Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χατζηλαζάρου Μάτση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χατζηλαζάρου Μάτση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2020

Μάτση Χατζηλαζάρου, "Κρυφοχώρι"




απόγεμα


Μαύρη γάτα γυαλιστερή
λάγνα σα μάτι
κατοικίδιο
εσύ ελεύθερο
στην ηδονή έχεις
μιαν ανάσα αλλόκοτη
ήμερη ήμερη ήμερη
η ράχη σου βρίσκει
μες στο δωμάτιο
όλα τα λησμονημένα χάδια

κι αν δοκίμαζα με σένανε
τα ξόρκια μου
κι αν σε ονομάτιζα
Γριγρίτσα μου γυαλιστερή
εσύ ελεύθερη

όχι καλύτερα
να σε πω Γριγρία
γυαλιστερή μου λάγνα
Γριγρία
μαύρη σα μάτι
παίζεις καθώς γράφω
ψευτοδαγκάνεις το στιλό μου
Γριγρία λεβεντιά
ξένοιαστα ζυγώνεις
τη μελάνη ή το λόγο
παραφυλάς το θάνατο καμιά φορά
μα ποτές το ρήμα πεθαίνω





βράδυ


Συγυρίζοντας κάτι μπαούλα
ανακάλυψε πως
μαζί της δεν έσερνε μόνο
τον στίχο της Βάρκιζας
αλλά και λίγην άμμο
που ’τριζε σιγά σιγά
μες στον ποδόγυρο
ενός φουστανιού
γι’ αυτό λέει
πάντα ακούω το άγχος
εκείνης της ώρας
που όλα θρυμματίστηκαν
κι έγιναν ένα
με την αμμουδιά
σάπια και άχρηστη
είμαι εδώ μόνη
πάνω στα τελευταία
συντρίμμια της ζωής που ξέρω
η πίκρα μου η θλίψη
πλέουνε συνεχώς
κατά τη θάλασσα
σαν τα ψόφια ψάρια
που κατηφορίζει ο Σηκουάνας
Γριγρία τι νιαουρίζεις τώρα
θέλεις να βγεις
έλα      ανοίγω την πόρτα
φύγε και συ
δε χωράνε πια τα ψέματα





άσμα


Σήμερα νομίζω
τελευταία φορά
θα σε τραγουδήσω γιατί
εσύ είσαι
ο οίστρος και ο σφυγμός και η βραχνή φωνή τού έρωτα που
κρατιέται άλλοτε ψηλά και άλλοτε βαθιά σε χορδές
έξω από κάθε γραφή γιατί
ένα Ζήτω με ψηφία
και λίγες πούλιες
μαύρες ή τριανταφυλλιές
μες στο χώμα τής αρένας
δε σπαρταράνε βέβαια όπως
η δράση
η σάρκα
που είσαι
όταν μου μαθαίνεις την ξένη πόλη
κατάκαρδα
είπα τι χρειάζεται
και λέω δεν πειράζει
δεν πειράζει πετάμε όλα τα λόγια
όπως να ’ναι
η αγάπη
ξεντύνει τα κορμιά
εσύ μ’ ανοίγεις παράθυρο
με κλείνεις
με στολίζεις φυτά
και τα περιποιέσαι
με μυρίζεις
με διψάς
με κρατάς
ξαφνικά
με λύνεις
και γελάω ακόμα ακόμα
πάμε ερχόμαστε μες στα κρύα και τις ζέστες και τις σκόνες που
μετά λασπώνουνε κι έχουνε για νήμα τα φύλλα του φθινόπωρου
άνοιξη αντικριστήκαμε τότες που ζητούσα να πεθάνω
γνωρίσαμε από κείνη την ημέρα
χρόνους και χώρους πολλούς
με αντικείμενα
με ορέξεις
με δάση με άγριες φράουλες
με ζωγραφική
εσύ αγγίζεις τα όρια που χρωματίζουνε τα πράγματα και τα
ονόματά τους και τη φθορά τους
τι άλλο
είναι ο κύκλος
από την ίριδα του ματιού σου
ακτίνα μελαχρινή
ριπή
της ορμής
τι άλλο
είναι η ύπαρξή μου
από μια νέα σφαίρα
με τα έπιπλα
με τη φύση
όταν μ’ αγαπάς
μικρή εικόνα στρογγυλή
μες στην ίριδα του ματιού σου
είμαι
σ’ ένα δωμάτιο ασβεστωμένο
κοντά στη θάλασσα
άσπρο το αλάτι της
ξεραίνει άγκυρες μόλους σκοινιά
αισθάνουμαι τον ήλιο μαύρο
και τα μάτια σου
άλλοτε είμαι
λαχανιασμένη
σκύβω το πρόσωπο
χιονίζει δυνατά
ό,τι οριζόντιο φέγγει κατάλευκο
μονάχα λίγα κάθετα μαυρίζουν πάλι
και η ίρις του ματιού σου
που με ζυγιάζει έχει μαγικές αξίες
κουκίδα είναι      αητού πέταμα
και διαγράφει πράξεις
τοπία
ή ζωές
έτσι θυμάμαι
τι σχήματα αφήνει
όποιος ξεριζώνει δέντρα
και όποιος χτίζει γιοφύρια
γιατί εσύ είσαι
ο οίστρος και ο σφυγμός και η βραχνή φωνή τού έρωτα που
κρατιέται άλλοτε ψηλά και άλλοτε βαθιά σε χορδές
έξω από κάθε γραφή γιατί
εσύ μ’ ανοίγεις παράθυρο
χαμογελάς
και μου τάζεις
κάτι γοβάκια
από δέρμα μανταρινιού
μου σιγοψιθυρίζεις καιρούς
σαν άγρια άλογα
λίμνες βαθιές στρώνεις χάδια
ρίχνεις παράξενα ζάρια
με δυο γαρίφαλα αίμα της καρδιάς σου
φυτρώνουν τα λόγια
ανάμεσα     μια νυχτερίδα
στα σμιγμένα φρύδια
με τη σελήνη
τι είναι ο ύπνος τι είναι ο ύπνος
και το βλέμμα σου
είναι πάντα σήμερα το βλέμμα σου
με μένα





