Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 28 Μαΐου 2026

Αριστούλα Δάλλη, "Οι κόρες της Δήμητρας"





Ο ΠΛΗΓΩΜΕΝΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ


Στη γειτονιά των παιδιών, η παρέα με τ’ όνομα « Άσπροι και μαύροι άγγελοι» παίζει το παιχνίδι του πολέμου. Δύο ομάδες εχθρικές, θανατηφόρα η αναπαράσταση του διχασμού. Σημαία νίκης η δύναμη, η λευκή ή μαύρη κυριαρχία.
    Είμαι ένας ουράνιος επισκέπτης, ένα παιδί-άγγελος. Πέταξα ανάμεσα τους με αποστολή να τους μονοιάσω, με το φως των ματιών μου τα σκοτάδια των εμπόλεμων να διαλύσω. Όμως απέτυχα. Οι μαύροι άγγελοι νίκησαν, με σκουριασμένο πιρούνι του σκουπιδότοπου έβγαλαν τα μάτια μου και σέρβιραν τους βολβούς μου στον αιμοδιψή αρχηγό τους για έπαθλο. Έσπασαν τα φτερά μου και αιμόφυρτο με πέταξαν στο λασπωμένο χώμα.
     Δύο αγόρια πονούσαν μαζί μου. Γονάτισαν με αγάπη δίπλα στο πληγωμένο μου σώμα. Έδεσαν τα μάτια μου με το μαντήλι τους να μην αιμορραγούν, και μ’ αυτοσχέδιο φορείο με μετάφεραν στον λειμώνα της χαμένης αθωότητας. Ελεγεία ακούστηκε μέσα από τα σύννεφα. Ήταν οι ουράνιοι άγγελοι που θρηνούσαν μαζί μας.





ΟΙ ΚΟΡΕΣ ΤΗΣ ΔΗΜΗΤΡΑΣ


Ήταν ένα ζεστό πρωινό του Αυγούστου. Είχα ξεκινήσει νωρίς για το χωράφι, πριν ανέβει ψηλά ο καυτός ήλιος. Τα καλαμπόκια συχνά καίγονται από τη ζέστη και ανοίγουν ξέφρενα τα φύλλα τους πριν ακόμη ωριμάσουν, με αποτέλεσμα να στεγνώνουν και να γεμίζουν σκουλήκια.
     Στον δρόμο συνάντησα τις κόρες της Δήμητρας, της χαρτορίχτρας του χωριού. Την αποκαλούν μάγισσα, γιατί λέει τα κακά μελλούμενα. Αλλά και οι κόρες της έχουν τη φήμη ότι το μάτι και η σκέψη τους έχουν μια αρνητική δύναμη και μπορούν να καταστρέψουν ό,τι βάλουν στο μυαλό τους.
    Με χαιρέτησαν και περπατήσαμε παρέα για λίγο δρόμο, έως ότου φτάσαμε στα χωράφια μας. Ήμασταν μπροστά σε μια γειτονική έκταση με καλαμποκιές, με πλούσια σοδειά και ώριμα, μεγάλα, χρυσοπράσινα καλαμπόκια. Τότε άκουσα τη μία αδελφή με αλαζονεία να λέει στην άλλη:
     «Θέλεις ως τον γυρισμό μας να έχει μαραθεί το χωράφι;»
     «Δοκίμασε και η μάνα θα σου δώσει δώρο» απάντησε η άλλη με ειρωνεία.
     Δεν έδωσα σημασία, γέλασα αμήχανα, θεωρώντας ότι ήταν αστεϊσμός για παραμύθια και επίδειξη της μαγικής τους δύναμης.
    Έμεινα έκπληκτη το απόγευμα στην επιστροφή μας όταν αντίκρισα το πρωινό χωράφι κατεστραμμένο και μαραμένο. Εντυπωσιάστηκα και συγχρόνως τρόμαξα με το θέαμα του θανάτου.
      Στη άκρη του είχε μείνει ζωντανή μόνο μία ρίζα και το καλαμπόκι της είχε ανοίξει στη μέση. Τα μουστάκια του είχαν ξεχειλίσει και έμοιαζαν με πυκνά, σγουρά μαλλιά ριγμένα στους ώμους μιας γυναικείας φιγούρας. Έδειχνε επιθετική και το ένα χέρι της είχε κοπεί, θαρρείς από μαχαίρι που έμοιαζε με μικρό ξίφος.
    Σταυροκοπήθηκα και απομακρύνθηκα γρήγορα από το κακό συναπάντημα, παίρνοντας την επόμενη στροφή του δρόμου.
     Όταν έφτασα στο χωριό, είδα κόσμο μαζεμένο. Στη μέση, με ρούχα ματωμένα, ήταν οι κόρες της Δήμητρας. Το χέρι εκείνης που μάρανε το χωράφι ήταν κομμένο στην παλάμη και τα δάχτυλά της ήταν σημαδεμένα, σαν κάποιος να τα είχε χαράξει με μαχαίρι. Καμία από τις δύο δεν κατάλαβε πώς έγινε αυτό, αφού δεν είχε χρησιμοποιηθεί κοφτερό αντικείμενο. Υπέθεσαν ότι ίσως να ήταν το μαχαίρι που κουβαλούσε πάντα μαζί της για να μαζέψει τα χόρτα του βουνού αυτό που κατά λάθος την πλήγωσε.
    Έτρεξα πίσω στο χωράφι για να δω από κοντά την καλαμποκιά με το κομμένο χέρι. Δεν υπήρχε κανένα ίχνος της, πέρα από ένα μαραμένο χωράφι. Η γυναίκα-καλαμποκιά είχε εξαφανιστεί.
    «Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον» προσευχήθηκα.
     Η ιδέα ότι το πνεύμα της θεάς Δήμητρας, μητέρας της γης, ήταν αυτό που τιμώρησε τις κόρες για την αλαζονική ασέβεια στη γονιμότητα της φύσης, σφηνώθηκε σαν βεβαιότητα στο μυαλό μου.
     Δεν σχολίασα τίποτε και απομακρύνθηκα σιωπηλά. Έσφιξα στην τσέπη μου το κρυφό φυλαχτό μου για το μάτι, φτιαγμένο από σκόρδο και κοκαλάκι νυχτερίδας.





ΘΑΝΑΣΙΜΗ ΛΕΜΒΟΣ


Το κρουαζιερόπλοιο «Το γοβάκι της Σταχτοπούτας» είχε αγκυροβολήσει για δύο βράδια στο λιμάνι της Πριγκιπονήσου. Ήταν το ιδιωτικό νησί του λεγόμενου πρίγκιπα της διακίνησης όπλων. Κοινό μυστικό σε όλους ότι το κρουαζιερόπλοιο ήταν δώρο στην ωραία σύντροφό του. Την είχε γνωρίσει σ’ ένα μπαρ· κορίτσι χωρίς πατρίδα, χόρευε για να ζήσει. Την πήρε μαζί του – ωραία βιτρίνα για την κάλυψη της παρανομίας και το ξέπλυμα παράνομου χρήματος.
     Η εορταστική βραδιά, μαζί με κάτι διαμαντένια γοβάκια για σκουλαρίκια, ήταν το δώρο των γενεθλίων της.
     Η μουσική έπαιζε, τα ζευγάρια στροβιλίζονταν στην πίστα, τα ποτά έρεαν άφθονα και πλημμύριζαν τη θάλασσα. Φωταγωγημένο το πλοίο έλαμπε στο βαθύ μπλε της νύχτας κάτω από το παγωμένο βλέμμα της σελήνης. Όλα ήταν ερωτικά, όπως ταίριαζε στη γιορτή.
  Κανένας δεν είχε προσέξει τις δύο ασυνήθιστες βάρκες, όμοιες με λαστιχένια βατραχοπέδιλα, που απομακρύνονταν γρήγορα από το πλοίο, λίγο πριν ανατιναχθεί, σαν μαγευτικό εορταστικό πυροτέχνημα, μαζί με τους επώνυμους καλεσμένους.
    Ούτε γνώριζαν ότι οι μασκοφόροι κομάντος, οδηγοί της θανάσιμης λέμβου, ντυμένοι στα μαύρα, ήταν γυναίκες και η μία από αυτές ήταν η αγαπημένη σύντροφος του μεγαλέμπορα πρίγκιπα. Η μικρή του, γλυκιά Σταχτοπούτα έβλεπε από απόσταση το τέλος της σκλαβιάς της.



*    *    *



Οικείο και ανοίκειο. Συνειδητό και ασυνείδητο. Ο άνθρωπος, σύμφωνα με την υπαρξιακή φιλοσοφία, σε όλη την πορεία της ζωής του αναζητάει την ουσία τού είναι του και τον οικείο, γνωστό στο συνειδητό, χώρο όπου θα αισθανθεί ασφάλεια, αποφεύγοντας ταυτόχρονα το ανοίκειο, το μύχιο, το άβολο, το αλλόκοτο.
    Οι κόρες της Δήμητρας είναι ένα ταξίδι στον κόσμο των απωθημένων ανοίκειων εικόνων του ασυνείδητου, οι οποίες, κάτω από κατάλληλες συνθήκες, αναδύονται στο συνειδητό και, γνώριμες πλέον, βιώνονται ως οικείες μέσω της μυθοπλαστικής αφήγησης, της αλληγορίας, του συμβολισμού.
    Οι ήρωες στις ιστορίες του βιβλίου αναζητούν την παρουσία ή την απουσία του άλλου, στοχάζονται πάνω στη σχέση τού είναι και του συν-είναι, αναζητώντας τελικά την κάθαρση και την υπαρκτική ελευθερία τους.
Από την έκδοση





Από τη συλλογή διηγημάτων «Οι κόρες της Δήμητρας», εκδόσεις Βακχικόν, 2025.




Η Αριστούλα Δάλλη είναι συγγραφέας, εικαστικός και ψυχοθεραπεύτρια. Φοίτησε στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και εργάστηκε στη Δημόσια Υγεία ως φυσικοθεραπεύτρια. Έχει κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στην εικαστική ψυχοθεραπεία, και στη συστημική οικογενειακή θεραπεία. Διευθύνει το Κέντρο Προσωπικής Ανάπτυξης και Ψυχοθεραπείας μέσω της Τέχνης Άκεσα στη Θεσσαλονίκη.
     Ως εικαστικός, έχει λάβει μέρος σε ομαδικές εκθέσεις, ενώ ως ψυχοθεραπεύτρια, έχει συμμετάσχει σε διεθνή ψυχαναλυτικά συνέδρια. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια δημιουργικής γραφής και επιμέλειας κειμένου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
       Γράφει πεζά, ποιήματα, δοκίμια και κριτικές. Κείμενά της έχουν φιλοξενηθεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά, όπως τα: Περί Ου, Παρέμβαση, Fractal, Φρέαρ, Culturebook, Θευθ και Καρυοθραύστις.
Έργα της έχουν συμπεριληφθεί στους συλλογικούς τόμους: Φλέβες γραφής (εκδόσεις Ρώμη 2019), Η συμβολή των Ψυχοθεραπειών μέσω Τέχνης στην Ψυχιατρική Θεραπευτική (εκδόσεις Βήτα 2019), Επιστολές από μια άλλη ήπειρο (εκδόσεις Ρώμη 2022), Ο χρόνος που περνά και χάνεται (εκδόσεις Παρέμβαση 2023), Το πρόσωπο του έρωτα (εκδόσεις Παρέμβαση 2024), Βαλς με έναν λογοτεχνικό ήρωα (εκδόσεις Ρώμη 2024) και Το ταξίδι (εκδόσεις Παρέμβαση 2025).
    Το 2024 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Βακχικόν η πρώτη της συλλογή διηγημάτων, Το δέρμα της φώκιας.
      Η συλλογή διηγημάτων Οι κόρες της Δήμητρας είναι το δεύτερο βιβλίο της.


Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2025

Κλεονίκη Δρούγκα, "Η αλήθεια είναι πολλές"





Ραγισματιές


Λίγες μέρες πριν παρατήρησα με ύφος ειδικού δυο ραγισματιές στο παρμπρίζ. Δεν ήταν πολύ μεγάλες και κάποιοι εξειδικευμένοι τεχνίτες εύκολα θα μπορούσαν να τις επισκευάσουν, ώστε τίποτε να μη φαίνεται, ούτε ράγισμα ούτε ρωγμή. Το όλο θέμα δεν με απασχόλησε περισσότερο. Πήρα το αυτοκίνητο, το πήγα, το είδε ο μάστορας, το εξέτασε δυο-τρία λεπτά και γνωμοδότησε να αλλάξω όλο το τζάμι, γιατί, όπως και να ’χει, ραγισμένο τζάμι ήταν και «το γυαλί που ράγισε δεν ξανακολλάει» είπε. «Κι αν κολλήσει, θα φαίνεται άσχημα». Με είδε διατακτική, μου επιβεβαίωσε ότι όλα θα τα πληρώσει η ασφάλεια, κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά, έκλεισα ραντεβού για την επόμενη μέρα, μπήκα στο αυτοκίνητο κι έφυγα.
    Τι εύκολο που είναι με τα πράγματα· χαλάνε, τα φτιάχνεις και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Αλλάζεις το γυαλί, βάζεις ένα άλλο ολοκαίνουργιο και το απολαμβάνεις.
    Οι ανθρώπινες σχέσεις όμως; Με τους ανθρώπους τι γίνεται;
    Έχεις έναν φίλο −καλό φίλο−, πας διακοπές, μοιράζεσαι το κρεβάτι τις νύχτες, τρως με το ίδιο κουτάλι, τα πίνεις μαζί του, λες στεναχώριες, χαρές, κλαις, γελάς, τον φιλοξενείς, του δίνεις το αυτοκίνητό σου, κάτι λεφτά που έχεις στην άκρη – οι φίλοι στα δύσκολα φαίνονται άλλωστε. Κάτι πάει στραβά και το μυαλό σου σκοτεινιάζει. Μάταια και φρούδη η ελπίδα ξεκαθαρίσματος. «Καθαρός καβγάς», συνηθίζεις να λες, «καθαρή συμφιλίωση». Έλα όμως που δεν είναι καθόλου έτσι. Γιατί θα τολμήσεις να πεις τις αλήθειες σου, θα επιχειρήσεις να ψελλίσεις τα παράπονά σου, να καταθέσεις τις ενστάσεις σου και τότε κάθε ένσταση θα γίνει και μια ρωγμή και κάθε σου «γιατί» ένα πισωπάτημα και κάθε πισωπάτημα μια πίκρα. Και αναρωτιέσαι μήπως αυτό το «παραπάνω» σου τρομάζει τους άλλους, ανοίγει χώρο και φταις. Μήπως ισχύει τελικά αυτό που κάποιοι λένε «ουδείς αχαριστότερος του ευεργετηθέντος»!
     Και ύστερα ραγίζει το γυαλί. Αυτοί «οι δικηγόροι του διαβόλου» θα τοποθετούνταν με σαφήνεια εναντίον σου; «Ένοχος, φίλε, όφειλες να προσέχεις περισσότερο, αντί να τρέφεις μεγάλες προσδοκίες, πιο μεγάλες από εσένα. Ας πρόσεχες».
    Χθες, πρωί πρωί, πήγα στον μάστορα για αλλαγή παρμπρίζ. Θαύμασα το νέο τζάμι. Έξοχο. Καθαρό. Όμορφο. Αποχώρησα με οδηγίες χρήσης. Μικρές χαρές τις λες αυτές και τελικά είναι αξιοθαύμαστο πώς σου αλλάζουν τη διάθεση.
    Σήμερα, σαν πήγα στη δουλειά όμως, με σταμάτησε ο φύλακας και μου ζήτησε να επιδείξω το σήμα ελεύθερης εισόδου. Το είχα κολλήσει στο παρμπρίζ το χαλασμένο. Τώρα έχω αλλάξει όμως παρμπρίζ και το σήμα δεν είναι εκεί. Πετάχτηκε με τα θρύψαλα.
    Ακόμη το σκέφτομαι εκείνο το σήμα. Ολόκληρη διαδικασία είναι να πάρω καινούργιο. Αναρωτιέμαι μήπως θα ’ταν καλύτερο να είχα φτιάξει τις ραγισματιές.





Γεύμα


Κοιτάζονται στα μάτια λίγα λεπτά χωρίς να μιλάνε. Ο ηλικιωμένος άντρας τοποθετεί τη χαρτοπετσέτα στο λευκό του μπλουζάκι, πιάνει το κουτάλι, το βάζει στη σούπα, ανακατεύει και ρουφάει απρόθυμα.
    − Μμμμ, ό,τι πρέπει είναι…
    Ο νεαρός άντρας μιμείται τις κινήσεις του, αλλά δεν βάζει μπουκιά στο στόμα. Παίρνει την κορνίζα που έχει δίπλα του, σκύβει και του δείχνει τη φωτογραφία. Ο ηλικιωμένος αλλάζει θέση, σκύβει κι αυτός να τη δει καλύτερα. Βάζει τα γυαλιά και παρατηρεί ένα ένα τα πρόσωπα, χαμογελώντας κι αλλάζοντας τη διάθεσή του ανάλογα με τον εικονιζόμενο. Στο ξανθό νεογέννητο αγοράκι μένει περισσότερο χρόνο, η φωνή του γίνεται πιο βαθιά, κομπιάζει και σταματά.
    Ο νεαρός άντρας σηκώνεται, βάζει δυνατά τη μουσική του Χατζιδάκι, το «Βαλς των χαμένων ονείρων», στροβιλίζεται και γελάει. Γελάει κι ο ηλικιωμένος, κουνώντας τα χέρια. Σε λίγο σηκώνεται αργά κι εκείνος και κάνει μικρά βήματα. Ο νεαρός τού υποδεικνύει άλλον βηματισμό. Ο ηλικιωμένος επιμένει στην άποψή του. Ο νεαρός «κάνει ένα βήμα πίσω» και πολλά βήματα μπροστά. Ο ηλικιωμένος άνδρας γελάει και χορεύει. Σε λίγο γελάνε και οι δυο με την καρδιά τους. Ο ηλικιωμένος άνδρας βήχει. Σταματάει να χορεύει. Επιστρέφει στο κρεβάτι του.
    − Σ’ ευχαριστώ που φάγαμε μαζί. Ποιος ξέρει πότε θα το ξανακάνουμε… Αν δεν πάει καλά η εγχείρηση…
    − Μη λες τέτοια, όλα καλά θα πάνε.
    Ο ηλικιωμένος άνδρας κλείνει το λάπτοπ, καθώς μπαίνει η νοσοκόμα να του πάρει αίμα. Ο νεαρός άνδρας μένει με την οθόνη του υπολογιστή ανοιχτή να κοιτάζει τον εαυτό του. Μουρμουρίζει.
    — Εγώ σ’ ευχαριστώ για όλα, πατέρα.





Χριστουγεννιάτικο τραπέζι


Δεν υπάρχει τίποτε ωραιότερο από το χριστουγεννιάτικο τραπέζι που μυρίζει αγάπη και φαγητά και μαζεύει γονείς, παιδιά κι εγγόνια γύρω του, κι ας μιλάνε όλοι μαζί, καμιά φορά, κι ας κουράζεται η νοικοκυρά, κι ας λερώνονται τα τραπεζομάντηλα με λεκέδες που δεν βγαίνουν.
    Ανοίγω το ψυγείο και το μάτι μου βιαστικά αναζητά τη μαρμελάδα στην πόρτα: ένας μισάνοιχτος χυμός πορτοκάλι, ένα γάλα, μισό μπουκάλι τσίπουρο, η μαρμελάδα βύσσινο. «Η γαλοπούλα πάει με μαρμελάδα βύσσινο!» συνήθιζες να λες. Ύστερα το βλέμμα μου πέφτει στο τσίπουρο και το αγκαλιάζει. Ήταν δικό σου. Το έπινες κάθε Χριστούγεννα στο τραπέζι, λίγο λίγο να μην τελειώσει, να έχει και για την επόμενη χρονιά. Το παίρνω. Το βάζω κι αυτό πάνω στο τραπέζι μαζί με την μαρμελάδα, γεμίζω το ποτήρι μου και το πίνω. Αργά. Το πίνω, αλλά την ίδια στιγμή θα ’θελα να το αφήσω, όπως είναι, για σένα.
    Με κάθε γουλιά γυρίζω πίσω σε άλλα Χριστούγεννα που σ’ έβλεπα με την ποδιά να ετοιμάζεις τους μεζέδες. Φορούσες πάντα τα καλά σου ρούχα από νωρίς, πρόσεχες να μην τα λερώσεις και μας περίμενες στην πόρτα. Το τραπέζι ήταν στρωμένο από την προηγούμενη και πάντα πρώτο πιάτο μεζεδάκια. Η μητέρα τσιγάριζε την γέμιση της γαλοπούλας εκείνη την ώρα, για να είναι ζεστή. Εσύ δίπλα την παρακολουθούσες με προσοχή και ανακάτευες να τελειώσετε πιο γρήγορα. Με το χέρι της σε έσπρωχνε να φύγεις, αλλά εσύ έκλεινες τα μάτια, εισέπνεες την μυρωδιά, μυρωδιά από Χριστούγεννα, κι έμενες δίπλα της. Τσιγάριζες θλίψη και προβλήματα και χαμογελούσες.
    Ύστερα έπαιρνες το τσιπουράκι σου και καθόσουν στην κεφαλή του τραπεζιού, κοίταζες το πιάτο που ήταν μπροστά σου, έπιανες το πιρούνι και δεν έτρωγες. Τόσο μεγάλη ήταν η χαρά σου που σε χόρταινε· κατάπινες γουλιά γουλιά την απόλαυση και κοίταζες με έναν κόμπο στον λαιμό παιδιά κι εγγόνια. Αρράγιστος πάντα.
    Μυρίζω τα Χριστούγεννα σήμερα. Μ’ ακουμπάει η χαρά που στροβιλίζεται γύρω μου και μπλέκεται με τις αγκαλιές και τα πρόσωπα. Μαγείρευα όλη τη νύχτα σε χαμηλή φωτιά να είναι ζουμερή η γαλοπούλα, πρόσθετα μπαχαρικά με ανατολίτικη γεύση και αυξομείωνα τη θερμοκρασία στον φούρνο. Έστρωσα από νωρίς το καλό σερβίτσιο κι έβαλα τα μαχαιροπήρουνα στη θέση τους. Σε κάθε πιάτο έβαλα κι ένα καρτελάκι. Τα είχα γράψει δυο χρόνια πριν και πρόσεχα να μπουν τα ονόματα στις σωστές θέσεις. Το δικό σου πατέρα, το άφησα στο συρτάρι, φέτος.
    Μάταιη όμως προσπάθεια να σε χαντακώσω. Σηκώνομαι από την καρέκλα και ανοίγω το συρτάρι, βγάζω το όνομά σου και το αφήνω στο τραπέζι, εκεί δίπλα στο τσίπουρο.
    Με ένα άλμα στη σκέψη εμφανίζεσαι μπροστά μου και σηκώνεις το ποτήρι σου ψηλά. Ψηλά το σηκώνω κι εγώ με μάτια διάπυρα.
    Και του χρόνου, πατέρα.





Από τη συλλογή διηγημάτων, «Η αλήθεια είναι πολλές», εκδ. Νίκας, 2024.




