Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καριζώνη Κατερίνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καριζώνη Κατερίνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2020

Κατερίνα Καριζώνη, "Αρχαία δίψα"




ΟΙ ΓΕΡΑΣΜΕΝΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ


Βλέπω καμιά φορά
τις γερασμένες γυναίκες
να στέκονται στις πόρτες των πολυκατοικιών.
Φορούν θλιμμένες μάσκες και μιλούν
για εκείνους που γηροκομούν στο σπίτι
και για τους άλλους που πέθαναν πριν από χρόνια
γνωρίζουν σπάνιες αρρώστιες και συνταγές
φάρμακα με δυσκολοπρόφερτα ονόματα.

Λεν πως τα πόδια τους βαδίζουν μόνο προς τα πίσω
λεν πως τα μάτια τους βλέπουν μόνο τα χειρότερα
μοιάζουν με παράξενες μέλισσες συμπονετικές
τρυγούνε άγνωστα λουλούδια
που φυτρώνουν στις πληγές τους
τρυγούνε τα χαμένα χρόνια τους
βγάζουν μέλι πικρό και το μοιράζονται
βγάζουν δηλητήρια από τα δάκρυά τους και τα πίνουν
έχουν γκρίζα κοντά μαλλιά, δεν είναι πια ωραίες
κάτω απ’ τη γλώσσα κρύβουνε ένα κεντρί
κάτω απ’ τα ρούχα τους ένα κλουβί με καρδερίνα.

Κάτω απ’ τις μάσκες τους κρύβονται τα πρόσωπά μας.





ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ ΛΥΝΟΥΝ ΣΤΑΥΡΟΛΕΞΑ


Να λύνετε σταυρόλεξα
για να αποφύγετε μελλοντικά το αλτσχάιμερ

Στη λέξη έρωτας να ξέρετε ότι
πάντα κάποιο γράμμα περισσεύει
και κάποιο δεν σου φτάνει
γι’ αυτό να δείχνετε μεγαλοψυχία και υπομονή·
στη λέξη αλήθεια
τα γράμματα είναι πιο πολλά
απ’ όσα φαίνονται
και προπαντός απ’ όσα σας ζητούνται·
στη λέξη εγώ υπάρχει ένας αριθμός γραμμάτων
αυστηρά προσωπικός που δεν χωράει πουθενά·
η λέξη θάνατος γράφεται στα μαύρα τετράγωνα
με μια μελάνη που σβήνει ό,τι γράφει
στα άσπρα κρύβονται πολύ συχνά παγίδες
με σημασίες για τις οποίες δεν υπάρχουν λέξεις
παρά μονάχα το κυνήγι των γραμμάτων
που δεν οδηγεί όμως πουθενά.

όσο για την λέξη αγάπη
πάρτε καλύτερα μικρό καλάθι
με λίγο ψωμί και κρέας για να ταΐσετε το λύκο
που ελλοχεύει στο βάθος του σταυρόλεξου.





Από τη συλλογή «Αρχαία δίψα», εκδ. Καστανιώτη 2020.

Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2018

Κατερίνα Καριζώνη, "Ποιήματα"




Μοιρασιά


Λοιπόν, σήμερα διάβαζα ένα δικό σου ποίημα
Από την εποχή που ακόμα σ’ επισκεπτόμουν
Μου κερνούσες νερό με λίγο δηλητήριο
έστρωνες ζάχαρη στο πάτωμα
σκιές στα παντζούρια
λύναμε ασκήσεις μαθηματικών,
έτρεμα τις απαντήσεις
που πάντα έδειχναν ότι κάπου έκανα
λάθος με τους ανθρώπους
Και είχα δυσκολίες με τους αριθμούς
γιατί η κοιλιά μου ήταν γεμάτη ιστορίες
Και πλακούντες με μελάνη από παλιά ποιήματα.

Πάντως μου άρεζαν τα ποιήματά σου, δεν το αρνούμαι
Όταν τα έτρωγα είχαν γεύση πικραμύγδαλου
Κι όταν τα άκουγα μου θύμιζαν σειρήνες πλοίων
Υπήρχε ωστόσο μια άσκηση που δεν λύσαμε ποτέ
Πώς και αν διαιρείται ένα ποίημα
Κι αν διαιρείται, πώς μοιράζεται
Κι αν μοιράζεται, ποιος παίρνει το χαρτί
Και ποιος το τραύμα
ποιος τα κιτρινισμένα συμπεράσματα
και ποιος τα λιγοστά, φθαρμένα ιμάτια του ποιητή.





Επίσκεψη στο γιατρό


Και ξαφνικά είδα τρεις καλόγριες
στο σαλόνι του γιατρού μου
Περίμεναν αμίλητες, καρτερικά τη σειρά τους
Σκυφτές, κρυμμένες στα κατάμαυρα ράσα τους
Τι είδους αρρώστια θα έχουν οι δύστυχες, αναρωτήθηκα
Εκείνες κοίταζαν συλλογισμένες την πόρτα του ιατρείου,
κάποια στιγμή βγήκε μια νοσοκόμα
                              με άσπρα και τις φώναξε
Φορούσε κάτι τακούνια σαν στιλέτα
Που ηχούσαν εκκωφαντικά στο πάτωμα
Καθώς σηκώθηκαν οι καλόγριες είδα τις σκιές τους
Η μια είχε τον ίσκιο ενός πάνθηρα
Η δεύτερη ενός βυθισμένου βαποριού
Η τρίτη έσερνε πίσω της
τη σκιά ενός κοντραμπάσου

Παράξενη ασθένεια και πρωτάκουστη
να κουβαλάς ίσκιους που δεν σου ανήκουν
ξένες σκιές που δεν μπορείς να εξηγήσεις

να σέρνεις πίσω σου αλλότρια σκοτάδια.





Πορτολάνος


Αν ρίξεις μια πέτρα
εκεί που θα πέσει θα βρεις πόσιμο νερό
Κι αν ρίξεις ένα βέλος θα βρεις
Μια γριά που κλώθει μ’ ένα αδράχτι
Κλώθει τα μελλούμενα, αλλά δεν το γνωρίζει
Το ’γραφε ο πορτολάνος από τότε
Πως σε περίμενα σε κάποιο βυθό
Που ήταν παλιά αγκυροβόλιο
Αλλά τώρα φυσούσαν ανεμοστρόβιλοι
Και δεν μπορούσαν να πιάσουν τα πλοία
Υπήρχε ακόμα ένα γκρεμισμένο σπιτάκι
Που φαινόταν μόνο μέσα στη κόρη του ματιού
Πέρασαν είκοσι χρόνια από τότε,
Τι λέω χρόνια, μου φάνηκαν αιώνες
Άλλωστε κανείς δεν συμβουλεύεται
πια τους πορτολάνους
κι ας δείχνουν ακόμα
τα επικίνδυνα μπουγάζια στο κορμί
το πικρό ποτάμι της μνήμης
την πληγή που μας ξεδιψάει, μια βρυσούλα η ποίηση
τις σκιές που τόσο παράφορα αγαπήσαμε
κι έγιναν μαύρα πανιά στον ήλιο.





Εκδρομή στον Πολύγυρο


Ο Πολύγυρος δεν είναι βουνό,
Είναι ένας μοναχός αιωνόβιος
Κάθε βράδυ βράζει καζάνια με χυλό
Για να φάνε οι άρρωστοι της ενορίας του
Και οι ποιητές που έχουν στο αίμα τους
ψήγματα χρυσού
Στη Γαλάτιστα σκότωσαν κάποτε τον τελώνη
Κι ο φαρισαίος φορούσε πουκάμισο από καραβόπανο
Και κρατούσε πιστόλι, ένα παλιό στάγιερ του 43
Έ μπαμπά, η Γαλάτιστα δεν έχει θάλασσα
Παρά μονάχα μια αχλύ που σου τρυπάει τα κόκκαλα
Και η Αρναία δάση που σε πνίγουν
Όπου κι αν πας σ’ ακολουθούνε δέντρα
Όπου κι αν πας σ’ ακολουθούνε μνήμες
ο ασβέστης του καλοκαιριού, το παιδικό άσθμα,
η Βάβδος με τον καλό αέρα
και το αγόρι που κάποτε αγάπησες
Ο Πάνας γυρνάει στα δάση
και φυσάει το σουραύλι του
παρασέρνει τα αγόρια στους γκρεμούς
θάβει τα κορίτσια μέσα στους κορμούς των δέντρων
κατρακυλάει τις πέτρες στις πλαγιές με θόρυβο
γίνεται καλόγερος,
                       πετάει στο Άγιο Όρος.





