Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 13 Μαΐου 2025

Κατερίνα Γαϊτάνου, "Σαμπάνια σουπερνόβα"




Ο όρος υπερκαινοφανής αστέρας ή σουπερνόβα (supernova) αναφέρεται σε διάφορους τύπους εκρήξεων που συμβαίνουν κατά τη διάρκεια των τελευταίων εξελικτικών σταδίων της ζωής των αστέρων, κατά τις οποίες παράγονται εξαιρετικά φωτεινά αντικείμενα, αποτελούμενα από πλάσμα (ιονισμένη ύλη) και των οποίων η αρχική φωτεινότητα στη συνέχεια αδυνατίζει μέχρι του σημείου της αφάνειας μέσα σε λίγους μήνες. Η έκρηξη των αστέρων είναι τεραστίων διαστάσεων, ξεπερνά την ενέργεια που εξαπολύεται από τον Ήλιο και κατ’ αυτό τον τρόπο «πεθαίνουν». Από τη γήινη ατμόσφαιρα και γενικά από τη γη ένας σουπερνόβα φαίνεται σαν ένα εξαιρετικά φωτεινό αστέρι που δεν βρισκόταν σε εκείνη τη θέση πριν κάποιες ώρες. Ο θάνατος του αστεριού, ο λεγόμενος σουπερνόβα, επέρχεται μετά από περίπου 10 με 20 εκατομμύρια έτη.
Wikipedia

Για ποιο λόγο αυτό το γαμημένο σύμπαν ενώνει δύο ανθρώπους όταν δεν υπάρχει καμία περίπτωση να είναι μαζί;
@robin_cru1614



Σε λίγα λεπτά από τώρα, το σώμα μου θα εκραγεί σε αναρίθμητα κομμάτια και το φως από την έκρηξη θα γίνει ορατό στη Γη, με τη μορφή ενός αστεριού που πέφτει. Θα το δει το νεαρό κορίτσι που εκείνη την ώρα θα έχει στραμμένο το βλέμμα στον ουρανό, ελπίζοντας σε ένα θαύμα που θα τη σώσει από τη μοναξιά της. Θα πιστέψει ότι είμαι το τυχερό της αστέρι και θα σπεύσει με όλο της το είναι να κάνει μια ευχή. Θα είναι μία ζεστή, σκοτεινή νύχτα στα μέσα του Ιουλίου, από εκείνες που σε κάνουν να πιστεύεις ότι το καλοκαίρι δε θα τελειώσει ποτέ. Εντελώς απρόσμενα θα νιώσει τυχερή που θα με βλέπει σε ελεύθερη πτώση, κυρίως γιατί θα το έχει ανάγκη. Θα κάθεται ολομόναχη στο μπαλκόνι του σπιτιού της, παρέα με τις άδειες πολυθρόνες, τις γλάστρες με τις μολόχες και το φως από τη λάμπα του δήμου, περιμένοντας ένα σημάδι από τον ουρανό. Θα κάνει τη λάθος ευχή φυσικά, γιατί η νιότη δεν ξέρει ποτέ τι πραγματικά χρειάζεται. Θα ευχηθεί επάνω στο άυλο κορμί μου να τον συναντήσει.
     Εκείνος θα έρθει στο δρόμο της σύντομα. Έτσι κι αλλιώς θα ερχόταν, διότι η ίδια τον ψάχνει καιρό τώρα μέσα στη φαντασία της. Όμως θα φανεί όπως και στα μυθιστορήματα, μοιραίο. Θα τον ερωτευτεί με την πρώτη ματιά, κι εκείνος το ίδιο. Θα είναι και για τους δυο η ευχή της ό,τι πιο συγκλονιστικό θα τους συμβεί για το υπόλοιπο της ζωής τους. Δεν θα μπορέσουν να είναι ποτέ μαζί – λίγο θα σμίγουν και περισσότερο θα χάνονται, διότι το κάρμα δεν χαρίζεται χωρίς βαριά ανταλλάγματα. Εκείνη δε θα σωθεί ποτέ από τη μοναξιά της. Η ανάμνηση της ευχής της θα την ακολουθεί μέχρι και το δικό της σώμα να γίνει δωρεά στο σύμπαν. Στη διάρκεια της ενήλικης ζωής της, θα πιστέψει, θα ματαιωθεί, θα συγκινηθεί, θα πονέσει, αλλά δεν θα ξεχάσει τι ευχήθηκε. Κάποτε θα χρειαστεί να κάνει ειρήνη με το πάθος της. Τότε θα είναι που θα γράψει μια ιστορία γι’ αυτό που της τρώει την ψυχή. Θα είναι ένα βράδυ φθινοπώρου, ακούγοντας το Blue Banisters της Lana del Rey. Ένα δειλινό με τη γεύση της ξεθυμασμένης σαμπάνιας και του ανεκπλήρωτου έρωτα. Θα την ονομάσει Σαμπάνια Σουπερνόβα. Και τα αστρικά τους σώματα θα ανταμώσουν στις λέξεις και τις σιωπές, εκεί όπου όλα γίνονται Ένα.

Κατερίνα Γαϊτάνου




Από τη συλλογή διηγημάτων «Μαχαίρι στην καρδιά», Εκδόσεις Γραφή, 2025.




Η Κατερίνα Γαϊτάνου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και αποφοίτησε από το Τμήμα Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΑΠΘ. Έχει γενέθλια στις 23 Δεκεμβρίου, συγκυρία αρκετά χαρμόσυνη λόγω της έλευσης των Χριστουγέννων. Το αγαπημένο της χρώμα είναι το κόκκινο, χειμώνα-καλοκαίρι. Έχει μια συνηθισμένη δουλειά όπως οι περισσότεροι άνθρωποι και την ψυχαγωγούν τα social media. Όταν οι άλλοι μιλούν, ακούει και πράγματα που δεν λένε. Αυτό το διάστημα ζει στη Γερμανία, αλλά είναι μόνιμος κάτοικος της φαντασίας της. Όλα τα υπόλοιπα για αυτήν, τα λένε οι ιστορίες της.


Πρόσκληση



Το βιβλιοπωλείο Mind the Book και οι εκδόσεις Γραφή
σας προσκαλούν
στην παρουσίαση της συλλογής διηγημάτων
της Κατερίνας Γαϊτάνου

ΜΑΧΑΙΡΙ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ

Παρασκευή, 16 Μαΐου 2025, 8:00μ.μ.
Βιβλιοπωλείο Mind the book - 25ης Μαρτίου 93, Εύοσμος
για το βιβλίο θα μιλήσουν:
η Κατερίνα Γαϊτάνου, συγγραφέας
και η Μαρία Δαμολή, επιμελήτρια


*


Δεκαεπτά ιστορίες που γεννήθηκαν από τα tweets ανώνυμων συγγραφέων της πλατφόρμας Χ, μας φέρνουν αντιμέτωπους με την αλήθεια της καθημερινότητας, την οποία πολλές φορές αποφεύγουμε να αντικρίσουμε. Οι ιστορίες είναι μικρές, αλλά γεμάτες ένταση και πάθος. Ωμές, ευαίσθητες, προκλητικές, νοσταλγικές και πάντα διεισδυτικές, σε αγγίζουν κατευθείαν στην καρδιά, με τον τρόπο που μόνο μια λέξη ή μια εικόνα μπορεί να το κάνει.


*


«Μαχαίρι ονομάζεται το κοφτερό εργαλείο που συναντάται σε πολλά σχήματα και ποιότητες, και αποτελείται πάντα από τη λεπίδα και τη λαβή.»
(Ορισμός από Wikipedia)

Ένα μαχαίρι μπορεί:
- Να κόψει
- Να σκοτώσει
- Να ξεβιδώσει
- Να απειλήσει
- Να καρφωθεί
- Να χαράξει
- Να αναδεύσει
- Να γράψει ιστορίες

«Κάθε ιστορία έχει και την ιστορία της» @Anast43.

Δεκαεπτά ιστορίες εμπνευσμένες από tweets των ανώνυμων συγγραφέων της πλατφόρμας Χ, έχουν την ίδια γεύση: ωμή, ευαίσθητη, προκλητική, νοσταλγική, μα πάνω απ’ όλα, αιχμηρή.

«Καπνίζω και διαβάζω στο πακέτο: το κάπνισμα σκοτώνει. Φυσάω τον καπνό και λέω περισσότερο από τις ανθρώπινες σχέσεις αποκλείεται» @marinanik7

Δεκαεπτά μικρές ιστορίες, μιλούν για σένα, κατευθείαν στην καρδιά.
Θα τις νιώσεις. Θα τις ζήσεις.
Αφού πρώτα νιώσεις το μαχαίρι.

«Και να θυμάσαι, καμιά φορά, ότι δε σε σκοτώνει,
καλύτερα να σε σκότωνε» @karalaik

Από το οπισθόφυλλο της έκδοσης

Τρίτη 29 Απριλίου 2025

Ελένη Καραγιάννη, "Το στρώμα το νυφιάτικο"




Το στρώμα το νυφιάτικο 


Πάνω στο κρεβάτι μια φουχτίτσα άνθρωπος. Κουβέντα ήθελε:
    «Όλο το χωριό στο πόδι. Μικροί μεγάλοι με δαδιά αναμμένα κίνησαν για τον βάλτο. Η νύχτα στην πιο σκοτεινή της ώρα. Το φεγγάρι άφαντο. Λες και το ρούφηξαν τα λασπόνερα του βάλτου. Για να λυθούν τα μάγια, τετράποδα ορμήνεψε να μαζώξουν στο πιο πηχτό σκοτάδι, σε βρώμικα νερά, η «γιάτρισσα». Η «γιάτρισσα» ζούσε σ’ ένα χαμόσπιτο έξω απ’ το χωριό. Μαντζούνια για τους πόνους έφτιαχνε κι ένιωθε τάχα από διαόλου πράματα.
    Σακί γεμάτο μπακάκια και νεροχέλωνες τής πήγανε οι χωριανοί και δέκα λίρες χρυσές απ’ τον πατέρα. Με το χρυσό τα έσφαξε. Κακόμοιρα ζωντανά. Στράγγιξε το αίμα τους και στον κόρφο έκρυψε τις ματωμένες λίρες τις χρυσές. Με το σφαγιασμένο αίμα το ακάθαρτο ράντισαν το τρίτο σκαλί και το στρώμα το νυφιάτικο. Μετά έσυραν το στρώμα στην αυλή. Φωτιά, να το κάψουν, έβαλαν. Λαμπάδιασε εκείνο στη στιγμή. Τριζοβολούσαν οι φλόγες. Άνοιξε το ύφασμα και ροβόλησαν καψαλισμένα τα βαμβάκια. Τριγύρω οι χωριανοί καρτερούσαν να ξεχυθούν τα δαιμόνια απ’ το πανί.
    Άδικα. Γιατί η «γιάτρισσα», αυτή η γριά, η ξεδοντιάρα, η αγύρτισσα, λάθεψε, κόρη μου. Τα μάγια δεν με μπόδιζαν να κατεβώ τη σκάλα, δεν ρίζωναν τα πόδια μου στο τρίτο το σκαλί, αλλά η ντροπή μου για τις πομπές του. Μαγεμένη δεν ήμουν. Ντροπιασμένη ήμουν. Γύρευα ανθρώπου μάτι να μη με δει. Ούτε το φως του ήλιου βάσταγα. Να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Να σκάψω τάφο με τα χέρια μου και μέσα να κρυφτώ γύρευα. Ούτε τον έδιωξαν απ’ τα στρωσίδια μας τα νυφικά μάγια. Τα λογικά του έχασε με το ξεπεταρούδι του φούρναρη, ο ξεσυλλόγιαστος. Χίλιες φορές χήρα να τον νεκροφιλήσω προσευχήθηκα γονατιστή μπροστά στα εικονίσματα-παρά ζωντοχήρα, ατιμασμένη νιόπαντρη.
    Το στρώμα έκαψε όσο έκαψε και με το πρώτο φως της μέρας ο πατέρας το κρέμασε στον στάβλο απ’ το τσιγκέλι σαν γδαρμένο ζώο, να ξερνοβολήσει τα στερνά του αποκαΐδια. Μεγάλωσα, γέρασα και λησμόνησα αν έχυσα δάκρυα περισσότερα για κείνον ή για το στρώμα το καψερό, το αδικοκαμένο. Τη μια μέρα καλοστρωμένο, στολισμένο με ρύζια και κουφέτα και την άλλη σαν σκιάχτρο ρημαγμένο να χάσκει στην αυλή. Κλείνω τα μάτια, συλλογιέμαι τα παλιά και κείνη η μυρουδιά απ’ το καμένο ύφασμα μου ‘ρχεται ακόμα στη μύτη και μου καίει τα ρουθούνια.
    Τον τρόπο μας τον είχαμε. Πέρα δώθε τα προξενιά στον πατέρα αλλά στεφάνι δεν ξανάβαλα. Μα την αγάπη τη γεύτηκα. Και μάνα έγινα. Για τα μικρότερα αδέρφια μου και για τα παιδιά τους και για τα παιδιά των παιδιών τους. Στην «γιάτρισσα» απ’ το χωριό δεν ματαπήγε κανείς.
    Πλησιάζω τα ενενήντα και τον Χάρο δεν τον σκιάζομαι. Καλώς να ορίσει. Αν όμως κοπιάσει απόψε, κρίμα να με ’βρει στο κοτρόνι πάνω», παραπονέθηκε.
    Χαμογέλασα κι απολογήθηκα για το άβολο, σκληρό στρώμα του νοσοκομείου, που έκανε το κορμί της να πονά. Έλεγξα το οξυγόνο και τη ροή του ορού στη φλέβα της και υποσχέθηκα, μόλις τελειώσω με τους ασθενείς του θαλάμου, να ψάξω στην ιματιοθήκη για ένα μαξιλάρι πιο άνετο, βαμβακερό και μαλακό, σαν το στρώμα της το νυφιάτικο.


