Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραδεισανού Ειρήνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραδεισανού Ειρήνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 27 Μαΐου 2019

Ειρήνη Παραδεισανού, "Λοβοτομής εγκώμιον"




Λοβοτομής εγκώμιον

                                             στον Δημήτρη Τσεκούρα


 Η λοβοτομή έχει πολλές όψεις.
 Ίσως η πιο αποτελεσματική να είναι η αυταπάτη του στόχου.

Ευτυχώς

δια την εύρυθμον λειτουργίαν της  κοινωνικής μας δομής
λίγοι είναι αυτοί που το συν-αισθάνονται
ελάχιστοι όσοι το αντι-λαμβάνονται
απειροελάχιστοι όσοι το αντι-παλεύουν.

Κι έτσι

η ανθρωπίλα συνεχίζει
τον μακάριο
                   
                              ανέφελο
                                                    αταξίδευτο
αβασίλευτο
                         απαρασάλευτο
αβασάνιστο
                       όρθιο

ύπνο της


Κοιμηθείτε
καλά μου
αξιολάτρευτα
μικρά
τραγανά μου
ανθρωπάκια


Σας εγγυώμαι
στο όνομα της ακραιφνούς γελοιότητος
του μόνου εν ζωή άξαφνου ήλου

το Μάτι μου
είναι Αλλού στραμμένο

.........


     ( Υποσημείωσις 1. το οξύμωρον σχήμα στη λέξη “απειροελάχιστοι” μη σας διαφύγει, αξιότιμοι αναγνώστες μου.
      Υποσημείωσις 2. Στην λέξη “ήλου”, μην μπερδευτείτε και προσθέσετε το ι. Το καρφί προφανώς  κρύβει το φως. Μα δεν είναι ανάγκη να γινόμαστε τόσο ανελέητα επεξηγηματικοί και εύκολοι. Λίγη περίσκεψις δεν έβλαψε ποτέ κανέναν. )



Ειρήνη Παραδεισανού



Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: Jan van Kessel the Elder, «Saturn devouring his children», (1660).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Τετάρτη 14 Μαρτίου 2018

Ειρήνη Παραδεισανού, "Τρία ποιήματα"




Γυμνή από δέρμα


Μικρή που ταλαντεύτηκες στο σχοινί των ανθρώπων
γυμνή από δέρμα
φαίνονταν μέσα σου τα όργανα
καρδιά, πνεύμονας, συκώτι, σπλήνα, χολή
κι η γλώσσα δεμένη στο φάρυγγα.
Διπλωμένη στα χέρια σου η φωτιά
ίσιωνε τα σώματα των αιώνιων χορευτών
μέσα στην άκαρπη κοιλιά του κήτους.





Μελάνι να σιωπήσει


Αυτά τ’ ανθάκια που γεννά η ροδακινιά μας
έτσι ως ξεμυτούν στο γάλα
θέλω να δω στα μάτια του θεριού στρεψόδικα να φέγγουν
να του τρυπούν το μαύρο
και να γκρεμίζεται με πάταγο
στα βάθη της θάλασσας

και ως βυθίζεται στα κύματα του νου
να κλείνω μέσα στα ταραγμένα στήθια
αυτήν την τρεμώδη μπίλια
που μου τίναξε

μονάχα εγώ

εσείς μη δείτε
εσείς γλυκά μου αθώα
μακάρια ν’ απλώσετε στα νέφη τα μαλλιά σας
και τα μέλη σας μ’ εμπιστοσύνη
να δωρίσετε στον ήλιο.

Το θεριό που κοιμήθηκε μέσα σας
έδωσε στο ποίημα μελάνι να σιωπήσει.





Όρθια μπροστά σας


Ελάτε
να γράψετε πάνω στην παλάμη μου
με κάρβουνο από καμένο δέντρο
τη ζωή σας.

Δε θα σας πω πως ζήσατε σακάτικα.

Θα είμαι όρθιος τοίχος μπροστά σας
να μαζεύω τον αγέρα που σας έλειψε
να τον φυσώ
στα χτικιασμένα σας πνευμόνια

όρθια μπροστά σας
με τα ξύλινα ποδάρια μου
στριφτά καυσόξυλα
δοσμένα σε σόμπα
στην καρδιά του καύσωνα.