Από τη συλλογή «Κρυφοχώρι» [εκδ. Τετράδιο, Αθήνα, 1951 (με τέσσερις χαλκογραφίες του Javier Vilató)].
Πηγή: «Μάτση Χατζηλαζάρου, Ποιήματα 1944-1985», εκδ. Ίκαρος, 1989.

Στην εικόνα: Javier Vilató, Η Μάτση Χατζηλαζάρου με τη γάτα της Γριγρία.

Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2020

Μάτση Χατζηλαζάρου, "Μεταμορφώσεις του έρωτα"




ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΒΛΕΠΕΙ ΑΛΗΘΕΙΕΣ


Άραγε
με σκέπτεσαι κάπου κάπου
θυμάμαι πώς κοίταζες          εσύ γητευτή
τα μάτια σου τόσο ερευνητικά
που να μου σκίζουν την καρδιά
έγδυνες της σάρκας μου το δέρμα
ενώ αυτή δοκίμαζε ένα χαμόγελο
μα είσαι τώρα ο παραχωμένος σπόρος
απ’ όπου φυτρώνουν τα λόγια τούτα
λόγια μιας κλεψύδρας
που αναποδογυρίζει         κάπου κάπου
άραγε με σκέπτεσαι





ΣΧΕΔΙΑ ΜΕ ΒΕΛΗ ΤΟΥ JAVIER VILATÓ


Ζηλεύω τα ιπτάμενα βέλη
που το χέρι σου ακολουθεί
από λεπτό σε λεπτό
από εικόνα σε ήχο
ναι λέω ήχο             γιατί τα σχέδιά σου
τραγουδούν και χορεύουν με
τον ίδιο ρυθμό που έχουνε τα ποτάμια
σαν φουσκώνουν απ' τη βροχή
και λαρυγγίζοντας κατρακυλούν
κοίτα στήσανε χορό πάνω
στου βυθού τα λιθάρια





ΜΙΑ ΧΑΛΚΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ JAVIER VILATÓ


Γυναίκα με το κεφαλοπάνι
αλλού σήκω το ραβδί σου
μακριά απ’ το φύλακα σκύλο
που δείχνει τα δόντια
μακριά απ’ το βασίλειο του
το βαθύ πηγάδι του θησαυρού
που ’ναι η στέρνα

τόσο σκοτεινή και απτή ετούτη η νύχτα
με ποικίλα χάδια του άσπρου που
τορνεύουν το φουντωτό δένδρο
το χώμα τα πρόσωπα
τα σύννεφα και τη σελήνη τους