Από το ιστολόγιο της Κατερίνας Καριζώνη:
https://karizoni.blogspot.com/

Στην εικόνα: Petrus Plancius, World Map, 1594.

Παρασκευή 23 Ιουνίου 2017

Κατερίνα Καριζώνη, "Σκοτεινός χρόνος"





ΥΠΟΤΙΜΗΣΗ


Ήταν κάποτε ένας φτωχός σαλδαμάριος*
                                    στην Κωνσταντινούπολη
που έκλεισε το μαγαζί του ένα βράδυ
μηνί Μαρτίω ινδικτιώνος του 1351 μ.Χ.
ημέρα που έγινε μια διαστροφή του κέρματος
πέσαν απότομα τα χάλκινα κι ανέβηκε ο χρυσός
κι έχασαν την αξία τους οι λιγοστές εισπράξεις του.

Πώς γύρισε άραγε στο σπίτι του
τι είπε στη γυναίκα του
και πώς εξήγησε στα ανύποπτα παιδιά του
τι σημαίνει να μη σε λογαριάζει ο καιρός
να τριγυρίζεις με άδεια χέρια μες στα εμπορεία
− κι ας γράφουν κάποτε οι ιστορικοί του μέλλοντος
περί των νομισματικών υποτιμήσεων
στο ύστερο Βυζάντιο
και άλλα μεγαλόσχημα.

Μάλλον δεν είπε τίποτα ο σαλδαμάριος
μόνο ανέβηκε σ’ ένα ξύλινο σκαμνί
πήρε λίγο κρασί αραιωμένο απ’ το φανάρι
ένα μικρό κρεμμύδι κι ένα πιατάκι γάρο αλμυρό
έριξε μια ματιά στον Βόσπορο
και κάθισε να φάει.



________
* Σαλδαμάριος: μπακάλης





Ο ΠΑΣΒΑΝΤΗΣ


Πάντα με τρόμαζε
η ιστορία του πασβάντη
εκείνου του μυστήριου νυχτοφύλακα.
Περνούσε μια στις δώδεκα και μια στις τρεις
έξω από τα κλειστά παντζούρια της Κομοτηνής
χτυπώντας ρυθμικά την ξύλινη μαγκούρα του.
Περνάει ο πασβάντης, έλεγε τραγουδιστά
ύστερα φυσούσε ένας ξαφνικός αέρας
και τον έπαιρνε σφυρίζοντας.

Λέγαν πως δεν κοιμότανε ποτέ
πως δεν φορούσε παπούτσια
αλλά σιδερένιες οπλές
κι ένα παλιό αμπέχονο
                       από κάποιον σκοτωμένο.

Καμιά φορά, όταν το φεγγάρι γέμιζε
                                         μεταμορφωνόταν
σ’ έναν πελώριο αγριόχοιρο
κι άρπαζε τα κορίτσια.

Εκείνα τα χρόνια στην Κομοτηνή
δεν είχε ηλεκτρικό
παρά μονάχα λάμπες πετρελαίου καπνισμένες
και μνήμες που ήταν ακόμα νωπές, σαν πληγές.





ΜΝΗΜΗ


Πέρασαν τόσοι Φεβρουάριοι από τότε
ούτε καν μπορώ να θυμηθώ τη μορφή σου.
Χτες βράδυ ωστόσο πρέπει να ήσουν εσύ
γύριζες στους δενδρώνες της μνήμης
κρατώντας έναν ξεθυμασμένο φακό
ψάχνοντας για ένα κλειδί
                               χαμένο στα χόρτα.

Δεν θα ξανασυναντηθούμε, μου φώναξες
γιατί δεν υπάρχει χρόνος στο σύμπαν
ούτε πριν, ή μετά
ούτε αν, ούτε εφόσον
παρά μονάχα μια μικρή γέφυρα
που τρέμει στο βάθος του νου
                                       λεπτή σαν μεμβράνη
που φοβάμαι να την περάσω
παρά μονάχα ένα χάρτινο καραβάκι
που πλέει εδώ και χρόνια στα δάκρυα.

Πέρασαν τόσοι Φεβρουάριοι από τότε
στους δενδρώνες της μνήμης
αλλάζουν παράξενα οι εποχές
οι καρποί τους γλυκύφεγγοι
μοιάζουν με φεγγάρια
μέσα τους κοιμάται γαλήνια
μια όμορφη γυναίκα
που κατάπιε μια νύχτα
                            τρεις χιλιάδες παυσίλυπα.





Από τη συλλογή, «Σκοτεινός χρόνος», εκδ. Καστανιώτη, 2017.

Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2016

Κατερίνα Καριζώνη, "Ο ράφτης Ραντοσλάβ από το 1470"





Οι σαράντα έφηβοι


Στην αρχή ήταν το χάος
κι ένα μεγάλο τραπέζι
στρωμένο μ’ ένα εκθαμβωτικό τραπεζομάντηλο
πάνω του υπήρχαν σαράντα κρυστάλλινα ποτήρια
σαράντα αγριόκυκνοι
κατέβαιναν από τον ουρανό
και γίνονταν ωραίοι έφηβοι
έπιναν σιωπηλοί νερό απ’ τα ποτήρια
και περνούσαν τα χρόνια.
Μια μέρα ένα ποτήρι έσπασε με θόρυβο
έτσι γεννήθηκε η μοναξιά του διψασμένου.

Το άλλο πρωί οι έφηβοι
έφυγαν με στρατιωτικά καμιόνια.




Γράμμα σ’ έναν πεθαμένο


Σου γράφω πως σταμάτησα την ποίηση
για να μπορώ να έρπω ευκολότερα
ανάμεσα στις φλούδες των ανθρώπων
που φαγώθηκαν απ’ τις φάλαινες του αιώνα μας.

Τώρα έχω φαρδιές καμπαρντίνες
κι ελάχιστα κόκαλα
για να χωρώ στις περιστάσεις
λίγα μελανά κουτιά
που περισσέψαν απ’ τις ιστορίες μας
και μια νεκρή υπηρέτρια
που υφαίνει τα απέραντα μαλλιά της.

Σου γράφω πως σταμάτησα την ποίηση
υπάρχουν άλλωστε τραύματα νωπότερα
ύπουλες μαχαιριές στα ρούχα
και βρώμικο χιόνι στα φτερά των πελαργών
γέρικοι λύκοι που φορούν τις νύχτες
τις προβιές των εραστών μας
και βελάζουν.




Νύχτα Χριστουγέννων


Ωραία που πετάνε οι νεκροί γύρω απ’ το δέντρο
άρχισε κιόλας ν’ αραχνιάζει η γιορτή
κι αυτές οι σεβάσμιες κυρίες στο τραπέζι μου
με τα βαριά βελούδα και τα πέπλα
είναι οι λύπες
ζυγίζουν αρώματα και δηλητήρια
σε λεπτές ζυγαριές
πίνουν λικέρ και τζιν
και παίζουν πόκερ.

Στα χέρια τους έχουν έντεκα οστεώδη δάκτυλα
απ’ έξω χιλιάδες αρουραίοι ξύνουν τους τοίχους.




