Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κασαπίδης Γιώργος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κασαπίδης Γιώργος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2019

Γιώργος Χ. Κασαπίδης, "Λωτός"




Λωτός


Το τζάκι έκαιγε τα πάντα. Άλλοτε αργά κι άλλοτε μ’ ανεξέλεγκτη ταχύτητα. Κομμένα κούτσουρα βελανιδιάς ή οξιάς, κάποτε και λευκής σημύδας, λόγια που δεν ειπώθηκαν στην ώρα τους, αγεφύρωτα βλέμματα που δεν διασταυρώθηκαν στο ημίφως, τσόφλια από καρύδια και αμύγδαλα, παλιά σανίδια, ρετάλια από οικοδομές που δεν ολοκληρώθηκαν, λευκές ή μουτζουρωμένες σελίδες, φλούδες από μανταρίνι που ανέδιναν εξαίσιες μυρωδιές, ένα κομμάτι από αυτοσχέδιο μπαστούνι (το μέρος της χειρολαβής) που έτυχε να παραπέσει ανάμεσα στα προσανάμματα…
Γάβγιζε πάντα ένα σκυλί δεμένο στην απέναντι αυλή, στο δρόμο πέρναγαν αδιάφοροι περαστικοί, βιαστικά τροχοφόρα και όλο πιο συχνά τον τελευταίο καιρό, δυο νεαρές ποδηλάτισσες με ολόσωμα μωβ φορέματα.
Όμως, ό,τι θυμόμουν καθαρότερα σ’ αυτήν της παλιά κατοικία ήταν το βλέμμα του ευγενικού ιδιοκτήτη κάπως φευγαλέο, να κοιτά στο πίσω μέρος της αυλής στο σημείο όπου δέσποζε και το μοναδικό οπωροφόρο δέντρο γεμάτο με λωτούς. Ακόμα κι όταν έπεφταν τα πολύχρωμα φθινοπωρινά του φύλλα στα τέλη του Νοέμβρη, αρκετοί από τους βαθύχρωμους καρπούς συνέχιζαν ώριμοι και ανέγγιχτοι να στολίζουν τα κλαδιά, έως αργά και τον επόμενο μήνα, των Χριστουγέννων. Στον παραδίπλα χώρο, όπως ακριβώς τον καιρό που έμενα μόνιμα στη γειτονιά, κατά μήκος της περίφραξης, κάτω από ένα αυτοσχέδιο υπόστεγο, υπήρχαν χειμώνα καλοκαίρι με μικρές αυξομειώσεις ξύλα παλαιάς και νέας κοπής στοιβαγμένα με τέχνη και μεράκι.
Το ίδιο στοιβαγμένα, όπως τα φανταζόμουν, μέσα στο σπίτι σε παράλληλες νοητές γραμμές, αμέτρητες σκέψεις και εικόνες, κινήσεις καθημερινές και σπάνιες, σχέδια και αποφάσεις που δεν τελεσφόρησαν κι έμειναν να στοιχειώνουν τα λίγα τετραγωνικά του άδειου πλέον καθιστικού και των υπόλοιπων σφραγισμένων από τη λήθη δωματίων.
Όταν ήρθε η ώρα για “το μόνον της ζωής του ταξείδιον”, ο κ. Ευγένιος (όνομα που θα του ταίριαζε σύμφωνα με τα δικά μου κριτήρια), σαν έτοιμος από καιρό, έφαγε ελαφρά πίνοντας ένα ποτηράκι τσίπουρο, ξάπλωσε για λίγο στον καναπέ και κοιμήθηκε για πάντα σιωπηλός, όπως στο μεγαλύτερο διάστημα της ζωής του.
Δύο ολόκληρες μέρες κι αφού προηγήθηκε η εύλογη ανησυχία του κυρ Γιώργη του φούρναρη, ανακάλυψαν τη σωρό του, κοιτώντας προς τα μέσα από το ίδιο παράθυρο που εκείνος παρατηρούσε έως τότε καθημερινά τον έξω χώρο στο πίσω μέρος της αυλής. Δυο τρεις γυναίκες του κατηχητικού της ενορίας ανέλαβαν εθελοντικά να τον ντύσουν (σχίζοντας λόγω ακαμψίας τα ρούχα του) και να τακτοποιήσουν τα στοιχειώδη για την εκφορά. Συγύρισαν λιγάκι το σπίτι, άλλωστε δεν ήθελε και πολλά, όλα ήταν μια χαρά τακτοποιημένα. Δεν τις άφησα να αγγίξουν μόνο το τραπέζι με τα δύο σερβίτσια. Είπα ψέματα (πιθανολογώντας βεβαίως την πιο βέβαιη για κείνον συνήθεια και αλήθεια) πως ήταν επιθυμία του μακαρίτη να παραμείνει έτσι και πως μου το είχε εκμυστηρευτεί σε μια κατ’ ιδίαν συζήτηση κάποτε. Κατόπιν, οι γυναίκες (τέσσερις στον αριθμό) στρώθηκαν στους καναπέδες αντικριστά σε σχήμα σταυρού κι εκεί που διάβαζαν τα εκκλησιαστικά, έπιαναν ενδιάμεσα για ώρα την κουβέντα, τάχαμου ψιθυριστά κι έλεγαν διάφορα για τον “συγχωρεμένο”, πόσο καλός και πόσο καλόβολος ήταν ο κυρ Παντελής (εμένα δεν μου άρεζε αυτό το όνομα, το Ευγένιος του πήγαινε καλύτερα) και πόσο κλειστός συνάμα και πόσο ακατάδεκτος, μοναχικός, ίσως και “κουσουρλής”, ανόητα κουτσομπολιά του κόσμου κι άλλα πολλά που δε λέγονται. Έφυγα έξω να μη τις ακούω, κάργιες, τσάμπα τόσο εκκλησίασμα.
Εμένα, λίγο που τον έζησα δυο καλοκαίρια, δυο τρεις φορές απ’ έξω και δυο τρεις εντός της οικίας του, μου φάνηκε σε όλα εντάξει, τζέντλεμαν. Λίγες κουβέντες και σταράτες. Μεθοδικός, με τα αντικείμενα του κήπου και με τα κουζινικά, τρυφερός με τα σεντόνια, τις κουβέρτες και τα έπιπλα. Επιμελής με το αγαπημένο του, σκαλιστό από τον ίδιο, χειροποίητο τραπέζι. Εκεί με κέρασε γλυκό σταφύλι, και κρασί από το αμπέλι του και μου ’πε το κρυφό του μυστικό. Πως κάθε Κυριακή σερβίριζε για δύο. Το αγαπημένο της φαγητό, όπως τουλάχιστον το φανταζότανε εκείνος. Πατάτες λαδολέμονο με ρίγανη, μαζί με κεφτεδάκια ζυμωμένα με πολύ κρεμμύδι, τριμμένο παξιμάδι, φρέσκο δυόσμο και λίγη κανέλλα. Αδιάφορο αν αυτή δεν ήρθε ποτέ στην ώρα της, ούτε καθυστερημένα. Αδιάφορο, αν δεν γνώριζε καθόλου την εμμονή, την επιμονή και την υπομονή του άντρα που την ονειρευόταν να στέκει απέναντί του επί τριάντα τρία συναπτά έτη.
Εκείνη, όποια κι αν ήταν, έχασε περισσότερα από όσα απλόχερα θα μπορούσε ο κύριος αυτός να της προσφέρει. Ενώ εκείνος, έριξε τα χαρτιά και δεν ανακάτεψε την τράπουλα. Κι ας ήρθαν όπως ήρθαν, κι ας ήταν πάντα ο χαμένος. Είχε τουλάχιστον κάποια να σκέφτεται, κάποιαν να περιμένει…
Το σπίτι μετά την εκδημία του, δίχως απογόνους και κληρονόμους σφραγίστηκε από την αστυνομία κι έμοιαζε δυο χρόνια μετά σχεδόν ερειπωμένο. Όμως, εγώ, όποτε το επισκεπτόμουν, συνήθως τα Χριστούγεννα όταν επέστρεφα στο πατρικό μου, έβλεπα, όχι πάντα, κάποιες νύχτες τον καπνό που έβγαινε από την καμινάδα του και το καντήλι του να αναβοσβήνει. Τα ξύλα όλο και λιγόστευαν στην αυλή. Ήταν δεύτερος χειμώνας που περνούσα απ’ έξω κι όλο δίσταζα να μπω.