Ελένη Καραγιάννη





Από τη συλλογή διηγημάτων, «Σαν βγω απ’ αυτή τη φυλακή», Εκδόσεις Γραφή, 2022.

Στην εικόνα: Jan van Goyen, «Landscape with a Peasant Cottage» (1631).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.


Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2025

Γιώργος Σιώμος, "Δελτίο θυέλλης"




Δελτίο θυέλλης


Ο ήλιος λούζει τα κεραμίδια της εκκλησίας της Αγίας Άννας, πέφτει στα κίτρινα φύλλα των δέντρων, στα πράσινα ακόμα, εισχωρεί στις φυλλωσιές και καταλήγει στις πλάκες, στους κυβόλιθους και στις φαλάκρες των θαμώνων των καφέ.
    Στο τσιρτσιβί της εκκλησίας δυο γριές, με γούνες, κινητά, τσιγάρα και τις μάσκες να κρέμονται από το αυτί, μιλούν, χειρονομούν, αδιαφορούν για τον ήλιο του Οκτώβρη, ακόμα κι όταν λούζει ολόκληρη μια νέα μαμά η οποία στο ένα χέρι κρατάει ένα μπαλόνι, στο άλλο την κούπα του καφέ, το μωρό κλαίει, σκύβει να το αγκαλιάσει κι από το V της άσπρης μπλούζας πετούν δυο ολόλευκα περιστέρια.
    Μεγάθυμος ο ήλιος, ως αυτός ο αληθινός θεός, συνεχίζει Νοέμβρη μήνα, να λούζει με το γλυκό του φως, εμάς, τα σπίτια μας, τους δρόμους, τα λιβάδια, τα λιγοστά κοπάδια με τα γίδια.
    Στο τσιρτσιβί της εκκλησιάς η γριά με τη μάσκα να κρέμεται στο αφτί, ανάμεσα σε άλλες δυο γριές, καπνίζει αρειμανίως, όλες μαζί καπνίζουν και μιλούν, χειρονομούν και λένε. Τσιγάρο, καφές πικρός και μαύρα γυαλιά. Άντρας δεν έχει θέση στο τραπέζι τους.
    Ωστόσο, μια ηλιαχτίδα χτυπάει στο πλατανόφυλλο, εξοστρακίζεται, κυλάει στο κεραμίδι, γλιστράει στον κόσμο της γριάς, κι αυτή γελάει, αστειεύεται, χτυπάει τη διπλανή στην πλάτη.
    Ενώ ο ήλιος κυλάει πάλι στα κεραμίδια αμέριμνος, ζεσταίνει ολοένα και περισσότερο με το ευεργετικό του φως τις συντροφιές των ανθρώπων περασμένης ηλικίας που πίνουν τον καφέ τους, καθώς η κληματαριά και τα τέσσερα δέντρα έχουν αραιώσει αρκετά τα φύλλα τους, η γνωστή κυρία στο τσιρτσιβί με τη μάσκα στο αυτί, ήρθε, παραμέρισαν, της κάναν τόπο οι φίλες της −θα ’ναι κάποια σημαντική− σε θέση μπρος στην πόρτα κι απέναντί της όλοι εμείς εδώ οι χαζολογούντες κι ενώ, λέω, όλα είναι στη θέση τους και τίποτα δεν προμηνά μεταστροφή καμιά, η ΕΜΥ ετοιμάζει δελτίο καιρού.
    Ο ήλιος θα κρυφτεί. Πυκνά σύννεφα θα γεμίσουν τον ουρανό. Νερά θα πέσουν με ορμή. Ξερά ποτάμια θα ξεχυθούν τυφλά. Φρεάτια θα φουσκώσουν και θα πετάξουν τα καπάκια. Θα ξεσπάσουν άνεμοι γυριστοί. Θα γκρεμιστούν καμινάδες, δέντρα με ρίζες αβαθείς και ό,τι δεν είναι καρφωμένο καλά στον τόπο του.
    Ενήλικες και υπερήλικες βιδωθείτε, στερεωθείτε κι εσύ κυρία στο τσιρτσιβί, με το αυτοκρατορικό σου ύφος, άλλαξε στέκι.

Νέο Δελτίο Θυέλλης. Πρώτα θα χλομιάσει ο ήλιος. Ησυχία θα απλωθεί σε όλη την πλάση. Ύστερα ο ήλιος θα κρυφτεί πίσω από σταχτιά και μαύρα σύννεφα. Θα βουβαθεί το στερέωμα. Ο Ουρανός θα κλαίει με αναφιλητά και οι βοριάδες θα σκούζουν σαν λύκοι τα μεσάνυχτα πεινασμένοι. Τα δάκρυα τ’ ουρανού βίαια θα χυθούν σε αυλάκια, σοκάκια, χαράδρες, ακόμα και μέσα στις λεωφόρους των μεγάλων πόλεων που κάποτε ήταν ποτάμια.
    Νέοι και ενήλικες σταματήστε να γυρνάτε σαν σβούρες, καθίστε στα σπίτια σας τις ώρες που θα λείπει ο θεός.
    Θύελλα δεν υπήρξε. Ο ήλιος κρύφτηκε για λίγο πίσω από ένα παντελόνι. Οι αέρηδες μας χάιδεψαν γλυκά τα αυτιά. Τη νύχτα που κοιμόμασταν έπεσαν πέντε έξι στάλες βροχής. Ακόμα πέφτουν μερικές αυτή την ώρα στον Σιδηροδρομικό Σταθμό της Έδεσσας. Ο φίλος ακόμα να φανεί. Στο σταυροδρόμι στέκομαι μήπως τον δω να έρχεται από καμιά μεριά. Κάπου κερνάνε κονιάκ και πικρό καφέ. Αργεί. Μάλλον δεν θα έρθει. Σίγουρα δεν θα έρθει. Το παίρνω απόφαση πως δεν θα τον ξαναδώ. Η μνήμη του ολοζώντανη γυρνάει στον Σταθμό, στην οδό Σαρανταπόρου, στους Καταρράκτες που πωλούσε τα βιβλία του, στο σπίτι του της οδού Γ. Σεφέρη τα τελευταία χρόνια.
    Ο ήλιος που κρύφτηκε και η απαλή βροχή πάνε γάντι με την ετήσια απουσία του.



Γιώργος Σιώμος



_______
Σημείωση
Τσιρτσιβί: η αστρέχα, η άκρη άκρη της κεραμοσκεπής, από όπου πέφτουν τα νερά της βροχής, καθώς και ο από κάτω χώρος.





Ο Γιώργος Ν. Σιώμος γεννήθηκε το 1949 στη Λόχμη Γρεβενών και ζει στη Βέροια. Έχει εκδώσει τις συλλογές διηγημάτων: «Ο κορυδαλλός» (Αλεξάνδρεια 2012), «Το παράπονο του Εμμανουήλ Παππά» (Γαβριηλίδης 2014), «Ο κόκκινος σπάγκος» (Αλεξάνδρεια 2017) και «Μικρά πεζά» (Ενύπνιο 2021). Το τελευταίο του βιβλίο, «Όμορφα χωριά» (Παρέμβαση 2023), απαρτίζεται από διηγήματα και ποιήματα.



Πρώτη δημοσίευση


Στην εικόνα: Βέροια, η εκκλησία της Αγ. Άννης (της Αγοράς), ανάμεσα στις οδούς Πρ. Ηλία και Αντ. Τσούπελη.

Πηγή για την εικόνα: Αρχείο Ποιητικού Πυρήνα.


Τετάρτη 29 Μαΐου 2024

Αλεξάνδρα Μητσιάλη, "Το Μάτι"




Το Μάτι


Τρυπάει το βλέμμα σου το τζάμι του παράθυρου. Στυλώνεται στο πεύκο τού πίσω κήπου, στον ψηλό κορμό όπου χάσκουν οι γρόμποι, κομμένα μέλη που επουλώθηκαν όπως όπως μετά τον τραυματισμό, στις βελόνες όπου ισορροπούν μαύρα πουλιά που κρώζουν κακόηχα.
      Μα εσύ δεν τ’ ακούς.
     Πίσω από το πεύκο πορτοκαλιές, δαφνόδεντρα και σπουργίτια που πηγαινοέρχονται αδιάκοπα φωνάζοντας ατέλειωτες ιστορίες του κόσμου και λίγο πιο πέρα η θάλασσα· ρωγμή ανάμεσα στ’ ακίνητα σώματα των σπιτιών τα κύματα που ταξιδεύουν βουίζοντας σ’ άλλες στεριές.
      Αλλά εσύ δεν τ΄ ακούς.
    Και δεν μπορείς να συγκεντρωθείς στο βιβλίο τ’ ανοιγμένο μπροστά σου. Διπλή σελίδα, προθέσεις και σύνδεσμοι, για αύριο. Η Κύριος καραδοκεί. Να τους ξέρεις απέξω σαν νερό που φεύγει από το στόμα σου και κυλάει ανάμεσα απ’ τα πόδια, τα θρανία, τις τσάντες στο μωσαϊκό κι ανεβαίνει στην έδρα του, στον ξύλινο χάρακα που πέφτει από καιρό σε καιρό στις παλάμες των άτακτων και των λιγότερο διαβασμένων, στα σφιχτοπλεγμένα του χέρια, στα χοντρά χείλη του. Στις άκρες τους μαζεύεται ένα άσπρο κολλώδες υγρό, που καθώς μιλάει γίνεται σιχαμένες κλωστές που ανεβοκατεβαίνουν. Τις παρακολουθείς.
      Μα δεν τον ακούς.
     Τρεις πόρτες, ξύλο και τζάμι, κλειστές στο ενδιάμεσο. Τραπεζαρία, κουζίνα και χωλ. Καρέκλες, καναπές και ντουλάπια. Οικιακές συσκευές για μαγείρεμα και καθάρισμα, χαλιά, κουρτίνες και η ξυλόσομπα όπου ολοένα μετακινούνται τα ξύλα πυρίκαυστα, αχολογώντας.
      Αλλά εσύ ακούς.
     Τους ακούς στο σαλόνι. Κρώζουν κακόηχα. Φωνάζουν τη γνωστή ιστορία. Βουητό και αχός. Κολλώδεις κλωστές που λίγο λίγο απλώνονται γύρω της, ιστός αράχνης. Κελί να την κλείσουν, υπόλογη κι ένοχη.
      Τη μάνα σου.
     Τους βλέπεις απάνω στο τζάμι του παράθυρου. Όρθιους εκείνους κι αυτήν καθιστή στο εδώλιο του σαλονιού, στο οικιακό δικαστήριο, χωρίς δικηγόρους δεινής υπεράσπισης, μόνο ο εισαγγελέας της έδρας και οι λοιποί συγγενείς, ένορκοι μιλημένοι, σύμφωνοι με την τελική ετυμηγορία.
      Για τη μάνα σου.
     Από το τζάμι φαίνονται όλα. Μικρή και ανήμπορη, παρείσακτη μέσα στην οικογένεια του άλλου, να ενοχλούν τα πάντα της· το φουστάνι, τα χαμόγελα, οι ερωτήσεις, οι απαντήσεις, η σιωπή της, προπάντων ο τρόπος που κοιτάζει, που δεν κοιτάζει, που καθαρίζει, που δεν καθαρίζει, που μαγειρεύει, που δε μαγειρεύει, που τον περιμένει· προπάντων ο τρόπος που βογκάει τα βράδια με την παλάμη στο στόμα της.
      Η μάνα σου.
     Τη βλέπεις να κοιτάει. Πότε τα μάτια, πότε τα στόματα, πότε τις λέξεις τους, κλεφτά την μπαλαρίνα με το σώμα της υποταγής στο καδράκι πίσω από την ανθοστήλη.
     Κοιτάει το χέρι που σηκώνεται. Του πεθερού της. Τρέχει να του ξεφύγει. Γύρω από το τραπέζι, καταδικασμένος αγώνας ταχύτητας σε δρόμο μπλοκαρισμένο. Φωνάζει. Η πεθερά τής πιάνει τα χέρια. Φωνάζει. Στο κλουβί, σαν το πουλί που χτυπιέται στα κάγκελα. Ο άλλος, βουβός, παρακολουθεί.
    Εξακολουθείς να τη βλέπεις, χρόνια μετά, πάντα στο τζάμι του παράθυρου. Το μαυρισμένο μάτι της ντροπής, το βλέμμα που δε στέκεται πάνω σου αλλά δραπετεύει στο πεύκο, στους γρόμπους του κορμού του που στάζουν υγρό, ακόμα, το τραύμα που δεν επουλώνεται, στο κέντημά της, όπως κάθεται δίπλα σου υπομονετικά, να μάθεις τις προθέσεις και τους συνδέσμους, για τον Κύριο αύριο, μήπως και σε σηκώσει στον πίνακα, μήπως καταφέρεις να τα πεις σαν νεράκι, μήπως μπορέσεις κάποτε να φύγεις εσύ, γιατί εκείνη δεν έφυγε.
      Η μάνα σου.




Από τον συλλογικό τόμο «Η φωνή της», Εκδόσεις Καστανιώτη, 2023.