Οι τρεις πλοίαρχοι


Σάββατο μεσημέρι
τρεις γέροι πλοίαρχοι περνούν από τη λαϊκή
χρυσά σιρίτια και σβησμένα αστέρια
πρόσωπα σμιλεμένα απ’ το νερό
φυσάει ο πουνέντες
και φουσκώνει τα μαλλιά τους
μαύρα κοχύλια γλιστρούν απ’ τα μανίκια τους
εκείνοι κρατούν ένα διχτάκι
και ψωνίζουν με λαχτάρα
πράγματα που δεν βρίσκουν στο βυθό
όπου περπατούν αδιάκοπα εδώ και αιώνες.
Βγάζουν κασέλες με πολύτιμα πετράδια
βγάζουν πουγκιά με χρυσάφι κι αγοράζουν
απ’ τους χαρούμενους λόφους των καρπών
από τα λάφυρα των συλημένων κήπων.

Ο ένας έχει λίγο χιόνι στο σακάκι
και τον λένε Σκοτ
τον άλλο τον φωνάζουν Μπαρμπαρόσα
ο τρίτος θαρρώ πως είναι ο Νίκος Καββαδίας.



Από τη συλλογή «Ο ράφτης Ραντοσλάβ από το 1470», εκδ. Ίνδικτος 2002




Το φουστάνι


Mη το φορέσεις τούτο το φουστάνι
Είναι στοιχειωμένο από έρωτες που έσβησαν
Και βίαιους χωρισμούς
Το κέντησε με αγκάθια η μοδίστρα του
αυτός που έβαψε το ακριβό μετάξι του
τρελάθηκε ένα βράδυ
κι αυτός που σου το χάρισε
χάθηκε σ’ έναν πόλεμο
ένας περίεργος άνεμος φυσάει
πότε πότε απ’ τις πτυχές
φαίνεται από μέσα ένα γκρεμισμένο σπίτι
και κάποιος με μια λάμπα που τρέχει αιμορραγώντας
κι άλλοτε πάλι τις νύχτες πετάει μαζί με τα πουλιά
θροΐζοντας ανατριχιαστικά στα δέντρα.

Μη το φορέσεις τούτο το φουστάνι
Είναι ποτισμένο με αρσενικό και με χαλκό
Αν βγεις στη βροχή θα σε σκοτώσει
Είναι δεμένο με μια παλιά αγάπη
Αν το φορέσεις θα ’ρθει να σε βρει
κάτω απ’ το δέρμα, μέσα απ’ τις ραφές.




Το ποίημα «Το φουστάνι», δημοσιεύεται για πρώτη φορά.


Μπορείτε επίσης να διαβάσετε
Κατερίνα Καριζώνη, «Ρεσάλτο»:
και
Κατερίνα Καριζώνη, «Το κόλπο του Μπαρμπαρόσα»:


Πρόσκληση

Την Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2016
και ώρα 6 μ.μ.
σας προσκαλούμε στην παρουσίαση
του νέου βιβλίου της Κατερίνας Καριζώνη
«Η πόλη των αθώων»,
στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Βέροιας
(Έλλης 8)

Πέμπτη 14 Απριλίου 2016

Κατερίνα Καριζώνη, "Το κόλπο του Μπαρμπαρόσα"



Το κόλπο του Μπαρμπαρόσα

            « Η Πάρος εις την μέσην έχει ένα βουνίν υψηλόν τσιμαρόλον και όλον το νησίν κάμνει κούδαν. Εις το ακρωτήρι του μεσημερίου έχει βουνόπουλον στρογγυλόν και απάνω στέκει κάστρο, το λέγουν Κέφαλον.Και από κάτω εις την μερέαν του γριέγου έναι λιμένας. Εις την δεξιάν σου αφήνεις έναν ακρωτήριν και έναι βουνόπουλον και ράσεις εις οργίας ιβ΄... »


Ο Χαϊρεντίν σήκωσε το κεφάλι του απ’ τον πορτολάνο και τίναξε την μακριά χιονάτη −κάποτε κοκκινόχρωμη− κόμη του απ’ την οποία είχε πάρει το προσωνύμιο Μπαρμπαρόσα. Το χέρι του έδιωξε νευρικά μια τούφα που κατέβαινε ατίθαση στο φαρδύ του μέτωπο. Είχε πατήσει τα 70 ο ρείς, ήταν πια ένας παλαίμαχος της θάλασσας, ωστόσο ακόμα μάχιμος και πάντα ετοιμοπόλεμος − είχε γεννηθεί με το όπλο στο χέρι − κι απ’ ό,τι έδειχναν τα πράγματα με το όπλο στο χέρι θα πέθαινε. Τα μάτια του σκοτείνιασαν. Τα μηνίγγια του χτυπούσαν. Ένιωθε άγχος ο αρχιπειρατής πριν απ’ τη μάχη. Πάντα ένιωθε άγχος, παρόλο που ποτέ δεν το φανέρωνε. Θέλει κουράγιο για να κάνεις το κακό, χρειάζεται δύναμη για να χαλάσεις σπίτια και κορμιά, να διαγουμίσεις όνειρα. Θέλει συμβόλαιο με τον σατανά. Κι αυτό ο Μπαρμπαρόσα το είχε εξασφαλίσει. Έσφιξε με πείσμα τις γροθιές του. Θυμήθηκε τον αδελφό του, τον Ορούτς χρόνια τώρα πεθαμένο στο Αλγέρι. Του έλειπε κάτι τέτοιες στιγμές ο Ορούτς. Του έλειπε η φλόγα του που ήξερε να τη μεταδίδει και στους άλλους, το ατσάλι της ψυχής του. Μαζί είχαν βγει στην πειρατεία από παιδιά με ορμητήριο αρχικά τη Μυτιλήνη. Οι δρόμοι τους χωρίσανε κάποια στιγμή. Ο Ορούτς τράβηξε για την δυτική Μεσόγειο και την Αφρική και ο Χαϊρεντίν έμεινε στην Άσπρη Θάλασσα που την γνώριζε καλύτερα.
Ο Μπαρμπαρόσα σήκωσε τα μάτια του στη θάλασσα. Η Πάρος μόλις που φαινόταν μέσα στους ατμούς –αρχές Δεκέμβρη του 1537– η ομίχλη σκέπαζε τα νερά, έκρυβε την τουρκική αρμάδα. Η Παροικιά φαινόταν βυθισμένη σε νάρκη, το κάστρο σιωπηλό, το πόρτο ήσυχο και τα σκαριά λικνίζονταν μες στην καταχνιά. Ήταν γραφτό να γίνει δικό του το νησί, σκέφτηκε ο Χαϊρεντίν. Άλλωστε δεν του του γλύτωνε ποτέ κανένα. Πριν από λίγο καιρό είχαν πέσει οι Κορφοί. Κι ύστερα ακολούθησαν οι Παξοί, η Πάργα, η Κεφαλλονιά και το Τζάντε. Το Ιόνιο παραδόθηκε στους Οθωμανούς μέσα σε λίγους μόνο μήνες. Αρχές Νοέμβρη ο Χαϊρεντίν χτύπησε τα Κύθηρα και τα ερήμωσε, άρπαξε 4800 κατοίκους απ’ την Αίγινα, διαγούμισε την Κέα και την Κύθνο κι αφάνισε τη Σύρο. Απ’ όπου περνούσε ο Μπαρμπαρόσα άφηνε πίσω του καμένη γη κι όσοι γλύτωναν απ’ το σπαθί του κατέληγαν στις τουρκικές γαλέρες. Μέσα σε λίγο καιρό είχε καταφέρει να διώξει τους Φράγκους και τους Βενετούς απ’ το Αιγαίο και να υποτάξει τους ατίθασους ρωμιούς, κυρίως αυτούς που τους λογάριαζε περισσότερο. Γιατί ήταν ρωμιός κι ο ίδιος κι ας το έκρυβε. Αυτό το άτιμο αίμα έτρεχε στις φλέβες του −δεν μπορούσε να το αλλάξει−. Στη Λέσβο είχε γεννηθεί ο Χαϊρεντίν από μάνα Ελληνίδα και πατέρα γενίτσαρο – τον είχαν αρπάξει κι εκείνον οι τούρκοι με τη βία απ’ το Κουσάντασι και τον έκαναν δικό τους.