Δεν θα ’μπαινα ίσως ποτέ, αν δεν είχα γνωρίσει τη Νικόλ. Την πέτυχα μια νύχτα ψιλολιώμα στο “Σαλούν”, το απίθανο μπαράκι που ’χε ανοίξει σε μια πάροδο της Πατριάρχου Διονυσίου ο γείτονάς μας στους Αμπελόκηπους, ο Μπακομπίκος. Πήγαινα σχεδόν κάθε βράδυ για την ατμόσφαιρα, για την ωραία γκαρσόνα και την εκπληκτική μουσική που έβαζε ο φίλος από την παλιά μου δουλειά στο δασαρχείο, ο Γιώργος, ο Λούζερ που είχε πάνω από 3000 προσωπικούς δίσκους βινυλίου. Με τη Νικόλ κολλήσαμε από την αρχή κι ας την έριχνα 20 τουλάχιστον χρόνια. Εκείνη μόλις στα 24 κι εγώ πατημένα τα 45, αλλά αμετανόητα εργένης και αλάνης. Δεν ταιριάζαμε σε τίποτα σχεδόν εκτός από το αλκοόλ, βότκα με δυο παγάκια μόνο και μια φέτα λεμόνι. Άλλη γενιά, άλλη χώρα ενηλικίωσης, άλλες ιδέες αυτή, άλλες εγώ, ίσως για αυτό να τα βρήκαμε, όσο τα βρήκαμε, για ένα δεκαπενθήμερο τουλάχιστον. Εγώ πιο μετρημένος κάπως, δήθεν πιο σοβαρός, εκείνη τελείως χύμα, με τατουάζ και διάφορα περίεργα αξεσουάρ, σπάνια εκείνο τον καιρό στις μικρές επαρχιακές πόλεις σαν τη δική μας. Καθόλου γαλλικά εγώ, ούτε αυτή πολλά ελληνικά από τη μεριά της μάνας της, συνεννοούμασταν με λίγα αγγλικά στην αρχή, με τη γλώσσα του σώματος στη συνέχεια. Η Νικόλ, απίθανο κορμί και πρόσωπο δίχως ψεγάδι. Παθιασμένη και ασυγκράτητη, σκέτη φωτιά. Ήθελε να το κάνουμε αν ήταν δυνατόν, επτά φορές τη μέρα και πάντα κάπου αλλού. Πάνω σε τρένο, μέσα σε ασανσέρ που ανεβοκατεβαίνει, σε τραμπάλες, σε δέντρα, σε καπό αυτοκινήτων, σε παλιές οικοδομές, σε αγροτικές αποθήκες, σε γκαζόν, σε άμμο, σε τσιμέντο, όρθιοι, καθιστοί, κρεμασμένοι από σκοινιά… παντού, εκτός από κρεβάτι και στρώμα. Πονούσε όλο μου το σώμα κι ήμουν στα όρια αλλά δεν έκανα πίσω. Όχι πως δεν τα θελα κι εγώ, αλλά σε κάποια φάση θα προτιμούσα και μια άλλη επαφή, λιγάκι πιο πνευματική, λέμε τώρα.
Κάποια στιγμή που της είπα για το σπίτι του κ. Ευγένιου, μου ’φαγε τα αυτιά να μπούμε μέσα από περιέργεια δήθεν. Ήταν αδύνατο να την πείσω να μην…
22 Δεκεμβρίου του 1997, το θυμάμαι σαν σήμερα, μπήκαμε πηδώντας το συρμάτινο φράκτη. Μάζεψα λίγα προσανάμματα και ξύλα. Άνοιξα παραβιάζοντας το πίσω παράθυρο. Το καντήλι είχε λάδι και καινούριο φιτίλι αλλά χωρίς φλόγα, όμως στο τζάκι υπήρχαν λίγα κάρβουνα αναμμένα και παραδίπλα δυο φλούδες από μανταρίνι μισοκαψαλισμένες ανέδιναν υπέροχη μυρωδιά. Δεν ήταν λογικό το σκηνικό, όμως δεν έδειξα την παραμικρή έκπληξη.
Η Νικόλ ταράχτηκε λίγο στην αρχή, αλλά γρήγορα επανήλθε κι άρχισε να εξερευνεί χώρους και πράγματα. Έσυρε ένα μπαούλο από την κρεβατοκάμαρα στο καθιστικό και προσπαθούσε να το ανοίξει. Της είπα πως δεν ήταν σωστό, αλλά λίγο η περιέργεια, λίγο η επιμονή να της κάνω ένα τελευταίο χατίρι, ενέδωσα. Η κλειδαριά ήταν για μένα παιχνιδάκι. Από μικρός ήξερα τα κόλπα, μου τα ’μαθε ο Βάγγος, ένα φεγγάρι που ανοίγαμε περίπτερα για να κλέψουμε τσίχλες και σοκολάτες.
Δυσκολεύτηκα περισσότερο ν’ ανοίξω το καπάκι που είχε κολλήσει με τον καιρό στους μεντεσέδες. Ακούστηκε ανατριχιαστικός ο τριγμός κι αμέσως μετά η τσιρίδα ενθουσιασμού της Νικόλ καθώς έβγαζε από μέσα, ένα παλιό δαντελένιο νυφικό. Ξεντύθηκε αμέσως και το φόρεσε ολόγυμνη από κάτω. Λες και ήταν ραμμένο πάνω της, μονάχα λίγο πιο μακρύ στο κάτω μέρος. Φάνταζε σαν πριγκίπισσα παραμυθιού. “Oh my God”, μου βγήκε, αμερικάνικα, μόλις το είδα έτσι ταιριασμένο πάνω της. «Will you marry me», μου πε εκείνη γελώντας κοροϊδευτικά». «Fuck you, ούτε για πλάκα· είσαι εσύ για γάμο; λυσσασμένη», είπα και της έβγαλα επιδεικτικά τη γλώσσα, όπως μου ’καμνε συχνά κι εκείνη.
Την παρακάλεσα μάταια να το βγάλει, πως δεν είναι σωστό κλπ, ούτε που συγκινήθηκε το αγρίμι. Έψαξα παρακάτω στο μπαούλο, μέσα σ’ όλα είχε τυλιγμένη σε μια κόκκινη ζακέτα μια φωτογραφία με γυναικεία νεανική μορφή. Δεν ήξερα τι να υποθέσω. Ήταν κάποιο οικείο πρόσωπο, μάνα, αδερφή, κάτι άλλο; Γιατί να είναι φυλαγμένη εκεί; Γύρισα και κοίταξα προς το μέρος της επιζωγραφισμένης ασπρόμαυρης φωτογραφίας που ήταν κρεμασμένη σ’ ένα τεράστιο καρφί στον τοίχο. Ο κ. Ευγένιος παρά την αποφασιστική στάση που είχε στην πόζα του πορτραίτου του, δυστυχώς δεν ήταν σε θέση να μιλήσει, εγκλωβισμένος εντελώς στην ακινησία του κάδρου. Η Νικόλ πάλι, στον κόσμο της, με τραβούσε να το κάνουμε στο τραπέζι. Μ’ έσερνε στην κυριολεξία, δεν μπορούσα να αντισταθώ με τίποτα σ’ αυτό το τόσο σφριγηλό νεανικό κορμί. Με το νυφικό, στ’ αλήθεια, είχε πάρει μια τελείως διαφορετική διάσταση. Έβγαλα μια πετσέτα από το συρτάρι της κουζίνας και σκέπασα το κάδρο του κ. Ευγένιου να μη βλέπει. Δεν είχε νόημα, το ήξερα, αλλά ένιωθα σαν να με κοιτάζει για πρώτη φορά κάπως αυστηρά, κάπως επιτιμητικά, σαν να με μαλώνει για την απρέπεια. Η Νικόλ είχε σηκώσει ήδη το νυφικό ως τους μηρούς και περίμενε να μπω από κάτω. Την ικέτεψα: «όχι σε παρακαλώ, σ’ αυτό το τραπέζι». Ήταν ανένδοτη. Δεν με άφησε να αφαιρέσω ούτε τα δυο σερβίτσια. Πάνω στην έξαψη έπεσε το ένα κι έσπασε σε τέσσερα κομμάτια. Η Νικόλ γελούσε, φώναζε «γκούρι, γκούρι», αλλά εγώ είχα αρχίσει να τρέμω, δεν είχα καλή προαίσθηση. Κι όντως, εκείνα τα κομμάτια από το πιάτο έμοιαζαν σαν να χορεύουν σε όρθια στάση στο πάτωμα, το μπαούλο μετακινούνταν πέρα δώθε ανοιγοκλείνοντας το καπάκι του σαν στόμα κροκόδειλου, ενώ ταυτόχρονα το τζάκι φούντωνε ολοένα καθώς τα ξύλα μόνα τους πηδάγανε μέσα στη φλόγες κι έλεγα θ’ αρπάξει όλο το σπίτι, θα καούμε ζωντανοί…
…Ακόμα κι οι δείχτες στο παλιό ρολόι του τοίχου σταματημένοι έως τότε, γύριζαν με τρομακτική ταχύτητα και θόρυβο το χρόνο προς τα πίσω.
Η Νικόλ τρόμαξε τόσο, που ’βγαλε αμέσως το νυφικό, έβαλε τα ρούχα της όπως όπως και το ’σκασε πηδώντας από το παράθυρο. Εγώ είχα φοβηθεί περισσότερο, γιατί είχα ακούσει μικρός από τη μάνα μου κι άλλες παρόμοιες ιστορίες με στοιχειωμένα σπίτια όπου επέστρεφαν αόρατοι οι μοναχικοί τους ένοικοι, αλλά είχα υποχρέωση να παραμείνω  και να επανορθώσω με οποιοδήποτε τρόπο. Μάζεψα ενστικτωδώς τα κομμάτια του πιάτου και τα ένωσα στην αρχή όπως όπως στο πάτωμα. Έψαξα μετά στα ράφια, βρήκα λίγο αλεύρι κι έπλασα ζυμάρι για να τα κολλήσω, όπως κολλάγαμε παλιά τους χαρταετούς. Κατόπιν τοποθέτησα το ενωμένο πιάτο με προσοχή στη θέση που ήταν πρωτύτερα. Στη συνέχεια, δίχως να χάσω χρόνο, δίπλωσα με ευλάβεια το νυφικό και το επέστρεψα μαζί με τη φωτογραφία της άγνωστης γυναίκας στο μπαούλο και το ξανακλείδωσα. Σύντομα, οι φλόγες στο τζάκι έδειξαν να καταλαγιάζουν και το ρολόι επανήλθε στην αρχική του σταματημένη ώρα, 12 και 5. Ξεκρέμασα την πετσέτα πάνω από την φωτογραφία του κ. Ευγένιου δίχως να τον κοιτάξω στο πρόσωπο. Πρώτη φορά ένιωθα τόσο ξένος, τόσο μόνος, τόσο γυμνός εξωτερικά κι εσωτερικά. Φόρεσα βιαστικά τα ρούχα μου και πήδηξα έξω στην αυλή. Είχε αρχίζει ψιλά ψιλά να χιονίζει και να το στρώνει πάνω στα πεσμένα φύλλα. Ένα κοπάδι πουλιά σηκώθηκαν από το δέντρο του λωτού. Έκοψα ή μάλλον σύμφωνα με τους παλιούς παιδικούς κώδικες, “έκλεψα” έναν ώριμο καρπό και κοιτώντας για τελευταία φορά προς μέρος του παραθύρου ψιθύρισα: «Κανένας δεν θα καταλάβει ότι λείπει. Κανένας δεν θα καταλάβει ότι λείπεις…»