τα μαύρα τα γκρίζα ανοιχτά ή σκούρα
το σφρίγος της κάθε χαραξιάς
του Javier Vilató
άσχετο με όποιο θέμα
έχουν ένα είδος ζέστης
αμασχάλης ή παλάμης
έχουν τους ατμούς της καυτής αυλής
ποτισμένης τον Ιούλη η ώρα οχτώ
έχουν εκείνη τη σεληνιακή σαγήνη
που αναδίδουν τα βράχια
πολύ κοντά στη θάλασσα
έχουν μια γοητεία σγουρών μαλλιών
πάνω σε ηλιοκαμένο σβέρκο

τα βλέμματά μου αχόρταγες ακρίδες
παλεύουν να απορροφήσουν
στο διάβα τους
ταυτόχρονα το κάθετι
που προσφέρει η εικόνα
μα εκείνη ξέρει ν’ αντισταθεί
στα μάτια μου έντομα αδηφάγα
κρατά την ένταση για ασπίδα





ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

                                         Το ποίημα γράφει τον
                                         ποιητή του
                                         Maurice Blanchard


Ακούστε πώς ανασαλεύει ο έρωτας
τώρα που είναι παραπανήσιος
κι ας αραδιάζει εδώ μονάχα λέξεις
για μένα έχει ακόμα σάρκα
οστά κι επιδερμίδα
πώς γίνεται της γαρδένιας το πέταλο
όταν μες τα χέρια μας κακοπάθει
έτσι δείχνουν και οι πληγές του έρωτα

γράφω μ’ έναν κόμπο στο λαιμό
με τη δύσπνοια της θέρμης
για τον ακρωτηριασμό που ’ναι
η στέρηση του συντρόφου
το μνημονικό έχω μόνο για δροσιά
ένα-ένα ακουμπάει χάδια της νεότης
πάνω στα βλέφαρά μου
σπίτι ολάκερο ο έρως με διαδρόμους
με δωμάτια γιομάτα καθρέπτες που στέλνουν
ο ένας στον άλλον
μυστικές μορφές τρυφερότητας
τα φώτα πάντα αρκετά λαμπερά

παντού γραπώνεται ο έρωτας κισσός
περιζώνει και σκεπάζει το όποιο σώμα
τι παράξενο το θρόισμα της φυλλωσιάς
όλο πράσινη και τόσο πυκνή
ειδών ειδών τα καμώματά της

έρως ζώο αγέρωχο και ηχηρό
τόσο ώστε δεν ξεχωρίζει το χτύπημα
που καταφέρει από κείνο που δέχεται
λέω έρως ζώο          όμως ακούω μιαν ηχώ
σαν άσμα λατρείας

του έρωτα ο οίστρος
ο έρωτας του έρωτα
με ιδιοτροπίες μύριες φέγγει
το γαλάζιο τούτο αστέρι
σαν τον έρωτα που γυαλοκοπούσε
για μένα         αλίμονό μου αλίμονο
έδυσε μέσα στην αμαξοστοιχία

σε όνειρο πρωινό είδα
να ξεκινάει πάνω απ’ το κρεβάτι μου
το κάγκελο μιας σκάλας εξωτερικής
έρωτα περίσσιε πώς ταμπουρώθηκες άραγε
ανάμεσα απ’ τα σκαλιά εκείνα με
γκαζοτενεκέδες όλο αγαπητά λουλούδια
γιασεμιά τριαντάφυλλα βασιλικούς
είχε μολόχες πάπυρους και ήλιους
φυσούσε αέρας ελαφρύς που έφερνε
πανέμορφες χρυσαφιές πεταλούδες
κείνες τερετίζανε μελαγχολικά φαρμακωμένα
έπειτα ήρθε ένας σκαντζόχοιρος
όμως έγινε μπάλα αγκαθωτή
και πώς να τον παίξεις

στο Λιόπεσι όταν πίναμε καφέ
φάνηκαν λίγα σύννεφα
έτσι που καβάλησαν τον Υμηττό
μετά απλωθήκανε και απαλά
σκεπάσανε το βαθιά λαξεμένο διάσελο
έρωτα ας κρατούσες το καυτό μου χέρι