Οι πρώτοι γλάροι ακούστηκαν στο πέλαγος κι οι γεμιτζήδες ανέβηκαν στο κάσσαρο, αγουροξυπνημένοι ωστόσο πάνοπλοι, έτοιμοι για τη μάχη. Κι αμέσως μετά εμφανίστηκαν οι γκαλιοντζήδες, οι τοπτσίδες και πήραν τις θέσεις τους στα κανόνια. Οι μπούκες άνοιξαν. Ο Μπαρμπαρόσα ύψωσε το χέρι για να κάνει σινιάλο. Το γιουρούσι άρχιζε.
Στο μεταξύ ψηλά στο φρούριο του Κεφάλου άλλαζαν οι νυχτερινοί βαρδιάνοι με τους πρωινούς, όταν οι τελευταίοι διέκριναν καπνό να βγαίνει απ’ τις βίγλες της Άγουσας κι είδαν ξαφνικά μπροστά τους τα κουρσάρικα του Μπαρμπαρόσα με τα κανόνια τους στραμμένα στο νησί. Ο Νικολάκης Μοστράτος, εικοσιενός ετών, γιος φτωχού ψαρά του κυρ Κουμέντη, άφηνε τη νυχτερινή του βάρδια κι επέστρεφε στο σπίτι του στην Παροικιά. Άυπνος, χτυπημένος απ’ τον έρωτα, που του είχε πάρει το μυαλό και ούτε ύπνο είχε, ούτε ξύπνο, ούτε όρεξη για τίποτα πέρα απ’ την Δόνα Ευγενία, τη Ραγούση − είδε μπροστά του ξαφνικά τους στρατιώτες να τρέχουν έξαλλοι στους δρόμους ξεφωνίζοντας.
− Ο Παρπαρούσης, ο Παρπαρούσης με τα πλοία του. Τρεχάτε χριστιανοί στο κάστρο να σωθείτε.
Στάθηκε προς στιγμήν σαστισμένος κι έριξε μια ματιά γύρω του. Οι Παριανοί έβγαιναν τρομαγμένοι απ’ τις πόρτες των σπιτιών τους κι έπαιρναν βιαστικά την ανηφόρα για το κάστρο. Έκανε στροφή επιτόπου κι αντί να τρέξει στο φρούριο, τράβηξε για το σπίτι της αγαπημένης του. Έφτασε ως την εξώπορτα με την ψυχή στο στόμα κι άρχισε να χτυπάει σαν τρελός.
− Δόνα Ευγενία… Ανοίξτε, ανοίξτε για το Θεό. Μας χτυπούνε τα τούρκικα σκυλιά. Πρέπει να φύγουμε.
Του άνοιξε μετά από λίγο η Ευγενία σαστισμένη φορώντας το καινούργιο νυφικό της που είχε φέρει για μια τελευταία πρόβα η μοδίστρα. Δεν πρόλαβε να κουμπώσει τα μαργαριταρένια του κουμπιά κι απ’ το άνοιγμα του ντεκολτέ ξεχείλιζε πληθωρικό το στήθος της. Στάθηκε στην πόρτα και κοίταζε τον Νικολάκη σαν χαμένη. Σήμερα το απόγευμα θα έβαζε στεφάνι με τον κόμη Δάνδολο από την Βενετία. Ο κόμης είχε έρθει πριν από δύο μήνες στο νησί, γνώρισε τη δόνα Ευγενία και την ερωτεύτηκε παράφορα. Αν και πολύ μεγαλύτερος στα χρόνια, δεν δίστασε να τη ζητήσει από τους Ραγούσηδες που δέχτηκαν αμέσως να τη δώσουν και μάλιστα το θεώρησαν μεγάλη τους τιμή. Γιατί ο κόμης ήταν πάμπλουτος με ακίνητα, καράβια, λατομεία στην Αστυπάλαια και στη Νίσυρο κι ένα δικό του ναυπηγείο στη Σάμο. Οι Ραγούσηδες που ήταν άρχοντες κι αυτοί με πολλά εκτάρια γης, ελαιώνες κι αμπέλια, είπαν το ναι με μεγάλο ενθουσιασμό. Η Ευγενία παρήγγειλε νυφικό από βενετσιάνικο μετάξι, πέπλο από αιθέριο πανί του Μαρακές και πασούμια κεντημένα με μαργαριτάρια της Μαγιόρκας, αγορασμένα στα πειρατικά παζάρια του νησιού. Κουμπάρος θα γινόταν ο ενετός δυνάστης Σαγρέδος Βερνάδο και μάλιστα είχαν συμφωνήσει να τους βαφτίσει και το πρώτο τους παιδί. Κι ενώ στο σπίτι έφταναν ήδη τα γαμήλια δώρα και η Δόνα Ευγενία έκανε την τελευταία πρόβα νυφικού, την αποφράδα εκείνη μέρα της 1ης Δεκεμβρίου του 1537, ακούστηκαν οι πρώτοι κανονιοβολισμοί απ’ τη θάλασσα και ο Μπαρμπαρόσα με τους πειρατές του βρέθηκαν έξω απ’ τα σπίτια των δύστυχων κατοίκων.
Βέβαια ο Νικολάκης ο Μοστράτος που ζούσε ένα δράμα όλον αυτό τον καιρό βλέποντας την αγαπημένη του να παντρεύεται κάποιον άλλο, δεν ήξερε αν έπρεπε να στεναχωρηθεί ή να χαρεί τώρα που όλα οδηγούσαν σε ακύρωση του γάμου. Ας σημειωθεί ότι η δόνα Ευγενία ουδέποτε είχε ανταποκριθεί στο απελπισμένο του αίσθημα. Τον αντιμετώπιζε μάλλον συγκαταβατικά, καθώς ο άτυχος νέος είχε ταπεινή καταγωγή αλλά βέβαια πάντα με συμπάθεια.
− Τρέξε να ειδοποιήσεις τον πατέρα μου, του πέταξε. Πήγε ως τον υποπρόξενο Φραντσέσκο Γεράρδη μαζί με τον κόμη. Γρήγορα να τους προλάβεις. 
Όμως οι κουρσάροι του Μπαρμπαρόσα είχαν κάνει κιόλας απόβαση κρατώντας μουσκέτα και κραδαίνοντας χαντζάρες κι είχαν αρχίσει να πλησιάζουν στην κατοικημένη περιοχή. Έφταναν ήδη οι αγριοφωνάρες τους απ’ την ακτή , ενώ ταυτόχρονα ακούγονταν τα ποδοβολητά απ’ τους έφιππους βενετούς στρατιώτες που είχαν πλημμυρίσει το νησί: φάντηδες, κοντοτιέρους, γκονφαλονιέρους και ιππότες. Από τα τείχη έρχονταν ομοβροντίες κανονιών κι ο κόσμος έτρεχε αλαφιασμένος γυρεύοντας καταφύγιο μέσα στο οχυρό που είχε αρχίσει να γεμίζει ασφυκτικά.
Η Δόνα Ευγενία δεν πρόλαβε να βγάλει ούτε καν το νυφικό της, όταν είδε ένα λεφούσι από πειρατές να πλημμυρίζουν το δρόμο που οδηγούσε στο πατρικό της σπίτι. Πετάχτηκε αμέσως έξω κι έτρεξε μαζί με τους άλλους στο κάστρο του Κεφάλου. Κανείς δεν τολμούσε να ξεμυτίσει πια από κει. Η Πάρος είχε γεμίσει πάνοπλους κουρσάρους.
Ο Μπαρμπαρόσα εφάρμοζε όπως πάντα, την ίδια τακτική. Λεηλατούσε σπίτια , έκαιγε σοδειές, γκρέμιζε εκκλησίες, έσφαζε τους γέρους, σκλάβωνε τους άντρες, άρπαζε τα αγόρια για γενίτσαρους και τις γυναίκες για τα χαρέμια των πασάδων. Ωστόσο το νησί αντιστεκόταν λυσσαλέα. Είχε αρκετό βενετσιάνικο στρατό κανόνια και πυρομαχικά. Οι μάχες δεν σταματούσαν ούτε τη νύχτα. Έλληνες και Βενετσιάνοι πολεμούσαν ηρωικά. Φαίνονταν αποφασισμένοι να πεθάνουν ή να νικήσουν. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες πολιορκούσε το κάστρο του Κεφάλου ο ρείς. Ο ουρανός γέμισε καπνό , ο τόπος λαβωμένους, τα κτίρια κάηκαν, τα νερά κοκκίνισαν απ’ το αίμα, αλλά το φρούριο δεν έπεφτε. Ο Μπαρμπαρόσα τα χρειάστηκε. Είχε χάσει ήδη αρκετούς άντρες. Κατάλαβε πως δεν θα νικούσε εύκολα τους Παριανούς. Την τέταρτη μέρα μάζεψε το στρατό του και σήμανε υποχώρηση. Οι κάτοικοι άρχισαν να πανηγυρίζουν. Πίστεψαν ότι είχαν εξαναγκάσει τον Τούρκο να αναδιπλωθεί. Αλλά έκαναν λάθος.

