Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2026

Βερονίκη Δαλακούρα, "Άγρια αγγελική φωτιά"

 



ΑΝΙΣΗ ΜΑΧΗ


ΚΑΛΗ ΜΟΥ μοίρα κρεμασμένη
Απ’ το παράθυρο
Τώρα είσαι μια γυναίκα
Σαν όλες τις άλλες
Πολύ χλομή για να ’σαι ευτυχισμένη.
Θυμάσαι εκείνο το βράδυ
Στο καφενείο με τους μύθους;
Η νιότη πετούσε τα άνθη της
Σαν μπαλάκια από ψίχα ψωμιού.
«Ακόρεστη ώς το τέλος», ψιθύρισε.
«Μυστήριο το νησί και το μυστηριώδες καράβι
Αίνιγμα τόσος πόνος να πάει χαμένος».
Κι έπειτα οι βροχές σάπισαν
Τα βράδια που λυσσομανούσε η κραυγή
«Ακίνητος!»
Και αντιγύριζε το σκοτάδι
«Στην κόρη που έχω μαζί σου
Θα δώσεις τρία δαχτυλίδια.
Δεν υπονοώ τίποτε, είναι
Κάτι τελείως πραγματικό»
Μα πάψε, πάψε!
Ο μυτερός πράσινος βράχος
Μαλλιαρός απ’ την πίσω μεριά
Με το αδελφικό στήριγμα του ανέμου
Σεσηπώς −

Παιδιά κι ασκήμια: ακαθαρσίες που ορίζουν την ποίηση.
Δυο γυναίκες που αγαπιούνται
Και δεν θα τολμήσουν ποτέ τους να αγκαλιαστούν.





ΠΑΙΖΩ ΚΑΙ ΧΑΝΩ


ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΦΩΣ της σεληνιακής νύχτας ένας σκυφτός και σιωπηλός άντρας ρίχνει τα χαρτιά. Το πρόσωπό του έχει την επίμονη έκφραση του παίκτη, αυτός, όμως, χαμένος μες στους υπολογισμούς, συλλογίζεται με τη μεγαλύτερη διακριτικότητα την ημέρα.
Είναι η ωριμότητα ή η σύμπτωση που με σπρώχνει κοντά του, όση ώρα διαρκεί ο περίπατος στα βάθη της πόλης που του ανήκει;
Σκόρπιες λέξεις, παραβιάσεις, τραντάγματα καρδιάς, μια γενικότερη αταξία, κι Εκείνη, που άξεστη και θλιβερή, χτυπώντας με στο πρόσωπο, δαγκώνει τα χείλη μου αναζητώντας τι;
«Μητέρα», ψελλίζω κατάκοπη, «δεν φταίω εγώ αν χάθηκα σε κόκκινη ομίχλη. Δες!»
Αυθυπαρξία μοναδική.





ΜΙΜΙΚΑ


ΟΠΩΣ Η ΕΡΩΜΕΝΗ που τρέχοντας στον εραστή
–όχι το αντίθετο, ειδάλλως δε θ’ ακριβολογούσα–
Με οδηγό το φεγγάρι στο τέλος χάνεται
Όταν αυτό βυθίζεται σε δροσερό πλήθος νεφών,
Έτσι η σκέψη γυρνά σε σένα
Τέλεια σχέση των αποστάσεων, για να λοιδορήσει
Τον αντικατοπτρισμό μιας χλιαρής απεικόνισης.
Σκοτεινιάζει, οι αιχμές των λεπιδοφόρων λέξεων
Σε αρκετά μεγάλη απόσταση από το κέντρο
Της εικόνας που αναπλάθεται
Θα καταστρέψουν το ιδιαίτερο χρώμα
Του κόσμου που σίγουρα θα έχανε την ουσία.
Τραγουδιστό χάος λοιπόν
Η μνήμη –σημαίνον φρίκης, πηγή των ορυκτών–
Το βάθος μετρά του αισθήματος.