να πω για κάτι κρυψώνες
του έρωτα τις ώρες που ο ένας
αλήθεια είχε την πείνα του άλλου
και κατεβαίναμε στο ρέμα
με τις μυρουδάτες λυγαριές
ναι τότε αγαπιόμαστε κατάχαμα
κι ας ήτανε παντού χαρτιά
βρώμικα ξεκοιλιασμένα στρώματα
σκουριασμένοι σομιέδες τουμπαρισμένοι
λάστιχα με βαθιές μαχαιριές
ο έρωτας τα δικά του μονάχα ήξερε

είναι οι μεγάλες ταπεινοφροσύνες
της πολιορκίας τεχνάσματα
καλαθούνες γιομάτες κουρελαρία
έχουν φορεθεί για να νιώσει ο έρως
ο άπληστος ότι εκείνος μονάχα
εμφανίζεται έξοχα στολισμένος
ίσως να τυλίξει τη μέση του
με της τίγρης την κατάμαυρη γούνα
για να σταθεί ολόρθος
ξεδιπλώνεται με κινήσεις αιλουροειδείς
πανδαμάτωρ είναι ο έρως

ξεπρόβαλε του έρωτα ποίημα
ένα ηλιοβασίλεμα
ζώνες θάλασσας και νησιά
σύννεφα πορτοκαλιά
με εκθαμβωτικές φόδρες αργυρές
διαβατικός ο ήλιος αλλά καθόλου αμέτοχος
χάθηκε έτσι όπως σβήνει
ο έρωτας μέσα στην έκστασή του

ήρεμο απόγευμα το φως αττικό
πουρνάρια πράσινα και άλλοι θάμνοι
κοκκινωποί ή βαθιά κίτρινοι
ελαιόδεντρα όλο χαμάδια και
ξερές πευκοβελόνες κείνες που αγκυλώνουνε
όταν ξεριζώνεις τα κυκλάμινα

λίγο πιο μακριά
πάνω στο δενδρολίβανο
το αλογάκι της Παναγιάς
μια τρίγωνη κεφαλή όλο φιλαρέσκεια
τα χέρια σεμνά διπλωμένα
περιμένοντας εκεί δα υπομονετικά
το αρσενικό της            τη λεία της
το γεύμα της
είδες καμιά φορά τερτίπια που ’χει η συνουσία
λίγο κωμικοτραγικά πολύ σαρκαστικά





Από τη συλλογή «7Χ3. Εφτά γραπτά στα ελληνικά - sept textes en français - seven writings in english», (α' έκδοση, Τυπογραφείο Κείμενα, Αθήνα 1984).
Πηγή: «Μάτση Χατζηλαζάρου, Ποιήματα 1944-1985», εκδ. Ίκαρος, 1989.

Σάββατο 15 Ιουνίου 2019

Μάτση Χατζηλαζάρου, "Αντίστροφη αφιέρωση"




ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΑΦΙΕΡΩΣΗ


Για κείνον με την αντρίκια φωνή-ματιά και με χέρια μεγάλες φτερούγες που δεν τις ξεχνάω     το απόγεμα είπες     τριάντα χρόνια σε περίμενα     κι ένιωσα πρώτη φορά «le vierge le vivace et le bel aujourd’hui»     μετά έντονος αέρας αγάπης άνοιξε διάπλατα ένα παράθυρο μέσα μου και μπήκανε μεγάλες σταγόνες αγαλλίασης καθώς ο νοτιάς έστριβε βουίζοντας απ’ τη γωνιά της καρδιάς μου     το σώμα είναι χώμα     διψασμένο από σένα έμαθε τις πλημμύρες του έρωτα     πολλά νομίζω θα μιλήσω τώρα πολλά που φύλαγα σε μια κρυψώνα     θα τ’ απλώσω εδώ όσο μπορώ καλύτερα και ό,τι θέλει ας γενεί     στοές θα σκάψω κάτω πάνω μέσα απ’ τα λόγια     τι συνεννόηση θα ’χουμε αλλιώτικα     ήρθανε βλέπεις κι έδεσαν στις δικές μας σημαδούρες ξένοι με διαφορετικές γλώσσες     πώς τρυπώνω τα χέρια μου παραμάσχαλα αναμένοντάς σε τις νύχτες όταν κρυώνω     έτσι αυτή τη στιγμή έχωσα εδώ και θα χώνω αλλού λέξεις κλεμμένες ή δικές μου που σου αρέσανε για να σε χαϊδεύει η μουσούδα του γραφτού μου     πάλι ό, τι βρω δικό σου θα το φάω θα το τραγανίσω θα το καταπιώ ώσπου μιαν ώρα μες στο λιοπύρι θα μου βγει αχνός ίδρωτας πάνω απ’ το στόμα     θα ’θελα ν’ ακουμπήσω δίπλα σου κι άλλα της εκλογής μου     μέρη μέρη διάσπαρτα με ασφόδελους ή μεγάλες άγριες μαργαρίτες και πιο πέρα έναν τεράστιο κέδρο του Λίβανου     αλλού πάλι να ’χει αμμόλοφους με σπόνδυλους από δωρικές κολόνες αραδιασμένους χάμω     θα ’σου έρθει κείνο το κυβικό κλουβί που σου ’χω τάξει με μικρά κόκκινα γαρίφαλα μέσα να πετάνε πέρα δώθε τραγουδώντας φλογερά     και σαν λαχανιάζω από τον πολύ οίστρο θα ’θελα τότε οι κουβέντες μου να ’ναι για σένα ξόμπλια όμοια με πέρδικας φτερά    θα ’θελα μερικά από τ’ αστεία που μαζί ξαναφέρναμε (α εκείνες οι συμπαιγνίες) να χαμογελάνε ακόμα με λακκούβες στην άκρη των χειλιών     θα ’θελα να είχαμε πάει οι δυο μας στην πόλη άλλοθι όλων των σύννεφων     θα ’θελα όταν τα σανίδια κάτω στο πάτωμα τρίζουνε ξαφνικά τη νύχτα την ίδια ώρα που τα έπιπλα και η κασέλα αντιλαλούν     θα ’θελα να δημιουργείται το γνωστό έργο της συγκεκριμένης μουσικής που λέγεται «κοντσέρτο για έναν άνθρωπο μόνο»     θα ’θελα εσένα που η καρδιά σου πιάνει από την διώρυγα του Μπέριγκ μέσα απ’ όλη τη Ρωσία και απ’ το φαράγγι Λονδίνο Παρίσι Γενεύη για να φτάσει ως το Αιγαίο     θα ’θελα όποιοι και να ’ναι οι πόθοι που έχεις να σου τους φέρνει ο γέρο άνεμος μπροστά σου εκεί που στέκεις     να πέφτουνε βροχή όπως τα βατράχια τα σαλιγκάρια και άλλα μικρά ζώα που μας έρχονται έτσι από μακρινές περιοχές υπερπόντιες     να σε κοιτάει ο κόσμος και να σαστίζει βλέποντας τον εσαεί ευδαίμονα άντρα     μαζί δεν λέγαμε ότι για την τύχη μας οι πόθοι σαν χορταίνουν άλλους πόθους γεννάνε


θα ’θελα     μα  πόσο  θα ’θελα     ναι  θα ’θελα     αμέσως     τώρα  τώρα
θέλω να ξεμαλλιάσω λίγο τη σύνταξη για να σε τραγουδήσω όπως
έμαθα στο Παρίσι