Τα ποιήματα της Ειρήνης Παραδεισανού δημοσιεύονται για πρώτη φορά.

Στην εικόνα: «Φύλλο πορείας», έργο της Δομινίκης Σωτηριάδου.

Παρασκευή 19 Μαΐου 2017

Ειρήνη Παραδεισανού, "Δύο ποιήματα"


Φωτογραφία: Κώστας Αντωνιάδης 


Δεν έχω πια φωνή να μιλώ


δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη
δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη
δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη
δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη
δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη
...

( Δεν έχω πια φωνή να μιλώ.
Το στόμα μου γίνηκε μια λίμνη χώμα.
Σαλεύει ορθάνοιχτο
στο μαύρο
και μια σμέρνα μου τρώει τη γλώσσα.
Δεν έχω πια σάλιο να φτύσω.
Ξερό το χώμα που μασώ
κι έγινε πέτρα
βυθισμένη στην άμμο του κρανίου
που κραδαίνει εμπρός μου
ο Άμλετ. )





Ποιητική


Κάποτε θα καταφέρω να μιλήσω
για το κομμάτι σίδερο
που χω καρφωμένο στα σπλάχνα
για το μέταλλο που σπρώχνει το μεδούλι
στις δυο χαράδρες
δεξιά κι αριστερά στους κροτάφους
και δεν αφήνει τα μάτια να δουν τίποτα
πέρα απ’ το βουνό της άγριας λαχτάρας.

Μέχρι τότε
ας αρκούμαι σε ασκήσεις ύφους
που μύωπες οι ειδήμονες
θα βαφτίζουν ποιήματα.

Ω είναι ωραίο να σε λένε ποιήτρια.

Είναι κι αυτό μια δίκαιη ανταλλαγή.
Δίνεις τα σπλάχνα σου, παίρνεις τον τίτλο.

Ανόητοι εσείς που θαρρούσατε πως θα γελάσετε το αίμα.

Μη μου δίνετε πια συγχαρητήρια.

Μονάχα πάρτε το καρφί απ’ τα μάτια μου.

Κι αν δεν μπορείτε,
έστω
σταθείτε από κάτω
και
βαστάξτε τα καυτά πετράδια που μου καίνε τη γλώσσα.




Ειρήνη Παραδεισανού


Τετάρτη 26 Απριλίου 2017

Ειρήνη Παραδεισανού, "Ανοίκεια θεάματα"




Ανοίκεια θεάματα


γράφει η Ειρήνη Παραδεισανού


Οι τραγικοί ποιητές δεν έδειχναν ποτέ τους φόνους επί σκηνής μπροστά στα μάτια των θεατών. Τους θεωρούσαν ανοίκεια θεάματα. Πίστευαν δηλαδή πως η βίαιη εικόνα δε διδάσκει. Αντίθετα, εξαχρειώνει.
Η λογοτεχνία τους ωστόσο, από τον Όμηρο μέχρι τους μεγάλους τραγικούς ποιητές ήταν μια μελέτη θανάτου. Δεν ξέρω άλλον λαό που να τόλμησε να δει κατάματα τη γύμνια του ανθρώπου μπροστά στο αμετάκλητο του θανάτου.
Κι αυτή η επίγνωση του ανεπίστρεπτου τον ατσάλωσε με πείσμα να δώσει στο “τώρα” όσα μπορεί. Με ακεραιότητα και ήθος. Μια μικρή λεξούλα γύρω από την οποία έφτιαξε μια ολάκερη ζωή με πείσμα και αγώνα. Αιδώς.

Και βλέπω τον άνθρωπο σήμερα.
Μοιάζει μικρή κουκίδα σε μια γιγάντια οθόνη με σκηνές που εναλλάσσονται. Φρίκη, διαμελισμένα πτώματα, αίμα, σεξ, χάχανα, λάσπη, χαζοχαρούμενα αστεία. Μια ατάραχη λίμνη καμωμένη από εικόνες. Κι ο άνθρωπος ανήμπορος να κολυμπήσει. Και ποιος θα τον πάρει από κει; Ποιος θα τον τραβήξει έξω, να τον κάνει άνθρωπο φτιαγμένο από πηλό κι ανάσα; Το χνώτο του ψάχνει να βρει χαμένος στα τεχνητά αρώματα. Το δέρμα του το διάφανο να ανακαλύψει. Την ακοή του. Την εσωτερική όραση. Να μάθει να βλέπει.
Ή μήπως δεν ψάχνει πια; Με φρίκη αναλογίζομαι αυτό το μήπως.