Νύχτα, το φεγγάρι στη χάση του και ο ουρανός μπουκωμένος από τα σύννεφα. Ο Μπαρμπαρόσα πηγαινοερχόταν εκνευρισμένος μέσα στην καμπίνα της γαλέρας του ενώ δυο αξιωματικοί του μελετούσαν το χάρτη του νησιού. Ένας υπηρέτης μπήκε κρατώντας έναν δίσκο με την ασημένια τσαγέρια του ρείς γεμάτη τσάι. Ήταν γυναικωτός και σειόταν καθώς περπατούσε. Σέρβιρε το τσάι σε χαμηλά ποτήρια ρίχνοντας λοξές ματιές στους αξιωματικούς. Ο Μπαρμπαρόσα κονταστάθηκε και τον κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω.
− Χασάν, του είπε .Έλα εδώ!
− Στις διαταγές σου ρείς, προσκύνησε εκείνος.
− Κατέβα στο αμπάρι, έχουμε δυο σεντούκια με κλεμμένα. Βάλε γυναικεία ρούχα κι ένα μαξιλάρι στην κοιλιά σου να φαίνεσαι γκαστρωμένη, ετοιμόγεννη και μετά έλα πάνω.
Ο υπηρέτης τον κοίταξε σαστισμένος. Αλλά δεν τόλμησε να ρωτήσει το γιατί.
− Αμέσως, αφέντη, απάντησε. Και κατέβηκε στο αμπάρι. Άνοιξε ένα σεντούκι που είχαν κουρσέψει από φράγκικο πλοίο και βρήκε μια μακριά γυναικεία φορεσιά. Τη φόρεσε, έβαλε ένα μεταξωτό μαξιλάρι μες στο σώβρακό του κι ανέβηκε επάνω. Ο Αρχιπειρατής τον κοίταξε χαμογελώντας πονηρά.
− Φόρα και μια μαντήλα στο κεφάλι, μουρμούρισε. Να μοιάζεις με γυναίκα κι έτσι σινάμενη, κουνάμενη να πας μπροστά στην πύλη του κάστρου και να παριστάνεις ότι είσαι έγκυος στον ένατο μήνα και σ’ έπιασαν οι πόνοι της γέννας. Να πέσεις κάτω κλαίγοντας και να φωνάζεις βοήθεια, χριστιανοί, ανοίξτε τις πόρτες να μπω μέσα γιατί γεννάω. Με ψιλή φωνή, κοίταξε με νόημα τον υπηρέτη. Άκουσα ότι μιλάς ελληνικά… Αν πιάσει το κόλπο οι Παριανοί θα ανοίξουν την πύλη για να σε βάλουν μέσα και τότε θα ορμήξουμε εμείς.
− Είσαι ιδιοφυία ρείς, φώναξαν οι δυο αξιωματικοί μ’ ενθουσιασμό στον Μπαρμπαρόσα.
− Κι εσείς πάτε να μαζέψετε το μπουλούκι σας, συνέχισε εκείνος. Να αρματωθείτε και να βγείτε αθόρυβα στη στεριά. Να μη σας καταλάβουν οι ντόπιοι. Θα τους πιάσουμε στον ύπνο. Κανείς δεν ξέφυγε ποτέ απ’ τον Μπαρμπαρόσα. Κανείς. Χασάν, πρόσεχε, να μην τα χάσεις. Σε σένα στηριζόμαστε, κατέληξε.
Έτσι όλοι ετοιμάστηκαν για το μεγάλο κόλπο Ζώστηκαν τα άρματα , πήδηξαν αθόρυβα απ’ τα πλοία κι ακολούθησαν τον Χασάν που ντυμένος γυναίκα κατευθύνθηκε προς την πύλη του κάστρου. Εκεί έπεσε μπροστά στην αμπαρωμένη πόρτα παρακαλώντας να του ανοίξουν για να μπει γιατί τον έπιασαν οι πόνοι και γεννούσε.
Οι δύστυχοι Παριανοί τον πίστεψαν. Κατέβηκαν δύο φρουροί κι άνοιξαν την πορτάρα για να περάσει ο μεταμφιεσμένος τούρκος. Ούτε καν τον υποπτεύτηκαν. Ένα λεφούσι από άγριους πειρατές χίμηξαν την ίδια στιγμή από το άνοιγμα της πύλης αλαλάζοντας. Το τι επακολούθησε δεν περιγράφεται. Τα κορμιά έπεσαν όπως τα στάχυα που τα θερίζει δρεπάνι. Η Πάρος αποδεκατίστηκε. Το αίμα έλουσε το κάστρο κι έφτασε ως την θάλασσα. Οι Παριανοί νικήθηκαν και δήλωσαν υποταγή. Και μάλιστα έστειλαν στον Μπαρμπαρόσα μια επιτροπή και ζήτησαν εκεχειρία. Η πολιορκία λύθηκε. Οι βενετσιάνικες σημαίες κατέβηκαν απ’ τα κάστρα κι ανέβηκε η ημισέληνος.