Παρουσίαση του βιβλίου
Η φωνή της


Το Δίκτυο γυναικών συγγραφέων κατά της έμφυλης βίας και των γυναικοκτονιών «η φωνή της», η Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Βέροιας, οι λέσχες ανάγνωσης Γαλάτιστας, Λαγυνών και Ακυβέρνητος Βιβλιόπλους (Βέροια), το βιβλιοπωλείο Ηλιοτρόπιο και οι Εκδόσεις Καστανιώτη παρουσιάζουν τον συλλογικό τόμο

Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ

το Σάββατο 1 Ιουνίου 2024
και ώρα 12 το μεσημέρι
στην αίθουσα εκδηλώσεων
της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Βέροιας
Έλλης 8.

Για το βιβλίο μιλούν οι:
Αλεξάνδρα Μητσιάλη, συγγραφέας,
Δήμητρα Κουβάτα, ποιήτρια,
Νικολέτα Θούα, καθηγήτρια αγγλικής γλώσσας.
Την εκδήλωση συντονίζει ο ποιητής
Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου.

Αποσπάσματα διαβάζουν μέλη του Δικτύου και των λεσχών ανάγνωσης.

Παίζουν οι μουσικοί:
Σίσσυ Γεωργοπούλου (φλάουτο) και
Γιάννης Γεωργουδάκης (κιθάρα).
Στο τραγούδι η Φωτεινή Γεωργουδάκη.



ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

53 γυναίκες συγγραφείς της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας ενώνουν τις φωνές τους σε μία «Φωνή», θέλοντας να μιλήσουν για την πραγματικότητα της έμφυλης βίας, για τις δομές της έμφυλης κυριαρχίας, για τα βιώματα της καταπίεσης αλλά και του αγώνα για ενδυνάμωση, χειραφέτηση και αλληλεγγύη.

Τα διηγήματά τους συγκλονίζουν, καθώς αφηγούνται ιστορίες βίας και αντίστασης ταξιδεύοντας από τα πιο απόμακρα χωριά ώς τις μεγαλουπόλεις, από την Ευρώπη ώς τα βάθη της Αφρικής και τη Λατινική Αμερική. Με τον νου πάντοτε στις πρωτοπόρες Ελληνίδες συγγραφείς που ξεχάστηκαν από την επίσημη Ιστορία, οι συγγραφείς του βιβλίου, ζώντας κι αυτές την πραγματικότητα της έμφυλης βίας με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στο ένα ή στο άλλο πεδίο της καθημερινής ζωής, θέλησαν να δυναμώσουν τη φωνή των γυναικών και να ακουστεί η αλήθεια τους.

Οι συγγραφείς του τόμου είναι μέλη του Δικτύου γυναικών συγγραφέων κατά της έμφυλης βίας και των γυναικοκτονιών «η φωνή της».

Τα έσοδα από τα δικαιώματα του βιβλίου θα δοθούν στο Ευρωπαϊκό Δίκτυο κατά της Βίας.

Πέμπτη 4 Απριλίου 2024

Αριστούλα Δάλλη, "Το δέρμα της φώκιας"





ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ ME TO ΜΠΛΕ ΠΑΛΤΟ
 
 
Τέσσερις άνθρωποι τυλιγμένοι σφιχτά στα πανωφόρια μας περιμένουμε στην αίθουσα αναμονής για μία εξέταση τομογραφίας. Κοινό μας χαρακτηριστικό οι παράξενες φυσιογνωμίες μας.
    Ο πιο ηλικιωμένος από μας βουλιάζει αμίλητος στην πολυθρόνα του. Τα χείλη του είναι δύο οριζόντιες γραμμές και τα άχρωμα μάτια του σκιάζονται από πυκνά λευκά φρύδια. Ο νεαρός άνδρας που κάθεται στον καναπέ έχει υπερβολικά μεγάλα αυτιά. Πετιούνται δεξιά και αριστερά σαν φτερά αεροπλάνου. Η κυρία απέναντι μου είναι φαλακρή. Τα παχιά της χείλη έντονα βαμμένα κόκκινα. Δεν έχει ματοτσίνορα. Ψάχνω στην τσάντα μου για χαρτομάντιλο, θέλω να σκουπίσω και να κρύψω τη μεγάλη στραβή μου μύτη που δεσπόζει στο πρόσωπό μου, αλλά δεν βρίσκω τίποτε εκτός από τσιγάρα.
    Τότε ακούω το όνομά μου. Ακολουθώ τον γιατρό. Στο γυάλινο διαχωριστικό ανάμεσα στα δύο δωμάτια αντικρίζω την αντανάκλασή μου. Μία άγνωστη γυναίκα με μπεζ παλτό και άδειο πρόσωπο με κοιτάει με ύφος χαμένο.
    «Μην ανησυχείτε» λέει ο γιατρός. «Είναι μία τυπική εξέταση».
    Προχωρώ υπνωτισμένη. Πρέπει να μείνω ακίνητη μέσα στον τομογράφο έως ότου τελειώσουμε. Κλείνω τα μάτια μου και αφήνω τις εικόνες που έρχονται ελεύθερα στο μυαλό μου.
    Ένα κοριτσάκι μ’ ένα μπλε παλτό και σκούφο εμφανίζεται απρόσκλητο.
    Είμαι εγώ στα επτά μου χρόνια και ακτινοβολώ από χαρά. Ο πατέρας μου που λείπει συχνά σε ταξίδια, έχει γυρίσει και μου έχει φέρει ένα πολύ όμορφο βελούδινο παλτό και σκούφο. Όταν τα φορώ δεν βλέπω τη μεγάλη μύτη μου για την οποία με κοροϊδεύουν τα παιδιά στο σχολείο.
    «Αυτό είναι το αληθινό σου πρόσωπο. Είσαι όμορφη γιατί σ’ αγαπώ» μου έλεγε ο πατέρας καθώς με σήκωνε στην αγκαλιά του. Τούτο ήταν και το τελευταίο δώρο του πριν φύγει για πάντα.
    Με εγκλωβισμένο το κεφάλι και το σώμα μου στο κουβούκλιο του τομογράφου μιλάω σε κείνο το κοριτσάκι για πρώτη φορά. Και για πρώτη φορά αυτό γυρνά, με κοιτάζει στα μάτια και μου χαμογελά.
    Ακούω στ’ αυτιά μου τη φωνή του γιατρού.
     «Τελειώσαμε. Όλα καλά».
    Την ώρα που φεύγω, ρίχνω μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη του διαδρόμου. Το μπεζ μου παλτό έχει αλλάξει χρώμα, έχει γίνει μπλε.
Χαμογελώ ευτυχισμένη καθώς βλέπω από την άλλη όχθη του καθρέφτη μία όμορφη γυναίκα να μου γνέφει «σ’ αγαπώ».





ΤΟ ΓΑΛΑΖΙΟ ΜΑΤΙ


Η μητέρα με φώναζε Τζο. Όλη την ημέρα ήταν σκυμμένη πάνω από το καλάθι με τα χρωματιστά νήματα και έφτιαχνε για μένα ζακέτες, σκουφιά, κασκόλ. Όταν μεγάλωσα έπλεκε τα φορέματα μου. Αγαπημένο της χρώμα το κόκκινο.
    Μία μέρα μου χάρισε τον Άντι, έναν πολύχρωμο παπαγάλο, και όλα τα κοσμήματα της. Δεν αποχωρίστηκα τίποτε δικό της. Ούτε τα δύο διαφορετικά σε χρώμα μάτια που κληρονόμησα από αυτήν. Καστανό το αριστερό και γαλάζιο το δεξί. Μου άρεσε από παιδί να ζωγραφίζω. Αντί για μολύβι και τετράδιο κρατούσα πάντα πινέλο, τελάρο και χρώματα. Κανένας δεν ήξερε ότι τα μοντέλα στους πίνακες μου τα έβλεπα μόνο μέσα από το γαλάζιο μάτι μου, κλείνοντας το καστανό. Ήταν πάντα μία πύλη ανοιχτή στο κόσμο του θαυμαστού.
    Όλα άλλαξαν όταν η μητέρα έφυγε από την ζωή ξαφνικά. Τότε ο παπαγάλος, κατάσκοπος της μητέρας μου, κάθισε για τα καλά στον ώμο μου. Με φώναζε Τζο, μιμούμενος αυτήν. Πολλές φορές έσκυβε με περιέργεια μέσα στο γαλάζιο μάτι μου για να δει τι βλέπω. Μία φορά έσκυψε τόσο πολύ που με το ράμφος του έσπρωξε το μάτι μου πέρα από την πύλη. Όσο κι αν έψαξα δεν μπόρεσα να το βρω. Η πύλη έμεινε ολάνοιχτη στο κενό.
    Έτσι κατέβασα το βλέφαρό μου και την έκλεισα για πάντα. Για τιμωρία έκοψα τη γλώσσα του Άντι, και με το πινέλο και έβαψα τα πολύχρωμα φτερά του μαύρα. Πέταξα τα φορέματα. Φόρεσα παντελόνι. Από τότε αυτός είναι πια ένα μαύρο άσχημο κοράκι και εγώ ο άνθρωπος με το ένα μάτι.


*   *   *


Το δέρμα αποτελεί ζωτικό όργανο για τη βιολογική λειτουργία. Είναι όμως και το κατεξοχήν επικοινωνιακό μέσο, ο ενδιάμεσος χώρος μεταξύ του εσωτερικού σώματος και του εξωτερικού κόσμου.
    Ανάλογα με τα πρώτα ερεθίσματα που καταγράφει ο υποδοχέας δέρμα, άλλοτε διαμορφώνεται μία υγιής και άλλοτε μία κατακερματισμένη εικόνα του εαυτού.
Στην πρώτη της συλλογή διηγημάτων, η Αριστούλα Δάλλη δίνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στη γυναίκα ως Θηλυκή Αρχή, ως σχέση με την Αρσενική Αρχή, ως Αρχέγονη Μητέρα, ως πρωταρχική σκηνή της αίσθησης στον κόσμο.
    Οι ήρωές της –αρχετυπικές μορφές– πορεύονται ανάμεσα στην ορμή της ζωής και του θανάτου, στο σωματικό και ψυχικό Εγώ, στην προδοσία και στη δέσμευση, στο μίσος και στην αγάπη, ανιχνεύοντας την ταυτότητα και το πρόσωπό τους.
 
Από το οπισθόφυλλο της έκδοσης





Από το βιβλίο «Το δέρμα της φώκιας», εκδ. Βακχικόν, 2024.




Η Αριστούλα Δάλλη γεννήθηκε στα Γρεβενά και ζει στη Θεσσαλονίκη. Εργάστηκε στη Δημόσια Υγεία ως φυσικοθεραπεύτρια. Είναι Εικαστική ψυχοθεραπεύτρια, Συστημική οικογενειακή θεραπεύτρια, υπεύθυνη συντονίστρια του Κέντρου Προσωπικής Ανάπτυξης και Ψυχοθεραπείας μέσω της Τέχνης Άκεσα, Θεσσαλονίκη. Είναι εικαστικός με συμμετοχή σε ομαδικές εκθέσεις και γράφει πεζά, ποιήματα, δοκίμια και βιβλιοπαρουσιάσεις. Έργα της έχουν συμπεριληφθεί στους συλλογικούς τόμους Φλέβες γραφής (εκδόσεις Ρώμη 2019), Η συμβολή των Ψυχοθεραπειών μέσω της Τέχνης στην Ψυχιατρική Θεραπευτική (εκδόσεις Βήτα 2019), Επιστολές από μια άλλη ήπειρο (εκδόσεις Ρώμη 2022) και Ο χρόνος που περνά και χάνεται (εκδόσεις Παρέμβαση 2023), ενώ έχουν φιλοξενηθεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά, όπως τα: Περί Ου, Παρέμβαση, fractal, frear, Culturebook, Θευθ και Καρυοθραύστις. Το δέρμα της φώκιας είναι το πρώτο της βιβλίο.

Κυριακή 28 Μαΐου 2023

Μαρία Κουγιουμτζή, "Ο χορευτής" (από τη συλλογή διηγημάτων "Forever")




Ο χορευτής


Όταν ο δημοσιογράφος Ρόουζ συνάντησε τον διάσημο χορευτή Γκένιους σκύβοντας με κάποιο θράσος πολύ κοντά στην ολόξανθη κεφαλή του, τον ρώτησε αν είναι αλήθεια πως είναι αρραβωνιασμένος με την αμφιλεγόμενης αξίας χορεύτρια Νεκρίνα που διέπρεπε στο θέατρο Άβατον ερμηνεύοντας την Σαλώμη. Ο Γκένιους χωρίς να γυρίσει προς το μέρος του σήκωσε με χάρη τους ώμους  ρωτώντας, από πού προέκυψε αυτό. Ο Ρόουζ κάπως απειλητικά και ταυτόχρονα δουλικά του είπε πως τον αναγνώρισαν να κάθεται στο θεωρείο που κρατούσε εκείνη για τους προσωπικούς φίλους της, προσηλωμένος στον χορό της τόσο, που δεν αντιλήφθηκε πως το θεωρείο είχε γεμίσει ασφυκτικά από τους θαυμαστές του που σπρώχνονταν, με υποκλίσεις και βγάλσιμο του καπέλου, ποιος θα του συστηθεί πρώτος.
       Ο χορευτής είπε τότε ήσυχα πως ήταν γνωστό ότι πολλοί μιμητές της εμφάνισής του κι όχι της τέχνης του απολάμβαναν ένα ψεύτικο θαυμασμό και μερικές ερωτικές νύχτες με αφελείς γυναίκες, πλαστογραφώντας το παρουσιαστικό, το ντύσιμο και μερικές απ’ τις ατάκες του. Απ’ όλους αυτούς έλειπε ο αέρας που δίνει η αυθεντικότητα, ενώ το πρόσωπο και οι κινήσεις τους είχαν κάτι το υπερβολικό και ταυτόχρονα κενό, όπως κάθε τι το ψεύτικο. Η ομιλία τους εκτός της ελαφρότητας των λόγων τους είχε ένα αξάν απωθητικό, καθώς άφηνε το ίχνος μιας εσωτερικής τσιρίδας. Ένα έμπειρο μάτι δεν χρειάζεται παρά μερικά λεπτά για να ξεχωρίσει την απάτη, ενώ για την τέχνη του και της χορεύτριας την οποία αγνοούσε, ίσως χρειαζόταν χρόνια για να εδραιωθεί ή να αποκατασταθεί ή να καταποντιστεί η αξία τους.
      Η τέχνη έχει τον χρόνο με το μέρος της ή εναντίον της. Όμως ο ίδιος ο χρόνος φαίνεται να αδιαφορεί παντελώς, στην καλύτερη δε περίπτωση κτίζει ένα μαυσωλείο και τους τοποθετεί εκεί ακίνητους και θαμπούς από τη σκόνη.
       Παρόλο που ο δημοσιογράφος έκανε μερικά βήματα προς τα πίσω, παρατηρώντας εκ νέου την κορμοστασιά και το πρόσωπο του χορευτή, δεν ήταν σίγουρος αν μιλούσε με τον ίδιο τον Γκένιους ή με κάποιον από τους μιμητές του. Ένιωσε μια τρομώδη απέχθεια σκεπτόμενος ότι κρατούσε το διπλό κλειδί, του σημαντικού και του ασήμαντου, άχρηστο και ταυτόχρονα απαραίτητο, για την προστασία που πιθανόν παρείχε στη θνητότητα και των τριών τους.