Τη Νικόλ δεν τη ξανάδα από τότε. Μάλλον δεν το επιδίωξα κιόλας. Ότι είχαμε να κάνουμε το κάναμε και με το παραπάνω. Άλλωστε θα ’φευγε σε λίγες μέρες για να συνεχίσει την ανέμελη ζωή της στη Λυών κι εγώ θα επέστρεφα στην βαρετή μου εργασία στην Αθήνα. Τακτοποίησα και τις τελευταίες εκκρεμότητες που είχαμε σχετικά με τη διαθήκη του πατέρα, καθησύχασα τη μάνα ότι θα την επισκέπτομαι συχνότερα και πως θα ξαναμιλήσω κάποια στιγμή, όταν έρθει η ώρα, με τον αδερφό μου, με τον οποίο είχαμε ακόμα προστριβές για το αμπέλι του παππού στην περιοχή του Αγίου Τρύφωνα. Ύστερα πήγα στην αλάνα του Παστραφίδη που’χε πάντοτε τα πιο καλά καυσόξυλα. Του ’πα να μεταφέρει τα πιο στεγνά, 1000 κιλά για τη μάνα κι άλλα 1000 να τα αδειάσει στο πεζοδρόμιο έξω από το σπίτι του κ. Ευγένιου (κυρ Παντελή, είπα σ’ εκείνον για να καταλάβει). Γέλαγε μαζί μου. «Σάλεψες ή μου φαίνεται, εκεί στο χάος της Πρωτεύουσας», μου ’πε, «τι να τα κάνει τα ξύλα ο πεθαμ...
«Κόφτο, ρε Κώτσο», τον αποπήρα, του ’χα θάρρος, κάναμε παρέα τακτικά παλιά, «δε θέλω σχόλια, πάρε τα φράγκα κάνε τη δουλειά σου και φρόντισε αυτά που είναι για το τζάκι μην τα κόψεις πολύ μακριά. Α, και πρόσεξε κακομοίρη, μη τυχόν είναι λειψά στο ζύγι, όταν τα στοιβάξω θα το καταλάβω, και ποιος δεν θα το μάθει τότε σ’ όλα τα περίχωρα. Χώρια που θα βάλω φιτίλια, βούκινο θα σε κάνω, ένα σωρό θα σου φορτώσω, όχι μόνο για τα ξύλα. Ούτε στην τετράδα του μπιλότ στο καφενείο θα σε δέχονται».



Γιώργος Χ. Κασαπίδης



Πρώτη Δημοσίευση

Η φωτογραφία είναι του συγγραφέα.

Τετάρτη 8 Μαΐου 2019

Γιώργος Χ. Κασαπίδης, "Αλάνα 21"




ΣΩΡΗΔΟΝ 5+5
Ποιήματα μιας χρήσης - Ποιήματα ανακύκλωσης
Αντιποιήματα με ημερομηνία λήξης



ΙΙ


ΑΟΡΑΤΕΣ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΕΣ
ΣΦΑΔΑΖΟΥΝ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ


Κανείς δεν νιώθει
τα στενά παπούτσια του ήλιου

το φως που ζορίζεται ν’ αντέξει
                          τις μέρες της κατανάλωσης





ΙΙΙ


ΜΕ ΤΣΑΛΑΚΩΜΕΝΑ ΡΟΥΧΑ ΚΑΙ ΠΙΟ
ΚΑΤΩ ΤΣΑΛΑΚΩΜΕΝΑ ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ
ΕΣΤΙΑΖΟΝΤΑΣ ΣΤΗ ΣΚΟΤΕΙΝΗ
ΠΛΕΥΡΑ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ


Κι η πόλη ξάγρυπνη όπως πάντα
με μάτια θολά
                          πνευμόνια χαλασμένα

και στο βάθος κάθε στιγμής
μπουκέτο από κομμένες πράξεις
                          τ’ ανεκπλήρωτα όνειρα

όχι
      δεν είναι το Αιγαίο που λαμποκοπά
μονάχα μια θολή λασπονεριά
στο κέντρο της μεσόκοπης Αθήνας

στο κέντρο ενός παράλογου κόσμου
μ’ άστεγους ξένους που κοιμούνται έξω

κι άλλους πιο ξένους μεταξύ τους
μέσα σε δια-μερίσματα σε
                            χωριστά      δωμάτια





VΙΙ


ΕΙΠΕ ΘΑ ΠΑΩ ΓΙΑ ΤΣΙΓΑΡΑ
ΚΑΙ ΔΕΝ ΞΑΝΑΓΥΡΙΣΕ ΠΟΤΕ


Έτσι κι εσύ
ήθελες κάποτε να φύγεις
αλλά δεν ήσουν καπνιστής. Ή μάλλον
ήσουν χέστης. Ούτε το τόλμησες

ούτε σου πέρασε ποτέ απ’ το μυαλό
μια τέτοια
                 − έστω πρόχειρη −
                                              δικαιολογία!





VIΙI


Η ΟΥΤΟΠΙΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑ ΒΑΘΟΣ ΙΔΙΑ
ΜΕ ΤΗΝ ΟΜΕΛΕΤΑ ΑΠΟ ΑΥΓΑ ΤΕΡΜΙΤΩΝ
ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ ΚΙ ΟΙ ΔΥΟ ΤΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ
ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΑΒΟΥΝ ΜΕ ΑΞΙΩΣΕΙΣ
           ΤΙΣ ΤΟΞΩΤΕΣ ΤΩΝ ΜΥΘΩΝ ΓΕΦΥΡΕΣ


Το λευκό δεν θα μ’ έθελγε
                               αν δεν υπήρχε το μαύρο

Το σκούρο χρώμα
                                της γης η βαρύτητα
ελκύουν περισσότερο από την ελεφρότητα
των πουπουλένιων συννέφων

κι ο Μιχάλης που χρωστά τέσσερα νοίκια
όσο ακόμα έχει σύνδεση στο ηλεκτρικό
θα σερφάρει με την ίδια ένταση
                                     στο αχανές διαδίκτυο





IX


ΤΙ ’ΝΑΙ ΤΡΑΚΟΣΙΑ ΔΙΣ ΕΥΡΩ
ΜΠΡΟΣ ΣΤΗΝ ΑΝΥΠΑΡΞΙΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ
ΣΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΠΛΗΘΟΣ
ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΩΝ ΚΑΙ ΣΟΥΠΕΡΜΑΡΚΕΤ


τι ’ναι τρακόσια δις ευρώ
μπρος στη χρεοκοπία τόσων
                    ιδεών και αισθημάτων





Από τη συλλογή «Αλάνα 21», εκδ. Οδός Πανός, 2019.