εσένα σ’ έχω Δεινόσαυρο από τους πιο εκπληκτικούς
εσένα σ’ έχω βότσαλο φρούτο απαλό που τ’ ωρίμασε η θάλασσα
σ’ ερωτεύω
σε ζηλεύω
σε γιασεμί
σε καλπασμό αλόγου μες στο δάσος το φθινόπωρο
με φοράω νέγρικο προσωπείο για να μας θέλεις εσύ
με κεντρίζεις μεταξένια     άσπρο μου κουκούλι
με κοιτάζεις     πολύ προσεκτικά
tu m’abysses
tu moasis
je te gougouch
je me tombeau bientôt
εσένα σ’ έχω δέκα ανθρώπους του Giacometti
σ’ έχω κόνδορα καθώς απλώνεσαι πάνω από τις Άνδεις
σ’ έχω θάλασσα γύρω τριγύρω από τα νησιά του Πάσχα
εσύ σπλάχνο μου πώς με γεννάς
σε μίσχος
σε φόρμιγξ
με φλοισβίζεις
σε ζαργάνα     α μ’ αρέσει
δυο κροταλίες όρθιοι στρίβουν και ξαναστρίβουν γλιστρώντας ο ένας γύρω απ’ τον άλλο     όταν σταματήσουν     η περίπτυξή τους είναι το μονόγραμμά σου
tu mes   Mallarmé   Rimbaud   Apollinaire
je te Wellingtonia
je tocarina
εγώ σε  Τσεπέλοβο  Πάπιγκο  Ελαφότοπο
εγώ σε Βίκο με τα γιοφύρια του κει που διαβαίνει ο χρόνος
σ’ έχω πει και ψέματα για να τους ξεγελάσουμε
εγώ σ’ έχω άρωμα έρωτα
σ’ έχω μαύρο λιοντάρι
σε ονειροβάτησα μαζί μου ως το γκρεμό
εσέ ασύλληπτο θυμάμαι και τον ύπνο μου χάνω
εσύ μάχες και ένσαρκα άλογα του Uccello
εσύ δωρητής (δεξιά κάτω της εικόνας) εκείνου του μικρού κίτρινου αγριολούλουδου
εσύ κένταυρου ζέση
εσύ συντεχνία ολάκερη που έργα ποιείς διαβαίνοντας εν τη ανωνυμία
je  te  ouf  quelle  chaleur
tu m’accèdes partout     presque
je te glycine
εσύ φεγγάρι που ένα σύννεφο αναβοσβήνει
εσύ δε βαριέσαι παράτα το το σύμπαν     έτσι που το ’χουμε αλαζονήσει
και δαύτο πώς να συναντηθούμε ποτέ
εσύ σε τρυφερό λόγο με το λόγο     έτσι δεν είναι πες
εσύ σελίδα μου
εσύ μολύβι μου     ερμηνευτή μου
σε ανοίγω συρτάρια
πώς γιατί δεν ήρθες τόσες φορές
σε ξεμάκρυνα εγώ λέω τώρα
δίχως τέλος λυπάμαι
σε κρυάδα γνώρισες ποτέ την καρδιά μου
σε μιαν έκπαγλη χρονιά ανταμώσαμε
σε ληστεύω από αλλουνού τα χέρια
σε ακούω από δω από κει
σε σιωπώ μες στην απέραντη τρυφερότητα
σιγά σιγά να καταλαγιάσουμε
όλα  δεν  τα ’χω  πει
ΜΕ  ΕΚΡΙΖΩΝΕΙΣ

7.2.1985





Από τη συλλογή «Το δίχως άλλο», (1985).
Πηγή: «Μάτση Χατζηλαζάρου - Ποιήματα [1944-1985]», εκδ. Ικαρος, 1989.

Πηγή για την εικόνα «Τα νέα».

Κυριακή 24 Ιουνίου 2018

Μάτση Χατζηλαζάρου, "Mάης, Ιούνης και Νοέμβρης"




                                                                                στον Ανδρέα


                                           ~ * ~


Σε περιβάλλω με μια μεγάλη αναμονή.
Σε περιέχω όπως τ’ αραχωβίτικο κιούπι το λάδι.
Σε ανασαίνω όπως ο θερμαστής του καραβιού ρουφάει
μες στα πλεμόνια του το δειλινό το μπάτη.
Σ’ αγρικώ με την ίδια διάθεση που ο Ερυθρόδερμος
κολλάει το αυτί του χάμω, για ν’ ακούσει
τον καλπασμό του αλόγου.





                                           ~ * ~


Δεν ήτανε ανάγκη βασίλισσα να με κάνεις του Περού.
Ανάγκη ήτανε να σκύψεις από πάνω μου, να δω στα μάτια σου
εκείνα τα δυο φωσάκια. Φωσάκια που λένε ότι είμαι
τ’ ονειρεμένο σου νησί στην Ωκεανία, ξωτικό, πρωτόγονο,
ηλιοπλημμυρισμένο, καθάρια γαλάζια τα νερά του,
κι οι βυθοί του ανθόσπαρτοι σαν το πιο γόνιμο χωράφι.





                                           ~ * ~


Δεν θέλω ανεμώνες κόκκινες, μαβιές και άσπρες, θέλω
να χώσω τη μούρη μου μες στα μαλλιά σου, που ’ναι
σα χόρτα στην άκρη του ποταμού.





                                           ~ * ~


Τα λουλούδια των δέντρων είναι τα πουλιά.
Το σιγανό κελάηδισμα της θάλασσας είναι η πτώση
της βροχής στο τελευταίο τεμπέλικο κύμα του ακρογιαλιού.
Τη μυρουδιά του ήλιου τη χύνει το σφαγμένο πεπόνι.
Η ποίησή μας είναι η ζωή.