Τα λόγια, η ευφυής ασάφεια των προθέσεων, το λαμπρό περιτύλιγμα των ενδυμάτων του Γκένιους, η κομψότητα και η χάρη του, η πληθώρα των κουστουμιών της Νεκρίνας που η φαντασία των ειδικών μόδιστρων της παρείχε, ως προς τον χρωματισμό, τον όγκο των φορεμάτων που σάρωναν τη σκηνή, και των κοσμημάτων που στόλιζαν τα γυμνά μέρη του σώματός της, κάτι που εξωθούσε τους θαυμαστές της σε παραλήρημα, όλη αυτή η ζωντάνια, το πάθος, η ευεξία της συναναστροφής, η λάμψη που εξέπεμπε η ίδια η ανθρώπινη παρουσία, οι σαμπάνιες και τα πούρα που ακολουθούσαν μετά την παράσταση, οι δυνατές φωνές, ο σίφουνας του χορού πάνω στην πίστα με τις εκρήξεις των φώτων και της μουσικής, η επαφή των σωμάτων, έμοιαζε σαν ένα θέαμα και μια δημιουργία έργου, που έτσι κι αλλιώς έσβηνε, χανόταν, υποχωρούσε σε μια ανευθυνότητα του χρόνου που ακάματος την επαναλάμβανε αενάως με νέους πρωταγωνιστές και κομπάρσους.


Εντούτοις ο Ρόουζ παρηγορήθηκε σύντομα όταν στρίβοντας τη γωνία, είδε να πλησιάζει ένας νέος μιμητής, γεμάτος κομψότητα και χάρη, ή ο ίδιος ο υπέροχος Γκένιους διασχίζοντας με θάρρος και ορμή τον δρόμο και ήταν σαν να του πρόσφερε ένα πικρό καφέ που η πίκρα του κατέληγε σε απόλαυση, ή ίδια η ζωή του έβαζε στα χείλη ένα δυνατό ποτό που του έφερε ηδονική ζάλη.


Μαρία Κουγιουμτζή




Από τη συλλογή διηγημάτων «Forever», Εκδόσεις Καστανιώτη, 2023.

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2022

Ιγνάτης Χουβαρδάς, "Ο Θεόδωρος"





Ο ΘΕΟΔΩΡΟΣ


Όταν ο Θεόδωρος μπλέχτηκε μαζί της, δεν υπήρχε καμία αμφιβολία για την ορθότητα της επιλογής του. Η Μάρω ήταν πολύ γλυκιά, του άρεζε υπερβολικά, το βλέμμα της, το σώμα της, η φωνή της. Εκείνο που μέτρησε ακόμα πιο πολύ ήταν ο χαρακτήρας της, ζεστός, γενναιόδωρος, γεμάτος αισθήματα. Ένιωθε πως η Μάρω τον αγαπά. Κι εκείνος είχε δεθεί μαζί της. Την παντρεύτηκε σε ένα μικρό κι απόκρημνο μοναστήρι, με ελάχιστους συγγενείς και φίλους. Τα πρώτα χρόνια δεν υπήρχε ούτε ένα ψεγάδι, μόνο αγάπη. Επιστέγασμα της συζυγικής σχέσης ήταν ένα μωράκι, που τους έκανε ακόμα πιο ευτυχισμένους. Το άλμπουμ γέμιζε με φωτογραφίες, ένας κήπος όλο χαμόγελα.
      Πρέπει να ήταν η κορούλα του τρεισήμισι χρονών, όταν συνάντησε αναπάντεχα τη Ρίκα στην αγορά. Ήταν μια γυναίκα που είχε λατρέψει πριν γνωρίσει τη Μάρω, ήταν όμως κι εκείνη που τον πρόδωσε. Έκανε δύο χρόνια για να συνέλθει από την ιστορία της. Μίλησαν για λίγο και δεν της έκρυψε ότι έχει παντρευτεί, ότι έχει ένα κοριτσάκι. Ήταν σίγουρος και για τη δική της ευτυχία, αλλά εκείνη τον διέψευσε. Η Ρίκα μια μέρα έστειλε ένα μήνυμα. Συναντήθηκαν κι ήταν σαν να μην πέρασε ούτε ένα λεπτό. Δεν μπορούσε ούτε κι ο ίδιος να εξηγήσει γιατί δεν μπόρεσε ν' αντισταθεί, γιατί αναίρεσε τόσο εύκολα τις αρχές του.
    Σύντομα εγκατέλειψε τη Μάρω και την κόρη του. Εγκαταστάθηκε στο σπίτι της Ρίκας. Ένα διαζύγιο γεμάτο πόνο και δάκρυα. Νέος γάμος με τη Ρίκα. Τρία χρόνια μαζί της ηδονικά κι έπειτα η έλευση ενός μωρού, κοριτσάκι κι αυτό. Ο Θεόδωρος περίμενε ότι θα ζούσε μια ανάλογη κατάσταση οικογενειακής ευτυχίας αλλά η Ρίκα άλλαξε απότομα. Όσο ερωτική ήταν, άλλο τόσο άπιστη αποδείχθηκε για μια ακόμη φορά. Τον έδιωξε. Κι έμεινε μόνος, να πληρώνει ανατροφές για τις δύο κόρες.
      Τώρα ο Θεόδωρος ζει σε μια γκαρσονιέρα. Μετάνιωσε πικρά. Πληρώνει τα λάθη, τον πόνο που προκάλεσε. Η ηδονή, δυστυχώς, είναι κάτι περίεργο, ανεξέλεγκτο, καταιγιστικό, μεθυστικό, θανατηφόρο. Οι αισθήσεις μπερδεύονται, η λογική σταματά. Οι φίλοι του εξακολουθούν να τον αγαπάν, υπερβολικά. Οι γονείς του έφυγαν από τη ζωή. Με τον αδελφό του οι σχέσεις απόμακρες. Γυναίκες διάφορες, όλα επιφανειακά, καμιά συγκίνηση, να περνούν οι μέρες, να γεμίζουν.


Ιγνάτης Χουβαρδάς




Από το βιβλίο «Γδύνομαι, ντύνομαι, γδύνεται», εκδ. Μπιλιέτο.

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2022

Κατερίνα Γαϊτάνου, "Μνημόσυνο"



 
ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ


    Το σαλόνι λουζόταν από άπλετο φως, χρυσές λωρίδες οκτωβριάτικου ήλιου στο απόγειό του. Έπαιζαν με τις σκιές πάνω στην κουρτίνα, με τα τυχαία σχήματα άλλοτε να μακραίνουν κι άλλοτε να γίνονται μικρά, το γνωστό παιχνίδι. Με κανένα νόημα, κανέναν συγκεκριμένο σκοπό, κοιτάζεις ακολουθώντας την κίνηση, μέχρι να βαρεθείς.
     Αυτά όμως είναι και τα αληθινά παιχνίδια. Δε χρειάζονται διαφημιστή ή χορηγό για να πουλήσουν. Έχουν ρυθμό, δεν έχουν συγκεκριμένο περιεχόμενο, τα κάνεις εσύ ό,τι θέλεις με τον νου σου. Αντίπαλος μπορεί να είναι μόνο ο εαυτός σου. Μεγαλώνει το σχήμα στην κουρτίνα; Νικάς εσύ. Μικραίνει; Σε προσπερνά ο εαυτός σου. Μεγαλώνει πάλι; Ορίστε, ξανά εσύ μπροστά. Μίκρυνε; Τσουπ, πάλι μπροστά ο άλλος. Για όση ώρα αποφασίσεις εσύ. Αναλόγως με το ποιος θέλεις να νικήσει.
    Προς το παρόν κερδίζω, γιατί τα μεγάλα σχήματα είναι πιο πολλά από τα μικρά. Κοιτάζω προσπαθώντας να εντοπίσω αν παίζει και κάποιος άλλος το ίδιο παιχνίδι, όμως κανείς δε φαίνεται να ασχολείται με την κουρτίνα. Έξω από το παιχνίδι μου απουσιάζει κι ο ρυθμός. Πορσελάνινα φλυτζάνια που ακουμπούν στο πιατάκι του καφέ, πού και πού κανένα σχόλιο για τα καθημερινά, βήματα που πλησιάζουν κι απομακρύνονται. Σε τυχαία όμως σειρά. Εδώ έξω μάλλον κερδίζει η σιωπή, μιας και επικρατεί τον περισσότερο χρόνο.
    Η σιωπή προσφέρει ασφάλεια. Κι οι άνθρωποι χρειάζονται να νιώθουν ασφαλείς, ειδικά σε ένα μνημόσυνο.
    Ξαφνικά θυμάμαι ότι έχω αφήσει τα παράθυρα του δωματίου μου ανοιχτά πολλή ώρα, κι η σκέψη με διακόπτει προσωρινά από το παιχνίδι. Εδώ, χωρίς τις κουρτίνες, το φως κι ο αέρας προδίδουν την εποχή. Κάποτε ονειρεύτηκα ότι είχε πηδήξει μέσα από το ακριανό παράθυρο ένα μικρό γυφτάκι από το απέναντι σπίτι. Πώς τα κατάφερε; Τι ήθελε; Τα όνειρα δε δίνουν απαντήσεις.
    Επιστρέφω στο σαλόνι. Η θέση μου είναι πιασμένη από κάποιον μακρινό συγγενή που μπήκε πριν λίγο. Με θυμάται μικρή, εγώ πάλι όχι. Όμως είναι πάντα κάπως παρήγορο να σε θυμούνται άνθρωποι που εσύ νομίζεις ότι τους βλέπεις για πρώτη φορά, βεβαιώνει ότι υπήρξες και στο πριν. Με ρωτάει κάτι για τη δουλειά, του απαντώ με δυο-τρεις φράσεις. Xαμογελά βουρκωμένος. Ή μπορεί να είναι τα μάτια του υγρά λόγω ηλικίας. Από μια ηλικία και μετά τα μάτια είναι μονίμως υγρά, έτσι δεν είναι;
    Ακούω τη θεία Καίτη να περιγράφει τη συνταγή για βασιλόπιτα. Θυμάται όλες τις λεπτομέρειες απ’ έξω, πόση ζάχαρη, πόση ώρα στο φούρνο, το σωστό ταψί. Η μαμά πάντα έλεγε ότι η ζαχαροπλαστική είναι πολύ πιο δύσκολη από τη μαγειρική. Λίγο να κάνεις λάθος στη δόση ενός υλικού και το γλυκό καταστράφηκε. Οι γυναίκες της μάζωξης παρακολουθούν με προσοχή, βρίσκουν τη συνταγή ενδιαφέρουσα.
   Έχει περάσει ένας χρόνος. Όλοι λένε, «ω, μα πότε πέρασε ένας χρόνος!» και πράγματι μοιάζει λιγότερο. Πολύ λιγότερο. Η αλήθεια δε βρίσκεται κάπου στη μέση εδώ. Η αλήθεια είναι ότι ο χρόνος δεν πέρασε καθόλου από τότε. Σταμάτησε εκεί, στο σημείο που συνέβη ο θάνατος. Πάντα εκεί σταματάει, και γι’ αυτόν που πεθαίνει και για εμάς που είμαστε μάρτυρες της αποχώρησής του. Κλειδώνει όλα τα πριν και τα μετά σε μία μόνο στιγμή, την τελευταία. Και σου δίνει την εντύπωση ότι συνεχίζει να κυλά κανονικά απλά και μόνο επειδή οι μέρες και οι νύχτες επαναλαμβάνονται με τον ίδιο ρυθμό.
     Αυτά σκέφτομαι καθώς οι άνθρωποι γύρω μου προσπαθούν να πείσουν τους εαυτούς τους ότι δεν κινδυνεύουν στο εδώ και στο τώρα.
    Στο παιχνίδι με την κουρτίνα αποφασίζω τελικά ότι είμαι με τον άλλον κι έχω ηττηθεί.


Κατερίνα Γαϊτάνου




Από τη συλλογή διηγημάτων «Κάμερα», εκδ. Ελκυστής, 2021.

Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2022

Ασημίνα Λαμπράκου, "...που λες κυρ επίσημέ μου..."




