Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Pound Ezra Weston Loomis. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Pound Ezra Weston Loomis. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 14 Φεβρουαρίου 2018

Ανθολογία ερωτικής ποίησης, (Μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός)





EZRA POUND

Η ωραία τουαλέτα


Γαλάζια, γαλάζια είναι η χλόη στο ποτάμι
Και ιτιές γεμίζουν τον περιφραγμένο κήπο.
Και μέσα η ερωμένη, ώριμη στη νεότητά της,
Λευκή, λευκή στο πρόσωπο, λίγο διστάζει την πόρτα
       να διαβεί.
Λυγερή, το λυγερό απλώνει χέρι της·

Και ήταν παλλακίδα τον παλιό καιρό,
Και παντρεύτηκε έναν μέθυσο,
Που τρικλίζοντας τώρα από το σπίτι φεύγει
Και την αφήνει μόνη, τόσο μόνη.





ANNE STEVENSON

Sous-entendu


Μη νομίζεις

ότι δεν ξέρω
πως καθώς μου μιλάς
το χέρι του μυαλού σου
μου αφαιρεί διακριτικά
τις κάλτσες μου,
και με επιδέξιες, τυφλές κινήσεις
ανεβαίνει κατά μήκος του ποδιού μου.

Μη νομίζεις
ότι δεν ξέρω
ότι ξέρεις
ότι καθετί που λέω
είναι ένα ένδυμα.





WISLAWA SZYMBORSKA

Κεραυνοβόλος έρωτας


Πίστευαν και οι δύο ακράδαντα
ότι ένα ξαφνικό πάθος τούς ένωσε.
Μια τέτοια βεβαιότητα είναι ωραία,
αλλά η αβεβαιότητα είναι ακόμη πιο ωραία.

Αφού δεν έτυχε να συναντηθούν ποτέ στο παρελθόν, ήταν
         πεπεισμένοι
ότι τίποτα δεν είχε υπάρξει μεταξύ τους.
Αλλά τι λένε οι δρόμοι, οι σκάλες, οι διάδρομοι −
μήπως είχαν προσπεράσει εκεί ο ένας τον άλλον
         ένα εκατομμύριο φορές;

Θα ’θελα να τους ρωτήσω
αν θυμούνται−
τη στιγμή που διασταυρώθηκαν τα βλέμματά τους
σε κάποια περιστρεφόμενη πόρτα;
Ίσως ένα «συγγνώμη» που ειπώθηκε μέσα στο πλήθος;
Ένα κοφτό «λάθος νούμερο» στο ακουστικό του τηλεφώνου; −
Αλλά ξέρω την απάντηση.
Όχι, δεν θυμούνται.

Θα τους ξάφνιαζε αν μάθαιναν
ότι η Τύχη έπαιζε μαζί τους
για χρόνια.

Όχι έτοιμη ακόμη
να γίνει το Πεπρωμένο τους,
τους έφερνε κοντά, τους απομάκρυνε,
τους έφραζε το μονοπάτι,
χαμογελώντας κρυφά,
κι ύστερα αποχωρούσε.

Υπήρξαν ενδείξεις και σημάδια,
κι ας μην μπορούσαν να τα διαβάσουν ακόμη.
Ίσως τρία χρόνια πριν
ή την περασμένη Τρίτη
ένα φύλλο να πέταξε από τον ένα ώμο στον άλλον.
Ή κάτι να έπεσε και να το μάζεψε ο ένας από τους δυο;
Ποιος ξέρει, ίσως η μπάλα
που χάθηκε στους θάμνους της παιδικής ηλικίας;

Υπήρξαν πόμολα και κουδούνια
όπου το ένα άγγιγμα ήρθε να σκεπάσει το άλλο.
Βαλίτσες στον έλεγχο εισιτηρίων που στέκονταν δίπλα δίπλα.
Ένα βράδυ, ίσως, το ίδιο όνειρο,
που το πρωί έσβησε σε μιαν αχλή.

