Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φραγκιαδουλάκη Αφροδίτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φραγκιαδουλάκη Αφροδίτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2024

Αφροδίτη Φραγκιαδουλάκη, "Το ραντεβού" (απόσπασμα)



 
Το ραντεβού
(απόσπασμα)
 
 
Βιέννη
 


Ο νεαρός άντρας πήδηξε την τελευταία στιγμή από το τραμ και προσγειώθηκε μπροστά στο Ρατχάους. Χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά στα εξεζητημένα κτήρια γύρω του, χώθηκε στα στενά της πόλης. Δεν τον κυνηγούσε κανένας, όμως, οι σόλες των παπουτσιών του αντηχούσαν στο καλντερίμι. Μπήκε βιαστικά στο Καφέ Σεντράλ που μόλις είχε ανοίξει. Οι σερβιτόροι με τις κολλαριστές στολές και τα κέρινα πρόσωπα τακτοποιούσαν την επίπλωση. Κάθισε στο μέρος που συνήθιζε να κάθεται. Δίπλα στο μεγάλο μαύρο πιάνο, πλάι στις γυάλινες βιτρίνες με τα γλυκίσματα. Ήταν πολύ νωρίς γιατί δεν έβλεπε κάποιον από τους γνωστούς του. Το χιόνι που έπεφτε απαλά όλη τη νύχτα ίσως τους αποθάρρυνε να εγκαταλείψουν τα ζεστά τους σκεπάσματα.
     Εκείνος τι έκανε εκεί; Γιατί δεν ήταν στο κρεβάτι του και στην αγκαλιά της; Ποια δυνατή φωτιά τον έκαιγε και δεν τον άφηνε να ηρεμήσει;
       Παρήγγειλε καφέ μελανζέ και ζήτησε την εφημερίδα.
    Τα γκρίζα σύννεφα του πολέμου στο πρωτοσέλιδο σκίαζαν το θαμπό φως του πρωινού. Γύρισε φύλλο. Ισπανική γρίπη διάβασε στη δεύτερη σελίδα· ο πηχυαίος τίτλος τον τάραξε. Τι ήταν πάλι αυτό; Και γιατί πρόσθεσαν κι άλλη νευρικότητα στις κινήσεις του οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες με τους ανθρώπους που φορούσαν περίεργες μάσκες;
       Μια λαχτάρα να βρεθεί στο ατελιέ, μπροστά στο καβαλέτο του, τον κυρίευσε. Όμως έπρεπε να περιμένει να ανοίξει πρώτα το κοσμηματοπωλείο στη συμβολή των οδών Κόλμαρκτ και Γκράμπεν. Τον ειδοποίησαν πως η παραγγελία του ήταν έτοιμη. Δυο εξαίσια ρουμπίνια δεμένα με χρυσό θα στόλιζαν απόψε τα αυτιά της.
   Οι άμαξες άρχισαν να παρελαύνουν πίσω από τα κρύσταλλα των τοξωτών παραθύρων. Οι πόροι στην επιδερμίδα του ανασηκώθηκαν ώσπου το αίμα του να ανακτήσει πάλι τη θερμοκρασία του καυτού κορμιού της. Χθες πριν αποκοιμηθούν του ψιθύρισε πως είχε κάτι σημαντικό να του ανακοινώσει. Δεν ρώτησε. Τα μάτια της που έλαμπαν στο σκοτάδι την πρόδωσαν. Κυλούσε ήδη στις φλέβες του το μυστικό της.
       Ξαφνικά δεν άντεχε να περιμένει. Άφησε μερικά κέρματα στον ασημένιο δίσκο και ξεχύθηκε στον παγωμένο αέρα και στο πεπρωμένο του...