...που λες κυρ επίσημέ μου...


...τι είμαι ’γώ; Μια γυναίκα είμαι, μια απλή γυναίκα είμαι κομματάκι αλλοπαρμένη βέβαια, να το παραδεχτώ. Γιατί τι άλλο μπορεί νάναι ένας άνθρωπος που πλένοντας τις κατσαρόλες και τα ταψιά του εμπνέεται στίχους και γράφει ποιήματα και ιστορίες;
     Να, που λες, εκεί, τ’ απογέματα όπως πλησιάζω το νεροχύτη με το βαρύ του φορτίο, κάνω μια κλατς κι ανοίγω και το ραδιοφωνάκι πίσω μου, πάνω στο τραπέζι. Αναλογικό το ραδιόφωνο, μη φανταστείς τίποτε μεγαλεία ψηφιακά κι άλλα τέτοια των σύγχρονων τεχνολογιών. Αναλογικό και χάνει τον σταθμό στο πρώτο σκούντημα. Σε δουλειά να βρίσκονται τα δάχτυλα να ψάχνουν, μην πάθουν κι αγκύλωση από τη μονομέρεια στις κινήσεις του πληκτρολογίου…
     Μια από ’κείνες τις φορές, που λες κυρ επίσημε, όπως ξεσάλωνε η σκέψη μου πάνω από τα ταψιά κι έστηνα τον στίχο, πάει και χάθηκε ο σταθμός που έπαιζε από καιρό στα ερτζιανά μου. Πάει κι η φωνή του Οδυσσέα μαζί. Πάν’ κι οι εμπνεύσεις. Μαύρη μοναξιά έπεσε εντός μου. Σώθηκε το κέφι μου. Μαυρίσανε οι σκέψεις. Το ’ριξα στις αναλύσεις ξεχνώντας τις ποιήσεις. Έτσι λοιπόν, όπως καθάριζα μια μέρα κρεμμύδια για τα φασολάκια μου, σιγά μην τα φάνε!, εγώ πάντως τα μαγειρεύω..., μια σκέψη καλοκάθησε στο μυαλό μου. Πως και καλά η οικονομία είναι σαν το ντιβάνι της θειας της Μαριγούλας.

Πάνω στον ενθουσιασμό, παρατάω τα κρεμμύδια και το γράφω στον φίλο μου τον Σωτήρη. Πώς σιγά τον φίλο, κυρ Παπακωνσταντίνου; Καλύτεροι νομίζεις είναι οι …απέξω;
     Του το λέω λοιπόν για το ντιβάνι της θειας της Μαριγούλας και την οικονομία, κι αυτός τι μου απαντάει θαρρείς; Πως θεωρεί ανεπίτρεπτο για τον  ίδιο να γνωρίζει το ντιβάνι της θειας της Μαριγούλας και τι θα πει ο μπαρμπΑλέκος άμα μάθει πως γνωρίζει το ντιβάνι της θειας;… Όχι! Όχι! Δεν είναι θεια του Σωτήρη, μήτε δική μου θεια η Μαριγούλα. Έτσι φωνάζαμε τους μεγάλους στα χωριά μας, κυρ της οικονομίας μας. Καλά! εσύ χωριό δεν έχεις; Εμ, τότε τι ρωτάς;
     Είπε αυτά που λες ο Σωτήρης μα έπειτα απόσωσε να κάνει την πάπια κι είπε πως εικάζει [είδες λέξη ο φίλος μου, κυρ Παπακωνσταντίνου; Εσύ θα την σκεφτόσουν;], εικάζει που λες, πως θα έχει επάνω του μια κουρελού χιλιομπαλωμένη, που η θειά αλλά και οι γειτόνισσες κάνουν ότι δεν βλέπουν τα μπαλώματα και τις τρύπες και θέλουν να την παρουσιάσουν για πράγμα “τεφαρίκι” και θέλουν να παίρνουν όλο και μεγαλύτερο κομμάτι για να σκεπαστούν και ξεχνάνε πως κάθε που παίρνουν αυτές κομμάτι, ο μπαρμπΑλέκος μένει ξεσκέπαστος και πιο πολύ ο …απαυτός του, με αποτέλεσμα να βλέπει αντί για όνειρα, εφιάλτες!!

Εφιάλτες δεν έβλεπε ο μπαρμπΑλέκος, κυρ επίσημέ μου, αλλά τι να πει κι αυτός στη Μαριγούλα που κάθε που έσερνε αεράκι από την σκεβρωμένη πόρτα του σπιτιού και τον ακουμπούσε στον απαυτό του, νόμιζε ο δόλιος πως ήτανε χάδι απ’ το χεράκι της Αγγέλως του μανάβη, της κόρης του μπαρμπα-Μήτσου να σε χαρώ, που την έβλεπε ο θειος τα μεσημέρια να νίβεται στη βρύση της αυλής και να περνά τα δάχτυλα βαθειά στο ντεκολτέ να δροσίζεται κι ύστερα να γυροφέρνει τις πλεξούδες της να τις δροσίζει κι αυτές με το νερό απ’ το βρυσάκι, όμοιο με τα βρυσάκια απ’ τα μάτια της, σαν τις ελιές μαύρα, όμοια κι η ίδια με την Μαριγούλα του όταν νιά τον πιλάτευε με τα νάζια και τα καμώματά της να τόνε φέρει κοντά της. Και πως πεθυμούσε ο μπαρμπΑλέκος ν’ απλώσει το χέρι ν’ αγγίξει τις πλεξούδες της Αγγέλως, νιος να γίνει πάλε όπως στ’ όνειρά του, κύριος και νοικοκύρης, στητός κι υπερήφανος, με το βιος και τα καλά του, κανείς δε θα το μάθει. Γι’ αυτό, ούτε που τον ένοιαζε που το ντιβάνι του είχε κουρελού χιλιομπαλωμένη και την σέρναν οι γυναίκες, κ’ η δικιά του μαζί, να σκεπάσουν το στρώμα το τρύπιο κι αυτός κρύωνε. Αρκεί μ’ όλα τούτα να κερδίσει τη νια, την κόρη του μπαρμπα-Μήτσου.

Αυτά είχε κατά νου ο θειος κι ούτε που τα μαρτύραγε μόνο που έκανε τα σχέδια του να τα φτάσει.
     Κύλαγε όμως ο καιρός, η Αγγέλω μεγάλωνε, κι ο θειος κι η Μαριγούλα μεγάλωναν κι αυτοί αλλά από ηλικία. Η Αγγέλω όχι μόνο από ηλικία.
     Ψηλομύτα γινόταν η Αγγέλω καθώς μεγάλωνε· αυστηρή και ακατάδεχτη. Μα πάνω απ’ όλα εύθικτη. Κι όπως όλα τα χρόνια καταλάβαινε τα βλέμματα του μπαρμπΑλέκου, σαν έβγαινε τα μεσημέρια να δροσιστεί στη βρυσούλα της αυλής, θέλησε μια μέρα να τον εκδικηθεί για την ντροπή που την έκανε να νοιώθει κι ας ήταν το θηλυκό πρώτο που τον προκαλούσε με τις κινήσεις που γινόντουσαν επίτηδες για να κερδίζει τον θαυμασμό του γέρου.
     Μπούκαρε, που λες κυρ Παπακωνσταντίνου μου, μια μέρα των ημερών η Αγγέλω στο σπιτάκι του θειου και της Μαριγούλας, απροσκάλεστη όπως συνηθίζεται στα χωριά. Απόσωσαν τις καλημέρες, τα λόγια τα πολλά, τις καλοσύνες, ρίχνει η Αγγέλω μια ματιά τριγύρω σα να επιθεωρεί κι αρχίζει την κουβέντα για το ντιβάνι της κάμαρης. Πως και καλά δεν είναι στρωμένο εντάξει και πως έτσι κι όχι αλλιώς κ’ η κουρελού και που τη βρήκαν, τα μπαλώματα και πώς τα κάναν και δίνει μια η Αγγέλω και τραβά την κουρελού κι ορμήσανε οι τρύπες απ’ το στρώμα να χάσκουν έτοιμες να τους φάνε με στόματα ξεδοντιάρικα στραβά. Αποπληξία της ήρθε της Μαριγώς, ο μπαρμπΑλέκος ένοιωσε τα γόνατά του να λύνονται. Καρδιακό νόμισε του ήρθε.
     Μη φανταστείς όμως από ντροπή μ’ απ’ την αγωνία μη κι η Αγγέλω δει τις λύρες πο’ ’χαν κρυμμένες στο στρώμα. Γιατί κυρ επίσημέ μου, τα χούγια συνοδεύουν τον λαό κι ο λαός τα τιμά και τράπεζα πιο καλή απ’ το σπιτικό και το στρώμα του, ο κόσμος δε θα βρει. Τα ξέρεις…
   Μα η Αγγέλω, παρά το μεγάλωμα, την εξυπνάδα μισή την είχε, κι ούτε που παρατήρησε τίποτα, μόνο απ’ ανάγκη να τον προσβάλει τον μπάρμπα, κοίτα μπαρμπΑλέκο, τούπε, την άλλην την φορά που θάρθω, νάχεις βάλει την καλή την κουρελού στο ντιβάνι. Εκείνη που σου χάρισε ο μπάρμπας μου ο Μήτσος να σε χαρώ, στο γάμο σου, είπε και βγήκε από την σκεβρωμένη πόρτα σέρνοντας απειλητικά τις παντούφλες της στο μωσαϊκό.

Γύρισε ο μπάρμπας ο Αλέκος κι αγκάλιασε τη Μαριγούλα κι ένοιωσε μια ζέστα να τον διαπερνά πούχε ξεχασμένη. Άφησε μισή την κουβέντα του πώς και τι θα κάνανε να βρουν την κουρελού, το δώρο του γείτονα στο γάμο τους, –την είχαν πουλήσει βλέπεις,– κι έμεινε να χαϊδεύει το γερασμένο πρόσωπο της Μαριγώς του αναριγώντας στ’ αεράκι πο’ ’μπαινε από την σκεβρωμένη πόρτα του "αρχοντικού" τους.




Από τη συλλογή διηγημάτων «θα αγαπήσεις κι εμένα σήμερα;», Αθήνα 2022.


Έτος πρώτης γραφής: 2010
Αφορμή μια ανάρτηση του Σωτήρη Κανελλόπουλου στο δικό του blog που, πάντα και κυρίως, πάλευε με τα της οικονομίας
Υπουργός Οικονομίας, τότε, ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου
Πιάστηκα λοιπόν από τα του Σωτήρη κι άνοιξα κουβέντα με τον κυρ επίσημο… Από κοντά κι ο Σωτήρης
Πρώτη δημοσίευση στο blog: filoumena.blogspot.com
Εδώ και στη συλλογή με λίγες διορθώσεις

Αφιερωμένο με τιμή και σεβασμό, στη μνήμη του Σωτήρη Κανελλόπουλου του Χρήστου, ότι εκείνος ήταν που έδωσε το έναυσμα, αλλά και για την χρόνων στήριξη και φιλία στο διαδίκτυο.

Ασημίνα Λαμπράκου




Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2022

Ολυμπία Τσικαρδάνη, "Οδύνη και φως"




ΟΔΥΝΗ ΚΑΙ ΦΩΣ

                                                                     Πώς να επιστρέψει ο καιρός τη λίγη ευτυχία
                                                                     που καίγεται στο γύρισμα του δρόμου;
                                                                     Πώς να ανασάνει η ιστορία των αθώων;
                                                                     Κανείς δεν τους θυμάται.