Παρασκευή 11 Μαρτίου 2016

Γιώργος Κασαπίδης, "Τοπίο με ή δίχως φαντασία"




ΤΟΠΙΟ ΜΕ  Ή ΔΙΧΩΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑ


Φαντασία
το φαινόμενο να υπάρχεις, να Είσαι
πεζός, με δανεικό ποδήλατο
ιδιόκτητο τρένο. Στα χόρτα
στην άσφαλτο, στις υπόγειες ράγες
                                                ισορροπώντας
το μέγιστο με το ελάχιστο της σκιάς
του δέντρου που πέφτει με πάταγο
υλοτομημένο, καρατομημένο
στα γόνατα, στο ανήλεο των άλλων
στην ερημία του πλήθους, στο στίχο
που ’χει στοιχειώσει στην ίδια πόλη
Δράμα    Καβάλα   Βέροια…
αλλάζοντας μονάχα παραστάσεις
καθώς θα φεύγεις για καιρό θα χάνεσαι
και θα ξαναγυρνάς, θα ψάχνεις
σ’ αδειανά από θαμώνες καφενεία
κι εγκαταλειμμένα καπνομάγαζα
                                                  θα ψάχνεις
μέσα σε κάδους σε σακούλες και χωματερές
ανάμεσα σε πλήθος απορρίμματα
να ενώσεις τα τεμαχισμένα μέλη
να ξαναδώσεις το σχήμα και το σώμα
το βλέμμα στο χαμένο πρόσωπο
                                                  θ’ αναζητάς
πάνω  και πέρα απ’ τα χαλάσματα
τα δέκα αδικοχαμένα παλικάρια
που παλεύουν ακόμη με τις φλόγες
σβήνοντας τελικά το φως της ζωής τους
στις πλαγιές της Τερψιθέας και του Αίγειρου
                                                   θ’ αναζητάς
το ανέφικτο στη λαίλαπα του Χρόνου
μια λέξη φωτεινή ν’ αστράψει
μέσα σ’ ατέλειωτες σειρές με μαύρα γράμματα
σε κίτρινες απ’ τον καιρό σελίδες
                                               άρθρα σκονισμένα
σε υπόγεια με στοιβαγμένες τοπικές εφημερίδες
Εβδόμη…   Χρονικά…   Ημερησία…
ένα κοινό για όλους χρονογράφημα του πόνου
μία κοινή για όλα τα δεινά δικαίωση


θα σχηματίζεις με το κορμί σου διπλωμένο
ένα μικρό ανάχωμα
να μη διέλθει εύκολα η Απελπισία
θ’ αντέχεις όσο μπορείς στα χτυπήματα
στους κρότους και στ’ απατηλά χειροκροτήματα
                                                       ισορροπώντας
το μέγιστο με το ελάχιστο της σκιάς
στην ίδια πάντα πόλη - μοίρα κοινή
αλλάζοντας απλώς τοποθεσίες και ονόματα
Δράμα    Καβάλα    Βέροια    Κομοτηνή…
φυγάς θεόθεν και αλήτης, ξέμπαρκος
στα ρηχά της μνήμης που αδυνατεί
να γαντζωθεί στη φαντασία
στο φαινόμενο να υπάρχεις τελικά
                                           κι ας μην Είσαι


Γιώργος Κασαπίδης




Το ποίημα του Γιώργου Κασαπίδη, "Τοπίο με ή δίχως φαντασία", δημοσιεύεται για πρώτη φορά.
Η φωτογραφίες είναι από το αρχείο του ποιητή.

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2014

Σημείωμα Νοεμβρίου 2014




ΒΕΡΟΙΑ,  ΜΙΑ  ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ  ΠΟΛΗ

γράφει ο Γιώργος Χ. Κασαπίδης

Μια πόλη είναι οι μυστικοί της τόποι, τα σπίτια, οι παλιές της εκκλησιές, όσα σου φανερώνονται αμέσως, αλλά κυρίως όσα κρύβονται και σου αποκαλύπτονται μετά από καιρό…
Μια πόλη είναι οι άνθρωποί που τριγυρνούν ανάμεσά της, οι μνήμες πίσω από τη φθορά του χρόνου. Δίχως τους ανθρώπους δεν υπάρχουν πόλεις, παρά μόνο άδειοι δρόμοι και απρόσωπα κτίρια ή μαζικά συγκροτήματα. Πέτρες, τσιμέντα, τούβλα, δομικά υλικά, δίχως συνοχή και ιστορία, έτοιμα να καταρρεύσουν στο κενό ή να τ’ ακυρώσει αυτόματα η Λήθη.
Αυτό που κάνει τις πόλεις ξεχωριστές είναι τα πρόσωπα και οι σκιές τους, όσοι πέρασαν κι όσοι παρόντες, θυσίασαν το εγώ τους στο εμείς, όσοι μπορούν να νιώσουν και να μεταδώσουν τη συγκίνηση που διαπερνά τους τοίχους, τα κλειστά παράθυρα και δίνει νόημα, στις ώρες, στις στιγμές, στα χρόνια, στους αιώνες…
Ο χαρακτηρισμός ως ''Βασίλισσας του βορρά'' που αποδίδεται στην ιστορική ομάδα της πόλης, σαφώς θα ταίριαζε σε ολόκληρη την πόλη
Είχαμε την τύχη με αφορμή την λογοτεχνική εκδήλωση να βρεθούμε στην πόλη της Βέροιας, όπου επέστρεψε ως τιμώμενο πρόσωπο ο Ιγνάτης (Χουβαρδάς) από το νέο τόπο διαμονής του, την Κομοτηνή, ο Παύλος (Παρασκευαΐδης) από τη Χίο όπου εργάζεται, ο γνωστός εκδότης της Οδού Πανός και ποιητής Γιώργος Χρονάς εξ Αθηνών κι εμείς οι εκ Δράμας εκ-δρομείς. Μας υποδέχτηκαν οι φίλοι, ο Δημήτρης (Παπαστεργίου), ο Βασίλης (Δασκαλάκης) και η συμπαθέστατη σύζυγός του Κατερίνα, γνωριστήκαμε με τα άλλα μέλη της συντροφιάς, τον “έξω καρδιά” Σούλη Λιάκο και τον Γιώργο Λιόλιο που μας εντυπωσίασε με την ιστορική του κατάρτιση και μας ξενάγησε με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο σε κάθε γωνιά σημαντική της πόλης. Συναντηθήκαμε και με άλλους φίλους μας από την πόλη και τις γύρω περιοχές. Η φιλοξενία πέραν κάθε προσδοκίας υποδειγματική!
Είχαμε την τύχη να μην νιώσουμε ούτε ένα λεπτό ξένοι ή ανίδεοι τουρίστες, να μη περάσουμε αδιάφοροι μέσα στο πλήθος, αλλά να γίνουμε συνοδοιπόροι, να ενώσουμε τα βλέμματα και τις καρδιές μας με τις δικές τους, ν’ αγγίξουμε λιγάκι τον πρώτο πηλό, τα ίχνη, τις άγραφες μαρτυρίες, τ’ άυλα αποτυπώματα στα ρόπτρα και στα ανοιχτά παραθυρόφυλλα, τις μέσα εικόνες και τις φωνές που μας μιλούν ακόμα με χιλιάδες λέξεις…
Η πόλη και οι άνθρωποί της σ’ ένα ζωντανό παρόν, που παρά τα σύγχρονες δυσοίωνες καταστάσεις αντιστέκεται σθεναρά με φως και ποίηση, με νέα χρώματα επάνω στα παλιά που έχουν φθαρεί, αλλά οι αδρές τους πινελιές κρατούν και θα κρατούν ακόμη…