Από το μυθιστόρημα «Το ραντεβού», β' έκδοση, αναθεωρημένη, e-book, 2024: 
https://afroui.gumroad.com/l/rantevou




Βιογραφικό

Η Αφροδίτη Φραγκιαδουλάκη κατάγεται από το Ηράκλειο της Κρήτης και σπούδασε Ιστορία & Αρχαιολογία στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Το 2016 εκδόθηκε το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο Το ραντεβού. Το 2018 κυκλοφορεί η Κερασία και το 2019, το τρίτο της βιβλίο, Το πορτραίτο. Το 2020 εκδόθηκε το πρώτο της παραμύθι με τίτλο Το πεφταστεράκι. Την ίδια χρονιά συμμετείχε στη συλλογική ποιητική έκδοση με τίτλο Τα χαϊκού της Άνοιξης. Ακολούθησε το δεύτερο παραμύθι της, Η Κοκκινοσταλίτσα και η πρώτη ιστορία από μια σειρά παραμυθιών με τίτλο Οι περιπέτειες της Αξιοπαρέας. Κατόπιν, κυκλοφόρησε το πρώτο της θεατρικό έργο σε ebook με τίτλο Καφενείο να γελάς. Σε ebook κυκλοφορεί επίσης η συλλογή ποιητικών γρίφων Αστρίτσι, το κυνήγι του θησαυρού.
    Διηγήματα, άρθρα της, ποιήματα, μεταφράσεις ποιημάτων έχουν δημοσιευτεί στον ημερήσιο και τον διαδικτυακό τύπο. Διατηρεί ένα μπλογκ φωτογραφίας & τέχνης, το afroui me & myself, μια καλλιτεχνική στήλη σε λογοτεχνική ιστοσελίδα και μια βιβλιοφιλική σελίδα με τίτλο «Ραντεβού με το βιβλίο».
    Το 2024, επανακυκλοφορεί, αναθεωρημένο, Το ραντεβού σε ebook. Την ίδια χρονιά, με τίτλο Rendezvous with Egon κυκλοφορεί και στα Αγγλικά.



Σάββατο 16 Μαρτίου 2024

Αφροδίτη Φραγκιαδουλάκη, "Το κυνήγι του θησαυρού"





1

Έκπτωτος βιγλάτορας των στοιχειών
αετός και κόρακας στις κορφές
επιτηρώ τους σταρένιους ορίζοντες.
Ρήγας με αραχνιασμένο στέμμα,
βασιλεύω στους ασπαλάθους.
Στη χιλιομπαλωμένη μου φορεσιά,
εγώ κρύβω τον θησαυρό!





2

Φιδίσιο μονοπάτι από τη Βενετιά
με κάρβουνο βυζαντινό ζωγραφισμένο,
καταβρόχθισε τους αρμούς μου.
Το νάμα που αναβλύζει από τα βάτα
κυλάει στο αγκωνάρι των προσευχών.
Σε ωραία πλάκα ακουμπισμένο
εγώ κρύβω τον θησαυρό!





8

Στους αγρούς της ανάμνησης
και στων αγγέλων τους αχανείς τόπους,
μετρώ άχρονα τον χρόνο.
Κι αν μου λείπεις, δεν μου λείπεις
γιατί κάθε μέρα σε νοσταλγώ…
Στα λόγια που ποτέ δεν είπαμε
εγώ κρύβω τον θησαυρό!





13

Ιεροκήρυκας δίχως παλάτια,
ζυμώνω τον ιδρώτα μου στις σκουριές
και στα παλιά τεφτέρια αγκομαχώ.
Τα δώρα της μέρας αποσυνθέτω
στη γέρικη ανάσα και τον παλμό.
Στο κορμί με τα φύλλα από αρζέντι,
εγώ κρύβω τον θησαυρό!





Από το e-book της Αφροδίτης Φραγκιαδουλάκη, Το κυνήγι του θησαυρού, Αστρίτσι. 2024.

Οι 15 γρίφοι του βιβλίου, γράφτηκαν για το Κυνήγι του Θησαυρού που έλαβε χώρα στο Αστρίτσι Ηρακλείου τις Απόκριες του 2024.


ΓΡΙΦΟΙ

  1   Ανεμόμυλος
  2   Άξιον Εστί
  8   Κοιμητήριο
13   Ελαιοτριβείο


Πηγή για τη φωτογραφία, η σελίδα της Αφροδίτης Φραγκιαδουλάκη στο facebook.