Η Κλεονίκη Δρούγκα είναι πτυχιούχος Φιλοσοφικής ΑΠΘ, κάτοχος μεταπτυχιακού και διδακτορικού διπλώματος. Οι καλλιτεχνικοί προσανατολισμοί της στρέφονται σε σενάριο-κινηματογράφο, ποίηση, πεζογραφία και εκπαίδευση. Έχει εκδώσει βιβλία επιστημονικού ενδιαφέροντος, τέσσερις ποιητικές συλλογές [«Οκλαδόν με τον Χρόνο» (2022), «Ξεκάθαρο κρύο» (2023), «Με δανεικό μολύβι» (2024), «κουκούτσια από καρπούζι» (2025), όλες από τις εκδόσεις Μανδραγόρας], τη συλλογή διηγημάτων «Η αλήθεια είναι πολλές» (Νίκας, 2024) και έχει συμμετάσχει σε ποικίλες συλλογικές εκδόσεις. Επιστημονικά άρθρα της έχουν δημοσιευθεί σε ελληνικά και ξένα περιοδικά, εισηγήσεις της σε πρακτικά ελληνικών και διεθνών συνεδρίων, ποιήματα και διηγήματά της σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά. Συνέγραψε σενάρια μικρού μήκους ταινιών μυθοπλασίας και συνεργάστηκε σε ταινίες τεκμηρίωσης, με βραβεύσεις σε ελληνικούς και διεθνείς διαγωνισμούς. Είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και διδάσκει Σενάριο στο Τμήμα Κινηματογράφου της Σχολής Καλών Τεχνών ΑΠΘ, στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών «Δημιουργική Γραφή-Σενάριο» (Π.Δ.Μ.) και στο πρόγραμμα «Συγγραφή, Επεξεργασία και Αξιολόγηση Σεναρίων» ΚΕΔΙΒΙΜ, στο οποίο είναι Ακαδημαϊκή Υπεύθυνη.

Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2025

Γιώργος Χ. Κασαπίδης, "Οροπέδιο άγριων αλόγων"