Για πάντα θα θυμούνται οι νησιώτες εκείνη την Τετάρτη του Δεκέμβρη του 1537. Πλησίαζαν οι γιορτές των Χριστουγέννων αλλά αυτοί δεν θα γιόρταζαν τούτη τη χρονιά. Πένθος βαρύ σκέπαζε ολόκληρη την Πάρο. Ο βενετός ηγεμόνας της Σαγρέδο την είχε παραδώσει άνευ όρων στον Μπαρμπαρόσα που άφησε στρατιώτες και φιρμάνια εξευτελιστικά για τους κατοίκους της. Ύστερα φόρτωσε στα πλοία τα πλούτη του νησιού μαζί με σκλάβους κι έδωσε διαταγή να μαζευτούν στην παραλία όλες οι γυναίκες. Εκεί στους ήχους των τυμπάνων που έπαιζαν δυο νεαροί οθωμανοί τις πρόσταξε να χορέψουν. Κι είπε στους πειρατές του να διαλέξουν όποιαν ήθελαν. Οι δύστυχες γυναίκες άρχισαν να χορεύουν με τσακισμένη την ψυχή ενώ τα δάκρυα κυλούσανε ποτάμι απ’ τα μάτια τους. Ήξεραν ότι δεν θα ξανάβλεπαν τον τόπο τους. Δεν θα ξαναγύριζαν ποτέ. Δεν θα ξανάσμιγαν μ’ εκείνους που αγαπούσαν.
Ο Νικολάκης Μοστράτος παρακολουθούσε το θέαμα, από μακριά κρυμμένος μέσα σε μια σπηλιά ψηλά στα βράχια. Διέκρινε την αγαπημένη του δόνα Ευγενία να χορεύει με το σκισμένο νυφικό της και τα μαλλιά λυτά, τα μάτια της πλημμυρισμένα από τα δάκρυα. Η καρδιά του άρχισε να χτυπάει σαν τρελή. Ήθελε να ορμήξει και να την αρπάξει απ’ τα χέρια των τούρκων αλλά δεν τολμούσε. Θα ’ταν άλλωστε μάταιο. Οι οθωμανοί θα τον σκότωναν την ίδια στιγμή. Και τότε είδε ξαφνικά τον Μπαρμπαρόσα να την πλησιάζει μ’ ένα πλατύ χαμόγελο χαδεύοντας τα μούσια του.
− Αυτή είναι για μένα, μούγκρισε κι έκανε νεύμα στους ναύτες του να φορτώσουν τη δόνα Ραγούση στη γαλέρα του.
Ο Νικολάκης ένιωσε σα να ’φαγε μαχαιριά. Η καρδιά του ράγισε. Τον πήρανε τα δάκρια.
− Δόνα Ευγενία , ψιθύρισε, καρδιά μου, φως των ματιών μου… σε χάνω…
Την ίδια στιγμή ένας ελαφρύς θόρυβος τον έκανε να γυρίσει. Κι είδε μπροστά του τον κόμη Δάνδολο, πληγωμένο, αιμόφυρτο, με σκισμένα τα ρούχα κι ακάλυπτο κεφάλι. Ο γηραιός άντρας τον πλησίασε σκυθρωπός και στάθηκε στο πλάι του.
− Νικολάκη, του είπε παρατηρώντας τη θάλασσα. Την δόνα Ευγενία δεν την πήρα ούτε εγώ , ούτε εσύ. Την πήρε ο Μπαρμπαρόσα.
− Ναι, μας την πήρε ο Μπαρμπαρόσα, κούνησε το κεφάλι του ο νεαρός Μοστράτος και κοίταξε τον κόμη με συμπάθεια. Το μίσος που έτρεφε εναντίον του είχε εξατμισθεί. Ένιωσε ξαφνικά αλληλεγγύη.
− Έλα να με βρεις στην Βενετία, συνέχισε εκείνος. Όπως βλέπεις φεύγουμε απ’ το νησί. Δεν έχουμε πια καμιά εξουσία στην Πάρο. Ο θεός τα κανόνισε αλλιώς… Έλα, όταν το αποφασίσεις, του ξανάπε ζωηρά. Ίσως η τύχη σου να βρίσκεται εκεί − στην Βενετία.


Κατερίνα Καριζώνη




* Το διήγημα «Το κόλπο του Μπαρμπαρόσα» αποτέλεσε την πρώτη ύλη για να γραφτεί το μυθιστόρημα «Ο χάρτης των ονείρων», εκδόσεις Καστανιώτη, 2011

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2015

Κατερίνα Καριζώνη, "Ρεσάλτο"




Από τη συλλογή
Τσάι και μυθολογία
Ποιήματα 1980-85


Θεσσαλονίκη

Τα λεωφορεία
που σταθμεύουν στις αλάνες
πίσω απ’ τις πολυκατοικίες κάθε βράδυ
είναι τα λάφυρα των ημερών που πέρασαν
κατά τις δώδεκα γεμίζουν πλήθη αγίων
                                            πολιούχων
άμφια βυζαντινά και σκοτεινά διαμάντια
λύνουν χειρόφρενα και ορμούν στη ναρκωμένη πόλη
σέρνουν την ενδοχώρα ως τη θάλασσα
κι από κει αναδύονται στον αιώνα τους
που φέγγει.

Και τότε οι εκκλησίες ερειπώνονται
χαλάσματα μέσα στη νύχτα που αχνίζουν
όπως στην πυρκαγιά του δεκαεπτά
και πιο παλιά σ’ επιδρομές απίστων.

Τα ξημερώματα όμως όλα επανέρχονται
τα λεωφορεία άθιχτα στις αφετηρίες
γυαλιστερά, απαστράπτοντα
σαν ωραία χρόνια
να κουβαλούν φορτία εργαζομένων
και μαθητές ανώνυμους λυκείων.

Αυτά μου είπε ένας γέρος αγιογράφος
που είχε το μαγαζί του στη Χαλκέων
δύο ή τρεις αιώνες τώρα και μελετούσε
τη συμπεριφορά των βυζαντινών εικόνων.




Δίχως ιστορία

Όμως κάποτε από άγνωστη αιτία
θα δικαστείς
απ’ όλα τα πρόσωπα και τους θεατές
του παιχνιδιού σου
στη δίκη θα ομολογήσεις
πως ήσουν κι εσύ ένας συνηθισμένος άνθρωπος
μα δεν θα αθωωθείς
θα καταδικαστείς
να ζεις ανάμεσά μας
                                          δίχως ιστορία.




Η αγάπη μου

Η αγάπη μου είναι μια πλατεία
με σιντριβάνια πέτρινα
έφηβους γαλήνιους
που ερωτεύονται το περιπλανώμενο φως
τον άγγελο
που πίνει απ’ τη σκυφτή βρύση
με το τάσι μου
και πλένει στη γούρνα τα φτερά του.

Η αγάπη μου
είναι μια νύχτα χειμωνιάτικη
που συναντάς τη λύκαινα στο μονοπάτι
να σε κοιτάζει με τα παγωμένα μάτια της
και να ορμά στο σκοτάδι.

Ένα πεζούλι είναι η αγάπη μου
που ’ρχεσαι και καθόμαστε τα απογεύματα
και την αυγή μάς βρίσκουνε μαρμαρωμένους.




Από τη συλλογή
Πανσέληνος
στην οδό Φράγκων
Ποιήματα 1990


Ο ελέφας των πόλεων

Το μίσος είναι ένας ελέφας από σκόνη.

Τις Κυριακές τον κουβαλούν
στα Λούνα Παρκ
άνθρωποι ντυμένοι στο χρώμα των κτιρίων
γελωτοποιοί και θηριοδαμαστές
δαμάζουν τον ελέφαντα
σε γλώσσες κραυγαλέες
περνούν μαζί του απ’ την τρύπα μιας βελόνας
μύστες μιας άγνωστης και σκοτεινής παραβολής
κι ύστερα σκεπάζουν με τη σκόνη του την πόλη
κοντά στη θάλασσα.

Το μίσος είναι ένας ελέφας που βρυχάται
πίσω απ’ τις λέξεις.
Η σκόνη του δυσκολεύει την εκφορά τους
τους τρυφερούς περιπάτους του Νοέμβρη
δημιουργεί συσκότιση στα αισθήματα
στους νικηφόρους κήπους της αγάπης
κι άλλοτε γίνεται χνούδι
μιας εφηβείας μακρινής.

Γι’ αυτό και οι άνθρωποι
φοβούνται τον ελέφαντα
και κάποτε μ’ ένα τους δάκρυ
τον σκοτώνουν.




Ινκαντάδας

Καθώς ο μήνας Μάρτης
φυσάει στις κρυφές αυλές
και ανάβουν τα λιωμένα τους λυχνάρια
οι Τουρκάλες
βλέπω καμιά φορά τις Μαγεμένες *
να περνούν
να σμίγουν με το πλήθος στην Καμάρα
και να χάνονται.

Τότε ραγίζουν γύρω μου οι κρυψώνες
και διακρίνω
τα πρόσωπα των φωτογραφιών θαμμένα
πλάι σ’ αγάλματα αλλόγλωσσα
σε κήπους κρεμαστούς
κοντά στα κάστρα.

Ο Εβραίος που κοιμάται στη σκιά μας
ξυπνάει τότε και λέει στη γυναίκα του
− τα δάκρυά μου
πού τα έκρυψες Ραχήλ;



* (σημείωση από το βιβλίο)
Μαγεμένες ή Incantadas: Αγάλματα που βρέθηκαν στην αυλή ενός εβραϊκού σπιτιού στη Θεσσαλονίκη.