    Νύχτωσε από νωρίς στην έρημη από φωνές φτωχή γειτονιά της μικρής κωμόπολης της Μακεδονίας. Το φεγγάρι αγέμιστο τρέχει στον ουράνιο θόλο και ασημίζει την πλάση. Κάπου κάπου ακούγεται ένα αλύχτισμα σκύλου ή ο παγωμένος αέρας που φυσάει ανενόχλητος μες τα στενά. Χειμώνας ακόμα. Μάρτης του ’43. Οι ανήλιαγες ρεματιές των Πιερίων είναι ακόμη καλυμμένες με χιόνι. Μια παράξενη σιωπή αναμονής απλώνεται πάνω από τα χαμηλά πέτρινα σπίτια των Σερβίων με τις εσωτερικές αυλές που είναι κλεισμένες σε τειχάκια από ξερολιθιές.
    Ξάφνου, ήχοι καμπάνας που χτυπούν επίμονα, σχεδόν θυμωμένα σκίζουν τη σκοτεινή σιωπή. Ο μπαρμπα Στεφανής, ένας ξερακιανός δουλεμένος σαραντάρης με σκαμμένο από τις μπόρες πρόσωπο πετιέται μέσα στον ύπνο του τρομαγμένος και αφουγκράζεται για λίγο την αλύπητη βοή.
    Ντάν ντάν ντάν, σαν απρόσμενος συναγερμός.
    Σκουντάει ελαφρά τη γυναίκα του, την Αννιώ, που κοιμάται ήσυχα στο παλιό σιδερένιο κρεβάτι δίπλα στο παραθύρι. Στο μαγκάλι τα κάρβουνα που ζέσταιναν κάπως το μικρό δωμάτιο έχουν σβήσει από ώρα.
    - Αννιώ, Αννιώ ,ξύπνα! Σήκω κυρά μου, δεν ακούς;
    Η Αννιώ, μια γυναίκα κοντά στα τριάντα τρία με λεπτά χαρακτηριστικά άνοιξε τα όμορφα πράσινα μάτια της και κοίταξε ερωτηματικά το Στεφανή. Γύρισε πάνω στο κρεβάτι για να σηκωθεί μα το κορμί της την άκουγε με δυσκολία και κάτω απ’ τις βελέντζες ξεχώρισε η μεγάλη κοιλιά της. Έγκυος, σχεδόν στις μέρες της, κουραζόταν εύκολα καθώς τα πρησμένα της πόδια πάλευαν ολημερίς με το μόχθο της αγροτικής τους ζωής και με τη φροντίδα τεσσάρων ήδη παιδιών. Έδειχνε μεγαλύτερη από την ηλικία της, όπως όλες οι γυναίκες της εποχής στην επαρχία και αρκετά κουρασμένη, μα ήταν γερή, υπομονετική και μαθημένη στις κακουχίες. Προσφυγοπούλα από την Αρτάκι είχε έρθει το ’22, μόλις δώδεκα χρονών, ορφανή από γονείς και την είχε περιμαζέψει μια αδερφή της παντρεμένη για να τη βοηθάει στις δουλειές, μέχρι που την είδε ο Στεφανής στα δεκάξι της και τη ζήτησε σε γάμο. Κανείς δεν τη ρώτησε αν τον ήθελε. Ούτε κι εκείνη έφερε αντίρρηση. Γιατί να αντιδράσει; Αυτή ήταν η μοίρα των φτωχών κοριτσιών στην Ελλάδα του τριάντα. Ιδιαίτερα των φτωχών προσφύγων. Ευγνωμονούσε την καλή της τύχη γιατί ο Στεφανής την αγάπησε, κι ήταν καλός και ευγενικός μαζί της. Μαζί μεγάλωσαν, μαζί κατάλαβαν τον εαυτό τους και τον κόσμο…
    Είχε χάσει στα νιάτα του το ένα του μάτι, σε συμπλοκή με τους Τσέτες στη Μικρά Ασία, μα η Αννιώ το είχε συνηθίσει και δεν την πείραζε πια. Μόνο αν καμιά φορά κάποιος άξεστος χωριάτης τον φώναζε “Γκαβοστεφανή” ένιωθε σα να της έμπηγαν μαχαίρι σε μια ανοιχτή πληγή. Τότε, κοίταζε τα παιδιά της που ήταν γερά και όμορφα και σήκωνε ψηλά το κεφάλι. Η ομορφιά της κι η περηφάνια της είχαν κερδίσει για πάντα την καρδιά του Στεφανή και η γειτονιά είχε να λέει για την ομορφιά των παιδιών της. Η Τζιβαέρη ήταν κοπέλα πια στα δεκαεπτά, η Σέβω στα δεκατρία, η Φρόσω στα δέκα κι ο Γιώργης της στα επτά. Είχαν ένα φτωχόσπιτο, λίγα ζωντανά και δυο χωράφια απ’τον κλήρο για να παλέψουν. Τί άλλο ήθελε απ’ τη ζωή; Τους ένωσε η κοινή μοίρα.
    Παιδί προσφύγων και κείνος, είχε έρθει είκοσι ετών με ένα καραβάνι απελπισμένων από τα Χουχλιά της Μικράς Ασίας μαζί με τη μάνα του και μια τυφλή αδερφή, τη Βασιλική, και ξεκίνησαν από το μηδέν τον αγώνα τους για επιβίωση στα Σέρβια με διπλωμένες ψυχές και οδυνηρές αναμνήσεις... Ας είναι καλά η Αννιώ! Μαζί της μέρεψε και γλυκάθηκε λίγο η ζωή. Όταν γύριζε κατάκοπος από το όργωμα ή το θέρο στο σπίτι κι έβλεπε το πράσινο των ματιών της κι άκουγε το γέλιο των παιδιών του, ένιωθε να τον πλημμυρίζει μια πρωτόγνωρη γαλήνη, μια απλόχερη χαρά…
    Μα εκεί που νόμισαν πως η ζωή άρχισε σιγά σιγά να παίρνει το δρόμο της, ήρθε ο Απρίλης του ’41 και μπήκαν στη νέα τους πατρίδα οι Γερμανοί. Δυο χρόνια τώρα υπέφεραν από το φόβο, την αδικία και την ανέχεια. Μάζεψαν πάλι οι ψυχές των ανθρώπων, καμπούριασαν οι ώμοι, σκύψανε τα κεφάλια, καθώς ήταν αναγκασμένοι να ζουν  στο ζοφερό σκοτάδι της κατοχής, στον ίσκιο μιας εποχής θανάσιμα λαβωμένης...
    Ο Στεφανής κοίταξε την αγουροξυπνημένη γυναίκα του με κάποια τρυφερότητα καθώς σκεφτόταν πως δεν ήταν παιδούλα πια και η τελευταία εγκυμοσύνη της  την είχε κουράσει  περισσότερο απ’ τις άλλες. Στο μέτωπό του χαράχτηκε μια αδιόρατη ανησυχία και ένα δυσοίωνο προαίσθημα τον έκανε να σηκωθεί και να φορέσει πάνω απ’ τη μάλλινη σκελέα το πολυκαιρισμένο παντελόνι.
    - Τί συμβαίνει Στεφανή; Γιατί χτυπούνε τέτοια ώρα οι καμπάνες;
    - Πάω όξω να μάθω...Ακούω φωνές, για καλό δε θά ’ναι.
     Ο Στεφανής βγήκε στο στενό δρομάκι. Στα σπίτια είχαν ανάψει τα λαμπογιάλια και η γειτονιά ξυπνούσε βίαια. Μια γειτόνισσά του η Μαριγώ έσκουζε στο απέναντι σπίτι και καθώς ο Στεφανής πλησίασε βγήκε αλαφιασμένος ο άντρας της ο Πάνος και μόλις τον είδε του είπε:
    - Στεφανή, έρχονται οι Ιταλοί προς τα Σέρβια! Οι αντάρτες τους κρατούν στην Ελασσόνα μα δε θα αντέξουν για πολύ! Έστειλαν σήμα με μια δεκαρχία να φύγουμε ως το πρωί, να αδειάσουμε τα σπίτια... Τώρα πέρασαν από δω. Φοβούνται για αντίποινα επειδή οι αντάρτες έκαψαν τη γέφυρα το Φλεβάρη... Πρέπει να φύγουμε όλοι! Κάντε γλήγορα!
    “Αντίποινα!!!” Στο άκουσμα της λέξης πάγωσε το αίμα στις φλέβες του και τα πόδια του έμειναν καρφωμένα στη γη. Για μερικά δευτερόλεπτα δεν μπόρεσε να αρθρώσει λέξη! Στο νου του ήρθαν εικόνες κρεμασμένων στα δέντρα συμπατριωτών του και ομαδικών εκτελέσεων. Ήξερε καλά τι σημαίνουν τα αντίποινα σε τούτο τον πόλεμο... Έναν δικό τους έχαναν οι Γερμανοί, δέκα σκότωναν! Και τώρα που τους απόκοψαν την πρόσβαση με την καταστροφή της γέφυρας... ποιός ξέρει τι ετοίμαζαν πάλι! Κάλεσαν και για ενίσχυση τους Ιταλούς...
    - Φτουου! Αναθεματισμένοι! Φώναξε, που κακό χρονο να ’χετε! Άιντε πάλι να ξεσπιτωθούμε κυνηγημένοι. Πού να πάω μ’ ολάκερη φαμελιά; πού θα πάμε τόσοι άνθρωποι;
    Κοίταξε ένα γύρο τη γειτονιά που ήταν ανάστατη και αφουγκράστηκε το υπόκωφο βουητό των τρομαγμένων ανθρώπων που προσπαθούσαν να μαζέψουν ό,τι μπορούν ή να κρύψουν τα υπάρχοντά τους. Κάποιοι άρχισαν να σκάβουν στις αυλές μικρούς λάκκους για να θάψουν σιτάρι, προίκες και μικροαντικείμενα πολύτιμα γι’ αυτούς. Συνήλθε απότομα από το σοκ και βιάστηκε να μπει στο σπίτι για να ετοιμάσει την επώδυνη διαφυγή. Επτά ψυχές έπρεπε να προστατέψει! Μια γριά μάνα που έτρεμε, μια ετοιμόγεννη γυναίκα, μια αδερφή που δεν έβλεπε και τρεις κόρες, ενώ ο μόνος άντρας εκτός απ’ αυτόν, ο Γιώργης, ήταν μόλις επτά ετών! Κάρο και άλογο δεν είχε, τα είχαν επιτάξει οι Γερμανοί. Ένα γαϊδουράκι μονάχα του έμεινε, τα δυο του χέρια και μια δαρμένη ψυχή. Μ’ αυτά θα πάλευε! Μόνο να σωθούν...
    - Γυναίκες, είπε μόλις μπήκε, ντυθείτε καλά και μάστε όσα μπορείτε. Έρχονται οι άτιμοι να μας σκοτώσουν. Πάω να ετοιμάσω το ζώο για να φορτώσουμε. Ξυπνάτε τα παιδιά! Κάντε γρήγορα!
    Μέρες τώρα ήταν όλοι ανήσυχοι γιατί ήξεραν αφότου έκαψαν οι αντάρτες την ξύλινη γέφυρα του Αλιάκμονα ότι ήταν θέμα χρόνου η εκδίκηση των κατακτητών. Αλίμονο! Θα την πλήρωνε πάλι, όπως πάντα, ο άμαχος πληθυσμός...
    Οι γυναίκες άρχισαν έντρομες να μαζεύουν τα απαραίτητα και να βοηθούν τα μικρότερα παιδιά να ντυθούν. Οι μεγάλες, σα να το έκαναν αυτό κάθε μέρα βοηθούσαν με θαυμαστή ψυχραιμία. Η Φρόσω γκρίνιαζε γιατί την ξύπνησαν, κι ο Γιώργης άφησε τη θειά του τη Βασιλική να τον ντύσει. Ξαφνικά το χαμηλό φτωχικό σπιτάκι τους έπνιγε. Χάθηκε η θαλπωρή των οικείων πραγμάτων. Ο φόβος μήπως δεν προλάβουν να διαφύγουν, τους έκανε να βιαστούν. Η Αννιώ κοίταξε την κοιλιά της και σύγκρυο διαπέρασε το ταλαιπωρημένο της κορμί καθώς το ένστικτο της επιβίωσης κινητοποίησε μέσα της φόβους κρυμμένους στα βάθη του μυαλού. Τι θα έκανε με ένα μωρό στην αγκαλιά μέσα στη δίνη του πολέμου; Που θα πήγαινε να γεννήσει χωρίς σπίτι, χωρίς φωλιά;
    - Θεέ μου, γιατί να γεννηθεί κι αυτό; Ψιθύρισε.
    Πώς θα κατάφερνε να ακολουθήσει τους άλλους; Κι αν τους καθυστερούσε;
    Η Βασιλική την ένιωθε με τα μάτια της ψυχής της και ανησυχούσε πιότερο γι’ αυτήν παρά για τον αδερφό της. Χρόνια τώρα μαζί της, την αγάπησε αληθινά τη νύφη της και προσπαθούσε να ξεπληρώσει το βάρος της παρουσίας της, βοηθώντας στις δουλειές του σπιτιού και στο μεγάλωμα των παιδιών. Έγινε η δεύτερη μάνα τους. Αφού έντυσε το Γιώργη, έδωσε στα κορίτσια να φορέσουν διπλά ρούχα, έριξαν από πάνω τα τριμμένα πανωφόρια, έβαλε σκουφιά στα μικρά για το πρωινό αγιάζι και έπειτα ντύθηκε κι αυτή. Η Αννιώ με την πεθερά της πήραν για τον καθένα από μια κουβέρτα, κιλίμια φτιαγμένα στον αργαλειό απ’ τα κορίτσια και τα λιγοστά τους ρούχα με καναδυό αλλαξιές και τα έκαναν μπόγους που θα τους έπαιρναν στην πλάτη. Αυτά ήταν όλο τους το έχει. Η Αννιώ κοίταξε μελαγχολικά το μπαούλο με την προίκα των κοριτσιών και καταλάβαινε πως ήταν αδύνατο να το πάρουν χωρίς το κάρο. Μέσα της έκλαιγε στη σκέψη πως ίσως τα κορίτσια της να μη ζούσαν για να προλάβουν να παντρευτούν, κι αν ζούσαν ίσως να μην παντρεύονταν αν δεν είχαν προίκα..
    - Γιώργη, είπε στον μικρό, πάνε φώναξε τον πατέρα σου να με βοηθήσει με τούτο. Νά ’ρθει να το βάλουμε στο κατώι, μπας και σωθεί.
    Όταν τέλειωσε και μ’ αυτό, έβαλε τα πιο ζεστά της ρούχα, φόρεσε τη μαντίλα της και πήρε στην πλάτη της ένα μικρό μπόγο με τα μωρόπανα που είχε ετοιμάσει για το λεχούδι. Τελευταία ξεκρέμασε τα στέφανα που κρέμονταν πάνω από το κρεβάτι της και έριξε τη ματιά της γύρω στο σπίτι. Βγαίνοντας, ένας πόνος βαθύς, θαμμένος απ’ το παρελθόν βαθειά μέσα της, της έσκισε την καρδιά στη σκέψη πως είναι η δεύτερη φορά στη ζωή της που εγκαταλείπει το σπίτι της και φεύγει κυνηγημένη χωρίς να έχει φταίξει σε τίποτα. Ποτέ της δεν έβλαψε άνθρωπο... Το μόνο που ήξερε ήταν να χαρίζει απλόχερα τη ζωή...
    Ο Στεφανής φόρτωσε στο γέρικο γαϊδουράκι δυο σακιά αλεύρι, έβαλε στο σαμάρι και τη γριά μάνα του, φόρεσε την κάπα του από μαλλί που του χρησίμευε και σαν κουβέρτα και φορτώθηκε τα ταγάρια με το ψωμί και τα τρόφιμα για το δρόμο. Οι γυναίκες ζαλικώθηκαν στην πλάτη τους μπόγους, η Σέβω κράτησε τη Βασιλική για να βλέπει με τα μάτια της κι η Αννιώ πήρε από το χέρι τα μικρά που έσερναν δεμένες, μια κατσίκα και δυο κότες για να έχουν τουλάχιστο λίγο γάλα και κανένα αυγό.
    Έτσι, η Αννιώ κι ο Στεφανής ξεκίνησαν ξανά έναν άνισο αγώνα με το χρόνο, το κρύο και τις αντοχές τους κουβαλώντας ετούτη την πονεμένη οικογένεια στο δρόμο για το πεπρωμένο της...
    Η νύχτα είχε ακόμη βαθύ σκοτάδι όταν ξεκίνησαν την απελπισμένη πορεία της φυγής προς το βουνό. Ενώθηκαν με άλλες οικογένειες και προχωρούσαν όλοι μαζί προς τα ανατολικά. Γυναικόπαιδα και ζωντανά βάδιζαν με τα πόδια προς κάθε κατεύθυνση. Ανηφόριζαν σε μεγάλες ομάδες προς το Παλιογράτσανο, το Ματσκοχώρι, το Καταφύγι ή προς την Καστανιά. Άλλοι έφυγαν προς τα Ίμερα, το Βελβεντό ή το Ρύμνιο. Φωνές παιδιών και μωρά που κλαίνε δημιουργούσαν ένα παράξενο σύννεφο ήχων που ακολουθούσε το ανθρωπομάνι. Οι καμπάνες έπαψαν κάποια στιγμή να χτυπούν, σημάδι πως έφευγαν από τα Σέρβια κι οι τελευταίοι. Η σιωπή που ακολούθησε ήταν εκκωφαντική και απλώθηκε σαν αόρατη απειλή που δυνάμωνε το φόβο.
    Πίσω στα Σέρβια ομάδες ανταρτών γύριζαν στα στενοσόκακα και μπαινόβγαιναν στα σπίτια για να πείσουν εκείνους που δεν ήθελαν να τα εγκαταλείψουν. Σε κάποια από αυτά έβρισκαν γέρους κατάκοιτους, ανήμπορους που δεν μπόρεσαν να φύγουν. Αυτοί έμειναν πίσω. Ποιός θα τους κουβαλούσε; Τέτοιες ώρες προέχει η σωτηρία των νεότερων. Κάποιους που μπορούσαν έστω να σηκωθούν τους κουβαλούσαν τα παιδιά τους στην πλάτη.
    Η οικογένεια του Στεφανή ακολούθησε όσους τράβηξαν για την περιοχή Μύγα, μέσα από υγρά και δύσβατα μονοπάτια ανάμεσα σε καστανιές και οξιές. Έπρεπε να βαδίσουν μόνο κατά τη διάρκεια της νύχτας και με το ξημέρωμα να μην βγουν σε ξέφωτα, για να μην είναι ορατοί από μακριά. Έτσι έφτασαν τα ξημερώματα στου παπά το λάκκο, σε μια τοποθεσία δασωμένη μέσα σε μια χαράδρα του βουνού με τρεχούμενα νερά από φρέσκο απάτητο χιόνι. Οι περισσότερες οικογένειες έψαξαν να βρουν μέρη απάνεμα ή καμιά σπηλιά για να προστατευτούν από το κρύο.