                                           ~ * ~


Κάποτε ακουμπάμε τον εαυτό μας σαν ένα κουμπί γυμνό
επάνω σ’ ένα καθρέφτη, και την αυγή βρίσκουμε ένα χαμομήλι
μες στον ανοιξιάτικο κάμπο.
Κάποτε ακουγόμαστε σαν την πιο θριαμβευτική κραυγή ζώου,
κι όταν ξανασταθούμε ν’ ακούσουμε ο ήχος μας είναι
σκληρό γρατσούνισμα φκυαριού πάνω στον άγονο βράχο.





                                           ~ * ~


Η νύχτα έπεσε στο πέλαγος – για μένα πού είναι η μέρα;
Πού ’ναι οι αχτίδες του ήλιου πάνω στα βλέφαρά μου,
πού ’ναι οι καημοί της σάρκας μου πάνω στην άμμο, πού ’ναι
ο γκιώνης, τα τζιτζίκια, κι οι πέντε μου φωνές;
Αύριο θα σμίξω τα δυο σου σκέλη, μήπως γεννηθεί ένα μικρό
λυπητερό παιδάκι, θα το λένε Ιούς, Μανιούς, ίσως και
Aqua Marina.
Φέρτε μου να γεννήσω όλα τα μωρά της πλάσης, δώστε να
πεθάνω όλους τους θανάτους.
Μερικές χορδές μουσικής φθάνουνε για να τρέξουμε
γυμνοπόδαροι μες στη χλόη του Βορρά, για να μετρήσουμε
όλες τις σταγόνες του σώματός μας και για να πλέξουμε
με το ’να μας χέρι όλες τις ψάθες των ρεμβασμών μας.





                                           ~ * ~


Μην είναι γητειά; μην είναι όνειρο; μην είναι θαύμα;
Το πλάνεμα της σκέψης μου, ο πυρετός κι οι νοσταλγίες,
κι ο οίστρος ο τρομερός της σάρκας μου.
Όλα μου σου τα χαρίζω − μες στον ήλιο και μες στο
ερωτικό χρώμα των ματιών σου.
Πώς πέφτει το φύλλο της λεύκας, το φύλλο που μαγεύει
το φως; έτσι θε να πέσω μες στην αγκαλιά σου.
Πώς σβήνουν τα τραγούδια των κοριτσιών το σούρουπο;
έτσι θε να σβήσω μες στην αγκαλιά σου.
Το γυμνό μου σώμα βρίσκεται πια στην εύκρατο ζώνη.
Γητειά είναι; όνειρο; ή θαύμα;
Η παλάμη μου σε περιμένει, η παλάμη μου σ’ αποζητάει,
η παλάμη μου τρέμει και φτερουγίζει μες στα κλαριά − αχ!
μες στη χούφτα μου κούρνιασε ένα πουλί, το πουλί είναι
η τρυφερότης σου.
Ποιος να ’ναι ο έρωτας που περιέχει το κλίμα της αιθρίας;
Γύρωθέ μου βλέπω μονάχα όλες τις λαχτάρες της Μεγάλης
Παρασκευής.
Το κλάμα μου ας είναι το ημερότερο τραγούδι· η θλίψη μου,
πομπή Μαγιού απ’ τη θάλασσα ως τον κάμπο· οι ρεμβασμοί μου,
δέκα καΐκια στολισμένα που αρμενίζουν για το πανηγύρι.
Ποτέ, ποτέ ζωή μου δίχως γητειά.
Κι είναι η γητειά η μυρουδιά του ανοιξιάτικου πόθου
μες στα χαμομήλια.
Κι είναι η γητειά όλος ο έρως ενός ξερού βράχου − με το φως,
με τον ήλιο.
Κι είναι η γητειά, απ’ την κούνια μου ως τον τάφο οι στεναγμοί
μου εκείνοι που γεννάνε το θαύμα.






Από τη συλλογή «Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης», (α' έκδοση, εκδ. Ίκαρος, 1944).
Πηγή: η συγκεντρωτική έκδοση «Μάτση Χατζηλαζάρου, Ποιήματα, 1944-1985», εκδ. Ίκαρος, 1989.