Από τη συλλογή
Τα παγώνια της Μονής Βλατάδων
Ποιήματα 1992


Τα παγώνια της μονής Βλατάδων

Τι γυρεύουν τα παγώνια
στο προαύλιο της μονής Βλατάδων
και τι βλέπουν χρόνια τώρα
κοιτάζοντας από ψηλά την πόλη;

Εδώ οι ψυχές μας συνορεύουν με τη θάλασσα
κι οι πεθαμένοι ζουν ανάμεσά μας
ο ήλιος κατεβαίνει κάθε απόγευμα
λερώνοντας με τη σκουριά του τα νερά
όταν νυχτώνει
λιγνοί καλόγεροι πάνω σε σκαλωσιές
ξύνουν το σύμπαν
για να φανεί η τοιχογραφία των αστεριών
ενώ άλλοι, ηγούμενοι
με αρχαίους αστρολάβους
και διαβήτες τρίποδους
χαράζουν σύμβολα ανεξήγητα
στους τοίχους του ουρανού.

Τι γυρεύουν τα παγώνια
στο προαύλιο της μονής Βλατάδων;
τις μέρες παίζουν με τα στάσιμα νερά
μέσα σε γούρνες ραγισμένες
τις νύχτες πετούν το φτέρωμά τους
και γίνονται γυναίκες
φορούν φορέματα δίχως ραφές
και βέλα μαγεμένα
και κατεβαίνουν κουβεντιάζοντας στην πόλη.




Η πρώτη φράση

Την έβδομη μέρα της δημιουργίας
ήρθε μια γυναίκα
κρατώντας ένα κλουβί με καναρίνι
και το κρέμασε σ’ ένα ανθισμένο κλαδί του παραδείσου.
Ύστερα βάλθηκε να συγυρίζει
σκούπισε τα σκοτάδια από τα τζάμια του ουρανού
τη λάσπη του κόσμου από τα υποδήματα των αγγέλων
έβαλε καπνό
στο ανοιγμένο πλευρό του άντρα
κι ένα περιδέραιο από δάκρυα
στο λαιμό της γυναίκας
τέλος μάζεψε όλες τις κραυγές των λουλουδιών
και τις ακούμπησε στα χείλη τους.

Η πρώτη φράση που ακούστηκε στο κόσμο
ήταν σ’ αγαπώ.

Από τότε πέρασαν αιώνες σιωπής.




Το φεγγάρι κι οι τρεις άραβες

Η σκάλα που ακουμπούσε στο φεγγάρι
τι απέγινε;
Ποιος το ανάβει τώρα;
Πώς ανεβαίνει;

Τρεις μικροί άραβες ήρθανε στην αγορά

ο ένας ρώτησε την τιμή του φεγγαριού
ο άλλος ζήτησε να μάθει την απόσταση
ο τρίτος έψαχνε μια καμήλα μαγεμένη.

Όταν έπεσε το δειλινό
πέρασε ένας τυφλός γενίτσαρος
κι άναψε τις λάμπες του δρόμου
πριν φύγει
μ’ ένα παράξενο χαμόγελο
έδωσε φως και στο φεγγάρι.

Πέρα στο βάθος
έφεγγε μια σκάλα ασημένια
ψηλές γυναίκες ανεβαίναν
κουβαλώντας λάδι σε αρχαία αγγεία
κι άλλες με μαγεμένα φυσερά
φυσούσανε
να δυναμώσει το φως το φεγγαριού.




Από τη συλλογή
Ο ράφτης Ραντοσλάβ από το 1470
Ποιήματα 2002


Ο ράφτης Ραντοσλάβ από το 1470

Θ’ αφήσω απόψε τα παραθυρόφυλλα ανοιχτά
για να ’ρθει πετώντας ο ράφτης Ραντοσλάβ
κραδαίνοντας το χάλκινο ψαλίδι του
ανεμίζοντας τη σάπια του κλωστή μέσα στην καταχνιά
θα φέρει τα ρούχα των νεκρών
για να τα σιδερώσω
τις ξηλωμένες τους ψυχές μες σ’ ένα δίχτυ
σαν ένα κοπάδι πεθαμένες πεταλούδες

Θ’ ανάψω πάλι εκείνο το κιτρινισμένο φως
στο πορτατίφ
και θα λαδώσω καλά τους μεντεσέδες
για να μη τρίζουν όταν πιάνει ο βοριάς
θα βάλω ακόμα την τσαγιέρα στη φωτιά
και τ’ αναμμένα κάρβουνα στο σίδερο
γιατί ξέρω, πως φοβάται την αυγή ο Ραντοσλάβ
κι όταν καμιά φορά καθυστερώ, θυμώνει

και μου ράβει τα βλέφαρα
και μου παίρνει αυτούς που αγαπώ.




Μνημόσυνο

Ένα άλογο έτρωγε
όλο το πρωί τον ουρανό
από μια οπή φαινόταν η νεκρή γιαγιά μου
φορούσε την παλιά χορταριασμένη ρόμπα της
κι έπλενε κάτι γιγάντια καζάνια
πάλι δουλειές έκανε η δύστυχη γιαγιά
δίπλα της έκλαιγε μια νεαρή αγία
τα δάκρυα της γίνονταν μικρά χρυσόψαρα
εκείνη είχε βάλει ένα τηγάνι στη φωτιά
το λάδι τσίριζε.
Αλεύρωνε η γιαγιά μου τα χρυσόψαρα
και τα ’ριχνε στο λάδι
βογκούσαν στην αρχή
μετά  ησύχαζαν
κι αρχίζανε να μιλούν
με τις φωνές μας.

− Τι κάνεις γιαγιά στον ουρανό; της φώναξα.
− Όλη τη μέρα τηγανίζω ψάρια
για να μαθαίνω νέα σας,
τη νύχτα
με το καμένο τηγανόλαδο
ανάβω τ’ άστρα.




Γράμμα στη μητέρα

Αρρώστησα από μοναξιά μητέρα,
αρρώστησα από το κρύο φως των αστεριών
που εισβάλλει κάθε νύχτα μες στο αίμα μου
κι αρχίζω να πετώ,
πετώ χωρίς ελπίδα
βλέπω τα σπίτια ολοσκότεινα, κλειστά
και τον αγαπημένο να κοιμάται μαγεμένος
βλέπω ζητιάνους στα πάρκα
να φεγγίζουνε
σαν πλάσματα από φώσφορο
ψηλά στα δέντρα τις τρέσες του κακού
και στους νερόλακκους διαμάντια.
Δεν έχω πού να πάω, μητέρα,
το σπίτι, το πηγάδι και τον κήπο
τα σήκωσε ένας στρόβιλος από φωνές
τα πήρε ένας χειμώνας στοιχειωμένος
και τα σκόρπισε
πέρα απ’ τους χάρτες
στους πάγους των δακρύων.

Αρρώστησα από μοναξιά, μητέρα
έβγαλα ράμφος
εκεί που ήταν παλιά η πληγή του στόματος
έβγαλα απαίσια φτερά από μεμβράνη
δηλητηριώδη αγκάθια γύρω από τα δάχτυλα
τρέμω από πυρετό τις νύχτες στο ταβάνι
και πνίγω ό,τι αγαπώ.




Το εγκαταλειμμένο παλάτι

Κανείς δεν ξέρει για το εγκαταλειμμένο ανάκτορο
στήνεται κάθε φορά που πιάνει η βροχή
υγρό και φωταγωγημένο σαν παλιός πολυέλαιος
φέγγει για μια στιγμή πάνω απ’ την πόλη
βεγγαλικό από παγωμένα κρύσταλλα κι ατμούς
κι ύστερα σωριάζεται αθόρυβα
στη θάλασσα.

Κανείς δεν ξέρει
για τον στοιχειωμένο οικοδεσπότη του
ζει εδώ κι αιώνες μόνος
μέσα στις σταγόνες της βροχής
μαδώντας λυπημένος μια μακριά ανθισμένη βέργα
που πότε-πότε μοιάζει να είναι η γραμμή του ορίζοντα.

Μια νύχτα που φυσούσε
χτύπησε την πόρτα
και μου ζήτησε
ένα μικρό φλιτζάνι δάκρυα.