Κάθε αρχή
είναι εξάλλου μια συνέχεια,
και το βιβλίο των συμβάντων
μένει πάντα ανοιχτό κάπου στη μέση.





PAUL ELUARD

Γυναίκα έρωτας


Στέκεται στα βλέφαρά μου
Τα μαλλιά της μες στα δικά μου μπλέκονται
Έχει τη μορφή του χεριού μου
Έχει το χρώμα των ματιών μου
Η σκιά μου την περικλείει
Όπως ουρανός μια πέτρα

Τα μάτια της ποτέ δεν κλείνει
Και να κοιμηθώ δεν μ’ αφήνει
Και τα όνειρα που βλέπει μες στη μέρα
Κάνουν τους ήλιους να εξατμίζονται
Κι εμένα να γελώ, να κλαίω και να γελώ
Να μιλώ όταν δεν έχω τίποτα να πω





FERNANDO PESSOA

Άτιτλο


Δεν ξέρω αν η αγάπη που προσφέρεις είναι αγάπη που έχεις
'Η λες ότι έχεις. Μου την προσφέρεις. Αυτό αρκεί.
Δεν μπορούν τα χρόνια να με κάνουν νεότερο,
Επομένως γιατί όχι οι ψευδαισθήσεις;
Οι Θεοί μας προσφέρουν λίγα, και τα λίγα που προσφέρουν
        είναι πλαστά.
Αφού όμως τα προσφέρουν, όσο πλαστά κι αν είναι,
        η προσφορά
Είναι αληθινή. Την αποδέχομαι, και υποκύπτω
        στον πειρασμό
Να σε πιστέψω.




Μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός




Από το βιβλίο «ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΕΡΩΤΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ - κρατώ την καρδιά σου (την κρατώ μες στην καρδιά μου), [Εισαγωγή-μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός]», εκδ. Πατάκη, 3η έκδοση, Μάρτιος 2015.

Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2014

Έζρα Πάουντ, "Χιού Σέλγουιν Μώμπερλυ"




ΙΙ


Η εποχή απαιτούσε μια εικόνα
Του επιταχυνομένου της μορφασμού,
Κάτι για τη σύγχρονη σκηνή,
Όχι πάντως χάρη Αττική∙

Όχι, όχι βέβαια, τους σκοτεινούς ρεμβασμούς
Της ενόρασης∙
Καλύτερα ψευδολογίες
Παρά κλασικούς σε παράφραση!

Η «εποχή απαιτούσε» κυρίως ένα γύψινο εκμαγείο,
Φτιαγμένο δίχως απώλεια χρόνου,
Μια πρόζα κινηματογραφική, όχι, ασφαλώς όχι, αλάβαστρο
Ή το «λάξευμα» της ρίμας.





III



Το ρόδινο φόρεμα για τσάι, κ.τ.λ.

Εκτοπίζει της Κω τη μουσελίνα,
Η πιανόλα «αντικαθιστά»
Της Σαπφώς τη βάρβιτο.

Ο Χριστός ακολουθεί το Διόνυσο,

Φαλλικός κι αμβρόσιος
Παραμέρισε για τις νηστείες∙
Ο Caliban αποκηρύσσει τον Ariel.

Τα «πάντα ρει»

Λέει ο σοφός Ηράκλειτος∙
Μια κακόγουστη όμως φτήνεια
Θα επιβιώσει από τις ημέρες μας.

Ακόμη κι η Χριστιανική ομορφιά

Αποστατεί – μετά τη Σαμοθράκη
Βλέπουμε το καλόν
Θεσπισμένο στην αγορά.

Του Φαύνου η σάρκα δε μας ανήκει,

Μήτε του αγίου τ’ όραμα.
Αντί όστιας έχουμε τον Τύπο∙
Αντί περιτομής την ψήφο.