ΟΡΟΠΕΔΙΟ ΑΓΡΙΩΝ ΑΛΟΓΩΝ


Όσα άκουσα στο καφενείο του χωριού για εκείνον, από τους περισσότερους θαμώνες, συμπεριλαμβανομένου του παπά, με τάραξαν. Άγριος λύκος, άθεος, αγέλαστος ήταν κάποιοι από τους ελαφρύτερους χαρακτηρισμούς. Είπαν ακόμα, πως ήταν και θα παρέμενε γι’ αυτούς ένας ξένος, πως δεν ήξερε κανένας από πού κρατά η σκούφια του. Κάποιος στο βάθος, που δεν είχε μιλήσει καθόλου ως τότε, υποστήριξε σχεδόν με βεβαιότητα πως στα καράβια θα ήταν σίγουρα σε πειρατικό γι’ αυτό είχε του διαβόλου τατουάζ με άγκυρες και σπαθιά στα χέρια. Είπαν και πράγματα πολύ βαρύτερα για πράξεις, που αν είχαν την παραμικρή βάση αλήθειας, ο τύπος θα βρίσκονταν, το λιγότερο, στη φυλακή. Ο φίλος μου ο Κώστας, ο ψηλός, μάταια προσπαθούσε να τους καλμάρει να μη λένε ανακρίβειες, αν δεν έχουνε στοιχεία. Το ίδιο κι ο καφετζής, που, λίγο πριν αποχωρήσουμε, μου ψιθύρισε στο αυτί: «Μην τους ακούς, γεροπαράξενοι και κουτσομπόληδες. Δύυο από δαύτους θα σφάζονταν για ένα μέτρο γης, γι’ αυτό ούτε που θέλουν να τους ξέρουν τα παιδιά τους, έφυγαν στην Αυστραλία, μαύρη πέτρα έριξαν για το γινάτι τους. Άλλο δεν ξέρουν παρά να κατηγοράνε τους άλλους, δεν κοιτάνε τη δική τους την καμπούρα. Αν δεν είχα απόλυτη ανάγκη το μεροκάματο, θα τους έβαζα μια ολόκληρη κουταλιά μαύρο πιπέρι στον καφέ και θα τους διαολόστελνα, κι αυτούς κι όσους τους δίνουν δίκιο δίχως να γνωρίζουν από πρώτο χέρι τα γεγονότα».
     Βγήκαμε έξω με βαριά καρδιά. Ο Κώστας είπε πως η ανθρώπινη βλακεία δεν έχει όρια και ήταν λάθος να ανοίξουμε κουβέντα μαζί τους για τον «Ντίρερ». Μπήκαμε στο αυτοκίνητο, πρώτη φορά τόσο αμίλητοι και τόσο προβληματισμένοι. Εγώ κυρίως, γιατί ο Κώστας επέμενε πως ο Ζαφείρης, ο «Ντίρερ», ήταν εντάξει τύπος και θα το διαπίστωνα αμέσως μόλις τον γνώριζα.
    Ανεβήκαμε προς το βουνό, κάνοντας μόνο μια στάση στο υπέροχο δάσος της Καστανιάς. Τα χρώματα, τέλη Οκτώβριου, ήταν ακόμη φθινοπωρινά. Είχε περάσει ο καιρός της συγκομιδής, αλλά ο Κώστας μ’ ένα ξύλο ανέσυρε κάμποσα μεγαλούτσικα κάστανα ανάμεσα από τα φύλλα. «Θα σε επικηρύξουν τα αγριογούρουνα», του ’πα αστειευόμενος για να αποφορτίσω λίγο την ατμόσφαιρα. «Η φύση έχει προνοήσει για όλους», απάντησε. Εγώ αρκέστηκα σε λίγα άγρια μανιτάρια που ’χαν φυτρώσει σχεδόν πάνω στο δρόμο. «Είναι Coprinus comatus ή Κοπρίνος ο κομήτης», του φώναξα, τσεκάροντάς το, καλού κακού, στο βιβλίο που είχα στο σακίδιο. «Η λαϊκή του ονομασία, Κοπρομανίτης, Μαΐτης, Καλαμάρι, Κατουρλίτης ή ‘‘Περούκα του δικηγόρου’’! Νοστιμότατο, αρκεί να το φας αμέσως ωμό ή να το μαγειρέψεις μέσα σε δυο τρεις ώρες το πολύ από τη συγκομιδή, αλλιώς χαλάει, λειώνει και γίνεται μαύρο σαν πίσσα». Ο Κώστας συγκράτησε μόνο το Κατουρλίτης και γέλαγε μέχρι να κατέβει στο δρόμο. «Μόνος θα τα φας», είπε, «εγώ τα φοβάμαι άμα δεν τα ξέρω».
     Παρκάραμε το αυτοκίνητο λίγο πιο πάνω από το καταφύγιο, σ’ ένα ξέφωτο. Ο δρόμος από αυτό το σημείο και μετά, ταλαιπωρημένος από τα νεροφαγώματα, φαινόταν κάπως δύσβατος για γιωταχί, αλλά το κυριότερο ήταν που θέλαμε να απολαύσουμε όσο γίνεται πεζοπορώντας τη διαδρομή. Οι πυκνές εναλλαγές των δέντρων, κυρίως των υπεραιωνόβιων καστανιών και της οξιάς λίγο ψηλότερα, καθώς και η πυκνή βλάστηση από θάμνους και φυτά σε όλη την έκταση, μας γαλήνεψαν. Ο Κώστας έκοβε και μύριζε ό,τι έβρισκε μπροστά του, γευόταν τα τελευταία πολυκαιρισμένα βατόμουρα και σφύριζε, απαντώντας ρυθμικά σε όλα σχεδόν ανεξαιρέτως τα πουλιά, με δικούς του αυτοσχέδιους κελαηδισμούς. Γεμίσαμε τα παγούρια με καινούριο νερό σ’ ένα σημείο που είχε συνεχή ροή μέσα από τα βράχια. Μετά από μια ώρα περίπου ανηφοριάς, φτάσαμε στο τελευταίο ισιάδι που ήταν η αφετηρία για το μεγάλο οροπέδιο των αγρίων αλόγων. Ο ήλιος είχε χαθεί από ώρα, γι’ αυτό ο Κώστας πρότεινε να μην κάνουμε καθόλου στάση, αν θέλουμε να φτάσουμε εγκαίρως στον προορισμό μας. Ο δρόμος τώρα άνοιγε και χανόταν μέσα σ’ ένα απέραντο λιβάδι που δέσποζε ήρεμο ανάμεσα στις τραχείς βουνοκορφές. Το χωριό κάτω φαινόταν από ψηλά λες και ήταν ψεύτικο, σαν μια μικρή κουκίδα στο χάρτη, δίχως ανθρώπους, δίχως δρόμους, δίχως καφενέδες.
      Στο οροπέδιο δεν υπήρχε ψυχή. Μόνο πουλιά που πέταγαν ψηλά και θόρυβος μικρός από ζουζούνια. Δεν θα πίστευε κανείς ότι σε τούτη την τοποθεσία θα κατοικούσε κάποιος και, προπαντός, ότι θα λάχαινε, σε τούτο τον παντέρημο χορταριασμένο χωματόδρομο, να συναντήσουμε ένα κορίτσι. Σιγοτραγούδαγε ένα σκοπό, με τα μακριά μαλλιά της ριγμένα πίσω, πάνω σ’ ένα κόκκινο ποδήλατο. Ο Κώστας τής έκανε νεύμα να σταματήσει και τη ρώτησε, περισσότερο για σιγουριά, αν πάμε καλά για το οροπέδιο κι αν γνωρίζει τον Ζαφείρη, τον «Ντίρερ», που ήτανε κάποτε λοστρόμος στα καράβια και τώρα έχει ένα κοπάδι γελάδια εδώ πάνω. «Είναι ο πατέρας μου», είπε το κορίτσι. «Εδώ παρακάτω, σε λιγότερο από πεντακόσια μέτρα έχουμε το καλύβι μας. Αν θέλετε ελάτε να τον περιμένετε εκεί, πλησιάζει η ώρα να γυρίσει». Ο Κώστας, πριν προλάβουμε να συστηθούμε, τη ρώτησε αν είναι η Μαριλού. Είπε πως γνώρισε και την μητέρα της, σε προηγούμενη επίσκεψη, όταν εκείνη ήταν ακόμα παιδάκι. Το κορίτσι απάντησε  πως μ’ αυτό το όνομα τη φώναζε η μητέρα της, αλλά μας πληροφόρησε με στενάχωρο βλέμμα, ότι πέρασαν σχεδόν τρία χρόνια που δεν είναι πια στη ζωή. Εμένα μ’ έκαιγαν ακόμη οι κουβέντες του καφενείου.
    «Μαριλού, είσαι εδώ με τη θέλησή σου;» τη ρώτησα δίχως περιστροφές.
    «Τι θέλετε να πείτε;»
    «Δεν θα έπρεπε να βρίσκεσαι στην πόλη, σε κάποιο σχολείο;»
    «Μου αρέσει εδώ, κι ούτε θ’ άφηνα μόνο τον πατέρα σ’ αυτή την ερημιά».
    «Μήπως… ο πατέρας σου…»
    «Τι, δεν σας καταλαβαίνω…»
    «Τίποτα, τίποτα. Όντως είναι πολύ όμορφα εδώ πάνω».
    Δεν συνέχισα γιατί ο Κώστας ήταν έτοιμος να επέμβει για να διακόψει την κάπως επιθετική συμπεριφορά μου. Αναρωτήθηκα μόνο, πως τα περνάνε εδώ τα βράδια, αν σκιάζονται από τη σιωπή και τα ουρλιαχτά των λύκων.
    Γέλασε το κορίτσι. «Αυτοί είναι φόβοι των ανθρώπων της πόλης», είπε. «Τα βράδια, συνήθως, κοιμόμαστε νωρίς από την κούραση. Εδώ δεν έχει ούτε Κυριακή ούτε αργία, μόνο δουλειές. Άμα δεν έχουμε ύπνο, ακούμε λίγη μουσική από το ραδιόφωνο. Πολλές φορές, ο πατέρας λέει ιστορίες από τα καράβια ή κάποιες στεριανές που διηγούνταν οι παλιότεροι από την περίοδο των πολέμων και μεταφέρονται από γενιά σε γενιά. Καμιά φορά πλάθει καινούριες από το μυαλό του, κι αυτές μου αρέσουν πιο πολύ, κι ας μην είναι αληθινές».
    «Αρκούν αυτά; Δεν ονειρεύεσαι να κάνεις κάτι άλλο παρά να μαγειρεύεις και να αρμέγεις τα γελάδια του πατέρα σου. Να σπουδάσεις ίσως ή να κάνεις ταξίδια σε άλλες χώρες, άλλους πολιτισμούς».
     «Το σκέφτομαι καμιά φορά, αλλά μου αρκεί προς το παρόν που έχουμε τη γη και το κοπάδι που μας τρέφει. Κάποιοι άλλοι έχουν όνειρο ζωής να ταξιδέψουν στα υψώματα του Μάτσου Πίτσου, στο Περού. Εμείς εδώ, έχουμε τα δικά μας υψώματα, τη δική μας ιστορία». Ο Κώστας τής έδωσε απόλυτο δίκιο και είπε πως το κυριότερο είναι να έχουμε ισορροπία μέσα μας και να είμαστε ευχαριστημένοι με αυτά που έχουμε.
    Το κορίτσι, πάντα με το πλατύ χαμόγελο στα χείλη, μόλις πλησιάσαμε κάπου τρακόσια μέτρα από την καλύβα, καβάλησε το ποδήλατο κι είπε πως θα ’θελε να φτάσει γρηγορότερα για να μας ετοιμάσει τσάι. Ο Κώστας, μόλις απομακρύνθηκε λίγο, μου ’πε κάπως ενοχλημένος πως δεν έπρεπε να κάνω τέτοιες ερωτήσεις στην κοπέλα και πως θα έβαζε το χέρι του στη φωτιά ότι ο παλιός του φίλος ήταν ένας λεβέντης μέχρι εκεί πάνω, ξηγημένος, ανοιχτό μυαλό, όπως ακριβώς τον είχε γνωρίσει σ’ ένα μπάρκο στα καράβια. Μου περιέγραψε με λεπτομέρεια και την συμπεριφορά του, όταν κάποιοι θέλησαν να τον μπλέξουν σε καβγά σε μια παμπ στο Κορκ της Ιρλανδίας, πώς έβαλε πλάτη και πόσο τον υπερασπίστηκε δίχως να ανοίξει ρουθούνι. Τον ρώτησα από πού βγαίνει το «Ντίρερ», το παρατσούκλι του, και μου εξήγησε πως του το κόλλησε ένας δόκιμος που αγαπούσε παθολογικά τη ζωγραφική της Αναγέννησης και τον παρομοίαζε, λόγω των μακριών σγουρών μαλλιών του, με τον γνωστό ζωγράφο. Εμένα δεν με έπεισε ούτε αυτό. Κάτι δε μου καθόταν καλά, γιατί όλα φαίνονταν πολύ ρόδινα και το πιο παράδοξο βέβαια ήταν να σκέφτομαι αυτό το κορίτσι, μόλις στα δεκαεπτά, να μένει εδώ ψηλά, στα 1.200 μέτρα, μοναχό με τον πατέρα του μέσα σ’ ένα μικρό σπιτάκι, σ’ αυτή την ατέλειωτη ερημιά.
    Φτάσαμε ιδρωμένοι στο καλύβι, ξεφορτώσαμε τα σακίδια σ’ ένα αυτοσχέδιο ξύλινο παγκάκι και ρίξαμε λίγο νερό στο πρόσωπο να δροσιστούμε. Έτρεχε όπως στις ποτίστρες, παγωμένο, κρύσταλλο, αλλά πεντακάθαρο και πολύ γευστικό. Ο Κώστας προχώρησε λίγο παραπάνω, στο χώρο που ξεχώριζαν από μακριά σε κύκλο, μαζεμένες πέτρες μ’ έναν καρφωμένο στο χώμα ξύλινο σταυρό και έγνεψε να τον ακολουθήσω. Ήταν ένα πρόχειρο μνήμα δίχως όνομα, δίχως φωτογραφία. «Είχε δίκιο ο παπάς», του λέω, «εδώ την έθαψε κι όχι στο χωριό. Αν είναι αλήθεια και τα άλλα τότε…» «Ασ’ τον τραγόπαπα να λέει», είπε θυμωμένα ο Κώστας. Τα λεφτά λογάριασε που έχασε από την τελετή, τα τρισάγια και τα μνημόσυνα, άλλο που δεν έγινε το δικό του».
     Η Μαριλού μάς φώναξε για το τσάι. Ο πατέρας της, όντως, δεν άργησε να έρθει. Χαιρέτισε και αγκάλιασε με πολύ θέρμη τον Κώστα. «Κάτι χρόνια έχεις να φανείς, ρε μπαγάσα, έτσι κάνουν;» του είπε. Έπειτα, γύρισε προς το μέρος μου. Ο Κώστας ανέφερε μόνο το μικρό μου όνομα και πως δούλευα εποχιακά στη δασοπυρόσβεση. «Τεμπέλης δηλαδή», έκανε αυτός, μάλλον για χωρατό, και πριν μου δώσει το χέρι με κοίταξε και τον κοίταξα περίεργα, ίσως και αγριεμένα, ίσως και τα δυο μαζί. Μ’ έπιασε μία ανεξήγητη ταραχή, σαν να τον γνώριζα, σαν να μου είχε κάνει κάποιο κακό στο παρελθόν, δεν μπορούσα να εξηγήσω αυτή την αντίδραση. «Συγνώμη για την αναστάτωση», απολογήθηκα αμήχανος. «Είμαστε περαστικοί, ήρθαμε να δούμε από κοντά τα άγρια άλογα και σήμερα το βράδυ μάλλον θα επιστρέψουμε στην πόλη ή μπορεί να κοιμηθούμε στο καταφύγιο ή στο αυτοκίνητο…»
    «Δε θα πάτε πουθενά!» είπε αυστηρά εκείνος. «Άμα είσαι φίλος του Κώστα, του ψηλού, είσαι κι εσύ καλοδεχούμενος. Εδώ θα φάτε, εδώ θα κοιμηθείτε, στρωματσάδα στο καθιστικό, που ’ναι και η κουζίνα, δεν έχουμε άλλο χώρο, κι αύριο με το καλό, γυρνάτε. Μη σας πάρει η νύχτα, είναι ήδη αργά. Καλυτέρα να πάτε το πρωί για τα άλογα, τώρα θα ’χουν μαζώξει και κουρνιάσει εκεί που δεν τα πιάνει μάτι».
    Όση ώρα απολαμβάναμε τη γεύση και τη μυρωδιά από το μίγμα των τσαγιών του βουνού, δεν τόλμησα να σηκώσω κεφάλι ούτε στο κορίτσι, πόσο μάλλον σ’ αυτόν. Πίσω από το ωραίο και ήρεμο παρουσιαστικό του, μου είχε καρφωθεί στο μυαλό πως κάτι έκρυβε, κάτι απροσδιόριστα τρομαχτικό, που με ανησυχούσε και δεν μπορούσα να το αποβάλω. Ο Κώστας σε κάποια αφορμή ρώτησε για τη γυναίκα του. Εκείνος είπε δυο τρεις τυπικές κουβέντες κι έδειξε τη φωτογραφία της στην κορνίζα. «Ίδια η Μαριλού, έτσι ακριβώς ήταν όταν τη γνώρισα», είπε. «Ίδια μάτια, ίδια χείλη. Από μένα δεν πήρε τίποτα σχεδόν, εκτός από τα σγουρά μαλλιά. Καλύτερα. Εκείνη ήταν ένας άγγελος και δεν την ένοιαζε να δουλεύει από το ξημέρωμα μέχρι αργά τη νύχτα. Και τώρα ακόμα εκείνη μας οδηγεί, αλλιώς δε θα αντέχαμε μονάχοι εδώ πάνω».
    Δεν τόλμησα να ρωτήσω πώς και από τι πέθανε, οι κουβέντες του καφενείου ήταν αμείλικτες. Είπα μόνο πως κάποιοι μάλλον δεν σας συμπαθούνε κάτω στο χωριό.
    Γέλασε ειρωνικά. «Άμα δεν έχει δουλειά ο άλλος, σκαρφίζεται αλλόκοτες ιστορίες», είπε και με κοίταξε κάπως λοξά. «Πλην του καφετζή», συνέχισε, «που ’ναι καλό παιδί· για σφαίρα είναι οι περισσότεροι εκεί μέσα. Ακόμα κι ο παπάς, πιο κουτσομπόλης απ’ όλους, χειρότερος κι από την παπαδιά, τζάμπα οι νηστείες, οι μεγαλόσταυροι και οι μετάνοιες. Κι όλα αυτά γιατί δεν του έκανα το χατίρι, ούτε αυτουνού ούτε του δεσπότη, να θάψω την Αγγελική μου εκεί κάτω. Ήθελα να την έχουμε εδώ μαζί μας, να μας παραστέκει, να ’ναι πιο κοντά η γης που την σκεπάζει από τον ουρανό, ν’ ανεβοκατεβαίνει πιο εύκολα…»