Σάββατο 9 Μαΐου 2020

Αφροδίτη Φραγκιαδουλάκη, "Τέσσερα χαϊκού"




                                                    1.

                                                    διάφανη νύχτα
                                                          στο κορμί σου υφαίνω
                                                                        πνίγηκα στ’ άστρα




                                                    2.

                                                    στα σώματά μας
                                                          χώρες απέραντες
                                                                        εξερευνήσαμε




                                                    3.

                                                    σε παράθυρα
                                                          μυστικά των βλεφάρων
                                                                        σώνονται ίσκιοι




                                                    4.

                                                    σε άνθη ροδιάς
                                                          γύμνωσες πεταλούδα
                                                                        φτερά ανέμου



Αφροδίτη Φραγκιαδουλάκη



Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: Francesca Woodman, «Self-deceit, 1», Rome Italy, 1978 (detail).

Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2019

Fernando Pessoa, "Κάτι σαν καταχνιά..." (μετάφραση - επίμετρο: Αφροδίτη Φραγκιαδουλάκη)




Κάτι σαν καταχνιά...
Like A Mist
(Tenho em mim como uma bruma)


Κάτι σαν καταχνιά μπήκε μέσα μου
ένα ομιχλώδες κενό
μια νοσταλγία για το απόκρημνο τίποτα
η επιθυμία να το απολαύσω, να το ρουφήξω

Με έχει καταπιεί
ετούτη η τρομακτική ομίχλη
— βλέπω το ύστατο αστέρι να λάμπει
στη γόπα που αναπαύεται στο τασάκι μου

Φύσηξα τον καπνό της ζωής μακριά. Πόσο αβέβαια
όσα είδα ή διάβασα!
Κι ο κόσμος όλος, ένα πελώριο ανοιχτό βιβλίο
με περιπαίζει σε μια γλώσσα που δε γνωρίζω.


[16-7-1934]



Μετάφραση: Αφροδίτη Φραγκιαδουλάκη




Επίμετρο:
Ο Πορτογάλος ποιητής που δεν ήξερε τι θα φέρει το αύριο, που πολεμούσε με λύσσα και τους ογδόντα ένα εαυτούς του, γεννήθηκε τον Ιούνη του 1888. Κάθε ένα ξεχωριστά από τα ετερώνυμά του είχε το δικό του χαρακτήρα και λογοτεχνικό στιλ, μια ανεξάντλητη μανιέρα ταλέντου και έμπνευσης: Να αισθάνομαι τα πάντα μ’ όλους τους τρόπους, να ’χω όλες τις απόψεις, να ’μαι ειλικρινής αντιφάσκοντας κάθε λεπτό.
Το αύριο έφερε μια ανησυχία στις φλέβες της παγκόσμιας ποίησης και μια καθολική αναγνώριση του μοναχικού, ονειροπόλου δημιουργού που του άρεσε να ταξιδεύει χαϊδεύοντας τη σιωπή, να αλλάζει χώρες και μάσκες, να είναι πάντα "άλλος".




Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2019

Αφροδίτη Φραγκιαδουλάκη, "Το Πορτραίτο" (απόσπασμα)