Ίσως ακούγονται κοινότυπα ή κοινότοπα όλα αυτά. Τίποτα, σαφώς, δεν μπορεί να αντικαταστήσει την προσωπική εμπειρία, ούτε οι φωτογραφίες να αποδώσουν τις εσωτερικές διακυμάνσεις που μπορεί να νιώσει κάποιος την ώρα που απαθανατίζει επιλεκτικά κάποιες σημαντικές ή ασήμαντες πτυχές, μιας έστω ιδιαίτερης πόλης, αλλά σίγουρα μπορεί να δώσει μιαν αφορμή για να ξεκινήσει μια πρώτη συν-αίσθηση κι αυτό νομίζω πως είναι κάτι…



Οι φωτογραφίες είναι του Γιώργου Κασαπίδη

Παρασκευή 31 Οκτωβρίου 2014

Δελτίο Τύπου για την παρουσίαση του βιβλίου "Υπόκλιση στον πειρασμό"


(Photo: Γιώργος Χ. Κασαπίδης)


Μέρος Πρώτο

Την συλλογή διηγημάτων «Υπόκλιση στον πειρασμό» (εκδ. Οδός Πανός, 2014) του Ιγνάτη Χουβαρδά, παρουσίασε ο Ποιητικός Πυρήνας την Δευτέρα 27/10/2014 και ώρα 18:00, στην αίθουσα εκδηλώσεων της πάντα φιλόξενης Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης της Βέροιας (Έλλης 8). Λίγο πριν την έναρξη οι συντελεστές της εκδήλωσης ξεναγήθηκαν από την κυρία Ασπασία Τασιοπούλου στους ανακαινισμένους χώρους της Βιβλιοθήκης. Για τον συγγραφέα και το έργο του μίλησαν τα μέλη του Ποιητικού Πυρήνα, Βασίλης Δασκαλάκης, Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου και Παύλος Παρασκευαΐδης καθώς και ο ποιητής και υπεύθυνος των εκδόσεων «Οδός Πανός» Γιώργος Χρονάς, ο οποίος έκλεψε την παράσταση, ενώ αποσπάσματα από το βιβλίο διάβασε ο συγγραφέας. Για την διάθεση των βιβλίων φρόντισε η κυρία Τασούλα Χριστοδούλου και το βιβλιοπωλείο «Ηλιοτρόπιο». Ακολούθησε ολιγόλεπτη συζήτηση με ένα κοινό όχι μεγάλο αλλά ζεστό και εκλεπτυσμένο. Κι εκεί ανάμεσα πολλοί αξιόλογοι λογοτέχνες του νομού, καλοί φίλοι, συγγενείς του συγγραφέα και μία έκπληξη: οι ποιητές Δημήτρης Πέτρου και Γιώργος Κασαπίδης με τη σύζυγό του, οι οποίοι ήρθανε από τη Δράμα ειδικά για την εκδήλωση.





Μέρος Δεύτερο

Η 28η Οκτωβρίου έμελλε να είναι ακόμα πιο μαγική. Ο Ποιητικός Πυρήνας ξενάγησε τους φιλοξενούμενούς του στην πόλη του τη Βέροια. Η συντροφιά περνούσε εύκολα και αβίαστα από μαχαλά σε μαχαλά, από εποχή σε εποχή, από θρησκεία σε θρησκεία, από το παλιό στο νέο, από το φθαρτό στο αθάνατο, με τον φακό του Γιώργου Κασαπίδη σε διαρκή εγρήγορση. Αξέχαστο θα μείνει το δεύτερο μέρος της ξενάγησης το οποίο επιμελήθηκε εξαιρετικά ο συγγραφέας και ιστορικός Γιώργος Λιόλιος με μια στάση για καφέ σε ένα από τα εμβληματικότερα ζαχαροπλαστεία της πόλης, όπου ξετυλίχτηκαν λογοτεχνικές σκηνές. Η συντροφιά αφού γευμάτισε ανανέωσε το ραντεβού της για την επόμενη εκδήλωση.





Μέρος Τρίτο

Ένα ποίημα του Δημήτρη Πέτρου γραμμένο την βραδιά της 27ης Οκτωβρίου:


               HOTEL MAKEDONIA

            στον Ποιητικό Πυρήνα και στην παρέα της Βέροιας

Το τελευταίο τσιγάρο στο κρεβάτι
δείχνει πόσο μακριά
έχω φτάσει.
Ένας ταριχευμένος αλιγάτορας
στον κόλπο της Βεγγάζης.

Οι πιθανότητες πλημμύρας στα νότια
περιγράφουν άριστα το μέλλον μου.
Ένα βουνό με άγνωστο όνομα
υψώνεται μπροστά. Με δέντρα πέτρες –
με τα όλα του.

Αυτή την ώρα κάπου στην Ανατολή
στήνουν πάγκους με υφαντά.
Κοκκινίζει γλυκά η θάλασσα του Σαργκάσο.

Κι εγώ κοιτώ τη Βέροια
πίσω από το τζάμι.





Ευχαριστούμε θερμά όλους τους φίλους που συντέλεσαν για να γίνει μαγικό το διήμερο 27 & 28 Οκτωβρίου 2014.
Θερμές ευχαριστίες στον Δημήτρη Πέτρου για το ποίημά του.

Στην φωτογραφία, από αριστερά προς τα δεξιά: Γιώργος Χρονάς, Ιγνάτης Χουβαρδάς, Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου, Βασίλης Δασκαλάκης και Παύλος Παρασκευαΐδης.