Βράδυ έρχεται το μεγάλο καράβι
Γεμάτα κραδασμούς τα σωθικά του
Δεν θυμάμαι κι όμως ο χρόνος ή
Η προσομοίωσή του
Επανέρχεται μέσα από τον πεζό λόγο
Που στοχάζεται και τόσο λίγο ταιριάζει
Στον ποιητή, ιδίως αν αυτός είναι γυναίκα.
Βύθισμα σε σκόρπιες εικόνες
Ασύνδετες· η χαλυβουργία του σεξ
Διευθύνει την κίνηση, είναι άλλωστε φυσικό –,
Η άφωνη φρίκη εξακολουθεί να γρυλίζει
Σε διάλεκτο που αντικαθιστά τη μουσική.
Αγαπώντας σε λοιπόν γέρο της εφηβείας
Την εμπειρία προσπαθώ να μεταφέρω
Στη φίλη της νιότης, ξεχνώντας
Πως αυτό ειδικά ποτέ δεν
Κοινοποιείται ενώ και το πιο ισχνό
Δημιούργημα μ’ αυτό μπορεί να συγκριθεί.
Μαζί του το 197.. άκουγα τη Solemnis
Οι αστράγαλοί μας δεμένοι με δερμάτινο κορδόνι
Κανείς δεν θα σκεφθεί ότι αυτές οι στιγμές
Σαν υπερμεγεθυσμένο χέρι θα προκαλέσουν σύγχυση
Όχι μόνο στον φωτογράφο αλλά και στον χαράκτη
Που ακολουθώντας τη δική του τεχνική
Τυπώνει την ίδια έμπνευση συνήθως εις πολλαπλούν
Επιβάλλοντας στους μελλοντικούς αγοραστές
Μιαν ακούσια συγγένεια μέσ’ απ’ τη μουσική
Από τη μελωδία που τον καρπό θα διεγείρει
Του πιο θλιβερού θάμνου
Ώς την επανάληψη του τυμπάνου που εξωραΐζει
Περαστικές, ιδιοφυείς σκέψεις
Μιας ηλίθιας – ή το αντίστροφο.
Ξεφυλλίσαμε τόσα βιβλία όσο διαρκούσε
Η παρακμή· τώρα στο διπλανό δωμάτιο
Που ποτέ δεν υπήρξε, κάποιος φτυαρίζει θάνατο
Υποδεχόμενος χώμα. Κλείνω τα μάτια
Αγαπητό νυχτόβιο, κατρακυλώντας
Ώς τα σύνορα αυτής της ζεστής πόλης που
Συνήθως αρνείται να δεχτεί
Τύπους σαν εμένα.





ΜΥΗΣΗ


ΟΥΤΕ ΓΚΑΣΜΠΑΡΑ ΣΤΑΜΠΑ ούτε καν μία Μαρίνα έτσι όπως ανοίγει τις εξώπορτες των πορνείων, στείρα, ν’ ακούσει τις ιαχές της γονιμότητας. Μέρες του χασισέλαιου, νύχτες του τρυπημένου πνευμονιού, ο μολυσμένος άντρας κοιμάται αμέριμνος δίπλα της, Αμετάκλητα έκτος αφού η ιδιότητα του ποιητή προϋποθέτει δστην εξοικείωση με τη σύγχυση. Όμως
 
Απαίσιο, το καθετί παρέμεινε και μετά το τέλος το ίδιο απαίσιο. Ψίθυροι όπως «Προσευχήσου για μένα» έπαιρναν τη θέση της εξομολόγησης, το μερίδιο της μάχης στο χαράκωμα της λεωφόρου. Ανέβαινε ασθμαίνοντας τα σκαλιά. Κάπου κρυβόταν ο τρελός σύζυγος ίσως στο τέρμα του δρόμου που κάποτε αγάπησε μιαν άλλη. Χειμώνας, για να υπάρξει έπρεπε τη μόλυνση να ακολουθήσει η διαφθορά. Όμως ακόμη κι αν ομολογούσε ότι με τη δική της θέληση ασελγούσαν στην ψυχή της, έπρεπε γι’ αυτό για πάντα το σώμα της να χάσει;





Από τη συλλογή «Άγρια Αγγελική Φωτιά», εκδ. Άγρα, 1997.




Η Βερονίκη Δαλακούρα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1952. Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Ανθρωπογεωγραφία στο Μονπελιέ (Γαλλία). Εργάστηκε ως δικηγόρος και ως μεταφράστρια. Δίδαξε ανθρωπογεωγραφία στο Πανεπιστήμιο της Κομοτηνής. Από το 1996 είναι καθηγήτρια στη Μέση Εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Ποίηση [1967-1972] (Αθήνα, 1972), Η παρακμή του έρωτα (Διογένης, 1976), Ο ύπνος (Νεφέλη, 1982), Μέρες ηδονής (Φόρμα, 1991), Άγρια αγγελική φωτιά (Άγρα, 1997), 26 Ποιήματα (Άγρα, 2004), Καρναβαλιστής (Κέδρος, 2011), Καππαδόκες (Κουκκίδα, 2020), Ευφροσύνη (Κουκκίδα, 2024), καθώς και τις συλλογές διηγημάτων: Το παιχνίδι του τέλους (Νεφέλη,1988), Ο πίνακας του Χόντλερ (Άγρα 2001) και Ένα απόγευμα στην ομίχλη (Κουκκίδα 2018). Επιπλέον, έχει μεταφράσει, Απολιναίρ, Ρεμπώ, Σταντάλ, Εξυπερύ, Μπωντλαίρ, Φλωμπέρ, Ανρί ντε Μονερλάν, Ντεσνός και άλλους συγγραφείς.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου