Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μέσκος Μάρκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μέσκος Μάρκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2020

Μάρκος Μέσκος, "Άνθη στο καταραμένο φίδι"






ΑΝΘΗ ΣΤΟ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟ ΦΙΔΙ


1. Πού να σε φιλήσω να ’ναι μόνο για μένα!


7. Γενναίο λουλούδι λέει το σ’ αγαπώ με λόγια που τρεκλίζουν!


19. Όνειρο, αν όνειρο είσαι, μην ανοίγεις τα βλέφαρά σου!


20. Στην άκρη των χειλιών το μυστικό. Πού να το πω;
           Τρέμω. Το φεγγάρι και το κρασί θα με προδώσουν.


21. Στον Έρωτα πάω όπως και στο Θάνατο: καθαρός,
                 σώμα που το σκούπισε σύννεφο και βροχή.


25. Ποτέ μη λησμονήσεις: υπάρχεις και υπάρχω.
Σε ομίχλες σύννεφα και καταχνιά να λάμπει ο ήλιος!


29. Από τη μια φωνή ώς την άλλη καρτερώ και συλλογίζομαι το διάστημα: Γεμίζει, φουσκώνει από χίλια δυο, οι γάτες του αδιέξοδου κι ο εγκαταλειμμένος σκύλος στην πρώην γειτονιά, κορναρίσματα αυτοκινήτων, σκέψεις από μέσα, τι φορώ και πώς τρώω το ψωμί, η μουσική πάλι από το ραδιόφωνο, η κατάρα σα νύφη τυφλή, το τίποτε και το σύμπαν – θα τα εννοήσεις αγάπη;

 

35. Από πού μπάζω ξέρεις: κακή βροχή μαύρο νερό. Φίλησέ με.
Και κλείσε το ρήγμα που βγάζει τον καπνό της ψυχής μου!

 

40. Όποιο και να ’ναι το άσχημο μέλλον ευλογημένη να ’σαι!
Στον κατάλευκό σου κόρφο κελάηδησα σούρουπο και πρωί.

 

41. Τη νύχτα ασπρίζει η κερασιά ανθισμένη – τρελή, τρελή!
αρκεί να ’χει λίγο φεγγάρι, λίγο αεράκι, λίγη αγάπη!

 

60. Δυο άνθρωποι κλείνουν το σύμπαν: μεγάλη αγκαλιά
(τον ήλιο μέσα, το φεγγάρι, τα ποτάμια και τα πουλιά).

 

81. Όπου κι αν πάμε οικείο τ’ αγέρι φίλιος ήλιος και σκοτάδι γνωστό. Στον πάνω κόσμο και στον κάτω δυο σκιές: ποτέ μόνοι, ποτέ ξένοι!

 

82. Γλυκιά μου αγάπη, Μαρία αναπνοή στα στήθια
σκληρό το ψέμα της ζωής να μοιάζει αλήθεια.


83. Θε μου τι δόξα, τι ηδονή! Το σώμα μου μέσα στο σώμα σου γλυκά δάγκωμα ρώγας, φωνίτσα δροσερή στην πυρωμένη τρέλα του ήλιου!


84. Αγάπη τρελή, πολύχρονη δύο μηνών και, ζεστή, μεγάλη, αντιφατική, γελοία, ωραία σαν κυνηγημένο σύννεφο, κλαίουσα στον ποταμό, χαρούμενη με δυο παλαμάκια, αγωνιούσα, ταξιδεύουσα συχνά, επιστρέφουσα πάντα, το τελευταίο αντίο πάλι, τον ουρανό τρυπώντας και τη γη καταρώμενη, φυλακισμένη σε τέσσερις μικρούς τοίχους, πανελεύθερη, μια κίνηση πουλιών για το Βορρά, χιόνια που λιώνουν, φιλιά που αχνίζουν τρέμοντας, παλιόπαιδο του δρόμου, νύχτα με σεντόνια λευκά, τέλος γνωστό, ανονόμαστο άνθος σε κρυμμένο λιβάδι, νύχι της πέρδικας φοβισμένο, μωρό κοιμισμένο στο βυζί, υγρασία στα σκέλια, ποτάμι βαθύ, κόκκινη κατάσαρκη μπλούζα, κουρέλι αγαπημένο, καρφί στο μυαλό, βουνό αγέρωχο, κατεβασιά λύκων, αμνοί βελάζουν, φωτιά μεγάλη, δάκρυα που δεν σβήνουν τίποτε, λεύκες ψυχούλες, γκρεμός με αγριοπερίστερα, πουκάμισο φιδιού δεν βρέθηκε, δαχτυλίδι αρχαίο, φωνή τώρα στο κάστρο, στάρι που λυγάει στον κάμπο, κρασί σταφυλίσιο, μια πενιά από ούτι, τα πάνω κάτω του κόσμου, τρελή Αγάπη, Εσύ.