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

Σημείωμα Σεπτεμβρίου 2014


Φωτογραφία: Γιώργος Κασαπίδης


Ο Σεπτέμβριος είναι ο μήνας δύο σημαντικών, θεσμοθετημένων στη νεοελληνική κοινωνία, γεγονότων τα οποία δεν είναι άλλα από την έναρξη της σχολικής χρονιάς και τη Διεθνή Έκθεση της Θεσσαλονίκης. Στο πλαίσιο της αναρτηθείσας φωτογραφίας θα μας απασχολήσει το πρώτο γεγονός, όπου φαίνεται ένας πιτσιρικάς να περπατάει κουβαλώντας μια ποδοσφαιρική μπάλα. Η παραπάνω φωτογραφία του ποιητή-φωτογράφου Γιώργου Κασαπίδη είναι άκρως συμβολική και δύναται να ερμηνευθεί σε διάφορα επίπεδα. Αν μη τι άλλο ο πιτσιρικάς συμβολίζει τα πολλά υποσχόμενα νιάτα και το βάδισμά του την πορεία προς την ενηλικίωση. Στο ποδοσφαιρικό τόπι πέρα από το αθώο παιχνίδι στις γειτονιές, μπορούμε να ιχνηλατίσουμε και τα σύγχρονα πρότυπα που προβάλλονται εμφατικά από την τηλεόραση προς τέρψιν του φιλοθεάμονος κοινού. Ο πιτσιρικάς ωστόσο ακολουθείται από τη σκιά του σε ένα κίτρινο τοίχο-φόντο περνώντας δίπλα ή ανάμεσα σε ένα κουλουριασμένο λάστιχο-φίδι, σύμβολα στα οποία διακρίνουμε τις πιο σκοτεινές πλευρές του ανθρώπινου χαρακτήρα να είναι υποχρεωμένες να περάσουν μέσα ή πάνω από εμπόδια στο πλαίσιο ενός φοβικού-ανασφαλούς παρόντος (σε όρους οικονομικής και κοινωνικής κρίσης). Στην πορεία του διακρίνεται κι η σκιά ενός ποδηλάτου-συμβόλου της τεχνολογίας που μπορεί να βοηθήσει τον μικρό της φωτογραφίας να φτάσει πιο γρήγορα στον στόχο του. Αλλά εδώ ακριβώς γεννώνται και μια σειρά από ερωτήματα: Ποιος άραγε είναι ο στόχος της αναγκαστικής και αναπόφευκτης, αν μη τι άλλο, ενηλικίωσης; Να ακολουθήσει το πρότυπο του πετυχημένου ποδοσφαιριστή στην διαφαινόμενη καριέρα του; Να αφήσει την μπάλα και να ασχοληθεί με πιο «σοβαρές» επαγγελματικές ενασχολήσεις σε ένα περιβάλλον ασφυκτικής ανεργίας; Να κυριευθεί από το θέαμα του ποδοσφαίρου στην υπόλοιπη ζωή του;
     Ο Κορνήλιος Καστοριάδης σε μια διάλεξή του στο Λεωνίδιο το 1984, μια γενιά πρωτύτερα δηλαδή, είχε συνοψίσει το μέλλον της νεοελληνικής κοινωνίας σε τρεις λέξεις: Φούτμπολ, σκυλάδικο, κουμκάν. Η αλήθεια είναι πως ελάχιστα έχουν αλλάξει από τότε. Το φούτμπολ κυριαρχεί κερδίζοντας πλέον και αρκετές γυναίκες ως μείζον θέαμα κι η πρόσβαση στα σκυλάδικα και στο κουμκάν έχει περιοριστεί λόγω οικονομικής κρίσης και εξαφάνισης του ρευστού. Οι διαθέσεις ασφαλώς παραμένουν οι ίδιες. Ο άρτος και τα θεάματα με τα οποία οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες αποσπούσαν το ενδιαφέρον του λαού από σοβαρότερα ζητήματα χρησιμοποιείται και σήμερα, μονάχα που στην εποχή των συσσιτίων ο άρτος προσφέρεται πλέον εικονικά μέσω τηλεοράσεως, όπου προς τέρψιν των ματιών παρουσιάζονται πάσης φύσεως gourmet πιάτα με την χαρακτηριστική ιδιότητα πως δεν είναι βρώσιμα για τους θεατές. Η άποψη του Γάλλου διανοουμένου Jean Baudrillard πως στις σύγχρονες κοινωνίες έχει επιτελεστεί: «η αποσύνθεση της τηλεόρασης στη ζωή και η αποσύνθεση της ζωής στην τηλεόραση» είναι επίκαιρη όσο ποτέ.
     Για να έλθουμε και στα καθ’ ημάς, ο Σεπτέμβριος θα σημάνει την επανέναρξη των αναρτήσεων του Ποιητικού Πυρήνα με την ελπίδα να διαβαστούν ποιήματα κι απόψεις ως βάλσαμο στην ευρύτερη ανασφάλεια που επικρατεί κι αναπαράγεται διαρκώς από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Από την άλλη αναμένουμε με μεγάλη περιέργεια να μάθουμε τι θα μας αποκαλύψει το ταφικό μνημείο της Αμφίπολης, το αρχαίο ελληνικό παρελθόν που κάνει συνεχώς αισθητή την παρουσία του, χιλιάδες χρόνια μετά. Ας εισέλθουμε επομένως ποιητικά και δημιουργικά στο Φθινόπωρο κι ας τολμήσουμε να προχωρήσουμε κι εμείς σε προσωπικές ανασκαφές προς εύρεση κρυμμένων επιθυμιών, αλλά κυρίως προς ανακάλυψη της εσωτερικής ηρεμίας που τόσο χρειαζόμαστε.     

Παύλος Παρασκευαΐδης


Παρασκευή 23 Μαΐου 2014

Γιώργος Κασαπίδης, "Αντισταθείτε"




Αντισταθείτε (Η ΝΕΑ ΔΙΑΘΗΚΗ 2014 μ.Χ)*

                                                Ελευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν


Αντισταθείτε
σ’ αυτόν που αγόρασε εξοχικό και τζιπ με δανεικά
κι αμέριμνος ακόμη απολαμβάνει τη γαλήνη του τοπίου
Αντισταθείτε σ’ αυτόν που γύρισε απ’ το καφενείο το βράδυ
και λέει: καλά τη βγάλαμε κι απόψε, αύριο έχει ο Θεός.
Αντισταθείτε
στον στριμμένο κύριο της πολυκατοικίας
στα έξυπνα tablet και τα εκατονταπύρηνα κινητά
στις εταιρίες offshore
στην απαρχαιωμένη κρατική εκ-παίδευση
στα χαράτσια
σε μένα ακόμη που με κεφάλι φαλακρό
τολμώ να αντιγράφω Κατσαρό.

Αντισταθείτε
σ’ αυτούς που χαιρετούν φασιστικά με υψωμένο το δεξί τους χέρι
στους αρχηγούς, όσους ακολουθούν ιεραρχικά και τα τσιράκια τους
σ’ αυτούς που δίχως αιδώ αυτοαποκαλούνται σωτήρες
στους θρασείς εθνοπατέρες και τους χειροκροτητές τους
στη γυναικούλα που υψώνει στο μπαλκόνι της σημαία
επιδεικνύοντας φρόνημα πατριωτικόν μονάχα
απέναντι στις γάτες και στο μισητό της γείτονα
σε μένα ακόμη που με ύφος δήθεν σοβαρό
τολμώ να αντιγράφω Κατσαρό.