Το άρθρο της Ειρήνης Παραδεισανού δημοσιεύτηκε στο προσωπικό της ιστολόγιο: http://wwwpareisakth.blogspot.gr/  στις 1/3/2017.
Στην εικόνα: "Scream" by Chinwe Chukwuogo-Roy.

Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2016

Ειρήνη Παραδεισανού, "Τα γυάλινα μάτια των ψαριών"




ΤΑ ΓΥΑΛΙΝΑ ΜΑΤΙΑ ΤΩΝ ΨΑΡΙΩΝ


Ήταν στιγμές
που περπατούσα ανάποδα στην όψη μου.
Χέρια χαράζαν το δέρμα από μέσα.
Νύχια γαμψά
απ’ τη λαχτάρα μου να δω.
Χαράδρες σκάβαν βαθιά τα δυο μου μάτια.

Εσείς
ανυποψίαστοι
κομψοί
σχοινοβάτες του ύπνου.

Κι εγώ
μια λέαινα
δίχως δέρμα
με το αίμα πηχτό ποτάμι στα μετέωρα μάτια
και τα χέρια ξέπλεκα δίχτυα
σε θάλασσα δίχως ψάρια.
Τα σκότωσε όλα το αλάτι που δεν ήταν αλάτι
μα σκόνη.
Τα έστειλε στα βουνά να γυρεύουν ανάσα.

Ψάρια δίχως βράγχια
εκλιπαρούσαν γι’ αέρα απ’ τα μάτια.

Έχεις δει ψάρια με μάτια ανθρώπου;
Εγώ τα είδα
στην απόκρημνη πλαγιά

Ήταν εκεί.
Μου μίλησαν με ανθρώπινη λαλιά.
Μου λέγανε πως στέρεψε η αρμύρα από τις θάλασσες
το νερό τους στυφό
κι ο αέρας φαρμάκι.

Με κοιτάζαν με μάτια ανθρώπου
κι εγώ
ένιωσα ξαφνικά τον αέρα να εισβάλλει μέσα μου με πόνο
και δε  βαστούσα να κοιτάξω στα μάτια σας.

Άνθρωποι
Συνεπιβάτες μου
Δίχως ντροπή κλέψατε τα γυάλινα μάτια των ψαριών
Τα φοράτε με καμάρι
Κι αυτάρεσκα υψώνετε το δάχτυλο
Να με δικάσει.




ΘΕΕ


Θεέ,
έλα και πάρε από πάνω μου τούτο το καρφί.
Είμαι μικρή πολύ για να το σηκώσω.
Αν θέλεις πάλι να γελάσεις με τη γύμνια μου
μάθε πως το χατίρι δε σου το κάνω
να με δεις να κλαίω σα χαζό κουτάβι.

Βρήκα μπογιά που δεν ξεβάφει με τα δάκρυα.
Μ’ αυτήν το μούτρο μου άλειψα
και σε προσμένω.

Μάθε πως  τώρα κατάλαβα
τι σημαίνει
να ’ρχεται κατά πάνω σου η Μοίρα
κι εσύ να στέκεσαι αγριεμένος απ’ τα μέσα σου νερά
και να τινάσσεις θύελλες απ’ τα μάτια.

Μάθε πως έβγαλα απ’ το μηρό μου άλλο παιδί
με γέλιο το τύλιξα μετάξι
με πίκρα ανθρώπου με έγνοια το μοίρανα
και το κρατώ στην αγκάλη του βλέμματος

το κανακεύω με ψέμα.

Κι ολόρθη μπροστά σου θα με δεις
σαν έρθεις πάλι να γελάσεις με την τύφλα μου.