 
88. Στην απέραντη γλώσσα των αισθημάτων
τι να σου κάνει ένα φιλί από μακριά;


91. Θάλασσα είσαι – χάθηκες μακριά κύμα το κύμα.
Τι μένει από μένα; Όστρακο στεγνό στην άκρη.


101. Σ’ αγαπώ γιατί δεν μπορώ να φανταστώ τα γηρατειά σου
– τη χαμένη μου ζωή θέλω να πάρω πίσω.


103. Σημείο αποχαιρετισμού τρέλα της δαμασκηνιάς ανθισμένη
– σαν μόνος στο δωμάτιο με τη νεκρή μου μάνα.


106. Όνειρο και ζωή, ζωή και θάνατος – τίποτε νέο παλιό τίποτε.
Έλα να σε δω πάλι στα μάτια, να σε φιλήσω.


107. Γρήγορα σκοτεινιάζει γιατί δεν έχω το πρόσωπό σου.





Από τη συλλογή «Άνθη στο καταραμένο φίδι», 1983.
Πηγή: «Μάρκος Μέσκος - Ποιήματα, Μαύρο δάσος Ι», εκδ. Γαβριηλίδης 2011.


Στην εικόνα: «Forest still life with flowers, butterflies and snake» (Attributed to Otto Marseus van Schrieck)
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Δευτέρα 12 Φεβρουαρίου 2018

Μάρκος Μέσκος, "Ψιλόβροχο"






Δεν έμεινε κανένα περιθώριο ψεύδους. Αγάπα με λίγο να υπάρχω.



                                                IV


Φαντάζεται συχνά τον θάνατον −όχι λάσπες− λιβάδια νερά
ανθισμένα δέντρα και πουλάρια· στη ράχη τους εσύ περνώντας
το ποτάμι (εδώ τίποτα δεν προδόθηκε, όλα περάσανε και όλα
μείναν).




                                                 V


Τότε ήταν που τραύλιζε με γλώσσα κομμένη. Και
το φθινόπωρο συνέχιζε σαν πρωινός λησμονημένος γρύλος.




                                                VI


Πες μου χελιδόνι πώς σχηματίζεις το Λάμδα ανεβαίνοντας τον
Ουρανό;




                                                XII


Του δειλινού η καμπή μάς ενώνει· χρόνια πολλά πριν
υπολόγιζα την απόσταση μέχρι τον θάνατο.




                                                XIV


Κοίταζα τα φρύδια σου· βαθιά τα μάτια σου·
τα μαύρα σου μαλλιά και το πικρό σου στόμα −
αν ανταμώσουμε ξανά θα σε γνωρίσω πάλι.




                                               XVII


Στοχάσου. Πόσον κράτησε η κακιά Στιγμή πόσον το Θαύμα;




                                              XXVII


Άσπρο φεγγαράκι μισό κι εσύ
νυχτερινή τροχιά μέσα στα μάγια της νυχτός
μα τώρα αρχίζει ο βόγγος των ανθρώπων

το φυλλορρόημα της λεύκας ψηλά
αειθαλής στόχος των κυπαρισσιών
μα το βάρος ατίναχτο στους αιώνες

άσπρο φεγγαράκι μισό κι εσύ.




                                               XXIX


Αόρατες φτερούγες πουλιών ο αέρας
δεν σαρώνει τον ουρανό δεν τραγουδάει
δεν ψιθυρίζει τα μυστικά δεν ουρλιάζει
δεν κλαίει δεν είναι φίλος του φεγγαριού του ήλιου μήτε

καθώς η ψυχή που φυλακίζεται ζωντανή στο στήθος
πλαγιάζει χαϊδεύοντας τους άλλους νεκρούς όλη νύχτα
στους λόφους.