    «Πατέρα…», έκανε, η Μαριλού, κι εκείνος σώπασε και βγήκε έξω να καπνίσει ένα τσιγάρο, αλλά από το παράθυρο τον είδα που ανέβηκε και πήγε για λίγο κοντά στο μνήμα κι έπειτα πήρε το άλογο και το όπλο και έφυγε προς τα βόρεια. Η Μαριλού μάς παρακάλεσε πολύ ευγενικά να μη τον στενοχωρήσουμε με περισσότερες κουβέντες για τη μάνα. «Όταν την συλλογίζεται πολύ», μας το τόνισε, «κάνει ώρες ολόκληρες να μιλήσει, και πάντα, για να του φύγει η πίκρα, παίρνει το άλογο και πάει προς τα πάνω, κοντά σε μια σπηλιά, ούτε κι εγώ ξέρω πού ακριβώς. Σε καμιά ώρα το πολύ, συμπαθάτε τον, θα επιστρέψει και θα είναι μια χαρά».
     Είπα του Κώστα κρυφά πως δεν ήθελα να μείνουμε εκεί για βράδυ, κάτι με φόβιζε· περισσότερο απ’ όλα, η εντολή να μην ανοίξουμε την πόρτα στο δεύτερο πιο πρόχειρο καλύβι, κάπου είκοσι με τριάντα μέτρα παραπάνω. Ο Κώστας δεν συμφώνησε και μου συνέστησε πως, αντί να ανησυχώ, θα έπρεπε να απολαμβάνω το τοπίο. Πραγματικά, πρώτη φορά αντίκριζα τέτοιο απέραντο οροπέδιο. Σαν να βρισκόμουν σε ταινία με καουμπόηδες και ινδιάνους. Ανυπομονούσα να δω τ’ άλογα να καλπάζουν στις πλαγιές με ένταση και κρότο από τις οπλές τους, σαν να ίπτανται στον άνεμο, όπως τα περιέγραφε συχνά ο Κώστας, που τα είχε δει παλιότερα, όταν ακόμα ο αριθμός τους δεν ξεπερνούσε τα εκατό. Τώρα, σύμφωνα με τις νέες μαρτυρίες, φτάνουν ίσαμε τριακόσια και είναι, όπως υποστηρίζουν οι ειδήμονες, χωρισμένα σε τρεις τέσσερις αγέλες το καλοκαίρι και μια το χειμώνα, με επιβλητικό αρχηγό, με αλληλοπροστασία, με απόλυτη ελευθερία, δίχως να νοιάζονται για κρύο, ζέστη ή βροχή. Αντέχουν για μέρες την πείνα και τη δίψα και μόνο άμα πιάνει πολύ χιόνι κατεβαίνουν λίγο χαμηλότερα, κυρίως προς την περιοχή της Χαριτωμένης, κι όταν ξεχειμωνιάσει, επιστρέφουν για να ξανακαλπάσουν πάλι στα γνωστά λημέρια.
    Ήταν πανέμορφα όλα αυτά, ακόμα και στη σκέψη, αλλά εγώ δεν μπορούσα να αποβάλλω σε λίγες ώρες, ούτε τη πολυθόρυβη ζωή της πόλης, ούτε προπάντων τις μπηχτές των μόνιμων κάτοικων του χωριού στους πρόποδες του βουνού, κι ας μην ήταν συγχωριανοί του Ζαφείρη. Στριφογύριζαν ακόμα στο μυαλό μου οι κουβέντες τους πως ο λεγάμενος κακομεταχειριζόταν τη γυναίκα του κι όλο τη φόρτωνε με πιο πολύ δουλειά, πιο πολλά βάσανα, μέχρι που δεν άντεξε, και ίσως και να τη σκότωσε πάνω στο θυμό του, γι’ αυτό την έθαψε μονάχος πάνω στο βουνό κι ούτε από τι πέθανε έμαθε κανείς, δεν έγινε νεκροψία, αδιάβαστη πήγε. Τώρα θα ’χει μάλλον σειρά η κόρη του, που δεν την έστειλε στο Λύκειο κι ούτε την προορίζει να την δώσει σ’ έναν γαμπρό της προκοπής. Ακούστηκαν εκεί μέσα κι άλλα πολλά που δεν μπορώ να πω, πιο σκοτεινά, δεν έχω το δικαίωμα, ούτε κανένας είχε αποδείξεις, αλλά ήταν βέβαιοι ότι η αλήθεια κάποτε θα λάμψει κι η εκδίκηση του Θεού θα είναι πολύ βαριά.
    Είχα πνιγεί από θυμό γιατί αναμασούσα δίχως λόγο σχόλια αγνώστων και καθόμουν άπραγος σαν το κούτσουρο, δίπλα στη βρύση που μονολογούσε κι αυτή τις δικές της έγνοιες με αδιάκοπο ρυθμό. Η Μαριλού βγήκε και μας πληροφόρησε πως θα ετοιμάσει κάτι πρόχειρο για να φάμε το βράδυ, κι ο Κώστας είπε τότε πως είναι ευκαιρία να πάμε λίγο παρακάτω, ως εκεί που σμίγουν τα τελευταία δέντρα του δάσους με το οροπέδιο, για να μυηθούμε στα μυστικά της φύσης. Προφασίστηκα πως είχα λίγο πονοκέφαλο, για να μην ακολουθήσω. Ήταν ευκαιρία να ξεγλιστρήσω μόνος και να προσπαθήσω, με τρόπο, ν’ ανακαλύψω τι έκρυβε αυτός ο «ξένος» για τους χωρικούς, μέσα σ’ εκείνο το σφαλισμένο πρόχειρο καλύβι. Στριφογύριζα απέξω, αλλά δεν τολμούσα ν’ ανοίξω την πόρτα, αν και είχε σουρουπώσει για καλά. Κάτι υπόκωφο ακουγόταν. Έβαλα κοντά το αυτί μου μήπως και αφουγκραστώ από πού προερχόταν ο ήχος, από ζώο ή από άνθρωπο, που ήταν φιμωμένος και δεμένος, ή κάτι άλλο. Πήρα το θάρρος μια στιγμή να αγγίξω το σύρμα με το οποίο ήταν δεμένη η πόρτα και τότε ένιωσα στην πλάτη μου την κάννη του όπλου. Κόπηκαν τα πόδια μου. «Μην τολμήσεις να γυρίσεις, εδώ θα γίνει ο τάφος σου», ακούστηκε μια στριγκή αντρική φωνή. «Η περιέργεια σκότωσε τη γάτα», ξαναείπε. «Είχα δώσει ρητή εντολή, να μην αγγίξει κανείς την πόρτα. Έχω δυο σφαίρες στην καραμπίνα, μία για λαγούς και μία για αγριογούρουνα, διάλεξε».
    Είχα πάρει τόση τρομάρα κι είχα μαζευτεί σαν κουβάρι. Ούτε να ψελλίσω μπορούσα. Με έσπρωξε με τη μπότα του και πέφτοντας γύρισα τ’ ανάσκελα και μόλις τον αντίκρισα, δεν άντεξε άλλο να κρατάει το στόμα του και άρχισε να γελάει τόσο δυνατά που τρόμαξα ακόμα περισσότερο. Όταν σταμάτησε το γέλιο, είπε: «Να ’σαι καλά, μου έφτιαξες τη μέρα, άντε άνοιξε την πόρτα τώρα».
    Δίσταζα εγώ, είχα πάρει τόσο φόβο που δεν αντιλαμβανόμουν τι συμβαίνει ακόμα, ώσπου αμέσως μετά ο Κώστας και η Μαριλού έτρεξαν να μου εξηγήσουν πως ήταν απλώς μια πλάκα, επειδή ήμουν τόσο δύσπιστος σ’ αυτούς κι άκουγα τις ανοησίες του καθενός στον καφενέ. Την πόρτα την άνοιξε τελικά η Μαριλού και αντικρίσαμε στο εσωτερικό ξαπλωμένο ένα μικρό πουλάρι. Ο Ζαφείρης μάς έλυσε τις απορίες λεπτομερώς: «Ήρθαν κάτι αλήτες κυνηγοί να το αρπάξουν και τα ενήλικα άλογα μαζεύτηκαν γύρω του σε κύκλο όπως κάνουν όταν πλησιάζουν λύκοι, αλλά εκείνοι πυροβόλησαν και σκότωσαν τέσσερα, όμως δεν κατάφεραν το σκοπό τους. Τηλεφωνήσαμε αμέσως στις αρχές, αλλά δεν βρέθηκαν, όπως συνήθως οι ένοχοι, μάλλον δεν θέλησαν να ψάξουν ή τα κουκούλωσαν τα πράγματα. Το γεγονός δεν αναφέρθηκε πουθενά, εκτός από την εφημερίδα Καλημέρα κυρα-Γη της Οικολογικής Κίνησης. Το πουλαράκι, μάλλον από το φόβο του να τρέξει, γλίστρησε στο βράχο, έπεσε και πληγώθηκε. Έχει σπασμένο πόδι και πληγή στη ράχη. Μας έδωσαν οδηγίες από το τηλέφωνο οι εθελοντές της περίθαλψης άγριων ζώων, επειδή δεν μπορούσαν να έρθουν άμεσα, να το κρατήσουμε εδώ και να το φροντίζουμε. Όταν θα γιάνει εντελώς, θα το πάμε πίσω στο κοπάδι».
    Η Μαριλού το χάιδεψε λιγάκι στο κεφάλι, αλλά είπε πως δεν πρέπει να το νταντεύουνε πολύ, για να παραμείνει άγριο και να μην πλησιάζει τους ανθρώπους όταν θα επιστρέψει στο κοπάδι.
    Ο Ζαφείρης ζήτησε συγγνώμη για τη χοντρή πλάκα νωρίτερα, αν και ήταν ιδέα του Κώστα, που το παραδέχτηκε δίχως να μετανιώνει, γιατί μου άξιζε, είπε, ένα μικρό μάθημα, αφού όλο τα αρνητικά είχα στο μυαλό μου. Κατεβήκαμε για φαγητό. Ένιωθα ντροπή για όλα. Μου ’χε κοπεί η όρεξη, αλλά δοκίμασα τελικά λίγο από το δικό τους τυρί και κατέβασα δυο τσιπουράκια μονορούφι. Ο Κώστας ζήτησε από το Ζαφείρη να μας πει, αν θέλει, καμιά ιστορία απ’ τα καράβια. Αυτός συμφώνησε, αλλά είπε πως θα προτιμούσε, ως στεριανός πλέον, να διηγηθεί μια ιστορία από τον τόπο που γεννήθηκαν οι δικοί του. Έγνεψε στη Μαριλού να χαμηλώσει το φως της λάμπας και ξεκίνησε χαμηλόφωνα.
    «Για τη νύχτα εκείνη θα μιλήσω, όπως θυμάμαι να την περιγράφει ο πατέρας μου για τον δικό του πατέρα. Πώς σώθηκε από τους Βούλγαρους όταν ανέβηκαν να κάψουν το χωριό μας και να σκοτώσουν όλους τους άντρες πάνω από δεκαεφτά χρονών. Κάποιοι πρόλαβαν να φύγουν, άλλοι κρυφτήκανε κι άλλους τους δολοφόνησαν δίχως έλεος.
    »Ο πατέρας του πατέρα μου, καβάλησε το άλογο του και προσπάθησε να απομακρυνθεί στο δάσος. Κρύφτηκε σε μια ρεματιά κι ούτε φωτιά δεν άναψε στο κρύο, αλλά τον πρόδωσε το άλογο που χλιμίντρισε. Τον περικύκλωσαν τρεις οπλισμένοι, τον αιχμαλώτισαν, τον έδεσαν και τον βασάνιζαν να πει πού έχουν κρυφτεί οι υπόλοιποι και πού είχαν στο σπίτι θαμμένες τις λίρες. Ο ένας από τους τρεις πήγε να πιάσει και το άλογο για λάφυρο, αλλά εκείνο, εκπαιδευμένο μόνο για τον καβαλάρη του, τον έσυρε με δύναμη και τσάκισε το κεφάλι του σ’ ένα δέντρο. Οι άλλοι δύο, πυρ και μανία, μάζεψαν το νεκρό και διέταξαν κλωτσώντας τον πατέρα του πατέρα μου να φωνάξει το άλογο για να το δέσουν. Εκείνος, με το όπλο στον κρόταφο, τους εξήγησε πως αν δεν του λύσουν τα χέρια κανείς δεν θα μπορέσει να το πιάσει. Ο στρατιώτης είχε αντίρρηση, αλλά ο επικεφαλής αποφάσισε πως δεν ήταν ρίσκο και τον έλυσε κρατώντας πάντα το όπλο πίσω από στην πλάτη του. Το άλογο, μ’ ένα σφύριγμα, πλησίασε και περίμενε οδηγίες. Ο πατέρας του πατέρα μου πήγε αργά αργά κοντά του κι έπιασε το χαλινάρι να το παραδώσει στα χέρια του Βούλγαρου αξιωματικού, όμως εκείνο ξαφνικά αφήνιασε, όρμησε καταπάνω του και του κατάφερε ένα θανάσιμο χτύπημα στο μέτωπο. Άρπαξε τότε ο πατέρας του πατέρα μου το όπλο του και πυροβόλησε τον άλλο, πριν τον προλάβει εκείνος, δύο φορές κατάστηθα. Κατόπιν κοίταξε ψηλά, έκανε το σταυρό του τρεις φορές, χάιδεψε τρυφερά το κεφάλι του αλόγου του και πήρανε μαζί το μονοπάτι μες στη νύχτα».
    «Πατέρα», τον διέκοψε διακριτικά η Μαριλού, «κάπως αλλιώς μου την έχεις διηγηθεί αυτή την ιστορία». «Και σε μένα», παρενέβη κι ο Κώστας, «διαφορετικά, δίχως το άλογο».
    Ο Ζαφείρης αναστέναξε βαθιά κι ομολόγησε πως τα δύσκολα πονάνε, θέλουν κότσια για να τα αφηγηθεί κανείς στα ίσια. «Αυτή την ιστορία, κάπως έτσι θα ήθελα να την ακούσω σαν παιδί από τον πατέρα μου, γιατί έτσι επιθυμούσα να ’χε γίνει κι όχι αλλιώς», παραδέχτηκε βουρκωμένος. «Όπως σε κάποιες καουμπόικες ταινίες, που νικάει στο τέλος αυτός που ’χει το δίκιο. Όμως, δυστυχώς, τον πατέρα του πατέρα μου, μαζί με άλλους δώδεκα συγχωριανούς του που βγήκαν με λευκή σημαία, άοπλοι, για να διαπραγματευτούν ειρηνικά με σκοπό να μην τους κάψουνε τα σπίτια, οι άνανδροι οι Βούλγαροι τους έστησαν στα τρία μέτρα και τους εκτέλεσαν εν ψυχρώ. Ο πατέρας του πατέρα μου πληγώθηκε, αλλά δεν έμεινε στον τόπο, κυλίστηκε και κρύφτηκε στο ρέμα αιμόφυρτος. Δεν τον αντιλήφθηκαν μέσα στον πανικό για να του δώσουν τη χαριστική βολή. Επέζησε προσωρινά, αλλά είχε χάσει πολύ αίμα, δεν άντεξε από την αδυναμία και πέθανε μερικούς μήνες αργότερα. Ήταν δεν ήταν τότε έντεκα χρονών ο πατέρας μου και τον θυμόταν μονάχα σαν σε όνειρο, καταπονημένο στο κρεβάτι, στο σπίτι του θείου του. Εγώ, όχι μόνο δεν τον γνώρισα ποτέ, για να τον αποκαλέσω παππού, δεν ξέρω ούτε καν πως ήτανε το πρόσωπό του. Οι μοναδικές φωτογραφίες από το γάμο και την ταυτότητά του, κάηκαν μαζί με όλα τα υπάρχοντα τους από το μένος των βάρβαρων κατακτητών. Αυτή είναι η αληθινή ιστορία και δυστυχώς δεν είναι η μοναδική σε εκείνη την περίοδο της Κατοχής στα μέρη μας. Όχι αυτά τα άθλια ψέματα, που σπέρνουν ασυλλόγιστα οι ρουφιάνοι κι οι αργόσχολοι στους καφενέδες».
    Την τελευταία του φράση την εξέλαβα ως καρφί, γιατί, εκτός των άλλων, ένιωσα ν’ απευθύνεται και στη δική μου ευπιστία απέναντί τους. Αισθάνθηκα πολύ άσχημα. Ζήτησα συγγνώμη και βγήκα έξω να πάρω λίγο αέρα. Ήθελα να μείνω μόνος. Έκανε αρκετή ψύχρα αλλά δεν μ’ ένοιαζε. Καθώς είχαν λουφάξει όλα τα πουλιά και τα έντομα, η σιωπή απλωνόταν περισσότερο απειλητικά παρά κατευναστικά. Το φεγγάρι μόλις είχε ξεπροβάλλει ολοστρόγγυλο, με χρώμα κόκκινο βαθύ. Κάποιος λύκος ή τσακάλι ακούστηκε να ουρλιάζει από μακριά, μα στο δικό μου αναστατωμένο νου φάνταζε σαν φωνή σπαρακτική μοναχικού ατόμου που είχε καημό αβάσταχτο. Κάθισα αρκετή ώρα ακίνητος μέσα στη σκοτεινιά και τη βραδινή υγρασία. Το μόνο παρήγορο πλέον στη σκέψη μου ήταν πως είχε εκλείψει, ως δια μαγείας, και η παραμικρή αμφιβολία για το ποιόν του χαρακτήρα του Ζαφείρη. Συλλογιζόμουν μονάχα το μικρό λαβωμένο πουλάρι πώς θα επιβιώσει μετά την τραυματική του περιπέτεια, πώς θα το υποδεχτεί μετά από καιρό η αγέλη και αν ανάμεσα στα τέσσερα σκοτωμένα ζώα συμπεριλαμβανόταν και η μητέρα του. Αν και τα ζώα, όπως συχνά μου επαναλάμβανε με απόλυτη σιγουριά ο Κώστας, έχουν πάντα τον τρόπο να ισορροπούν, ενώ οι άνθρωποι κάνουν το παν για το αντίθετο.
    Όταν επέστρεψα στο καλύβι, ήταν ήδη μεσάνυχτα και κάτι. Μπήκα με το μικρό φακό που είχα κρεμασμένο στα κλειδιά του αυτοκινήτου. Είχαν αποκοιμηθεί όλοι. Φώτισα για λίγο πάνω στον τοίχο τη φωτογραφία της γυναίκας-μάνας, που δεν ήταν αλλά έμοιαζε τόσο ζωντανή, όπως ακριβώς οι γυναίκες στους πίνακες των σπουδαίων αναγεννησιακών ζωγράφων της εποχής του πραγματικού Ντίρερ. Το βλέμμα της ήταν λιγάκι μελαγχολικό, όμως είχε τέτοια ένταση, που μ’ έπειθε απόλυτα, πως ήταν η μόνη που αγρυπνούσε σ’ αυτό το καλύβι και πως θα αγρυπνούσε για όσο θα χρειαζόταν δίπλα στον άντρα και την κόρη της και πως όλος ο κόπος, η αφοσίωση, η φροντίδα και η αγάπη της για το κάθε τι σ’ αυτό το απέραντο οροπέδιο δεν θα πήγαιναν χαμένα.