«Ναι είμαι εγώ.
Κι έμαθα να κοιτώ τη θάλασσα
και να μην πονώ πια
απ’ την αβάσταχτη ομορφιά της»




Από τη συλλογή «Τα γυάλινα μάτια των ψαριών», εκδ. Βακχικόν, 2016

Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2015

Ειρήνη Παραδεισανού, "Θέλω να γράψω για τον πρόσφυγα"




                  Θέλω να γράψω για τον πρόσφυγα
                  που ανεβασμένος στην κορφή της τύψης μου
                  με δείχνει με το δάχτυλο
                  που του ’καψαν τα ηλεκτροφόρα σύρματα
                  εκεί στην Ειδομένη.

                  Θέλω να γράψω για τον πρόσφυγα
                  που σπρώχνει τον αγκώνα μου να μην ενώσω τα χέρια με το σώμα.
                  Σε στάση προσευχής ίσως με ήθελε
                  να εκλιπαρώ τον Φοίβο.
                  Ίσως με ήθελε να σέρνω τη ματιά μου στους τυφλούς
                  να τους κουνώ τα χέρια
                  να παίρνω τα πλαστικά μέλη τους στη θέση της καρδιάς
                  στη θέση της καρδιάς να τα κολλήσω.

                  Θέλω να γράψω για τον πρόσφυγα
                  που έζησε όσα άνθρωπος αντέχει
                  και στέκεται τώρα ασάλευτη εικόνα
                  στην οθόνη
                  και με καρφώνει με το μαύρο του ματιού
                  καθώς αφήνει το χέρι του ξένου
                  να του ράβει το στόμα.





Το ποίημα της Ειρήνης Παραδεισανού δημοσιεύεται για πρώτη φορά.

Στις εικόνες δύο σχέδια του Mahmoud Salameh
(Ο Mahmoud Salameh είναι πρόσφυγας από τη Συρία, ο οποίος πέρασε 17 μήνες σε κέντρο κράτησης στην Αυστραλία περιμένοντας να του δοθεί άσυλο).

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2015

Ειρήνη Παραδεισανού, "Φωτογραφία"


(Robert Matthew Sully, "Pocahontas", 1850)


Φωτογραφία

Θυμότανε παιδί
τα λόγια δε βγαίνανε απ’ το στόμα της .
Ακριβά μονάχα κοίταζε
με μάτια μαύρα από τη λύπη
κι αποζητούσε το φως
να ’ρθει να κουρνιάσει στα χέρια της
να τα δροσίσει.
Οι παλάμες της καίγανε
το δέρμα της το ’νιωθε ξένο.
Κάθε βράδυ έξυνε τις πληγές της με το τσίγκινο μάτι του ύπνου.

Στεγνώνει το στόμα σου μικρή μου Ινδιάνα.
Γυρνάς στη σχολική αυλή με τα μάτια χτισμένα στη φλόγα.
Και σ’ ακουμπάει το βλέμμα του φακού.
Σου λέει
Στάσου μια μονάχα στιγμή
Και τρέχεις
Τριγύρω απ’ τον ασβέστη του ήλιου.
Τρέχεις να κρύψεις το γέλιο σου
πικραμένο κλαυσίγελω
πίσω απ’ τη μάσκα.

Μην τρέχεις άλλο μικρή μου Ινδιάνα.
Ο χρόνος μαρμάρωσε
κι άλλο δεν έχω πέρα από σένα.
Πέρα απ’ τα μάτια σου
σπαρμένα στάχυα κι ουρανό
και την ακριβή φωνή σου
άδολη γητεύτρα του βυθού των ανθρώπων.





Το ποίημα της Ειρήνης Παραδεισανού «Φωτογραφία» δημοσιεύεται για πρώτη φορά.

Κυριακή 22 Μαρτίου 2015

Ειρήνη Παραδεισανού, "Η παιδική ανταρσία του ποιητή"


(Φωτογραφία: Κώστας Διαμαντής)