                                                IXL


Θρήνοι σέρνονται στην καμπύλη θαρρείς χαϊδεύουν βουνά
τρία τα δέντρα στην πλαγιά στον άνεμο πλαγιάζουν· μόλις χτες
το αίμα εδώ λόγχιζε τα κορμιά και τον ουρανό οι κραυγές
φόβιζαν τα ζώα λακίζοντας κατά τη μονιά τους τρομαγμένα.




                                                LIV


Ξεύρεις ουρανέ με ποια βροχή και συ χώμα πώς θα με λιώσεις.





Από τη συλλογή «Ψιλόβροχο» (2000), που περιλαμβάνεται στην συγκεντρωτική έκδοση «Μάρκος Μέσκος - Ποιήματα, Μαύρο δάσος ΙΙ», εκδ. Γαβριηλίδης, 2011.

Στην εικόνα:
Όλγα Καραδήμου: «Bain», 60x30, Λάδι σε καμβά, 2014.

Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2017

Μάρκος Μέσκος, "Πριν από τον θάνατο"




Ο ΦΑΝΤΑΡΟΣ ΣΤΟΝ ΚΑΤΑΡΡΑΧΤΗ


Έπρεπε να κατέβει στα πόδια του καταρράχτη
να πλένει τα ματωμένα του χέρια,
τα σκονισμένα αρβύλια του να πλένει
με τις γαρδένιες του νερού, να δροσίσει
το μέτωπό του ή, αν ήταν βολετό,
να κυλήσει το βρώμικο κορμί του
μετά το ντουφέκισμα, εκεί στο ύψος του καταρράχτη,
απ’ τη φλογέρα του πουλιού...

(Δώστε μου μια σάλπιγγα
να κλάψω αυτόν τον άνθρωπο
με τη χακί στολή!...)





ΟΥΡΑΝΟΣ


Με τα κλαδιά του δέντρου κάνω σχέδια στον ουρανό
ζωγραφίζω ένα λυπημένο Θεό, την
οπλή του αλόγου που δε φαίνεται −
φταίνε τα σύννεφα που τα κουβάλησε ο τρελός βοριάς
μα πώς αλλιώς θα ζωγράφιζα
ένα καράβι με τα τέσσερα χαμόγελα του κόσμου;

Κάνω σχέδια με τα χέρια του ανέμου
σχέδια παράξενα, μάτια και πρόσωπα αγαπημένα,
σχέδια παράξενα, νεκροί που πίστεψα
αίμα και κόκαλα και χαρά και δρόμοι,
σχέδια ίσως τρελά: μια πηγή γαλάζιο,
μια πηγή γαλάζιο νερό για τη δίψα της προσευχής μου
κι έναν άγγελο να μου δίνει το χέρι
ν’ ανέβω ψηλά...

(Μάνα, δεν έπρεπε να βάψεις γαλάζια τα μάτια μου
δεν έπρεπε, μάνα, να με ποτίσεις
τόσο βουρκωμένο ουρανό...)





ΑΝΘΟΔΟΧΕΙΟ


Ίσως η κάμαρα η κενή, ίσως ο ήλιος που απίθωνε
             τις κραυγές του πάνω στην πλάτη μου
έγιναν αιτία να φαντασθώ
πως τ’ άδειο ανθοδοχείο πάνω στο τραπέζι
είχε μάτια που με κοιτούσαν επίμονα,
είχε φωνή που με νανούριζε και με ξυπνούσε
μ έναν Έρωτα γεμάτο παπαρούνες στο αδειανό του στόμα.





ΧΩΡΙΚΑ ΟΝΕΙΡΑ


I

Έσφιξα τα χέρια των συγχωριανών μου
− τη μοίρα οργωμένη από τ’ αλέτρι
τον ήλιο και τ’ αγκάθια από τα χερσοχώραφα
και την οργή τους.


II

Ο ουρανός θρυμματισμένος όνειρα
κάπα στην αγρύπνια του βοσκού κι αμίλητη φλογέρα.
Τη νύχτα αυτή όσα τα μάτια τ’ ουρανού
τόσα τα πρόβατα στη γη.


III

Ζέψαν τα βόδια από τις τέσσερις χαράματα
αφού τον αδερφό του ήλιο με την πλούσια κόμη
ξαπλώσανε στον κύκλο του αλωνιού
σπυρί σπυρί κουρσεύοντας το στάρι.