    - Εδώ θα ξεκουραστούμε, είπε ο Στεφανής στη φαμελιά του και τράβηξε σε μια άκρη το γαϊδουράκι με την ταλαίπωρη μάνα. Οι μεγαλύτερες κόρες του βοήθησαν τη γιαγιά τους να ξεπεζέψει και έστρωσαν λίγα κλαδιά και φύλλα κάτω στο υγρό χώμα για να απλώσουν μια κουβέρτα να καθίσουν. Το ψιλόβροχο και ο παγωμένος αέρας τους ανάγκασε να μαζευτούν όλοι κοντά για να ζεσταθούν. Η Αννιώ που άντεξε την ταλαιπωρία της ανάβασης ένιωθε κατάκοπη. Κοίταξε στα μάτια το Στεφανή με νόημα σα να του έλεγε:
    - Πόσο θα αντέξουμε;
    - Τζιβαέρη ,είπε τότε εκείνος στην πρωτότοκη κόρη του, δώσε μας νερό και βγάλε το ψωμί με τις ελιές να φάμε. Αν δε σουρουπώσει δε θα φύγουμε από δω.
    Έριξαν πάνω τους τις κουβέρτες και περίμεναν να περάσει η μέρα. Η Βασιλική αποκοιμήθηκε δίπλα στα μικρά που κούρνιασαν κοντά της.
    Είχε πια μεσημεριάσει όταν ακούστηκαν κρότοι πολυβόλων και πυροβολισμοί από μακριά. Αν και δεν έβλεπαν κάτω τα Σέρβια μέσα στις πυκνές φυλλωσιές, μπορούσαν να φανταστούν την επίθεση των Ιταλών στρατιωτών. Έσπασε το μέτωπο της αντίστασης. Σε λίγο θα έρχονταν και οι Γερμανοί. Από κείνη τη στιγμή και μετά κανείς πια δεν μπόρεσε να κοιμηθεί. Όλοι έτρεμαν από το φόβο και το κρύο...
    Σα νύχτωσε πάλι νωρίς άρχισαν όλοι να μαζεύουν τα στρωσίδια και να φορτώνονται τους μπόγους για να ξεκινήσουν. Το σκοτάδι έκρυβε μέσα στον κόρφο του βουνού τους κατατρεγμένους.
    - Μάνα, πιάσου απ’ τις εγγόνες σου και περπάτα, τώρα θα βάλω την Αννιώ καβάλα. Φοβούμαι μη δεν αντέξει και μας γεννήσει στο δρόμο...
    - Δεν πειράζει Στεφανή, αντέχω ακόμα. Ας κάτσει η μάνα, είπε με συστολή η Αννιώ και ξεκίνησε πρώτη για να δείξει πως είναι καλά.
    - Ξεκουράστηκα τόσες ώρες, έχω κουράγιο.
    Έτσι πήραν πάλι το δρόμο προς τα πάνω έχοντας στο νου τους μόνο ένα πράγμα, τη φυγή, και κανείς δε λογάριαζε πια την κούραση όσο άκουγαν κάτω τη βοή του πολέμου. Ανέβαιναν τη δασωμένη πλαγιά μέσα από μονοπάτια, μα σε λίγο ανάμεσα απ’ τους ίσκιους των δέντρων άρχισαν να βλέπουν κάτω στο βάθος αναλαμπές φωτιάς και καπνούς. Τα πρώτα σπίτια των Σερβίων είχαν παραδοθεί στις φλόγες μιας απάνθρωπης εκδικητικής μανίας... Παγερή βουβαμάρα απλώθηκε στους κυνηγημένους καθώς βγήκαν σε ένα ξέφωτο και αντίκρυσαν ένα θέαμα που δεν θα ξεχνούσαν ποτέ στη ζωή τους. Τα σπίτια τους καίγονταν! Σπίτια φτιαγμένα με κόπο και πόνο, με θυσίες μιας ζωής... Σπίτια γεμάτα με τις προίκες των κοριτσιών και όλο τους το βιος... Σπίτια με αυλές, με κληματαριές, με πηγάδια και στάβλους για τα ζωντανά και το χειρότερο, με ανθρώπους ανήμπορους να υπερασπιστούν το εαυτό τους... Θεατές της πιο παράλογης μανίας, κοίταζαν αμίλητοι τη φωτιά που απλώνονταν σε όλη την πόλη. Οι γυναίκες έκλαιγαν σφουγγίζοντας τα μάτια τους στις μαντίλες και έσφιγγαν κοντά τους τα τρομαγμένα παιδιά. Οι άντρες τους στέκονταν βλοσυροί και γεμάτοι οργή κοιτώντας τα όνειρα και τον ιδρώτα μιας ζωής να γίνονται στάχτη...
    Βάρυναν κι άλλο τα βήματα από τη θλίψη, ασήκωτοι οι μπόγοι, απότομη η ανηφοριά. Πόσο πόνο μπορούν να αντέξουν οι άνθρωποι!... Αναρωτήθηκε η Αννιώ κοιτώντας τούτη την ανθρώπινη αλυσίδα που οι κρίκοι της δέθηκαν ξαφνικά κάτω από την απειλή του κοινού κινδύνου. Θυμήθηκε, με πόνο, τον πρώτο καιρό που ήρθαν πρόσφυγες στην περιοχή και οι ντόπιοι τους περιφρονούσαν και δεν καταδέχονταν να συναναστραφούν μαζί τους. Ούτε τα παιδιά τους δεν άφηναν να παίξουν με τα ξυπόλυτα παιδιά των προσφύγων. Ένα απ’ αυτά ήταν κι εκείνη... Και τώρα, ντόπιοι και πρόσφυγες μαζί ενώθηκαν σε μια κοινή πορεία προς το άγνωστο, σε μια κοινή μοίρα. Τώρα που χάνουν κι αυτοί τα σπίτια τους αρχίζουν να συνειδητοποιούν το μέγεθος της ψυχικής δύναμης που χρειάζεται ο άνθρωπος για να αντέξει την απώλεια των σταθερών σημείων αναφοράς της ζωής του...
    Οι οικογένειες συνέχισαν να ανεβαίνουν στις βουνοπλαγιές με πιο αργό ρυθμό από την κούραση και την αγωνία. Οι ώρες κυλούσαν με δυσκολία και κανείς δεν τολμούσε να σκεφτεί το μέλλον ή τον εαυτό του. Σημασία είχε μόνο το αβέβαιο παρόν, η ομαδική φυγή και η σωτηρία όλων. Είχαν επίγνωση του γεγονότος ότι οι ζωές τους εξαρτιόταν από τα απρόοπτα της τύχης και της ιστορίας. Η Αννιώ κοιτούσε αχόρταγα προς τα πάνω, μήπως φανεί η άκρη του χωριού και τελειώσει η εξαντλητική πορεία. Το κορμί της είχε αρχίσει να πονά φριχτά λες και την ειδοποιούσε να σταματήσει. Μα εκείνη ήταν αποφασισμένη να συνεχίσει με κάθε τρόπο. Αυτό που την ανησυχούσε όμως περισσότερο ήταν οι πόνοι της στη μέση γιατί ήξερε πως μπορεί να γεννήσει νωρίτερα από την ταλαιπωρία. Έφερε στο νου της την εικόνα του φτωχικού της σπιτιού με τις γωνιές του και τις κουρελούδες που είχε στρωμένες καταγής και πόνεσε στη σκέψη πως ετούτο το παιδί δε θα το γεννούσε στο κρεβάτι της σαν τ’ άλλα, αλλά έξω στο κρύο ή σε καμιά αχυρώνα. Πολλές γυναίκες σαν κι αυτή ήταν ετοιμόγεννες, πόσες θα τα κατάφερναν; Πόσα βρέφη θα πέθαιναν στο επόμενο διάστημα εκτεθειμένα σε κινδύνους χωρίς στέγη;
    Γύρισε προς τα πίσω και το βλέμμα της συναντήθηκε με το βλέμμα του Στεφανή που είχε την έγνοια της. Είχε παρατηρήσει πόσο δυσκολευόταν να περπατήσει και της είχε πάρει το μπόγο που κουβαλούσε. Του χαμογέλασε με δυσκολία και εκείνος την πλησίασε και της έδωσε το μπράτσο του να πιαστεί. Ίσα που να της δώσει κουράγιο. Κι ας μην του περίσσευε κι εκείνου... Έσφιξε τα δόντια της σε ένα νέο πόνο και κοίταξε το στερνοπούλι της το Γιωργή που περπατούσε δίπλα της χωρίς να παραπονιέται. Όταν τον γέννησε και επιτέλους απόκτησαν τον πολυπόθητο γιό, είχε πει πως δε θα κάνει άλλο παιδί. Έφταναν τέσσερα παιδιά. Φτωχοί άνθρωποι ήταν. Έλα όμως που η ζωή είχε άλλα σχέδια! Επτά χρόνια μετά περίμενε το πέμπτο της παιδί. Καινούρια γέννα, με φόντο τα σύννεφα του πολέμου και τις φλόγες της καταστροφής...
    - Μάνα! Φώναξε η Τζιβαέρι που πήγαινε μπροστά απ’ όλους. Κοίτα! Τα κεφάλια όλων στράφηκαν προς την κατεύθυνση που έδειχνε το χέρι της και μέσα από τις συστάδες των δέντρων που άνοιγαν σε ένα σημείο διέκριναν από μακριά τα πρώτα σπίτια ενός χωριού ξαπλωμένου στην αγκαλιά του βουνού.
    - Άιντε, είπε ο Στεφανής, φτάσαμε στο Ματσκοχώρι! Σε λίγο θα μπούμε στο χωριό.
    Οι κυνηγημένοι οδοιπόροι αναθάρρησαν στη σκέψη πως σε λίγο θα σταματήσουν την πεζοπορία και θα ξεκουραστούν. Τάχυναν κάπως το βήμα τους και άρχισαν να μιλούν ζωηρά. Γέμισαν οι ψυχές με μια νέα ελπίδα. Όταν πια έφτασαν στην άκρη του χωριού, δεν είχε ξημερώσει ακόμα. Αντίκρυσαν με δέος το όμορφο χωριό με τα ασπρισμένα σπίτια που έλαμπαν στο φεγγαρόφωτο.
    - Τι όμορφος που είναι ο κόσμος Θεέ μου, όταν κοιμάται στην αγκάλη σου! ψιθύρισε έκθαμβη η Αννιώ και ένιωσε για πρώτη φορά μετά από μέρες μια παράξενη γαλήνη.
    Οι κάτοικοι ειδοποιημένοι από τους αντάρτες δεν είχαν κοιμηθεί τη νύχτα. Εξάλλου ήταν κι αυτοί ανήσυχοι από τις εξελίξεις και από τη θέα της φωτιάς που έκαιγε κάτω στα Σέρβια και φώτιζε με απόκοσμη λάμψη το σκοτεινό ορίζοντα. Είχαν συγκλονιστεί από το γεγονός του ολοκαυτώματος και υποδέχτηκαν με ανθρωπιά και συμπόνοια τους ξεσπιτωμένους Σερβιώτες. Βοήθησαν τις γυναίκες να ξεζαλικωθούν από τους μπόγους που κουβαλούσαν και ρωτούσαν να μάθουν τι είχε συμβεί. Όσοι είχαν γνωστούς ή συγγενείς στο χωριό έψαχναν να τους βρουν και σιγά σιγά χάνονταν πίσω από πόρτες που άνοιγαν τη φιλόξενη φτώχια τους στους κατατρεγμένους. Άλλοι βολεύτηκαν σε κατώγια, άλλοι σε αχυρώνες, άλλοι σε στάβλους ή αποθήκες και σε άλλους παραχωρήθηκαν δωμάτια μέσα στα σπίτια για να κουρνιάσουν στριμωχτά μέσα στη θαλπωρή των κλειστών χώρων. Λύθηκαν τα σφιγμένα πρόσωπα, άνοιξαν οι καρδιές των ανθρώπων και στρώθηκαν καταγής οι κουβέρτες για να ξεκουραστούν οι φόβοι.
    Ο Στεφανής και η Αννιώ δεν γνώριζαν κανένα στο χωριό, ούτε είχαν συγγένειες με τους Ματσκοχωρίτες. Τράβηξαν λοιπόν για την εκκλησία της Αγίας Παρασκευής που βρίσκονταν δίπλα στη μικρή πλατεία. Επτά πολυμελείς οικογένειες χώθηκαν όπως όπως στο κρύο και σκοτεινό εσωτερικό του ναού και έπιασαν από μια γωνιά για να απλωθούν. Άναψαν τα καντηλάκια για να φωτιστούν τα σκοτεινιασμένα πρόσωπα και έλαμψε στα μάτια τους η ελπίδα. Οι γυναίκες έβγαλαν στρωσίδια και κουβέρτες και οι άντρες βγήκαν να φέρουν ξύλα για να ανάψουν φωτιά να ζεσταθούν.
    Κάποιοι από το χωριό, τους έφεραν πατάτες, κρεμμύδια και μπομπότα και η Αννιώ έδωσε πρώτα στην πεθερά της να φάει και στη Βασιλική και μετά στα παιδιά της. Η ίδια ένιωθε πια αρκετούς δυνατούς πόνους κι όταν κατάλαβε πως ήρθε η ώρα της να γεννήσει βγήκε έξω να βρει τον άντρα της. Σε ένα πλάτωμα στάθηκε και κοίταξε κάτω τα Σέρβια που καίγονταν. Η φωτιά έκαιγε και τη δική της γειτονιά. Τώρα οι φλόγες θα έζωναν τους τοίχους του σπιτιού της… το κρεβάτι της, την καρυδιά στον κήπο. Έστρεψε τα μάτια της να μη βλέπει, δεν ήξερε αν οι πόνοι του κορμιού ή της ψυχής ήταν οι πιο δυνατοί… Γύρισε να φύγει και είδε το Στεφανή να έρχεται.
    - Αννιώ! Έλα! Βρήκα μέρος για να γεννήσεις, της φώναζε πλησιάζοντας.
    - Πού Στεφανή μου; Δείξε μου. Οι πόνοι δυνάμωσαν, πρέπει να βιαστώ.
    Σε λίγη ώρα είχαν βολευτεί στο κατώι του σπιτιού του κυρ-Ζαχαρία που συμπόνεσε την οικογένεια και την περιμάζεψε. Η γυναίκα του η Αγλαΐα έστρωσε δίπλα στο παλιό τζάκι που έκαιγε για την Αννιώ και στο άλλο δώμα έβαλαν τους υπόλοιπους. Η Βασιλική έμεινε κοντά στην Αννιώ να της παρασταθεί κι η Αγλαΐα έβαλε νερό να βράσει. Η Αννιώ έβγαλε τα χοντρά της ρούχα για να αναπνέει καλύτερα και ένιωσε τις μυστικές δυνάμεις της δημιουργίας να την κυριεύουν. Τίποτα άλλο δεν είχε πια σημασία. Ούτε το σπίτι της που καιγόταν, ούτε ο πόλεμος ούτε ο ξεριζωμός. Όλο της το είναι επικεντρώθηκε στους πόνους της γέννησης του νέου της παιδιού. Έσφιγγε τα δόντια της, μούγκριζε σιγανά και περίμενε. Δίπλα της πάντα η αφοσιωμένη Βασιλική της βαστούσε το χέρι και ένιωθε να τη διαπερνά μέσα απ’ αυτό όλο το μεγαλείο της γυναικείας φύσης που γεννά τη ζωή και δάκρυα έτρεχαν από τα θαμπά ματάκια της, μα δεν ήξερε αν έκλαιγε για την Αννιώ ή για τον εαυτό της που δεν θα ζούσε πια τούτο το φοβερό μυστήριο...
    - Κορίτσι! Να σου ζήσει παιδί μου! είπε η καλόκαρδη Αγλαΐα καθώς ξεπρόβαλλε το νεογέννητο και σ ε λίγο ακούστηκε το πρώτο του κλάμα. Τότε μόνο λύγισε η Αννιώ και όλη η αγωνία και η απελπισία που έπνιγε μέσα της έγιναν κλάμα που ξέσπασε άθελά της και το κορμί της τραντάχτηκε από τα αναφιλητά. Έκλαιγε για τη ζωή που άφησε πίσω στο σπίτι της μάνας της, για τον πόλεμο που της στερούσε ό,τι αγάπησε, για τα παιδιά της που δεν ήξερε αν θα ζήσουν και για τις φλόγες που έκαιγες τον κόσμο που γνώρισε ως δικό της.
    Η Βασιλική την αγκάλιασε και έκλαιγε μαζί της. Μια παράξενη μοίρα είχε ενώσει αυτές τις δυο γυναίκες για πάντα. Η Βασιλική ζούσε και έβλεπε μέσα από τη ζωή και τα μάτια της Αννιώς, και η Αννιώ είχε βρει στην αγκαλιάς της Βασιλικής τη μάνα που έχασε…
    Έξω σουρούπωνε. Άλλη μια νύχτα φόβου έκανε τους ανθρώπους να μαζευτούν νωρίς. Η μυρωδιά της καμμένης γης έφτανε πια στο χωριό. Λίγοι απόμειναν να κοιτούν το αποτρόπαιο θέμα. Ο Στεφανής είχε πάρει τους δρόμους για να μη μπλέκεται στα πόδια των γυναικών και τώρα επέστρεφε κουρασμένος. Μπήκε στο χαμηλό σπίτι και ο Ζαχαρίας του πρόφτασε τα νέα.
    - Άντε Στεφανή, κορίτσι σού ’κανε η κυρά. Ας είναι. Τράβα τώρα να τη δεις.
    Το στήθος του φούσκωσε από συγκίνηση και αγωνία για την Αννιώ που δεν έπρεπε να δείξει, Μπήκε και την είδε ξαπλωμένη με το μωρό κοντά στο τζάκι. Η φωτιά του φώτιζε το σκοτεινό δωμάτιο και το πρόσωπο της Αννιώς που είχε γαληνέψει. Κοίταξε το μωρό και του φάνηκε ίδιο με τ’ άλλα. Κάθισε δίπλα της και τη ρώτησε:
    - Πώς θα το πούμε τούτο το παιδί γυναίκα, αν ζήσει;
    - Θα ζήσει Στεφανή! Θα ζήσει! Θα το δεις. όλοι θα ζήσουμε, όπως, όπως, αλλά θα ζήσουμε… Και σαν τελέψει ο πόλεμος θα κτίσουμε απ’ την αρχή το χωριό και το σπίτι μας, και τα παιδιά μας θα παντρευτούν και θα παλέψουν κι εκείνα… Όσο για τούτο, το παιδί του πολέμου, σκέφτηκα πως θα το πω Στεφανή. Ειρήνη θα την εβγάλω για να ξορκίζει το κακό… Ειρήνη στη μάνα μου τη Ρηνιώ που την έχασα και θέλω να τη θυμούμαι… Και που ξέρεις! ίσως ετούτα τα παιδιά να χαρούν την ειρήνη πιο πολύ από μας που την ψάχνουμε μια ζωή…
    Ο Στεφανής κοίταξε βουρκωμένος τούτο το ευλογημένο πλάσμα που έφερε η ζωή στο δρόμο του και κατάλαβε πως η ζωή είναι πιο δυνατή απ’ το θάνατο. Έπειτα γύρισε το βλέμμα του στο τρεμάμενο φως της φωτιάς που σιγόκαιγε στο τζάκι και πήρε να ρίξει κι άλλα ξύλα για να κρύψει ένα δάκρυ οδύνης, γεμάτο φως…