Η παιδική ανταρσία του ποιητή


Ο ποιητής είναι ένα παιδί εγκλωβισμένο στον κόσμο των μεγάλων. Οι περιστάσεις τον στενεύουν, τα λόγια των γύρω του τα νιώθει σκάγια. Το βλέμμα του αμείλικτο καρφώνεται στη γύμνια τους και τους τρομάζει.
Στέκεται μετέωρος ανάμεσα σ’ αυτό που ζει και αυτό που νιώθει. Και το «νιώθει» δεν το λέω τυχαία. Οι αισθήσεις του, οι κεραίες με τις οποίες λαμβάνει τα σήματα γύρω του είναι τόσο οξυμένες, που κάθε μέρα σ’ αυτόν τον αντιφατικό κόσμο είναι ένα μαρτύριο.
Μα το αποζητά αυτό το μαρτύριο. Αυτό θα γεννήσει το ποίημα. Και μέσα σ’ αυτό ο ποιητής θα ζήσει – έστω για λίγο – εκεί όπου νιώθει έστω ασφαλής από τα χνώτα των άλλων.
Απ’ αυτήν την άποψη, όποιος στρέφεται στην ποίηση αναζητά παρηγοριά από όλα αυτά που τον έκαναν από παιδί να αισθάνεται μετέωρος και παρείσακτος. Φτιάχνει ένα δικό του παράλληλο σύμπαν όπου αισθάνεται ότι – επιτέλους – ανήκει.
Και χαίρεται αληθινά όταν τον πλησιάζει ένας αναγνώστης για να του πει πως τον συγκίνησε με ένα ποίημά του.
Χαίρεται με τη χαρά του παιδιού που βρήκε έναν συμπαραστάτη στο παιδικό του παιγνίδι, έναν «συνένοχο» στην πρώτη του παιδική ανταρσία, που μοιραία τον ακολουθεί μέχρι το θάνατο.

Ειρήνη Παραδεισανού

Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2014

Ειρήνη Παραδεισανού: "Ο Φερνάντο Πεσσόα και η ηλιθιότητα των ευφυών"





Ο Φερνάντο Πεσσόα και η ηλιθιότητα των ευφυών

«Δεδομένου ότι ο Φερνάντο διαθέτει μια ευαισθησία σε υπερβολική ετοιμότητα καθότι συνοδεύεται από μια ευφυΐα σε υπερβολική ετοιμότητα, αντέδρασε πάραυτα στο Μεγάλο Εμβόλιο – το εμβόλιο που προστατεύει από την ηλιθιότητα των ευφυών».
Αυτά γράφει ο Άλβαρο Ντε Κάμπος, ένας από τους ετερώνυμους του Φερνάντο Πεσσόα για τον δημιουργό του.
Τη βλέπω γύρω μου αυτήν την ηλιθιότητα.
Στην κλειδωμένη ματιά του νέου ανθρώπου που στα είκοσι νομίζει πως βρήκε όλες τις απαντήσεις και δεν καταδέχεται να θέσει ερωτήματα.
Στην αλαζονεία του «επιτυχημένου» μεσήλικα που, αυτάρεσκα κλειδωμένος στο κουτί της γνώσης του, απορρίπτει μετά βδελυγμίας – καλά οχυρωμένης πίσω από ένα προσωπείο συναίνεσης και μετριοπάθειας – οτιδήποτε δε χωράει στα κουτάκια της μικρονοϊκής σκέψης του.
Μονάχα τα παιδιά στέκουν αλώβητα από αυτήν. Η ευφυΐα τους είναι στ’ αλήθεια μαγική, γιατί οι αλυσίδες της σκέψης δεν έχουν προλάβει ακόμη να τη μολέψουν. Και υποπτεύομαι πως η παιδική ματιά του είναι που έσωσε τον Φερνάντο Πεσσόα από την ηλιθιότητα των ευφυών.

«Σαν ένα παιδί προτού το μάθουν να είναι μεγάλος,
Υπήρξα αληθινός και πιστός σε ό,τι είδα και άκουσα».

Μονολογεί ο Φερνάντο Πεσσόα μέσα από τα ασύνδετα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο.
Το πιο σημαντικό: O ίδιος ο ποιητής δεν επαίρεται για τίποτα. Επινοεί τον ετερώνυμό του, τον Αλμπέρτο Καέιρο, ως τον υπέρτατο δάσκαλο που τον εμπνέει.
Νομίζω πως η ανάγκη του αυτή να επινοεί χαρακτήρες φανταστικούς πέρα για πέρα και αποστασιοποιημένος απ’ τον εαυτό του να γράφει τα ποιήματα που αυτοί του υπαγορεύουν, υπογράφοντας με τα ονόματά τους δεν είναι τυχαία. Πίσω απ’ αυτήν κρύβεται μια βαθιά εντιμότητα, μια αδήριτη ανάγκη για αλήθεια.