Αντισταθείτε
σε όσους ασελγούν πάνω στη γλώσσα
με ξύλινο ή επιτηδευμένα φιλοσοφημένο λόγο
στους καρεκλοκένταυρους προέδρους , επικεφαλής, αδερφοτήτων
φιλοπτώχων, σωματείων, συλλόγων, οργανώσεων…
στα επιδοτούμενα συνέδρια που φλυαρούν ημέτεροι επιλεγμένοι
τρώγοντας στα διαλείμματα πριν και μετά το υστέρημα
των άλλων των πολλών των άγρια φορολογουμένων πολιτών

Αντισταθείτε στη βία κάθε εξουσίας
στο ρατσισμό και την ξενοφοβία
στη βία των απανταχού αδυνάτων
στους ποιητές που γράφουν αισθηματικά στην πολυθρόνα
στίχους γλυκείς και εύπεπτους για το ευρύ απαίδευτο κοινό
σ’ αυτούς που παραμένουν θεατές παθητικοί
σ’ όλες τις θλιβερές οθόνες όπου ερίζουν υποκριτικά
ξεπουλημένοι υποτακτικοί των υποτακτικών για το …κοινό καλό.




Αντισταθείτε
στην ανεργία, στην αναξιοκρατία
στις αλυσίδες των ‘‘ονειρεμένων’’ αγορών, στην απληστία
στους τοκογλύφους στους καταχραστές στους μιζαδόρους
στους επιτρόπους και στους τραπεζίτες
στα φοβερά ντόπια και διεθνή χρηματιστήρια
στα νέα ανήθικα ενεχυροδανειστήρια
στις αυταπάτες

Αντισταθείτε
στην προπαγάνδα, στους φανατισμένους, στην κατήχηση
στ’ ανόητα από άμβωνος και βήματος παντός κηρύγματα
στους παντογνώστες, στους πειθήνιους, στους ανέραστους
στους κυριλέ και τους γραβατωμένους
σ’ αυτούς που γλείφουν όπου φτύνανε άλλοτε
σ’ αυτούς που δεν αναλαμβάνουνε ποτέ καμιά ευθύνη
στους αμέτοχους
στους δήθεν φίλους σας που σας θυμούνται
μονάχα όταν θέλουν κάτι για την πάρτη τους
σε μένα ακόμα που συμβιβασμένος επιμένω
μ’ όλο το σέβας ν’ αντιγράφω Κατσαρό
     αντισταθείτε.

Τότε μπορεί βέβαιοι να περάσουμε απέναντι
να δούμε πόσος δρόμος χάθηκε και να τραβήξουμε μπροστά.


                                                                      Απρίλιος - Μάιος 2014
                                                                        Γιώργος Κασαπίδης



* Μεταγραφή στην εποχή μας του ποιήματος "Αντισταθείτε", του Μιχάλη Κατσαρού.
Στην εικόνα: Αντιδικτατορική αφίσα της Διεθνούς Ένωσης Σπουδαστών, την εποχή της χούντας (συλλογή Γιάννη Γιανουλόπουλου - αρχείο Εμιάν).

Παρασκευή 4 Απριλίου 2014

Γιώργος Κασαπίδης, "Εκσκαφέας αοράτων"




ΝΤΕΚΟΡ

Εκεί η θάλασσα κι ο ήλιος ο υπερόπτης
λιγάκι παραπέρα, ώσπου απρόσμενα
νυχτώνει μέρα μεσημέρι μες στο ποίημα.

Κρύβομαι στ’ άδυτα των στίχων και τρομάζω
πιότερο απ’ όλα τη δική μου σκέψη
παρά τους ίσκιους των παλιών δωμάτων.

Λούτρινο πια κουρνιάζει το κοράκι στο σαλόνι
ανίσχυρο, δίχως τους Πόε και τους ποετίσκους
και δίχως την ανταμοιβή του χρόνου
που έπαιξε κάποτε το ρόλο του συμβόλου.

Το φοβερό εκείνο nevermore
δεν συγκινεί κανέναν πλέον και δικαίως
αφού τα πάντα περιστρέφονται ευστόχως, πλην
σαφώς, στα μπαρ με το καλύτερο ντεκόρ.




ΜΑΚΡΑΝ ΤΩΝ ΕΡΗΜΩΝ ΥΔΑΤΩΝ

Τι συλλογιούνται τάχα οι χωρικοί
στα πέριξ της επωνύμου λίμνης Βόλβης

Πώς αντιδρά το σώμα των ψαράδων
στις θωπείες της αυγής

Τι νοσταλγεί η βάρκα η άμοιρη
στην άκρια της όχθης αναποδογυρισμένη;

Τρεις ερωτήσεις (κι άλλες πόσες;)
δίχως μιαν έστω πειστική απάντηση, καθώς
το λεωφορείο διασχίζει με εκατό και πλέον
χιλιόμετρα την άσφαλτο. Ήδη διακρίνεται
στο βάθος η επόμενη λίμνη.

– Τι ωφελούν οι λογισμοί στα πέριξ
ή εντός των έρημων υδάτων, όταν
η ανύποπτη συνταξιδιώτισσα στη δίπλα θέση
δεν έχει πει κουβέντα επί ογδόντα ολόκληρα
λεπτά, και μ’ εμφανή προκλητικότητα ολόγυμνη
μέσα στα μαύρα ρούχα της αποκοιμάται!




ΤΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ
ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΤΑΞΗΣ ΣΦΑΛΜΑΤΩΝ

Το μονοπάτι που κατηφορίζει προς τη θάλασσα
οραματίζεται να γίνει κάποτε η Μεγάλη Λεωφόρος
που με ταχύτητα θα διασχίζουν
των αδηφάγων τουριστών τα ευτυχισμένα στίφη.

Την οχλαγωγία προσδοκά κι έπαψε πια
ν’ ακούει τα πουλιά στα δέντρα και στους θάμνους.
Οι μελωδικοί τους ύμνοι πλέον δεν το συγκινούν
ούτε και τα υπέροχα δοξαστικά τους.

Έχει το άλλοθι της μοναξιάς, αλλά στο βάθος
γνωρίζει καλά πως δεν θ’ αντέξει τους εκσκαφείς
μήτε το πρώιμο της ταφόπλακας, το τίμημα
του σφάλματος, το βάρος της ασφάλτου.




Από τη συλλογή «Εκσκαφέας αοράτων», Οι εκδόσεις των φίλων, 2013

Σημείωση: Μπορείτε ακόμη να διαβάσετε (με κλικ στους τίτλους):
όπου με χαρά είχαμε πρωτοδημοσιεύσει αντιπροσωπευτικά δείγματα γραφής από τη νέα ποιητική συλλογή του Γιώργου Κασαπίδη.