Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2026

Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης, "Ελεγείο του μωρού με τα κάτασπρα μαλλιά"





ΕΛΕΓΕΙΟ ΤΟΥ ΜΩΡΟΥ
ΜΕ ΤΑ ΚΑΤΑΣΠΡΑ ΜΑΛΛΙΑ

Ζωή μας είναι πάντα ο αποχωρισμός
κι η πιο δύσκολη παρουσία.

                Γιώργος Σεφέρης


Στον Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου


                               1.

Τώρα
είσαι ένα μωρό με κάτασπρα μαλλιά.

Μια αθωότητα
χύνεται απ’ το κεφάλι σου,
απ’ όλο σου το κορμί,
                       χτυπώντας σαν βροχή,
θολώνοντας σαν ανάσα βαριά
τη μεγάλη τζαμαρία μιας γνώσης βασιλεμένης.



                               2.

Το ρημαγμένο σου μυαλό τρέμει στα δάχτυλά σου.

Δεν αντέχω αυτό το γέλιο
(η αφθονία του μ’ ανατριχιάζει).

Ήρθε αργά.

Ευτυχία
που κανείς μας δεν θέλει.

Δεν αντέχω
το ρουφηγμένο στόμα σου.
Μοιάζει με τραύμα κακοραμμένο,
γεμάτο ούλα
                              και λιωμένες τροφές.
Χείλη νεκρά-εκεί που φώλιαζε ο λόγος ο καλός.
Το μέλι και το γάλα.



                               3.

Δεν αντέχω να σε βλέπω
να πλάθεις με τα κακά σου κουλουράκια.
Δεν αντέχω
τα χαλκοπράσινα νύχια των ποδιών σου
(σάπια κάστανα),
τον καθετήρα να κρέμεται
− λώρος από ούρα και πλαστικό.
 
Δεν αντέχω να σε βλέπω έτσι,
με τα κομμάτια του ανθρώπινου λόγου,
με τα μάτια σου χαμένα περιστέρια,
μ’ ολάκερο τ’ αδύναμο κορμί σου,
που τώρα μικραίνει,
κάτουρο να μυρίζει
                                    και κολώνια λεμόνι.

Και σφουγγάρια βουτηγμένα στο ξύδι
τα στήθη που με κράτησαν.



                               4.

Σε βρίσκω πάντα εκεί,
στην ίδια θέση,
καθισμένη στη βαθιά πολυθρόνα
να κοιτάζεις έξω απ’ το παράθυρο
με κείνη τη ματιά που μέσα της
δεν ζωντανεύει τίποτε.

                                           Κι άλλοτε
με γνωρίζεις
− ω χαρμόσυνη καμπάνα.

Κι άλλοτε με ψάχνεις,
με ψάχνεις στους καπνούς, στα χώματα
της μνήμης σου.



                               5.

Σκύβω και σε φιλώ     Κάθομαι πλάι σου     Κι εσύ μιλάς
χωρίς ειρμό     κι εγώ δεν ξέρω τι να πω     Κι αυτό το δωμάτιο
πού βρωμάει τίποτε με αρρωσταίνει

Θέλω να φύγω      να μην ξανάρθω ποτέ     Δεν κλαίω
πνίγοντας μέσα μου κραυγές     κόβοντας κορφές
κυπαρισσιών     που δεν χωράνε πια

             πάνε να τρυπήσουνε το στήθος μου



                               6.

Έτσι καθισμένος πλάι σου, καθώς
μιλάς το δικό σου, σκοτεινό αλφαβητάρι,
συλλογιέμαι τις μέρες
που ήσουν ανάμεσά μας
χωρίς καθετήρες και λιωμένες τροφές,
χωρίς νοσοκόμες,
χεσμένες κυλότες και παράξενους διαλόγους,
τότε που ξέραμε
πως μιλούσες σε μας
                                        όρθια
με τις φτερούγες σου πάνω μας ολάνοιχτες.



                               7.

Τώρα βρίσκεσαι εδώ,
σ’ αυτό τον θάλαμο
με τη γριά που με βρίζει,
με τον γέρο να ρίχνεται στις γριές,
να μοστράρει το πέος του.

Κι άλλους
κι άλλες να γκρινιάζουν,
στον διάδρομο     τρέμοντας
και βήχοντας,
προσμένοντας κάποιον.
Κι όλοι μαζί τον θάνατο.



                               8.

Σκέφτομαι τον εαυτό μου
μετά από χρόνια
στον ίδιο αυτόν διάδρομο
να κοιτάζει έξω απ’ το παράθυρο τους γύπες.

Κι εσύ,
με μια παράξενη εμμονή,
την άκρη της ρόμπας σου διπλώνεις,
χαμογελώντας ίσως σε μια θύμηση ή
στο τίποτα,
                     παίζοντας
σάμπως μωρό με το σκοτάδι.



                               9.

Γιουχάρω τον Θεό.
 
Και ποια διαλεκτική θα με σηκώσει ψηλά
πάνω από μια τέτοια
                           όμοια μοίρα;

Ποια επανάσταση
θα δαμάσει το καθαρόαιμο της τρέλας,
της αγωνίας,
κάθε σκοτεινής δύναμης
που μέσα μας γεννάει τ’ αυγά της     και πληθαίνει
σαν άλλη,
                  εξωγήινη αίσθηση;



                               10.

Προσεύχομαι στον θάνατο
να πλαγιάσει μαζί σου
(ίδιος ο παππούς που ποτέ δεν γνώρισα),
λίγο ψωμί να μουσκέψει,
                                             μια κούπα κρασί
να σου δώσει.

Και πίνοντας,
για μένα του μιλήσεις.



                               11.

Ναι γιαγιά ο Γιάννης είμαι

Ναι γιαγιά έφαγα

Ναι γιαγιά δεν κρυώνω

Ναι γιαγιά σ’ αγαπώ

Ναι γιαγιά κοιμήσου

Ναι γιαγιά αύριο θά ’ρθω πάλι



         (Πρώτη γραφή 1978. Οριστική γραφή 2020)

                              Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης




Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: Orazio Borgianni, «Head of an Old Woman».
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.





Ο Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1954. Σπούδασε στην Πάντειο Πολιτικές Επιστήμες. Εργάστηκε ως διοικητικός υπάλληλος σε ασφαλιστική εταιρία ώς την συνταξιοδότησή του. Έχει εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές. Τελευταία του ποιητική συλλογή Η χώρα που δεν τιμωρεί (εκδόσεις "κουκούτσι" 2019). Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά μεταξύ των οποίων, ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, ΤΟ ΚΟΙΝΟΝ, ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ, ΠΟΙΗΣΗ, ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ καθώς και στην εφημερίδα ΑΥΓΗ. Ποίημά του θα συμπεριληφθεί στο ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ που ετοιμάζουν οι εκδόσεις Μαΐστρος ενώ στο ηλεκτρονικό περιοδικό "Πολύμνια, ARS POETICA" θα αναρτηθούν ποιήματά του μεταφρασμένα και στα ισπανικά.