«Ο δάσκαλός μου Καέιρο δεν ήταν παγανιστής. Ο Ρικάρντο Ρέις είναι παγανιστής, ο Αντόνιο Μόρα είναι παγανιστής. Ο ίδιος ο Φερνάντο Πεσσόα θα ήταν παγανιστής, αν δεν ήταν ένα κουβάρι μπερδεμένο από μέσα».
Γράφει ο Άλβαρο Ντε Κάμπος.
Ο Πεσσόα έχει την εντιμότητα να σκάψει βαθιά μέσα του, να κοιτάξει την έρημο της ψυχής του και να παραδεχτεί πως «είναι ένα κουβάρι μπερδεμένο από μέσα».
Έχει όμως παράλληλα μέσα του τη σφραγίδα της δωρεάς που λίγοι εκλεκτοί έχουν, το κεντρί της αμφιβολίας, την ακόρεστη ανάγκη για αναζήτηση της αλήθειας. Κι όταν αυτή τον πληγώνει;

Ο αυθεντικός ποιητής φτιάχνει τη δική του αλήθεια. Γίνεται ο προφήτης της και την κηρύσσει μέσα από το έργο του. Εναγώνια προσπαθεί να την προστατεύσει από τα βρώμικα χνώτα των άλλων.

Και η αλήθεια του ποιητή Φερνάντο Πεσσόα δεν υπήρξε ποτέ μονοδιάστατη. Από κει και η ανάγκη του να υποδυθεί ρόλους, να επινοήσει τόσους ετερώνυμους όσα και τα πρόσωπα της αλήθειας του.

«Δεν αλλάζω. Ταξιδεύω (…) Εμπλουτίζω την ικανότητά μου δημιουργώντας νέες προσωπικότητες. Συγκρίνω αυτήν την πορεία προς τον ίδιο μου τον εαυτό όχι με κάποια εξέλιξη αλλά με κάποιο ταξίδι».

Πάνω απ’ όλα όμως υπερασπίζεται την παιδικότητα, τη ματιά την μπολιασμένη με το όνειρο.

«Έχουμε όλοι δυο ζωές:
Την πραγματική, αυτή που ονειρευόμαστε
Στην παιδική μας ηλικία, αυτή
Που συνεχίζουμε να ονειρευόμαστε, μεγάλοι,
Στο βάθος της ομίχλης
Και την ψεύτικη, αυτή που ζούμε
Στις συναλλαγές μας με τους άλλους.
Που είναι η πρακτική, η χρήσιμη,
Αυτή που την τελειώνουμε στο φέρετρο.

Στην άλλη δεν υπάρχουν φέρετρα, θάνατοι,
Μόνο εικόνες των παιδικών μας χρόνων:
Μεγάλα βιβλία χρωματιστά, για να δεις κι όχι για να διαβάσεις
Μεγάλες σελίδες χρωματιστές, για να θυμάσαι αργότερα.
Στην άλλη είμαστε εμείς,
Στην άλλη ζούμε.
Σ’ αυτή πεθαίνουμε, και ζωή σημαίνει αυτό ακριβώς.
Αυτή τη στιγμή, λόγω αηδίας, ζω στην άλλη…»

(Δακτυλογραφία, απόσπασμα, μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης, εκδόσεις Printa)

Πόσοι τη νιώθουν αυτήν την αηδία; Ή μάλλον πόσοι είναι ικανοί να τη νιώσουν; Σ’ αυτούς απευθύνεται ο ποιητής. Ο ποιητής «με τη διανοητική πάντα ευαισθησία του, την έντονη και ανέμελη προσοχή του, τη θερμή λεπτότητα που δείχνει στην παγερή ανάλυση του εαυτού του».
Ο Φερνάντο Πεσσόα, ένας διανοητής με βλέμμα που στοχεύει στην ψίχα των πραγμάτων ανέγγιχτος από τις μικρονοϊκές θεωρήσεις των ευφυών ηλιθίων.