Γιώργος Χ. Κασαπίδης



Από τη συλλογή διηγημάτων «Ο φωτεινότερος φακός του κόσμου», εκδ. Εύμαρος, 2023.




Ο Γιώργος Κασαπίδης γεννήθηκε το 1961 στη Δράμα, όπου και κατοικεί μόνιμα. Εργάστηκε κατά καιρούς ως εργάτης σε διάφορες εποχιακές δουλειές και για δεκαεπτά συναπτά έτη ως επαγγελματίας φωτογράφος. Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια συν-εργάζεται στο εργαστήριο χειροποίητων πιτών «Της Χαρούλας». Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές, Σ’ εκείνο το σημείο (Παρατηρητής 1999), Αντίπερα (Τυπωθήτω 2005, Βραβείο Γ. Αθάνα της ΑκαδημίαςΑθηνών), Εκβαθέωνθάλασσα (Photo/Graphs Studio 2010), Μέρες του 2013 μ.Χ. (για το έτος Καβάφη, εκτός εμπορίου 2013), Εκσκαφέας αοράτων (Εκδόσεις των Φίλων 2013), Αλάνα 21 (Οδός Πανός 2019), και τη συλλογή διηγημάτων Ο φωτεινότερος φακός του κόσμου (Εύμαρος 2023). Στον χώρο της φωτογραφίας έχει πραγματοποιήσει εννέα ατομικές εκθέσεις, πολλές ομαδικές και το λεύκωμα Των ασήμαντων δρόμων (2004).


Τρίτη 13 Μαΐου 2025

Κατερίνα Γαϊτάνου, "Σαμπάνια σουπερνόβα"




Ο όρος υπερκαινοφανής αστέρας ή σουπερνόβα (supernova) αναφέρεται σε διάφορους τύπους εκρήξεων που συμβαίνουν κατά τη διάρκεια των τελευταίων εξελικτικών σταδίων της ζωής των αστέρων, κατά τις οποίες παράγονται εξαιρετικά φωτεινά αντικείμενα, αποτελούμενα από πλάσμα (ιονισμένη ύλη) και των οποίων η αρχική φωτεινότητα στη συνέχεια αδυνατίζει μέχρι του σημείου της αφάνειας μέσα σε λίγους μήνες. Η έκρηξη των αστέρων είναι τεραστίων διαστάσεων, ξεπερνά την ενέργεια που εξαπολύεται από τον Ήλιο και κατ’ αυτό τον τρόπο «πεθαίνουν». Από τη γήινη ατμόσφαιρα και γενικά από τη γη ένας σουπερνόβα φαίνεται σαν ένα εξαιρετικά φωτεινό αστέρι που δεν βρισκόταν σε εκείνη τη θέση πριν κάποιες ώρες. Ο θάνατος του αστεριού, ο λεγόμενος σουπερνόβα, επέρχεται μετά από περίπου 10 με 20 εκατομμύρια έτη.
Wikipedia

Για ποιο λόγο αυτό το γαμημένο σύμπαν ενώνει δύο ανθρώπους όταν δεν υπάρχει καμία περίπτωση να είναι μαζί;
@robin_cru1614



Σε λίγα λεπτά από τώρα, το σώμα μου θα εκραγεί σε αναρίθμητα κομμάτια και το φως από την έκρηξη θα γίνει ορατό στη Γη, με τη μορφή ενός αστεριού που πέφτει. Θα το δει το νεαρό κορίτσι που εκείνη την ώρα θα έχει στραμμένο το βλέμμα στον ουρανό, ελπίζοντας σε ένα θαύμα που θα τη σώσει από τη μοναξιά της. Θα πιστέψει ότι είμαι το τυχερό της αστέρι και θα σπεύσει με όλο της το είναι να κάνει μια ευχή. Θα είναι μία ζεστή, σκοτεινή νύχτα στα μέσα του Ιουλίου, από εκείνες που σε κάνουν να πιστεύεις ότι το καλοκαίρι δε θα τελειώσει ποτέ. Εντελώς απρόσμενα θα νιώσει τυχερή που θα με βλέπει σε ελεύθερη πτώση, κυρίως γιατί θα το έχει ανάγκη. Θα κάθεται ολομόναχη στο μπαλκόνι του σπιτιού της, παρέα με τις άδειες πολυθρόνες, τις γλάστρες με τις μολόχες και το φως από τη λάμπα του δήμου, περιμένοντας ένα σημάδι από τον ουρανό. Θα κάνει τη λάθος ευχή φυσικά, γιατί η νιότη δεν ξέρει ποτέ τι πραγματικά χρειάζεται. Θα ευχηθεί επάνω στο άυλο κορμί μου να τον συναντήσει.
     Εκείνος θα έρθει στο δρόμο της σύντομα. Έτσι κι αλλιώς θα ερχόταν, διότι η ίδια τον ψάχνει καιρό τώρα μέσα στη φαντασία της. Όμως θα φανεί όπως και στα μυθιστορήματα, μοιραίο. Θα τον ερωτευτεί με την πρώτη ματιά, κι εκείνος το ίδιο. Θα είναι και για τους δυο η ευχή της ό,τι πιο συγκλονιστικό θα τους συμβεί για το υπόλοιπο της ζωής τους. Δεν θα μπορέσουν να είναι ποτέ μαζί – λίγο θα σμίγουν και περισσότερο θα χάνονται, διότι το κάρμα δεν χαρίζεται χωρίς βαριά ανταλλάγματα. Εκείνη δε θα σωθεί ποτέ από τη μοναξιά της. Η ανάμνηση της ευχής της θα την ακολουθεί μέχρι και το δικό της σώμα να γίνει δωρεά στο σύμπαν. Στη διάρκεια της ενήλικης ζωής της, θα πιστέψει, θα ματαιωθεί, θα συγκινηθεί, θα πονέσει, αλλά δεν θα ξεχάσει τι ευχήθηκε. Κάποτε θα χρειαστεί να κάνει ειρήνη με το πάθος της. Τότε θα είναι που θα γράψει μια ιστορία γι’ αυτό που της τρώει την ψυχή. Θα είναι ένα βράδυ φθινοπώρου, ακούγοντας το Blue Banisters της Lana del Rey. Ένα δειλινό με τη γεύση της ξεθυμασμένης σαμπάνιας και του ανεκπλήρωτου έρωτα. Θα την ονομάσει Σαμπάνια Σουπερνόβα. Και τα αστρικά τους σώματα θα ανταμώσουν στις λέξεις και τις σιωπές, εκεί όπου όλα γίνονται Ένα.

Κατερίνα Γαϊτάνου




Από τη συλλογή διηγημάτων «Μαχαίρι στην καρδιά», Εκδόσεις Γραφή, 2025.




Η Κατερίνα Γαϊτάνου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και αποφοίτησε από το Τμήμα Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΑΠΘ. Έχει γενέθλια στις 23 Δεκεμβρίου, συγκυρία αρκετά χαρμόσυνη λόγω της έλευσης των Χριστουγέννων. Το αγαπημένο της χρώμα είναι το κόκκινο, χειμώνα-καλοκαίρι. Έχει μια συνηθισμένη δουλειά όπως οι περισσότεροι άνθρωποι και την ψυχαγωγούν τα social media. Όταν οι άλλοι μιλούν, ακούει και πράγματα που δεν λένε. Αυτό το διάστημα ζει στη Γερμανία, αλλά είναι μόνιμος κάτοικος της φαντασίας της. Όλα τα υπόλοιπα για αυτήν, τα λένε οι ιστορίες της.