I

Κρήτη, 28 Οκτώβρη 1940


Τα μικρά παιδιά όλου του κόσμου όταν κοιμούνται είναι τόσο ήρεμα ειδικά στον πρωινό ύπνο. Καμιά δύναμη δεν είναι ικανή να τους χαλάσει τη γλύκα του. Εκείνο το πρωί ήταν τελείως διαφορετικό για μένα, Καλλιόπη, που ήμουν μόνο πέντε χρόνων. Ένα τρομακτικό βουητό ακούγεται στον ουρανό του χωριού μας που με ξυπνά. Φοβούμαι. Τι είναι αυτό που μουγκρίζει κι απομακρύνεται για λίγο για να ξανάρθει πιο δυνατό λες και θέλει να πέσει στο σπίτι μας; Τότε δεν υπήρχαν μηχανήματα ή άλλου είδους εργαλεία όπως σήμερα ώστε να έχουν συνηθίσει τ’ αφτιά μας σε τέτοιους θορύβους, και τούτο το άγνωστο μουγκρητό στο ήσυχο χωριό μας ήταν πρωτόγνωρο για όλους μας. Οι γονείς μας ανήσυχοι πηγαινοέρχονται μέσα έξω στα σπίτια και κουβεντιάζουν αναμεταξύ τους μεγαλόφωνα. Εμείς τα παιδιά, θες από τον ύπνο, θες που ακούγαμε για πρώτη φορά λέξεις που δεν καταλαβαίναμε, εκείνο το πρωινό της 28ης Οκτωβρίου ξυπνήσαμε θέλοντας και μη.
Ο μεγαλύτερος αδερφός μου ο Μιχάλης, που ήταν εννιά ετών, κάτι μισόλογα μου λέει, ότι αυτό το αφύσικο βουητό είναι αεροπλάνο. Άλλο πάλι και τούτο, ένα σιδερένιο πουλί να πετά στον αέρα με τόσο θόρυβο. Οι μεγάλοι να λένε και να ξαναλένε: «Πόλεμος! Πόλεμος!» Δε θα ξεχάσω ποτέ, Καλλιόπη, τη βαβούρα του κόσμου και την επανάληψη της λέξης «πόλεμος». Είναι μια λέξη που δεν ήξερα τι θα πει, αλλά η αναστάτωση κι η συμπεριφορά των μεγάλων δημιουργούσε σε μας τους μικρούς δέος και μεγάλη τρομάρα. Δε γνωρίζαμε, βλέπεις, από πολεμικά παιγνίδια, γιατί παίζαμε μόνο με ό,τι είχε να μας προσφέρει η φύση: μύλους, αμάδες, ντελή* κι άλλα τέτοια πολλά.
Ύστερα από λίγη ώρα έρχεται στο σπίτι ο πατέρας κι έχει στον κάδο του κάτι στενόμακρα χαρτιά που τα λένε «προκηρύξεις». Τα έριχνε, λέει, το σιδερικό πουλί απ’ τον ουρανό. Οι προκηρύξεις γράφουν ότι η Ιταλία μάς κάνει πόλεμο. Ποια είναι πάλι αυτή η Ιταλία, καμιά αγριογυναίκα; Και τι πόλεμο θα μας κάμει μια γυναίκα με τόσους άντρες που έχει το χωριό μας;
«Όχι μωρέ, χώρα είναι» προσπαθεί να με διαφωτίσει ο πατέρας μου, βάζοντάς με προστατευτικά στην ποδιά του. Η μυρωδιά του, που άλλες φορές αρκούσε να με καθησυχάσει, τώρα δεν μπορεί να με βοηθήσει ν’ αντιληφθώ τι είναι αυτή η «χώρα» και θέλει να μας την πάρει μια άλλη. Άντε να καταλάβω εγώ τόσο μπερδεμένα λόγια πρωί πρωί κι αγουροξυπνημένος.