Ειρήνη Παραδεισανού



(Τα αποσπάσματα είναι από τα βιβλία: «Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο», μετάφραση, σημειώσεις Μαρία Παπαδήμα, εκδόσεις Gutenberg και «Fernando Pessoa, Ποιήματα», εισαγωγή-μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης, εκδόσεις Printa)

Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2014

Ειρήνη Παραδεισανού, "Το ξωτικό και η τυφλή πόλη"




Σάββατο βράδυ σε κεντρικό σημείο της πόλης. Λοξά πάνω στο καπό του αυτοκινήτου ανάσκελα ένας άνδρας. Άσπρα μαλλιά, άσπρα γένια, ντυμένος αλλόκοτα, ένα πακέτο τσιγάρα μόλις να εξέχει από τη δεξιά τσέπη. Άσπρες κάλτσες, παπούτσια μαύρα, φθαρμένες σόλες. Λοξά πάνω στο καπό του παρκαρισμένου αυτοκινήτου. Ανεβοκατεβαίνει το στήθος του σαν να κοιμάται. Το δέρμα σκούρο από την υπερβολική έκθεση στον ήλιο. Μικρόσωμος, τα πόδια του δεν ακουμπούν στη γη.

Έτσι όπως κοιμάται ανάσκελα, λοξά ακουμπισμένος στο καπό του αυτοκινήτου μοιάζει με ξωτικό φερμένο από ένα παράξενο παράλληλο σύμπαν. Ένα σύμπαν όπου οι άνθρωποι βαδίζουν στους δρόμους του ήλιου συνεχώς και κάποτε αποκαμωμένοι κοιμούνται στα καπό των παρκαρισμένων αυτοκινήτων. Ξαποσταίνουν για λίγο κι έπειτα συνεχίζουν τον λαχανιασμένο δρόμο τους.
Ένα παράλληλο σύμπαν όπου δεν υπάρχουν ζεστά σπιτικά να δεχτούν το κουρασμένο σου σώμα. Μονάχα αυτοκίνητα εκτεθειμένα στην κοινή θέα. Και οι άνθρωποι τρώνε από τα σκουπίδια και ξαποσταίνουν σε χαρτόκουτες στην άκρη του δρόμου.
          
Ένας νεαρός διασχίζει το δρόμο. Βγάζει το κινητό και τραβάει το ξωτικό φωτογραφία.

Εγώ τον λέω ξωτικό. Αυτός τον λέει γέρο.
          
«Έχει την πλάκα του ο γέρος. Κοιμάται του καλού καιρού».

Με κοιτάει με το κινητό κρυμμένο πια στην τσέπη. Δε με βλέπει νομίζω. Σκέφτεται πόσα λάικ θα μαζέψει η φωτογραφία στη σελίδα του.
          
Μου ’ρχεται να του σπάσω τα μούτρα. Να πάρω το κινητό από την τσέπη του και να το τσαλαπατήσω μπροστά στην έκπληκτη μούρη του. Μου ’ρχεται να ουρλιάξω στα αφτιά του.

«Δεν είναι γέρος. Δεν το βλέπεις; Είναι ξωτικό από κάπου αλλού φερμένο. Ηλικία δεν έχει η πείνα. Δε βλέπεις κακομοίρη μου... Κοιμάται και έχει γραμμένο και σένα και μένα και τη σκατοκοινωνία όπου ζει.»
          
Μα δε λέω τίποτα.
Και γυρίζω σπίτι μου για μια ακόμη φορά με την αίσθηση του γελοίου καρφωμένη στην πλάτη. Στο παράλληλο σύμπαν μου και εγώ. Έγκλειστη. Ελπίζοντας πως για μια ακόμη φορά θα τη βολέψω όπως όπως. Θα προσπερνώ τους πεινασμένους στα φανάρια και στους κάδους. Θα προσπερνώ τα διαμελισμένα νεκρά ζώα στην άσφαλτο. Θα σφίγγω τα δόντια και θα συνεχίζω.
          
Μα είναι στιγμές που το δύσκολο είναι να συνεχίσεις να είσαι από τη θεατή πλευρά του κόσμου. Το δύσκολο είναι να ξέρεις πως κρέμεσαι από μια κλωστή και πέφτεις. Και παλεύεις να καταχωνιάσεις μέσα σου το υγρό που ανεβαίνει όλο και πιο πηχτό στα μάτια σου, στο στόμα σου. Το ξέρεις. Έχεις πια περάσει στην άλλη όχθη.