Από την ανέκδοτη συλλογή
«Ρεσάλτο»
(2008)


Τα παπούτσια

Παλιά, λιωμένα απ’ τις πεζοπορίες
                                                                  παπούτσια μου
που με οδηγείτε πάντα στους γκρεμούς
σε λάθος δρόμους που βγάζουν στο σκοτάδι
σε σπίτια που ερήμωσαν μες στις φωτογραφίες τους.

Άσπλαχνα, μπερδεμένα μέσα στην πολυκοσμία
                                                                   παπούτσια μου
φτιαγμένα μόνο για αποχωρισμούς
γι’ αυτούς που περιφέρονται δίχως ελπίδα
έξω απ' τους χάρτες του καλοκαιριού.

Παπούτσια που δεν με πάτε πουθενά
παρά μονάχα σε πόλεις που απομακρύνονται
σε ανθρώπους που πεθαίνουν μόλις τους αγγίζεις
σε έρωτες που σβήνουν πριν να γεννηθούν.

Κι όμως σας είχα φορέσει κάποτε
σε ηλιόλουστες μέρες
σε διαδρομές κοντά στα κάστρα
                                             της παράκτιας πόλης
κι άλλοτε πλάι στην κηλίδα της θάλασσας
κάτω απ’ τον ουρανό
                                         κάποιας εφήμερης αγάπης.

Παλιά, λιωμένα απ’ τις πεζοπορίες
                                                       παπούτσια μου
που ονειρευτήκατε ταξίδια.




Αυτά που μας σκοτώνουν

Τα πράγματα που δεν υπάρχουν
μας φωνάζουν συνεχώς
και οι φωνές τους σκεπάζουν
όλα τα άλλα που υπάρχουν.
Τα πράγματα που δεν υπάρχουν
ζουν μέσα στα δάκρυα
ξυπνούν τις νύχτες
ανάβουνε το φως
ξεφυλλίζουν βιβλία
ανοιγοκλείνουν τα παράθυρα
ρωτούν αδιάκοπα γιατί.

Εκείνο το φιλί που τότε αρνήθηκα
το ραντεβού που κάποτε δεν πήγα
το ποίημα που δεν κάθισα να γράψω
το χέρι που όταν έπρεπε, δεν έδωσα
τα λόγια που ενώ θέλησα, δεν είπα
και τελικά είναι πιο πολλά
όσα δεν έγιναν
από τα πεπραγμένα της ζωής μας.

Τα πράγματα που δεν υπάρχουν
πολεμούν με αυτά που ακόμα υπάρχουν
και στο τέλος τα νικούν
γιατί πατρίδα τους είναι ο θάνατος
και εμείς τα τελευταία λάφυρα της μάχης
που παίρνουν επιστρέφοντας μαζί τους.




Το τέλος της Σταχτοπούτας

Η Σταχτοπούτα ήταν κόρη μετανάστη
από τα δάση της οκτωβριανής επανάστασης
και πέθανε σ’ ένα εργοστάσιο ζάχαρης.

Θυμάσαι τα παλιά μας ποιήματα;
Μιλούσαν αόριστα για τον θάνατό της.
ωστόσο τα γοβάκια της έλιωναν αθόρυβα στη στάχτη
στο τζάκι κάτω απ’ το σταματημένο ρολόι
όπου κεντούσανε τις τουαλέτες του χορού
φόβοι-υπηρέτες και μέλισσες-ελπίδες.

Τώρα θα πεθάνουμε κι εμείς
πρόσφυγες ενός παράξενου Οκτώβρη
δίχως πατρίδα και χωρίς παραμονή
σ’ έναν παράνομο και κακοπληρωμένο αιώνα
κι ούτε μια νύξη για τη σταχτοπούτα-επανάσταση
ούτε καν για τον σκοτωμένο πρίγκιπα στα δάση
με τα χλωμά πουδραρισμένα μάγουλα
και τα φιλιά που μύριζαν καμένη άχνη.

Η Σταχτοπούτα ήταν κόρη μετανάστη
Τατιάνα, το πραγματικό της όνομα
φορούσε πάντα λαστιχένιες σόλες
για να ξεφεύγει από τους φύλακες στα σύνορα
κι από τα περιπολικά στα πεζοδρόμια.



Όλα τα ποιήματα περιέχονται στην συγκεντρωτική έκδοση «Ρεσάλτο», εκδ. Αρμός, 2009


(Φωτογραφία: Σίσσυ Δουίτζη)

Επίμετρο
H Kατερίνα Kαριζώνη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου φοίτησε στη Γερμανική Σχολή. Σπούδασε οικονομικά και είναι διδάκτορας των Οικονομικών Επιστημών του ΑΠΘ. Εργάστηκε επί δεκαπέντε χρόνια στην Εθνική Τράπεζα. Έχει εκδώσει μυθιστορήματα, διηγήματα, ποιητικά βιβλία, ιστορικά λευκώματα και βιβλία για παιδιά.
Συνεργάζεται με διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά δημοσιεύοντας κριτικά σημειώματα, δοκίμια και λογοτεχνικά κείμενα. Το 1991 τιμήθηκε με το Α΄ Βραβείο του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου για το βιβλίο της «Χίλιες και μία νύχτες των Βαλκανίων». Το 2009 απέσπασε το βραβείο του περιοδικού "Αυλαία" για το σύνολο του έργου της. Κείμενα και ποιήματά της μεταφράστηκαν στις βαλκανικές γλώσσες, στα γερμανικά, τα αγγλικά και τα πολωνικά. Ποιήματά της μελοποιήθηκαν από τον Μιχάλη Γρηγορίου και ερμηνεύτηκαν από τη Σαββίνα Γιαννάτου. Είναι μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης.

Το έργο της
Ποιητικές συλλογές:
«Πρωτοβρόχια», 1969
«Διαστάσεις», 1972,
«Πινόκιο», 1975
«Αναπάντεχο Καλοκαίρι», εκδ. Εγνατία, 1978
«Τσάι και μυθολογία», εκδ. Ν. Πορεία, 1985
«Πανσέληνος στην οδό Φράγκων», εκδ. Εντευκτηρίου, 1990
«Τα παγώνια της Μονής Βλατάδων», 1992
«Ο ράφτης Ραντοσλάβ από το 1470», εκδ. Ίνδικτος, 2001
«Ρεσάλτο», εκδ. Αρμός, 2009

Συμμετοχή σε συλλογικό έργο:
«Το θηλυκό πρόσωπο της ποίησης στη Θεσσαλονίκη», εκδ. Ερωδιός, 2007

Πεζογραφία:
«Ο άγγελός μου ήταν έκπτωτος», εκδ. Καστανιώτη, 1997
«Βαλς στην Ομίχλη», εκδ. Καστανιώτη, 2001
«Το τσάι με τον Καβάφη», εκδ. Καστανιώτη, 2004
«Μεγάλο Αλγέρι», εκδ. Καστανιώτη, 2006
«Ο Μονόφθαλμος και άλλες πειρατικές ιστορίες», εκδ. Καστανιώτη, 2009

Παιδική λογοτεχνία:
«Χίλιες και μια νύχτες των Βαλκανίων», εκδ. Ερμής, 1989
«Ο Σαίξπηρ σε 7+2 παραμύθια», εκδ. Ερμής , 1990
«Η Δίκη των Παραμυθιών», εκδ. Ερμής, 1992
«Το ταξίδι του αυτοκράτορα με το χαμένο πρόσωπο», εκδ. Ερμής, 1993
«Παραμύθια από όπερες», εκδ. Ερμής, 1997
«Το ταξίδι των παραμυθιών», εκδ. Κέδρος, 1998
«Mια φορά κι έναν καιρό σ’ ένα ξέφωτο του δάσους», εκδ. Καστανιώτη, 2005
«Ο Μαγικός Αυλός», εκδ. Μεγάρου Μουσικής, 2005

(Οι φωτογραφίες προέρχονται από την σελίδα "Katerina Karizoni C", στο facebook)