Ο πατέρας μού εξηγεί: «Η Ιταλία είναι χώρα σαν την Ελλάδα μας, έχει έναν αρχηγό που τον λένε Μουσολίνι και θέλει να μας κάμει πόλεμο, Γιωργιό».
«Μπαμπά, εμείς δεν έχομε έναν αρχηγό να τον λένε κι αυτόν Μουσολίνι, να κάμει μαζί του πόλεμο όπως κάνουν τα μεγάλα παιδιά κάθε βράδυ στις γειτονιές που παίζουν;» ρωτούσα με αγωνία. Ο πατέρας χαμογελούσε και μιλούσε με τους γειτόνους που είχαν κοπιάσει στο σπίτι. Διάβαζαν και ξαναδιάβαζαν τις λέξεις στα χαρτάκια – τις προκηρύξεις. Ήταν ακαταλαβίστικες καθώς φαίνεται και γι’ αρκετούς μεγάλους. Ο πατέρας εξηγούσε και σε κείνους. Μουρμούριζαν γι’ ανηφόρες, κατηφόρες, φώναζαν: «Θα τον διώξουμε τον εισβολέα» κι άλλα παρόμοια. Μιλούσαν για επιστράτευση, για τροφές, για καταφύγια, για όπλα. Όλα φύρδην μίγδην· πού να βρει κανείς άκρη;
«Τι ’ναι πάλι αυτή η επιστράτευση;»
«Επιστράτευση» εξηγεί για πολλοστή φορά ο πατέρας με ψύχραιμη φωνή, «σημαίνει ότι πρέπει όλοι οι νέοι του χωριού να πάνε και να γίνουν φαντάροι». «Πού θα πάνε; Τι θα κάνουν εκεί;». Άντε πάλι απορίες μικροί και μεγάλοι.
Οι τελευταίοι μάς βάζουν κάτι αγριοφωνάρες να μην μπλέκομε στα πόδια τους. Άλλοι δε μας δίνουν καθόλου σημασία. Ποιον να ρωτήσομε και τι να ρωτήσομε, τι να μας πουν και τι να καταλάβομε εμείς απ’ όλα αυτά; Τα μεγαλύτερα παιδιά κάτι πρέπει να καταλαβαίνουν, αλλά σε μας δε λένε τίποτε. Κάνουν και κείνα όπως οι μεγάλοι, μας βάζουν καμιά άγρια φωνή να καθίσομε ήρεμα.
Οι νέοι ρωτούν αναμεταξύ τους: «Εσύ ποιας κλάσεως είσαι; Εγώ είμαι του 38, πού πρέπει να παρουσιαστώ;». Οι ακαταλαβίστικες κουβέντες συνεχίζονται. «Φεύγει για το μέτωπο ο τάδε. Ο δείνα πάει για τα έμπεδα**». «Τον άλλον δεν τον παίρνουν, τι να τον κάμουν; Αυτός δεν είναι άξιος ούτε για να καθαρίζει κρεμμύδια». «Μωρέ όλοι τους χρειάζονται» λέει άλλος πιο γνώστης των πολεμικών που είχε ήδη πάει φαντάρος.
Οι πιο αντρειωμένοι γελούσαν: «Μωρέ τον Μουσολίνι θα τον πετάξομε γρήγορα στη θάλασσα μετά βεβαιότητος».