Jethro Tull - Aqualung

Δευτέρα 2 Ιουνίου 2014

Ειρήνη Παραδεισανού "Δύο ποιήματα"




Άτιτλο

Θα ’μοιαζε το μυαλό μου θάλασσα
Αν δε ζυγιάζονταν στις όχθες του
Πουλιά ματωμένα τα λόγια μου.

Θα κράταγε τα σκοινιά τεντωμένα
Ν’ ακροβατήσουν πάνω τους οι στίχοι μου.
Και οι θεοί μου θα στέκονταν γαλήνιοι στο πλάι μου
Θα με κοιτούσαν με στοργή
Και θα ’πλωναν το χέρι στα μισάνοιχτα βλέφαρα.

Και θα ’μουνα ένας αητός
Που μέχρι χθες χτυπιότανε στους τοίχους της στενής του φυλακής
Ματώναν οι φτερούγες του ασφυχτικά
Κι ο ουρανός έστεκε απάνω του
Φανέρωμα θαμπό.

Θα ’μουνα ξωκλήσι ξεχασμένο σ’ έρημο τόπο
Χωρίς παπά
Χωρίς πιστούς ν’ ανασαίνουν την αγωνία τους για ανάπαυση
Μονάχα με τις εικόνες βαλμένες στην τύχη
Και τους τοίχους μου γεμάτους συνθήματα
Ανθρώπων που το ξέραν πως ήτανε μάταιο να με προσκυνούν.

Θα ’μουνα μια βουκαμβίλια
Που σιωπηλά υψώνεται στον ουρανό
Με κορμό στέρεο σαν λεπίδα
Κι αρνείται να ρίξει τα λουλούδια της στο χώμα.

Ω , πόσο το ξέρω πως τίποτα απ’ αυτά δεν είμαι.

Μονάχα μια κραυγή

πετρωμένη στην κόχη της πένας.




Αστόχαστα

                               Μονάχος επέλεξες το δρόμο
                               Που θαρρούσες πως έπαιρνες
                               Μα καημένε
                               Πολύ αργά το ένιωσες αυτό το «θαρρούσες»
                               Το βλέμμα σου στόχευε εξαρχής στο «μονάχος».


Καρφώνανε τα πέλματα φλεγόμενα στην άμμο.
Ψέλναν ουρλιαχτά στο στερέωμα

«Σοι ευχαριστούμεν
Σοι ευχαριστούμεν»

Μαστίγωναν τις γερτές πλάτες

«Σοι ευχαριστούμεν Κύριε»

Κι εσύ Θεέ μου ήσουν μακάρια αφημένος στην κόχη του ματιού τους
αυτήν την άσπρη λωρίδα κενού
και δεν υπήρχες.

Εκείνοι σέρνονταν με το σταυρό στις πλάτες
και το βλέμμα μισοπνοϊσμένο.

«Σοι ευχαριστούμεν Κύριε.
Μας έδωσες πλάτες γερές και δυο ποδάρια στέρεα.
Μας έδωσες και τούτη την άμμο
καυτή να πληγιάζει τα ποδάρια μας
και τον πόνο να τρυπάει το μαύρο του ματιού μας
και τα δάκρυα να ξεπλένουν το βάρος της γης
που στους ώμους βαστάζουμε.
Μας έδωσες έναν παράξενο νου
που αντρειεύεται και σε καρφώνει με βέλη.

Δε σ’ έχουμε ανάγκη Κύριε.

Σοι ευχαριστούμεν που μας έπλασες
τόσο αλλοπρόσαλλους
τόσο μισούς
τόσο εν τέλει ανάπηρους.

Σου επιτρέπουμε να μην υπάρχεις
Αρκεί να μας αφήσεις εδώ
Αλλοπαρμένους να συνάζουμε τα σύννεφα
Να τα φοράμε αυτάρεσκα στεφάνι στην πληγή μας
Σφιχταγκαλιασμένοι να χορεύουμε
Και να αγνοούμε τον πρωτοχορευτή
Που δίνει ρυθμό στα τρεμάμενα σάλτα μας».