Πρόσκληση



Το βιβλιοπωλείο Mind the Book και οι εκδόσεις Γραφή
σας προσκαλούν
στην παρουσίαση της συλλογής διηγημάτων
της Κατερίνας Γαϊτάνου

ΜΑΧΑΙΡΙ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ

Παρασκευή, 16 Μαΐου 2025, 8:00μ.μ.
Βιβλιοπωλείο Mind the book - 25ης Μαρτίου 93, Εύοσμος
για το βιβλίο θα μιλήσουν:
η Κατερίνα Γαϊτάνου, συγγραφέας
και η Μαρία Δαμολή, επιμελήτρια


*


Δεκαεπτά ιστορίες που γεννήθηκαν από τα tweets ανώνυμων συγγραφέων της πλατφόρμας Χ, μας φέρνουν αντιμέτωπους με την αλήθεια της καθημερινότητας, την οποία πολλές φορές αποφεύγουμε να αντικρίσουμε. Οι ιστορίες είναι μικρές, αλλά γεμάτες ένταση και πάθος. Ωμές, ευαίσθητες, προκλητικές, νοσταλγικές και πάντα διεισδυτικές, σε αγγίζουν κατευθείαν στην καρδιά, με τον τρόπο που μόνο μια λέξη ή μια εικόνα μπορεί να το κάνει.


*


«Μαχαίρι ονομάζεται το κοφτερό εργαλείο που συναντάται σε πολλά σχήματα και ποιότητες, και αποτελείται πάντα από τη λεπίδα και τη λαβή.»
(Ορισμός από Wikipedia)

Ένα μαχαίρι μπορεί:
- Να κόψει
- Να σκοτώσει
- Να ξεβιδώσει
- Να απειλήσει
- Να καρφωθεί
- Να χαράξει
- Να αναδεύσει
- Να γράψει ιστορίες

«Κάθε ιστορία έχει και την ιστορία της» @Anast43.

Δεκαεπτά ιστορίες εμπνευσμένες από tweets των ανώνυμων συγγραφέων της πλατφόρμας Χ, έχουν την ίδια γεύση: ωμή, ευαίσθητη, προκλητική, νοσταλγική, μα πάνω απ’ όλα, αιχμηρή.

«Καπνίζω και διαβάζω στο πακέτο: το κάπνισμα σκοτώνει. Φυσάω τον καπνό και λέω περισσότερο από τις ανθρώπινες σχέσεις αποκλείεται» @marinanik7

Δεκαεπτά μικρές ιστορίες, μιλούν για σένα, κατευθείαν στην καρδιά.
Θα τις νιώσεις. Θα τις ζήσεις.
Αφού πρώτα νιώσεις το μαχαίρι.

«Και να θυμάσαι, καμιά φορά, ότι δε σε σκοτώνει,
καλύτερα να σε σκότωνε» @karalaik

Από το οπισθόφυλλο της έκδοσης

Τρίτη 29 Απριλίου 2025

Ελένη Καραγιάννη, "Το στρώμα το νυφιάτικο"




Το στρώμα το νυφιάτικο 


Πάνω στο κρεβάτι μια φουχτίτσα άνθρωπος. Κουβέντα ήθελε:
    «Όλο το χωριό στο πόδι. Μικροί μεγάλοι με δαδιά αναμμένα κίνησαν για τον βάλτο. Η νύχτα στην πιο σκοτεινή της ώρα. Το φεγγάρι άφαντο. Λες και το ρούφηξαν τα λασπόνερα του βάλτου. Για να λυθούν τα μάγια, τετράποδα ορμήνεψε να μαζώξουν στο πιο πηχτό σκοτάδι, σε βρώμικα νερά, η «γιάτρισσα». Η «γιάτρισσα» ζούσε σ’ ένα χαμόσπιτο έξω απ’ το χωριό. Μαντζούνια για τους πόνους έφτιαχνε κι ένιωθε τάχα από διαόλου πράματα.
    Σακί γεμάτο μπακάκια και νεροχέλωνες τής πήγανε οι χωριανοί και δέκα λίρες χρυσές απ’ τον πατέρα. Με το χρυσό τα έσφαξε. Κακόμοιρα ζωντανά. Στράγγιξε το αίμα τους και στον κόρφο έκρυψε τις ματωμένες λίρες τις χρυσές. Με το σφαγιασμένο αίμα το ακάθαρτο ράντισαν το τρίτο σκαλί και το στρώμα το νυφιάτικο. Μετά έσυραν το στρώμα στην αυλή. Φωτιά, να το κάψουν, έβαλαν. Λαμπάδιασε εκείνο στη στιγμή. Τριζοβολούσαν οι φλόγες. Άνοιξε το ύφασμα και ροβόλησαν καψαλισμένα τα βαμβάκια. Τριγύρω οι χωριανοί καρτερούσαν να ξεχυθούν τα δαιμόνια απ’ το πανί.
    Άδικα. Γιατί η «γιάτρισσα», αυτή η γριά, η ξεδοντιάρα, η αγύρτισσα, λάθεψε, κόρη μου. Τα μάγια δεν με μπόδιζαν να κατεβώ τη σκάλα, δεν ρίζωναν τα πόδια μου στο τρίτο το σκαλί, αλλά η ντροπή μου για τις πομπές του. Μαγεμένη δεν ήμουν. Ντροπιασμένη ήμουν. Γύρευα ανθρώπου μάτι να μη με δει. Ούτε το φως του ήλιου βάσταγα. Να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Να σκάψω τάφο με τα χέρια μου και μέσα να κρυφτώ γύρευα. Ούτε τον έδιωξαν απ’ τα στρωσίδια μας τα νυφικά μάγια. Τα λογικά του έχασε με το ξεπεταρούδι του φούρναρη, ο ξεσυλλόγιαστος. Χίλιες φορές χήρα να τον νεκροφιλήσω προσευχήθηκα γονατιστή μπροστά στα εικονίσματα-παρά ζωντοχήρα, ατιμασμένη νιόπαντρη.
    Το στρώμα έκαψε όσο έκαψε και με το πρώτο φως της μέρας ο πατέρας το κρέμασε στον στάβλο απ’ το τσιγκέλι σαν γδαρμένο ζώο, να ξερνοβολήσει τα στερνά του αποκαΐδια. Μεγάλωσα, γέρασα και λησμόνησα αν έχυσα δάκρυα περισσότερα για κείνον ή για το στρώμα το καψερό, το αδικοκαμένο. Τη μια μέρα καλοστρωμένο, στολισμένο με ρύζια και κουφέτα και την άλλη σαν σκιάχτρο ρημαγμένο να χάσκει στην αυλή. Κλείνω τα μάτια, συλλογιέμαι τα παλιά και κείνη η μυρουδιά απ’ το καμένο ύφασμα μου ‘ρχεται ακόμα στη μύτη και μου καίει τα ρουθούνια.
    Τον τρόπο μας τον είχαμε. Πέρα δώθε τα προξενιά στον πατέρα αλλά στεφάνι δεν ξανάβαλα. Μα την αγάπη τη γεύτηκα. Και μάνα έγινα. Για τα μικρότερα αδέρφια μου και για τα παιδιά τους και για τα παιδιά των παιδιών τους. Στην «γιάτρισσα» απ’ το χωριό δεν ματαπήγε κανείς.
    Πλησιάζω τα ενενήντα και τον Χάρο δεν τον σκιάζομαι. Καλώς να ορίσει. Αν όμως κοπιάσει απόψε, κρίμα να με ’βρει στο κοτρόνι πάνω», παραπονέθηκε.
    Χαμογέλασα κι απολογήθηκα για το άβολο, σκληρό στρώμα του νοσοκομείου, που έκανε το κορμί της να πονά. Έλεγξα το οξυγόνο και τη ροή του ορού στη φλέβα της και υποσχέθηκα, μόλις τελειώσω με τους ασθενείς του θαλάμου, να ψάξω στην ιματιοθήκη για ένα μαξιλάρι πιο άνετο, βαμβακερό και μαλακό, σαν το στρώμα της το νυφιάτικο.


Ελένη Καραγιάννη





Από τη συλλογή διηγημάτων, «Σαν βγω απ’ αυτή τη φυλακή», Εκδόσεις Γραφή, 2022.

Στην εικόνα: Jan van Goyen, «Landscape with a Peasant Cottage» (1631).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.


Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2025

Γιώργος Σιώμος, "Δελτίο θυέλλης"




Δελτίο θυέλλης


Ο ήλιος λούζει τα κεραμίδια της εκκλησίας της Αγίας Άννας, πέφτει στα κίτρινα φύλλα των δέντρων, στα πράσινα ακόμα, εισχωρεί στις φυλλωσιές και καταλήγει στις πλάκες, στους κυβόλιθους και στις φαλάκρες των θαμώνων των καφέ.
    Στο τσιρτσιβί της εκκλησίας δυο γριές, με γούνες, κινητά, τσιγάρα και τις μάσκες να κρέμονται από το αυτί, μιλούν, χειρονομούν, αδιαφορούν για τον ήλιο του Οκτώβρη, ακόμα κι όταν λούζει ολόκληρη μια νέα μαμά η οποία στο ένα χέρι κρατάει ένα μπαλόνι, στο άλλο την κούπα του καφέ, το μωρό κλαίει, σκύβει να το αγκαλιάσει κι από το V της άσπρης μπλούζας πετούν δυο ολόλευκα περιστέρια.
    Μεγάθυμος ο ήλιος, ως αυτός ο αληθινός θεός, συνεχίζει Νοέμβρη μήνα, να λούζει με το γλυκό του φως, εμάς, τα σπίτια μας, τους δρόμους, τα λιβάδια, τα λιγοστά κοπάδια με τα γίδια.
    Στο τσιρτσιβί της εκκλησιάς η γριά με τη μάσκα να κρέμεται στο αφτί, ανάμεσα σε άλλες δυο γριές, καπνίζει αρειμανίως, όλες μαζί καπνίζουν και μιλούν, χειρονομούν και λένε. Τσιγάρο, καφές πικρός και μαύρα γυαλιά. Άντρας δεν έχει θέση στο τραπέζι τους.
    Ωστόσο, μια ηλιαχτίδα χτυπάει στο πλατανόφυλλο, εξοστρακίζεται, κυλάει στο κεραμίδι, γλιστράει στον κόσμο της γριάς, κι αυτή γελάει, αστειεύεται, χτυπάει τη διπλανή στην πλάτη.
    Ενώ ο ήλιος κυλάει πάλι στα κεραμίδια αμέριμνος, ζεσταίνει ολοένα και περισσότερο με το ευεργετικό του φως τις συντροφιές των ανθρώπων περασμένης ηλικίας που πίνουν τον καφέ τους, καθώς η κληματαριά και τα τέσσερα δέντρα έχουν αραιώσει αρκετά τα φύλλα τους, η γνωστή κυρία στο τσιρτσιβί με τη μάσκα στο αυτί, ήρθε, παραμέρισαν, της κάναν τόπο οι φίλες της −θα ’ναι κάποια σημαντική− σε θέση μπρος στην πόρτα κι απέναντί της όλοι εμείς εδώ οι χαζολογούντες κι ενώ, λέω, όλα είναι στη θέση τους και τίποτα δεν προμηνά μεταστροφή καμιά, η ΕΜΥ ετοιμάζει δελτίο καιρού.
    Ο ήλιος θα κρυφτεί. Πυκνά σύννεφα θα γεμίσουν τον ουρανό. Νερά θα πέσουν με ορμή. Ξερά ποτάμια θα ξεχυθούν τυφλά. Φρεάτια θα φουσκώσουν και θα πετάξουν τα καπάκια. Θα ξεσπάσουν άνεμοι γυριστοί. Θα γκρεμιστούν καμινάδες, δέντρα με ρίζες αβαθείς και ό,τι δεν είναι καρφωμένο καλά στον τόπο του.
    Ενήλικες και υπερήλικες βιδωθείτε, στερεωθείτε κι εσύ κυρία στο τσιρτσιβί, με το αυτοκρατορικό σου ύφος, άλλαξε στέκι.