Οι γυναίκες προβληματισμένες δώστου να σταυροκοπιούνται, μα και πολλοί από τους άντρες. Ειδικά οι νιόπαντρες έκλαιγαν τη μοίρα τους που θα έφευγαν οι άντρες τους, όπως κι οι περισσότερες μανάδες ότι θα χάναν τα παιδιά τους σ’ αυτόν τον πόλεμο «και τι να κάνομε, συμφορά». Δε συμμετείχαν σε αστεία και πειράγματα, τις έκαιγε πικρός καημός στα στήθια. Τα τύμπανα του πολέμου χτυπούσαν στ’ αφτιά τους πολύ άσχημα και το μαχαίρι του πόνου όλο και πιο βαθιά καρφωνόταν μέσα τους. Τα δάκρυα δε σταματούσαν να κυλούν στα αυλακωμένα τους μάγουλα, που ούτε το μαύρο τσεμπέρι δεν μπορούσε να τους τα κρύψει.
Στο καφενείο του μπαρμπα-Νικολή έχει ένα κουτί κι είναι πολλοί γύρω του και το ακούν. Απέξω στην πόρτα οι μικροί πατούν ο ένας τον άλλον για να το δουν το κουτί που μιλεί. Απαγορεύεται να μπουν πριν βγάλουν μουστάκια και φορέσουν μακριά παντελόνια. Το κουτί τραγουδά κιόλας πότε πότε εθνικά τραγούδια. Μωρέ, πώς χωρούν άραγε τόσοι άνθρωποι μέσα να μιλούν και να τραγουδούν επίσης;
Όμως η φωνή ακούγεται πολύ βραχνιασμένα ή χάνεται τελείως. Αυτοί που στέκουν τριγύρω, επειδή δεν αντιλαμβάνονται και πολλά, τα βάζουν με μας τα παιδιά. «Σκάσετε, μωρέ, να καταλάβομε τι λέει το ράδιο». Να που μάθαμε ότι το κουτί που μιλεί και τραγουδά το λένε ράδιο. Κολλούν το αφτί τους πάνω κι όταν δεν ξεκαθαρίζουν τι λέει, του πετούν στα γρήγορα και μια δυο παλαμιές για ν’ ακουστεί καλύτερα. Μπαινοβγαίνουν και στ’ άλλα καφενεία. Κι εκεί η ίδια κατάσταση. Αυτά όμως δεν έχουν κουτιά που να μιλούν και να τραγουδούν, αλλά η φασαρία των θαμώνων είναι εντονότερη και οι συζητήσεις δεν έχουν σταματημό αναμεταξύ των, ώστε δεν καταλαβαίνει κανένας τι λένε όλοι τους.
Τι μέρα είναι κι αυτή η σημερινή, Θεέ μου. Θα συνεχιστεί άραγε η αναταραχή πολλές μέρες έτσι ή θα ξεχαστεί σε λίγο όπως τόσα και τόσα ξεχνιούνται με τον καιρό; Για πρώτη φορά τα παιδιά δεν ασχοληθήκαμε με παιγνίδια, μόνο ήμασταν κοντά με τους μεγάλους, βήμα βήμα, ν’ ακούομε τι συμβαίνει.
Πήγαμε νωρίς στα κρεβάτια μας μετά το φαγητό, αφού τα βράδια δεν επιτρεπόταν να καθίσομε μαζί τους για πολλή ώρα. Εκείνοι ειδικά απόψε δε θα κοιμηθούν καθόλου. Όλη τη νύχτα θα συζητούν για τον μεγάλο πόλεμο και τι μέτρα προστασίας θα πάρουν. Το σπουδαιότερο πώς θα αντιμετωπίσουν την έρημη πείνα που συνήθως δημιουργεί ένας πόλεμος σ’ όλο τον κόσμο.
Για μας τα παιδιά η παράξενη, όλο ένταση, μέρα της 28ης Οκτωβρίου 1940, έλαβε τέλος. Μας πήρε αμέσως ο ύπνος.