Από τη συλλογή διηγημάτων «Τοπία της στοργής», εκδ. Παρέμβαση 2019.



Βιογραφικό σημείωμα

Η Ολυμπία Τσικαρδάνη γεννήθηκε και μεγάλωσε στα Σέρβια Κοζάνης. Η αγάπη της για τη γλώσσα την οδήγησε στο τμήμα της Κλασικής Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Ζει στα Σέρβια και διδάσκει στο Γενικό Λύκειο. Είναι παντρεμένη και έχει τρία παιδιά.
    Εδώ και λίγα χρόνια ασχολείται πιο συστηματικά με τη συγγραφή διηγημάτων, δοκιμίων, άρθρων και ποίησης. Έχει δημοσιεύσει κατά καιρούς έργα της στον τοπικό τύπο και σε περιοδικά λογοτεχνικού ενδιαφέροντος καθώς και στο διαδίκτυο. Επίσης γράφει κριτικές για το έργο άλλων λογοτεχνών σε λογοτεχνικά περιοδικά.
    Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών και έχει εκδώσει μία ποιητική συλλογή με τίτλο «Ανεμώνη» από τις εκδόσεις Εντύποις, μία συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Τοπία της στοργής» από τις εκδόσεις Παρέμβαση, και έχει γράψει και ένα θεατρικό έργο με τίτλο «Μικρές Πατρίδες» που ανέβηκε στη σκηνή του ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης ως μουσικοθεατρική παράσταση σε συνεργασία με το Νέο Ωδείο Music Art Κοζάνης. Επίσης συμμετέχει με έργα της σε διάφορους συλλογικούς τόμους.
 
    Το Σεπτέμβριο του 2015 το διήγημά της «Οδύνη και Φως» που αναφέρεται στο ολοκαύτωμα των Σερβίων, βραβεύτηκε με το 3ο βραβείο διηγήματος σε Πανελλήνιο διαγωνισμό που οργάνωσε η Κοβεντάρειος Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης.
    Τον Σεπτέμβριο του 2016, της απονεμήθηκε Έπαινος από το Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» στον ΛΒ΄ Πανελλήνιο λογοτεχνικό διαγωνισμό 2015 για τα έντεκα πρώτα ποιήματα της ποιητικής συλλογής «Ανεμώνη» που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Εντύποις το Δεκέμβρη του 2016.
    Επίσης απέσπασε το 2ο βραβείο στον Παγκόσμιο ποιητικό διαγωνισμό «Καζαντζάκεια 2017» για το ποίημά της «Το Χρέος», και 1ο βραβείο στον ΣΤ΄ Παγκόσμιο διαγωνισμό ποίησης της «Αμφικτυονίας Ελληνισμού» για το ποίημά της «Στα κάτεργα του αβέβαιου».
    Τον Ιανουάριο του 2018 απέσπασε το 3ο βραβείο στον 36ο Λογοτεχνικό διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών για το δοκίμιό της «Με λογισμό και μ’ όνειρο» και στη συνέχεια έγινε μέλος της. Την ίδια χρονιά, με το ποίημα «Οδυσσείς» κέρδισε το 2ο βραβείο στον 7ο Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Πνευματικής Συντροφιάς Λεμεσού.
    Το 2020, απέσπασε το Γ΄ βραβείο για τη συλλογή διηγημάτων της, «Τοπία της Στοργής» στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό Βιβλίου του Συλλόγου Μουσικής Τέχνης και Λόγου, «Λινός».
    Το 2021 απέσπασε Έπαινο στους 36ους Δελφικούς Αγώνες Ποίησης της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών με το ποίημα «Αείσκιωτοι Δρόμοι», και Α΄ Έπαινο στον 17ο Διεθνή Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Ένωσης Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος με το ποίημα η «Η Μνήμη Γονατίζει» που αναφέρεται στην Επανάσταση του 1821.
    Όπως λέει η ίδια: «Άφησα τη ζωή να γράψει επάνω μου και τώρα τη γράφω εγώ. Άλλοτε με στίχους κι άλλοτε με ιστορίες. Γιατί υπάρχει ποίηση σε κάθε ανθρώπινη ιστορία αλλά και μια ιστορία πίσω από κάθε ποίημα.»



Στην εικόνα: Άκης Σαββίδης, αεροφωτογραφία της πόλης των Σερβίων.

Πηγή για την εικόνα: https://kozani.tv/