IV

Βάλτους δεν έχουμε δω να κρώζουνε τα νεροπούλια
τα καλοκαίρια δω άνεμος δε βογκάει, τ’ αρνιά
σκαρίζουνε, τα καριοφίλια κοιμούνται.
Πούθε έρχεται κάθε μεσάνυχτα η παιδική φωνή
τρέλα γεμάτη και παράπονο;





ΠΟΙΗΤΗΣ


Τέλειωνε το ποίημα όταν πλησίασα.
(Ήταν αθάνατος ή όχι;)
Του μιλούσα κι αυτός έβλεπε πώς πίνουν νερό τα πουλιά
του μιλούσα κι αυτός έπαιρνε τη σάλπιγγα
             να τραγουδήσει νεκρούς...
Του ’δειχνα τ’ άσπρα μου μαλλιά μ’ αυτός δε φοβόταν
             τον θάνατο,
του ’λεγα να ’ρθει μαζί μου να γελάσει
να χορέψει ή να κλάψει κάτω απ’ τη θλιμμένη βροχή
μ’ αυτός βρήκε βάναυσα τα λόγια μου
κι έφυγε κρύβοντας την παρουσία του στο πλήθος
όπως το λαβωμένο ζώο στο δάσος.





Από τη συλλογή «Πριν από τον θάνατο» (1958), που περιλαμβάνεται στην συγκεντρωτική έκδοση, «Μάρκος Μέσκος - Ποιήματα, Μαύρο δάσος Ι»,
εκδ. Γαβριηλίδης 2011.

Σάββατο 16 Απριλίου 2016

Μάρκος Μέσκος, "Μαυροβούνι"




ΤΟ ΚΑΤΟΠΙΝΟ ΜΟΥ ΟΠΛΟ


Στα μάτια των πνιγμένων τα καράβια
είναι μια νοσταλγία ατέλειωτη − θάλασσα η φωνή σου
              δε μου κάνει

Αηδόνια δεν ακούω. Για σε μικρέ βοριά
θα το σκεφτώ πολύ άλλη φορά
αν ξενυχτήσω κάτω από τα δέντρα σου.

Στέκομαι απέναντι σου (ονειρεύομαι, ξυπνώ, συναλλάσσομαι
για το καλό, πονώ και θλίβομαι μαζί σου) να βρω λοιπόν
δεν είναι δύσκολο
ποια ώρα της φωνής σου μου ταιριάζει.

(Προς το παρόν η ποίηση είναι ψυχή)





ΕΝΑΣ ΕΡΩΤΑΣ


Εκείνος καροτσέρης στην αγορά
το αλεύρι στις πλάτες, τα τσουβάλια με τα τσιμέντα
από τις αποθήκες στις άλλες αποθήκες
και σκόνη και φωνές και βαρέλια
με το αγώγι όλη μέρα μαλώνει.

Λαντζέρισσα εκείνη
άλλοτε πάλι λιώνει τα χέρια της στην σκάφη
λησμονώντας πολύν καιρό τον ουρανό.

Πότε πότε
όταν ξυπνάει η ματαιοδοξία και κοιμούνται τα παιδιά
ερημώνουν οι δρόμοι κάπου μεσάνυχτα
ρίχνουν οι δυο τους ένα ελαφρύ πανωφόρι στους ώμους
και βγαίνουν βόλτα ώσμε το πρώτο γιοφύρι
εκεί που τόσον καιρό έχουν να περάσουν.





ΤΟ ΑΙΣΘΗΜΑ


Μόνο εσύ τρυγόνα ξέρεις πόσον ωραίο είναι
τ’ άσπρο φεγγάρι πάνω στο βουνό, θολώνεις τo νερό
και πίνεις θάνατο όταν χαθεί ἡ χαρά σου·
πάρε λοιπόν και την αγάπη μου και κρύψε την
καθώς εσύ γνωρίζεις
στη ρίζα της αγριογκορτσιάς ή σ’ ένα ρωμαλέο καραγάτσι.





ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ


Η αρραβωνιαστικιά μου είναι κουτσή
κι ως περπατούμε δίπλα στα ποτάμια
θαρρώ πως μια καταποντίζομαι βαθιά στον ποταμό
κι άλλοτε πάλι με τραβούν τα μαύρα της μαλλιά
ψηλά στα κύματα που κελαηδούν αηδόνια…





Η ΑΣΠΡΗ ΠΟΡΤΑ


Από δω κινούσε ο έρωτας. Μελαχρινή χλωρασιά
το κόκκινο φόρεμα πώς σου πήγαινε!