Νέο Δελτίο Θυέλλης. Πρώτα θα χλομιάσει ο ήλιος. Ησυχία θα απλωθεί σε όλη την πλάση. Ύστερα ο ήλιος θα κρυφτεί πίσω από σταχτιά και μαύρα σύννεφα. Θα βουβαθεί το στερέωμα. Ο Ουρανός θα κλαίει με αναφιλητά και οι βοριάδες θα σκούζουν σαν λύκοι τα μεσάνυχτα πεινασμένοι. Τα δάκρυα τ’ ουρανού βίαια θα χυθούν σε αυλάκια, σοκάκια, χαράδρες, ακόμα και μέσα στις λεωφόρους των μεγάλων πόλεων που κάποτε ήταν ποτάμια.
    Νέοι και ενήλικες σταματήστε να γυρνάτε σαν σβούρες, καθίστε στα σπίτια σας τις ώρες που θα λείπει ο θεός.
    Θύελλα δεν υπήρξε. Ο ήλιος κρύφτηκε για λίγο πίσω από ένα παντελόνι. Οι αέρηδες μας χάιδεψαν γλυκά τα αυτιά. Τη νύχτα που κοιμόμασταν έπεσαν πέντε έξι στάλες βροχής. Ακόμα πέφτουν μερικές αυτή την ώρα στον Σιδηροδρομικό Σταθμό της Έδεσσας. Ο φίλος ακόμα να φανεί. Στο σταυροδρόμι στέκομαι μήπως τον δω να έρχεται από καμιά μεριά. Κάπου κερνάνε κονιάκ και πικρό καφέ. Αργεί. Μάλλον δεν θα έρθει. Σίγουρα δεν θα έρθει. Το παίρνω απόφαση πως δεν θα τον ξαναδώ. Η μνήμη του ολοζώντανη γυρνάει στον Σταθμό, στην οδό Σαρανταπόρου, στους Καταρράκτες που πωλούσε τα βιβλία του, στο σπίτι του της οδού Γ. Σεφέρη τα τελευταία χρόνια.
    Ο ήλιος που κρύφτηκε και η απαλή βροχή πάνε γάντι με την ετήσια απουσία του.



Γιώργος Σιώμος



_______
Σημείωση
Τσιρτσιβί: η αστρέχα, η άκρη άκρη της κεραμοσκεπής, από όπου πέφτουν τα νερά της βροχής, καθώς και ο από κάτω χώρος.





Ο Γιώργος Ν. Σιώμος γεννήθηκε το 1949 στη Λόχμη Γρεβενών και ζει στη Βέροια. Έχει εκδώσει τις συλλογές διηγημάτων: «Ο κορυδαλλός» (Αλεξάνδρεια 2012), «Το παράπονο του Εμμανουήλ Παππά» (Γαβριηλίδης 2014), «Ο κόκκινος σπάγκος» (Αλεξάνδρεια 2017) και «Μικρά πεζά» (Ενύπνιο 2021). Το τελευταίο του βιβλίο, «Όμορφα χωριά» (Παρέμβαση 2023), απαρτίζεται από διηγήματα και ποιήματα.



Πρώτη δημοσίευση


Στην εικόνα: Βέροια, η εκκλησία της Αγ. Άννης (της Αγοράς), ανάμεσα στις οδούς Πρ. Ηλία και Αντ. Τσούπελη.

Πηγή για την εικόνα: Αρχείο Ποιητικού Πυρήνα.


Τετάρτη 29 Μαΐου 2024

Αλεξάνδρα Μητσιάλη, "Το Μάτι"




Το Μάτι


Τρυπάει το βλέμμα σου το τζάμι του παράθυρου. Στυλώνεται στο πεύκο τού πίσω κήπου, στον ψηλό κορμό όπου χάσκουν οι γρόμποι, κομμένα μέλη που επουλώθηκαν όπως όπως μετά τον τραυματισμό, στις βελόνες όπου ισορροπούν μαύρα πουλιά που κρώζουν κακόηχα.
      Μα εσύ δεν τ’ ακούς.
     Πίσω από το πεύκο πορτοκαλιές, δαφνόδεντρα και σπουργίτια που πηγαινοέρχονται αδιάκοπα φωνάζοντας ατέλειωτες ιστορίες του κόσμου και λίγο πιο πέρα η θάλασσα· ρωγμή ανάμεσα στ’ ακίνητα σώματα των σπιτιών τα κύματα που ταξιδεύουν βουίζοντας σ’ άλλες στεριές.
      Αλλά εσύ δεν τ΄ ακούς.
    Και δεν μπορείς να συγκεντρωθείς στο βιβλίο τ’ ανοιγμένο μπροστά σου. Διπλή σελίδα, προθέσεις και σύνδεσμοι, για αύριο. Η Κύριος καραδοκεί. Να τους ξέρεις απέξω σαν νερό που φεύγει από το στόμα σου και κυλάει ανάμεσα απ’ τα πόδια, τα θρανία, τις τσάντες στο μωσαϊκό κι ανεβαίνει στην έδρα του, στον ξύλινο χάρακα που πέφτει από καιρό σε καιρό στις παλάμες των άτακτων και των λιγότερο διαβασμένων, στα σφιχτοπλεγμένα του χέρια, στα χοντρά χείλη του. Στις άκρες τους μαζεύεται ένα άσπρο κολλώδες υγρό, που καθώς μιλάει γίνεται σιχαμένες κλωστές που ανεβοκατεβαίνουν. Τις παρακολουθείς.
      Μα δεν τον ακούς.
     Τρεις πόρτες, ξύλο και τζάμι, κλειστές στο ενδιάμεσο. Τραπεζαρία, κουζίνα και χωλ. Καρέκλες, καναπές και ντουλάπια. Οικιακές συσκευές για μαγείρεμα και καθάρισμα, χαλιά, κουρτίνες και η ξυλόσομπα όπου ολοένα μετακινούνται τα ξύλα πυρίκαυστα, αχολογώντας.
      Αλλά εσύ ακούς.
     Τους ακούς στο σαλόνι. Κρώζουν κακόηχα. Φωνάζουν τη γνωστή ιστορία. Βουητό και αχός. Κολλώδεις κλωστές που λίγο λίγο απλώνονται γύρω της, ιστός αράχνης. Κελί να την κλείσουν, υπόλογη κι ένοχη.
      Τη μάνα σου.
     Τους βλέπεις απάνω στο τζάμι του παράθυρου. Όρθιους εκείνους κι αυτήν καθιστή στο εδώλιο του σαλονιού, στο οικιακό δικαστήριο, χωρίς δικηγόρους δεινής υπεράσπισης, μόνο ο εισαγγελέας της έδρας και οι λοιποί συγγενείς, ένορκοι μιλημένοι, σύμφωνοι με την τελική ετυμηγορία.
      Για τη μάνα σου.
     Από το τζάμι φαίνονται όλα. Μικρή και ανήμπορη, παρείσακτη μέσα στην οικογένεια του άλλου, να ενοχλούν τα πάντα της· το φουστάνι, τα χαμόγελα, οι ερωτήσεις, οι απαντήσεις, η σιωπή της, προπάντων ο τρόπος που κοιτάζει, που δεν κοιτάζει, που καθαρίζει, που δεν καθαρίζει, που μαγειρεύει, που δε μαγειρεύει, που τον περιμένει· προπάντων ο τρόπος που βογκάει τα βράδια με την παλάμη στο στόμα της.
      Η μάνα σου.
     Τη βλέπεις να κοιτάει. Πότε τα μάτια, πότε τα στόματα, πότε τις λέξεις τους, κλεφτά την μπαλαρίνα με το σώμα της υποταγής στο καδράκι πίσω από την ανθοστήλη.
     Κοιτάει το χέρι που σηκώνεται. Του πεθερού της. Τρέχει να του ξεφύγει. Γύρω από το τραπέζι, καταδικασμένος αγώνας ταχύτητας σε δρόμο μπλοκαρισμένο. Φωνάζει. Η πεθερά τής πιάνει τα χέρια. Φωνάζει. Στο κλουβί, σαν το πουλί που χτυπιέται στα κάγκελα. Ο άλλος, βουβός, παρακολουθεί.
    Εξακολουθείς να τη βλέπεις, χρόνια μετά, πάντα στο τζάμι του παράθυρου. Το μαυρισμένο μάτι της ντροπής, το βλέμμα που δε στέκεται πάνω σου αλλά δραπετεύει στο πεύκο, στους γρόμπους του κορμού του που στάζουν υγρό, ακόμα, το τραύμα που δεν επουλώνεται, στο κέντημά της, όπως κάθεται δίπλα σου υπομονετικά, να μάθεις τις προθέσεις και τους συνδέσμους, για τον Κύριο αύριο, μήπως και σε σηκώσει στον πίνακα, μήπως καταφέρεις να τα πεις σαν νεράκι, μήπως μπορέσεις κάποτε να φύγεις εσύ, γιατί εκείνη δεν έφυγε.
      Η μάνα σου.




Από τον συλλογικό τόμο «Η φωνή της», Εκδόσεις Καστανιώτη, 2023.






Παρουσίαση του βιβλίου
Η φωνή της


Το Δίκτυο γυναικών συγγραφέων κατά της έμφυλης βίας και των γυναικοκτονιών «η φωνή της», η Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Βέροιας, οι λέσχες ανάγνωσης Γαλάτιστας, Λαγυνών και Ακυβέρνητος Βιβλιόπλους (Βέροια), το βιβλιοπωλείο Ηλιοτρόπιο και οι Εκδόσεις Καστανιώτη παρουσιάζουν τον συλλογικό τόμο

Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ

το Σάββατο 1 Ιουνίου 2024
και ώρα 12 το μεσημέρι
στην αίθουσα εκδηλώσεων
της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Βέροιας
Έλλης 8.

Για το βιβλίο μιλούν οι:
Αλεξάνδρα Μητσιάλη, συγγραφέας,
Δήμητρα Κουβάτα, ποιήτρια,
Νικολέτα Θούα, καθηγήτρια αγγλικής γλώσσας.
Την εκδήλωση συντονίζει ο ποιητής
Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου.

Αποσπάσματα διαβάζουν μέλη του Δικτύου και των λεσχών ανάγνωσης.

Παίζουν οι μουσικοί:
Σίσσυ Γεωργοπούλου (φλάουτο) και
Γιάννης Γεωργουδάκης (κιθάρα).
Στο τραγούδι η Φωτεινή Γεωργουδάκη.



ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

53 γυναίκες συγγραφείς της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας ενώνουν τις φωνές τους σε μία «Φωνή», θέλοντας να μιλήσουν για την πραγματικότητα της έμφυλης βίας, για τις δομές της έμφυλης κυριαρχίας, για τα βιώματα της καταπίεσης αλλά και του αγώνα για ενδυνάμωση, χειραφέτηση και αλληλεγγύη.

Τα διηγήματά τους συγκλονίζουν, καθώς αφηγούνται ιστορίες βίας και αντίστασης ταξιδεύοντας από τα πιο απόμακρα χωριά ώς τις μεγαλουπόλεις, από την Ευρώπη ώς τα βάθη της Αφρικής και τη Λατινική Αμερική. Με τον νου πάντοτε στις πρωτοπόρες Ελληνίδες συγγραφείς που ξεχάστηκαν από την επίσημη Ιστορία, οι συγγραφείς του βιβλίου, ζώντας κι αυτές την πραγματικότητα της έμφυλης βίας με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στο ένα ή στο άλλο πεδίο της καθημερινής ζωής, θέλησαν να δυναμώσουν τη φωνή των γυναικών και να ακουστεί η αλήθεια τους.

Οι συγγραφείς του τόμου είναι μέλη του Δικτύου γυναικών συγγραφέων κατά της έμφυλης βίας και των γυναικοκτονιών «η φωνή της».

Τα έσοδα από τα δικαιώματα του βιβλίου θα δοθούν στο Ευρωπαϊκό Δίκτυο κατά της Βίας.