ΕΛΕΓΕΙΟ ΤΟΥ ΜΩΡΟΥ
ΜΕ ΤΑ ΚΑΤΑΣΠΡΑ ΜΑΛΛΙΑ
Ζωή
μας είναι πάντα ο αποχωρισμός
κι
η πιο δύσκολη παρουσία.
Γιώργος Σεφέρης
Στον
Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου
είσαι ένα μωρό με κάτασπρα μαλλιά.
χύνεται απ’ το κεφάλι σου,
απ’ όλο σου το κορμί,
χτυπώντας σαν βροχή,
θολώνοντας σαν ανάσα βαριά
τη μεγάλη τζαμαρία μιας γνώσης βασιλεμένης.
(η αφθονία του μ’ ανατριχιάζει).
που κανείς μας δεν θέλει.
το ρουφηγμένο στόμα σου.
Μοιάζει με τραύμα κακοραμμένο,
γεμάτο ούλα
και λιωμένες τροφές.
Χείλη νεκρά-εκεί που φώλιαζε ο λόγος ο καλός.
Το μέλι και το γάλα.
να πλάθεις με τα κακά σου κουλουράκια.
Δεν αντέχω
τα χαλκοπράσινα νύχια των ποδιών σου
(σάπια κάστανα),
τον καθετήρα να κρέμεται
− λώρος από ούρα και πλαστικό.
με τα κομμάτια του ανθρώπινου λόγου,
με τα μάτια σου χαμένα περιστέρια,
μ’ ολάκερο τ’ αδύναμο κορμί σου,
που τώρα μικραίνει,
κάτουρο να μυρίζει
και κολώνια λεμόνι.
τα στήθη που με κράτησαν.
στην ίδια θέση,
καθισμένη στη βαθιά πολυθρόνα
να κοιτάζεις έξω απ’ το παράθυρο
με κείνη τη ματιά που μέσα της
δεν ζωντανεύει τίποτε.
με γνωρίζεις
− ω χαρμόσυνη καμπάνα.
με ψάχνεις στους καπνούς, στα χώματα
της μνήμης σου.
χωρίς ειρμό κι εγώ δεν ξέρω τι να πω Κι αυτό το δωμάτιο
πού βρωμάει τίποτε με αρρωσταίνει
πνίγοντας μέσα μου κραυγές κόβοντας κορφές
κυπαρισσιών που δεν χωράνε πια
μιλάς το δικό σου, σκοτεινό αλφαβητάρι,
συλλογιέμαι τις μέρες
που ήσουν ανάμεσά μας
χωρίς καθετήρες και λιωμένες τροφές,
χωρίς νοσοκόμες,
χεσμένες κυλότες και παράξενους διαλόγους,
τότε που ξέραμε
πως μιλούσες σε μας
όρθια
με τις φτερούγες σου πάνω μας ολάνοιχτες.
σ’ αυτό τον θάλαμο
με τη γριά που με βρίζει,
με τον γέρο να ρίχνεται στις γριές,
να μοστράρει το πέος του.
κι άλλες να γκρινιάζουν,
στον διάδρομο τρέμοντας
και βήχοντας,
προσμένοντας κάποιον.
Κι όλοι μαζί τον θάνατο.
μετά από χρόνια
στον ίδιο αυτόν διάδρομο
να κοιτάζει έξω απ’ το παράθυρο τους γύπες.
με μια παράξενη εμμονή,
την άκρη της ρόμπας σου διπλώνεις,
χαμογελώντας ίσως σε μια θύμηση ή
στο τίποτα,
παίζοντας
σάμπως μωρό με το σκοτάδι.
πάνω από μια τέτοια
όμοια μοίρα;
θα δαμάσει το καθαρόαιμο της τρέλας,
της αγωνίας,
κάθε σκοτεινής δύναμης
που μέσα μας γεννάει τ’ αυγά της και πληθαίνει
σαν άλλη,
εξωγήινη αίσθηση;
να πλαγιάσει μαζί σου
(ίδιος ο παππούς που ποτέ δεν γνώρισα),
λίγο ψωμί να μουσκέψει,
μια κούπα κρασί
να σου δώσει.
για μένα του μιλήσεις.
Ο Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης γεννήθηκε
στον Πειραιά το 1954. Σπούδασε στην Πάντειο Πολιτικές Επιστήμες. Εργάστηκε ως
διοικητικός υπάλληλος σε ασφαλιστική εταιρία ώς την συνταξιοδότησή του. Έχει
εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές. Τελευταία του ποιητική συλλογή Η χώρα που
δεν τιμωρεί (εκδόσεις "κουκούτσι" 2019). Ποιήματά του έχουν
δημοσιευθεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά μεταξύ των οποίων, ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, ΤΟ
ΚΟΙΝΟΝ, ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ, ΠΟΙΗΣΗ, ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ καθώς και στην εφημερίδα ΑΥΓΗ. Ποίημά του
θα συμπεριληφθεί στο ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ που ετοιμάζουν οι
εκδόσεις Μαΐστρος ενώ στο ηλεκτρονικό περιοδικό "Πολύμνια, ARS
POETICA" θα αναρτηθούν ποιήματά του μεταφρασμένα και στα ισπανικά.