Τρία ξύλα η άσπρη πόρτα και μια λαμαρίνα ασβεστωμένη.
Για μας η αρχή των φιλιών· του αγροφύλακα
η πύλη του νόμου. Σαν το πουλί χαράματα
σαν τη λαφίνα βράδυ η αγάπη μας έτρεχε να δροσιστεί.
Της θάλασσας τα σπλάχνα πάνω στο τριφύλλι, το άνθος
της μηλιάς πιο πάνω και ψηλά δυο φύλλα καρυδιάς με το φεγγάρι...

(Άκου πώς νυχτώνει ένα αηδόνι στο ποτάμι!)

Καθώς η φλούδα δένει τον κορμό ζητούσες να σε σφίξω·
τον φόβο σου να λιώσω όταν αστροπελέκια σκίζανε τον ουρανό.

Τον άλλο φόβο μέσα μου τον άκουγες;

Στην άσπρη πόρτα τώρα ανοίχτηκε φαράγγι
κι ο έρωτάς μας αλογάρης τ’ άλογα χουγιάζει
να πέσουν στον γκρεμό. Στα μάτια σου η βροχή
μα πέρα απ’ την αγνότητα μπροστά μου πάντα ένα
μαχαίρι ματωμένο.
Σύννεφο μικρό όμως αλλαξοκαιριάς πάει κι έρχεται
σύννεφο αλλαξοκαιριάς!

Σφάξτε τη φτώχεια η νύχτα να υποχωρήσει!

(Μικρή μου Βαρβάρα, μικρή μου Ιουλία
μικρή μου Ιωάννα, πω πω σας ξέχασα...)





Από τη συλλογή «Μαυροβούνι» (1963), που περιλαμβάνεται στην συγκεντρωτική έκδοση «Μάρκος Μέσκος - Ποιήματα, Μαύρο δάσος Ι», εκδ. Γαβριηλίδης 2011

Τετάρτη 2 Απριλίου 2014

Μάρκος Μέσκος, "Τα ποιήματα της σκάλας"




ΣΑΝ ΧΡΥΣΟΘΗΡΑΣ


Κάτι ξαφνιάστηκεν οδυνηρά η πληγή δεν κοιμάται·

σαν τυχερός άτυχος χρυσοθήρας στα βουνά
στενό στενό το πέρασμά τους όσον η κάννη του όπλου
που τον έστειλε κάπου στο χώμα να λειώνει ανώνυμος
και πικραμένος

– στους άλλους αιώνες δικαιωμένος·





ΒΡΩΤΟΣ, 5.4.2012


Δεν τραγουδούσαν ούρλιαζαν απελπισμένοι
λύκοι εφιάλτες ξεδοντιασμένα μάγια φαντάσματα
      τσακάλια
στο καπηλειό το παθιασμένο ακορντεόν ενός
      Βαλκάνιου Ρομά

αλλά πριν
όλοι άνθρωποι περαστικοί που είχαν
πολύν καιρό να χορέψουν και να τραγουδήσουν –

τσακισμένα τα φτερά της Χαράς δεν υπάρχουν…





Από τη συλλογή, «Τα ποιήματα της σκάλας», εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2013.

Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2013

Mάρκος Μέσκος, "Συντροφιά"




Το  σούρουπο  γυρίζουν  σπίτι  τα  νερά
αέρι   δρόμοι  σπαθί στο σπίτι. Ο  σκύλος
παίρνει  το  πόστο. Η άσπρη  χαρακιά του Γαλαξία
στον ουρανό. Ώρα  να  φυλάξουμε  καλά  τ’ όνειρο
μην  κρυώσει,  μην  λογιστεί  ακόμη  τα ξέφωτα.

…Καμιά φορά
πώς  ξεπηδάει  η  σύμπτωση! Εκεί  λοιπόν
στο  ξέφωτο  η   βαλανιδιά. Τα  φύλλα
της  βαλανιδιάς  με  τα κλωνιά
κι  αέρι  και  σκιά  και  μοιρολόι  και  μάνα
κανείς,  κανείς  μην  πει  πως  είναι  μόνος.



(Από τη συλλογή «ΑΛΟΓΑ  ΣΤΟΝ  ΙΠΠΟΔΡΟΜΟ»)

Σημείωση: Η γραφή του Μέσκου  είναι  πολυτονική.