χωρίς φτερούγες
−στο έδαφος−
έχουμε μια αδέξια κλίση προς τα ύψη.





Η ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

                                  Στη Τζέλα Ασπρογέρακα 


Περπάτησε στη χλόη
ακόμη τρέμοντας
με δισταγμούς φωτός.

Ένιωσε μέσ στα φύλλα της καρδιάς
τη δροσιά της πρωινής πάχνης.

Έψαξε στο βάθος τ’ ουρανού
και βρήκε παλιούς έρωτες αρχαίους πόθους.
Στην όχθη στάθηκε παλιών αισθημάτων
κι έκλαψε.

Με την πνοή του ήλιου
πάνω στο χέρι της
απάλυνε τη μέρα.

Αναστέναξε με τόσο φως στα δάχτυλα
έκρουσε τα κύμβαλα τ’ ανέμου
και πέταξε γοργά στον ουρανό
με πάταγο αρχαίων πουλιών.





ΠΕΡΙΠΛΑΝΩΜΕΝΟΣ ΜΕΣ’ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ

                                          Στον Γιάννη Υφαντή


Περιπλανώμενος μέσ’ στο παρόν
σ’ ένα εκτυφλωτικό τίποτα
αφήνοντας όλες τις σκέψεις πίσω σου
τους ήχους πίσω απ’ τις σιωπές
πηγαίνοντας απ’ τον ένα εαυτό στον άλλο
συνθλίβοντας το διάστημα με τα χέρια σου
με μια φωτιά στο μυαλό σου
που καίει όλους τους ηλίθιους νόμους
μέσα σ’ ένα σώμα που ονειρεύεται
διέλυσες όλα τα κακά ξόρκια του κόσμου
πάνω στα γλυκά μάτια των πουλιών.

Τώρα ελεύθερος μέσ’ στο τίποτα
ξεχνάς το αύριο
στου ήλιου τις αλάνες.

Πόσο ευγενικά και ήρεμα απομακρύνεσαι
με τ’ ανοιχτά ξαφνιασμένα μάτια σου
γεμάτα απ’ αγάπη
και διαλύεσαι μέσα στα σύννεφα τ’ ουρανού
σα μια βροχή που δε φοβάται να γίνει θάλασσα.





ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΘΗΛΑΖΕΙ ΑΘΩΟΤΗΤΑ


Στάσου
έχω ξαναπεράσει από δω
γνωρίζω αυτά τα σχήματα
αυτές τις μορφές.
Κάτω απ’ τα δάχτυλα του ήλιου
ξέρω πως θα γίνω
πάλι η καινούργια μέρα σου.
Θα μ’ αναγνωρίσω
στο φως
θα γίνω φιλί στο στόμα σου.

Ένα παιδί
που θηλάζει αθωότητα.





Από τη συλλογή «Δυτικά ο κήπος», εκδ. Μανδραγόρας, 2004.

Τετάρτη 27 Δεκεμβρίου 2023

Σταύρος Μίχας, "Ραβδοσκόπος του κενού"





Διαφάνεια


Διαφάνεια
μεσημεριάτικου φωτός.
Πουλιά πετούν
πάνω απ’ το ψηλό χορτάρι

Ο ήλιος κεντά την πέτρα.
Ψηλά στους βράχους μακριά
λάμπει ο ουρανός
κι ο άνεμος με τυλίγει
με ενδύματα δροσερά.
Κυλά η μέρα στα κλαδιά
κει που κάθισε τ αηδόνι

και τώρα εδώ ακίνητος
καθώς κρύβεται ο ήλιος
σε σύννεφα σκισμένα
μπήκα σιγά στη μέρα

κι η πόρτα τ’ ουρανού
σαν να άνοιξε μ’ ένα θρόισμα
μες στην ατέλειωτη λιτανεία του Κόσμου.





Μάταιο να κυνηγάς ένα άστρο


Τα πράγματα σβήνουν
λίγο-λίγο
σ’ αυτό το άστρο
αυτόν τον ήλιο
σ’ αυτή την τρομερή δαγκωνιά
του αμετάκλητου
σαν μια αλήθεια κενή
που μας τελειώνει
χωρίς αιτία.

Ω μορφή της μορφής
που μας λυτρώνεις απ’ το τίποτα
την ίδια ώρα που σ’ αυτό μάς πηγαίνεις.

Δεν ξέρω πια
πληγωμένη είν’ η καρδιά μου·
μόνο που ήθελα ν’ απαλύνω τον πόνο
με το φως της ζωής μου.
Μα αξίζει να πετύχω μια
μοναξιά πλατύτερη;

Μάταιο
να κυνηγάς ένα άστρο
χαμένο
στο μυαλό σου.





Ονειροποιητής


Ο ποιητής είναι αυτός που προφέρει τ’ αναρίθμητα
ονόματα του κόσμου
που κάνει τη ψυχή μας να ταξιδεύει στις γωνιές του απείρου
ένα χάδι στο πρόσωπο της αστραπής
μια φλέβα χρυσού στο βράχο
που κάνει όλο το βουνό ν’ ακτινοβολεί
ένας ήλιος πουλί που πετά στις λαμπερές νεφέλες τ’ ουρανού
μια αόριστη νότα από σπασμένες χορδές φωτός
ένας ψαράς που βγάζει αγκιστρωμένες λέξεις ψάρια
απ’ τον βυθό της καρδιάς του
το γέλιο μιας καμπάνας από νεφρίτη
ένα ρυάκι που λασπώσαμε
αλλά που γρήγορα ξανατρέχει καθαρό νερό
η μνήμη του κόσμου που βρήκε τον λαλητή της
ένα έρημο στάχυ που υψώνεται για να ταΐσει όλους τους
πεινασμένους.

Μια φωνή που καλεί το κενό ν’ απαντήσει.





Σαν κλαδάκι στη φωτιά


Αν και υπήρξες πάντοτε
εραστής των λουλουδιών
και ταξίδεψες εντός σου
να βρεις το δέντρο της επιστροφής

σε κλάδεψαν
σε πέταξαν

σαν το κλαδάκι στη φωτιά.





Είμαι το ακίνητο που όλα τα κινεί


Η ζωή μου θέλει να βυθιστεί
μέσα στον κόσμο σαν ένα παιδί
σε ό,τι βλέπω
γιατί είμαι το ακίνητο που όλα τα κινεί
οι σπασμοί της αστραπής
σε μια της σκέψης κλωστή.

Φτιαγμένος από τα πάντα
θα πάω παντού
θα ξαπλώσω κοντά στο απαλό λουλούδι της φωτιάς
ανταύγεια φωτός, φίλντισι παγωμένο.

Έξω ένας αρχαίος άνεμος
και θολά αστέρια.

Φύγε μακριά μου κρύα του πάγου φωνή
μια γαλάζια νύχτα στον κήπο
τον σιωπηλό με καρτερεί
κι αυτή η θλίψη στο μαξιλάρι τ’ ουρανού
καθώς ο ρυθμός της ζωής μου κυλάει με ομόκεντρα κύματα
σαν αύρα γεμάτη διαμαντένιους θορύβους
θέλω να δώσω ένα φιλί στο φεγγάρι
να δω τον στρογγυλό καθρέφτη τ’ ουρανού
τα εφτά κρύσταλλα της λύπης
να σηκωθώ σαν λευκή άυπνη μορφή
για ν’ ακούσω το ουρλιαχτό του αστρικού σκύλου
και να δω τα πράγματα της άλλης πλευράς του κόσμου.






Από τη συλλογή «Ραβδοσκόπος του κενού», εκδ. Μανδραγόρας, 2023.