Αφροδίτη Φραγκιαδουλάκη



Απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Το πορτραίτο», εκδ. Πνοή, 2019.



* Παραδοσιακά κρητικά παιχνίδια.
** Στρατιωτικό τμήμα, που ακόμα και σε περίοδο εκστρατείας, παραμένει στην έδρα του για να αναλάβει την εκπαίδευση των νεοσυλλέκτων και άλλες υπηρεσίες των μετόπισθεν.


Στην εικόνα, σύνθεση αποτελούμενη από το εξώφυλλο του βιβλίου και τη φωτογραφία της Β. Παπαϊωάννου: "Παιδιά που διαβάζουν σε παιδόπολη", (1950).

Τρίτη 12 Μαρτίου 2019

Αφροδίτη Φραγκιαδουλάκη, "Ο αστρολάβος"




Ο αστρολάβος


[...]
Χρειάζομαι έναν αστρολάβο, Καλλιόπη.
Θέλω να παρατηρήσω τη σελήνη και τα αστέρια που τρεμοφέγγουν στο κεφάλι μου σαν τράτες σε σκοτεινιασμένες θάλασσες. Να εξερευνήσω τα αμπάρια τους από λάβα και εκρηκτική ύλη. Να σκοπεύσω το χλομότερο βαρκάκι του ουράνιου στερεώματος πάνω στον κανόνα της μηχανής μου και να στρέψω τόσες μοίρες το δίσκο με την ακτίνα του ώσπου να συναντήσει το λαμπρότερο πλανήτη, το αστέρι σου. Να διαπιστώσω αν τέμνονται οι συντεταγμένες τους στο μέλλον. Μα στο χωριό μας δεν υπάρχουν αστρολάβοι.
Οι παλιοί λέγανε πως στη θέση που είναι χτισμένο το Αστράκι προϋπήρχε μια πολιτεία τρανή και ξακουσμένη. Αρχαίες πέτρες πώς χτίζουν τις ξερολιθιές του. Αφηγόντουσαν ιστορίες για σφραγιδόλιθους, γυναικεία κεφάλια και χαραγμένους κούρους που έβλεπαν το φως μιας αλλιώτικης μέρας στο ύψωμα με τα τείχη. Όμως λίγο με νοιάζουν όλα ετούτα εμένα. Οι πλάκες από μάρμαρο και τα βήσαλα που ξεπετάγονται με τα οργώματα στην Κεφάλα δεν έχουν στα μάτια μου καμία απολύτως αξία. Οι θησαυροί μου κρύβονται στον κάμπο.
Εσύ ήσουν πια τεσσάρω χρονών και η Κατίνα σου φορούσε μια ποδίτσα από ποπλίνα. Καμάρωνες και στριφογύριζες στην ποδιά μου.
«Έλα, μικιό μου, να σε πάω μια βόλτα με τη καινούρια σου ποδιά…» δεν τέλειωνα τη φράση μου και με άρπαζες από το χέρι. Η μάνα σου που ήταν σκυμμένη στο κοφινάκι με τα ρούχα για ανέραμμα, μας έγνεφε στο καλό και συνέχιζε τις κεδιές της.
Περνάγαμε τις πικραμυγδαλιές που έγερναν στους τροχάλους και ανηφορίζαμε στην Κεφάλα. Η γη σιγόβραζε και τα όσπρια άνοιγαν τα λουβιά τους. Οι άντρες με τα ανοιχτόχρωμα καμπανί που σκάλιζαν τα χωράφια τους, παρατούσαν για λίγο τη σκαλίδα, σήκωναν την παλάμη τους και μας χαιρετούσαν. Τραβούσαμε μαζί και το καλαμένιο σου άλογο, ένα από τα αγαπημένα σου παιχνίδια και οργώναμε τις πολύχρωμες παπαρούνες. Έτρεχες ίδια αμαζόνα με το καλάμι στα σκέλια σου, οι μπούκλες σου να ανεμίζουν και τα γέλια σου να μαστιγώνουν την ατμόσφαιρα. Μου φώναζες να σε κυνηγάω. Έκανα πως δε σε έφτανα και πως λαχάνιαζα και παραπατούσα, μόνο και μόνο για να βλέπω τα ματάκια σου να αστράφτουν από χαρά και τα μάγουλά σου να βάφονται πιο κόκκινα και από το λιάτικο σταφύλι.
Ένα απόγευμα μας βρήκε πάλι στην Κεφάλα να φυσά ελαφρό βοριαδάκι και να ακούμε το βροντερό σφύριγμα του πλοίου «Αγγέλικα» που αναχωρούσε από το λιμάνι του Ηρακλείου. Το δέος που έδεσε κόμπο το στομάχι μου ανακάτεψε τα σωθικά μου και ανασήκωσε όλες μου τις τρίχες. Ο πατέρας είχε συνοδεύσει το Μιχάλη μας στη Χώρα. Και ο αδελφός μου ήταν τώρα μέσα σε εκείνο το σιδερένιο θεριό και έφευγε στρατιώτης.
Σα να ένιωσες τη συναισθηματική μου υπερδιέγερση, πέταξες πέρα το καλαμένιο σου ζώο και ήρθες και κάθισες αμίλητη πλάι μου στα χαλίκια. Ο αέρας έφερνε τα μαλλιά σου πότε στο πιγούνι και πότε στα κατάξερα χείλη μου. Η μυρωδιά του κορμιού σου ανακατεμένη με τη γλυκιά υπνωτική οσμή από τα μανουσάκια που κρατούσες στα χέρια σου, έλυσε μαγικά τον κόμπο στο στομάχι μου και άνοιξε τους κρουνούς στα κλειδωμένα μου βλέφαρα. Εσύ, το νήπιο, με κράτησες στην αγκαλιά σου και εξακολουθώντας να μη μιλάς, στέγνωσες όλες τις γκρίζες λίμνες που είχαν πνίξει την καρδιά μου. […]





Το απόσπασμα «Ο αστρολάβος», είναι προδημοσίευση από το νέο, υπό έκδοση μυθιστόρημα της Αφροδίτης Φραγκιαδουλάκη, που αναμένεται να κυκλοφορήσει εντός του 2019.

Φωτογραφία: Robert Doisneau.