Ίσοι κατά το νόμο, οι πάντες,

Απαλλαγμένοι από τον Πεισίστρατο,
Επιλέγουμε έναν απατεώνα ή έναν ευνούχο
Να μας κυβερνήσει.

Ω λαμπρέ Απόλλωνα,

τιν’ άνδρα, τιν’ ήρωα, τίνα θεόν,
Σε ποιον θεό, άνδρα, ή ήρωα
Τενεκεδένιο στεφάνι να επιθέσω!





IV


Αυτοί πάντως πολέμησαν,
και μερικοί πιστεύοντας,
                     pro domo, παντως…

Άλλοι πρόθυμοι για τα όπλα,
άλλοι για περιπέτεια,
άλλοι απ’ το φόβο της αδυναμίας,
άλλοι απ’ το φόβο της αποδοκιμασίας,
άλλοι από αγάπη για τη σφαγή, στη φαντασία,
μαθαίνοντας αργότερα…
άλλοι με φόβο, μαθαίνοντας την αγάπη της σφαγής∙

Μερικοί έπεσαν, pro patria,
                        non «dulce» non «et decor»…
βούτηξαν ως τα μάτια μέσα στην κόλαση
πιστεύοντας στα ψέμματα των γέρων, ύστερα δυσπιστώντας
επέστρεψαν στην πατρίδα, επέστρεψαν σ’ ένα ψέμμα,
επέστρεψαν σε αμέτρητες απάτες,
επέστρεψαν σε παλιά ψέμματα και νέους εξευτελισμούς∙
τοκογλυφία πωρωμένη και πανάρχαια
και στις δημόσιες θέσεις συκοφάντες.

Τόλμη όσο ποτέ άλλοτε, σπατάλη όσο ποτέ άλλοτε.
Νέο αίμα κι ευγενικό αίμα,
ρόδινα μάγουλα, κι ωραία σώματα∙
σθένος όσο ποτέ άλλοτε

ειλικρίνεια όσο ποτέ άλλοτε,
απογοητεύσεις ανείπωτες στο παρελθόν,
υστερίες, εξομολογήσεις χαρακωμάτων,
καγχασμός μέσα από νεκρές κοιλιές.




V


Πέθαναν μυριάδες,
Κι ανάμεσα τους, οι καλύτεροι,
Για μια φαφούτα γριά σκύλα,
Για ένα μπαλωμένο πολιτισμό,

Γοητεία, χαμόγελο στο ευγενικό στόμα,
Γοργή ματιά που χάθηκε κάτω απ’ της γης το βλέφαρο,

Για δύο γκρόσες σπασμένα αγάλματα,
για μερικές χιλιάδες στραπατσαρισμένα βιβλία.





ΜΕΤΑΛΛΙΟΝ


Luini σε πορσελάνη!
Το grand πιάνο
Εκστομίζει βέβηλη
Διαμαρτυρία με την καλλίφωνη σοπράνο του.

Το στιλπνό κεφάλι προβάλλει
Μέσα απ’ το χρυσοκίτρινο φόρεμα
Σαν την Αναδυομένη στις αρχικές
Του Reinach σελίδες.

Ροδομελίχρωμες, το οβάλ πρόσωπο καλύπτοντας,
Ψαθόπλεκτες κοτσίδες που δείχνουν σα να ήσαν
Στου Βασιλιά Μίνωα τ’ ανάκτορο πλεγμένες
Από μέταλλο ή κεχριμπάρι αμάλαχτο∙

Κάτω απ’ το λούστρο, το οβάλ πρόσωπο,
Λαμπερό στο αβρό του περίγραμμα, καθώς,
Κάτω απ’ τις ακτίνες μισού βαττ,
Τα μάτια γίνονται τοπάζια.



Μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός




Από το βιβλίο «ΧΙΟΥ ΣΕΛΓΟΥΙΝ ΜΩΜΠΕΡΛΥ», ΕΣΤΙΑ, (ανατύπωση 1994).

(Ο Ezra Pound με τον Γιώργο Σεφέρη)