Διαφάνεια
Διαφάνειαμεσημεριάτικου φωτός.
Πουλιά πετούνπάνω απ’ το ψηλό χορτάρι
Ο ήλιος κεντά την πέτρα.Ψηλά στους βράχους μακριάλάμπει ο ουρανόςκι ο άνεμος με τυλίγειμε ενδύματα δροσερά.Κυλά η μέρα στα κλαδιάκει που κάθισε τ’ αηδόνι
και τώρα εδώ ακίνητοςκαθώς κρύβεται ο ήλιοςσε σύννεφα σκισμέναμπήκα σιγά στη μέρα
κι η πόρτα τ’ ουρανούσαν να άνοιξε μ’ ένα θρόισμαμες στην ατέλειωτη λιτανεία του Κόσμου.
Μάταιο
να κυνηγάς ένα άστρο
Τα πράγματα σβήνουνλίγο-λίγοσ’ αυτό το άστροαυτόν τον ήλιοσ’ αυτή την τρομερή δαγκωνιάτου αμετάκλητουσαν μια αλήθεια κενήπου μας τελειώνειχωρίς αιτία.
Ω μορφή της μορφήςπου μας λυτρώνεις απ’ το τίποτατην ίδια ώρα που σ’ αυτό μάς πηγαίνεις.
Δεν ξέρω πιαπληγωμένη είν’ η καρδιά μου·μόνο που ήθελα ν’ απαλύνω τον πόνομε το φως της ζωής μου.Μα αξίζει να πετύχω μιαμοναξιά πλατύτερη;
Μάταιο
να κυνηγάς ένα άστρο
χαμένο
στο μυαλό σου.
Ονειροποιητής
Ο ποιητής είναι αυτός που προφέρει τ’ αναρίθμητα
ονόματα του κόσμου
που κάνει τη ψυχή μας να ταξιδεύει στις γωνιές του
απείρου
ένα χάδι στο πρόσωπο της αστραπής
μια φλέβα χρυσού στο βράχο
που κάνει όλο το βουνό ν’ ακτινοβολεί
ένας ήλιος πουλί που πετά στις λαμπερές νεφέλες τ’
ουρανού
μια αόριστη νότα από σπασμένες χορδές φωτός
ένας ψαράς που βγάζει αγκιστρωμένες λέξεις ψάρια
απ’ τον βυθό της καρδιάς του
το γέλιο μιας καμπάνας από νεφρίτη
ένα ρυάκι που λασπώσαμε
αλλά που γρήγορα ξανατρέχει καθαρό νερό
η μνήμη του κόσμου που βρήκε τον λαλητή της
ένα έρημο στάχυ που υψώνεται για να ταΐσει όλους
τους
πεινασμένους.
Μια φωνή που καλεί το κενό ν’ απαντήσει.
Σαν
κλαδάκι στη φωτιά
Αν και υπήρξες πάντοτε
εραστής των λουλουδιών
και ταξίδεψες εντός σου
να βρεις το δέντρο της επιστροφής
σε κλάδεψαν
σε πέταξαν
σαν το κλαδάκι στη φωτιά.
Είμαι
το ακίνητο που όλα τα κινεί
Η ζωή μου θέλει να βυθιστεί
μέσα στον κόσμο σαν ένα παιδί
σε ό,τι βλέπω
γιατί είμαι το ακίνητο που όλα τα κινεί
οι σπασμοί της αστραπής
σε μια της σκέψης κλωστή.
Φτιαγμένος από τα πάντα
θα πάω παντού
θα ξαπλώσω κοντά στο απαλό λουλούδι της φωτιάς
ανταύγεια φωτός, φίλντισι παγωμένο.
Έξω ένας αρχαίος άνεμος
και θολά αστέρια.
Φύγε μακριά μου κρύα του πάγου φωνή
μια γαλάζια νύχτα στον κήπο
τον σιωπηλό με καρτερεί
κι αυτή η θλίψη στο μαξιλάρι τ’ ουρανού
καθώς ο ρυθμός της ζωής μου κυλάει με ομόκεντρα
κύματα
σαν αύρα γεμάτη διαμαντένιους θορύβους
θέλω να δώσω ένα φιλί στο φεγγάρι
να δω τον στρογγυλό καθρέφτη τ’ ουρανού
τα εφτά κρύσταλλα της λύπης
να σηκωθώ σαν λευκή άυπνη μορφή
για ν’ ακούσω το ουρλιαχτό του αστρικού σκύλου
και να δω τα πράγματα της άλλης πλευράς του
κόσμου.
Από τη συλλογή «Ραβδοσκόπος του κενού», εκδ. Μανδραγόρας,
2023.